• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Η Μέλπω Αξιώτη για τον Αντόν Τσέχωφ

Επιμέλεια: ofisofi //

Το Νοέμβριο του 1963 τυπώθηκε από τις εκδόσεις Κέδρος η συλλογή διηγημάτων του Αντόν Τσέχωφ «Η κυρία με το σκυλάκι» σε μετάφραση Μέλπως Αξιώτη. Εκτός από τα 58 διηγήματα, που επέλεξε να μεταφράσει, η Μέλπω Αξιώτη έγραψε  και έναν εξαιρετικό πρόλογο με τίτλο «Το διήγημά του» εισάγοντάς μας  στον κόσμο του Τσέχωφ και στα χαρακτηριστικά του έργου του. Από αυτό τον πρόλογο παραθέτουμε το παρακάτω απόσπασμα.

tsehof2

Μέσα στη δημιουργημένη παράδοση στους κύκλους των διανοουμένων της χώρα και της εποχής οπού ανήκει (1860 – 1904), ο Αντόν Τσέχοφ δεν ήταν επαναστάτης, λένε. Σωστό είναι, σύμφωνα με την πολιτική ορολογία. Μα το επαναστατικό στοιχείο μπορεί κάποτε να βρίσκεται στο «χέρι» του τεχνίτη, στον τρόπο που κατασκευάζει τα πράγματα, και προπαντός στη διάθεσή του. Παρόμοια ιδιώματα, στον Τσέχοφ είναι αρκετά. Εφευρετικότητα, απόρριψη του συμβατικού, η καινοτομία, όταν αυτός στον καιρό του ανανέωσε το θέατρο, όπως ανακάλυψε το μικροσκοπικό διήγημα, της μιας και μόνης ακόμα σελίδας – για να το κάμει αριστούργημα, η πίστη στην ανοδική πορεία της ζωής, στην επιστήμη, η αφοσίωσή του να γιατρεύει τις πληγές του ανήμπορου στην ψυχή και τα σώματα, η συνείδηση της ατομικής του ευθύνης απέναντι στο μέλλον. Δίπλα σ’ όσους κράτησαν τις σημαίες στην πατρίδα του, καλό θα ήταν να τον μετρούν, οι απόγονοι.

Μ’ αυτά τα εφόδια είναι που έμεινε ο Τσέχοφ ολοζώντανος, όταν τόσα λογοτεχνικά ρεύματα και τεχνοτροπίες πλημμύρισαν από τότε τον κόσμο. Στο έργο του, βρισκόμαστε μπροστά σε μια αφήγηση που γίνεται στο παρόν, στον ενεστώτα. Δε βγήκε αληθινή εκείνη η  φωνή της αγωνίας του – του γιατρού Αστρόφ – στο «Θείο Βάνια»: «Κάθησα, έκλεισα τα μάτια μου – έτσι – κι άρχισα να σκέφτομαι. Όσοι θα ζήσουν ύστερα από εκατό, διακόσια χρόνια, που γι’ αυτούς ανοίγομε σήμερα το δρόμο, θα’ χουν τουλάχιστον μια καλή σκέψη για μας; Νταντά, δε θα μας συλλογιστούνε!» Πόσα εκατομμύρια σήμερα αναγνώστες, θεατές, σ’ όλη τη γη να τον συλλογιούνται;

***

Μόλις ανοίξεις  την πόρτα του Τσέχοφ, πρόσωπα των πατέρων βλέπεις να σε κοιτάζουν. Μονότονα, σιγανά, στις μύτες των ποδιών, χωρίς πλοκές θαρρείς, είτε φασαρίες, προχωρεί στη σκηνή ο κόσμος ο τσεχοφικός, τίποτα λες δεν έκαμε στο παρελθόν, δε θα κάμει τίποτα στο μέλλον, πράξεις σημαντικές, όμως τα ταπεινά τούτα και τα μονότονα, κάτι κοινό έχουν όλα. Ένα μεγαλείο.

Σχεδόν ανύπαρκτος είναι εδώ ο μύθος, η ιστορία, υπάρχει ωστόσο το μεγάλο μυστικό της τέχνης του: πολλά χρόνια πριν τις πρώτες αδέξιες δοκιμές του κινηματογράφου – στις αρχές του αιώνα μας – ο Τσέχοφ κινηματογράφησε ένα – ένα κομμάτι τα επίκαιρα της ζωής, όσα μικρά που το ανθρώπινο μάτι δεν τα πιάνει, να τα γλυτώσει απ’ του χρόνου τη λήθη, κι αυτό είναι ακόμα σπουδαιότερο απ’ το ίδιο  το διήγημά του. Ο όρος «φακός – οφθαλμός», που μόλις τώρα παρουσιάστηκε, για να χαρακτηριστεί από τους θεωρητικούς – σε αντίθεση προς τα έργα που διηγούνται ιστορίες – ως κινηματογραφική μέθοδος που ανοίγει μέλλον απέραντο στην έβδομη τέχνη, είχε ουσιαστικά εφαρμοστεί απ’ τον Τσέχοφ τουλάχιστον πριν ογδόντα χρόνια, στη λογοτεχνία. Απ’ όταν άρχισε το διήγημά του.

Δυσκολοδιάβαστος είναι ο Τσέχοφ. Να μη φανεί παραδοξολογία. Στην επιφανειακή του απλότητα, μες στην ακινησία, να ψάχνεις πρέπει, να βρίσκεις. Άλλα θέλει να πει όταν άλλα λέει. Αυτός ο κλασικός – της παράδοσης ο μάστορας – με τη στρωτή του φράση, τα γνωστά μονοπάτια όπου περνά όλος ο κόσμος, το νου μας μη μας ξεγελάσει. Πολλές καινοτομίες μάς έφερε, πολλά αξιώματα ανάτρεψε. Στον κόσμο του καμιά ψυχολογία δε γίνεται, κατρακυλούν οι συμβατικότητες της απαραίτητης ψυχολογίας  του ήρωα, της προετοιμασίας να τον παραδεχτεί ο αναγνώστης, μια λέξη κάποτε, μια μόνη εικόνα, κ’ η σιωπή πολύ συχνά, η πλαστική του σιωπή, με τούτα ζωγραφίζει και πλάθει. Ψυχολογία κάνεις άμα ζεις μες στον κόσμο, στη γειτονιά σου; από τα μέσα άμα βρίσκεσαι; Ίσως αυτό να είχε στο νου του. Τίποτα δεν είναι εδώ «αναπόφευκτο», καμία λύση δεν ετοιμάζεται ούτε ετοιμάζει τον αναγνώστη, καθώς οι δημιουργοί κανόνων το απαιτούν. Το αντίθετο μάλιστα. Πολλές φορές σου ετοίμασε απ’ όλα τα καθέκαστα την αναπόφευκτη αυτή λύση, κι άλλη σου δίνει, αναπάντεχη, στην τελευταία κάποτε φράση του έργου. Το γεγονός εδώ, ο μύθος και η ανάπτυξή τους, δεν είναι παρά ένα καλούπι, για να τυλίξει το πραγματικό περιεχόμενο. Πάλι κ’ εδώ αντιστράφηκαν οι ορισμοί των κανόνων.

Και δεν έχουμε μόνο αντίθεση ανάμεσα στην αφήγηση και στο ξέσπασμα του τέλους, που σου αναστατώνει ό,τι ήταν πιο απόλυτα βέβαιο, αντίθεση δημιουργική έχουνε και οι τίτλοι, σε σχέση με το περιεχόμενο. Μικροί οι τίτλοι του, το πιο συχνά μονόλεξοι, δεν έχει φούρια να προλάβει να σ’ εντυπωσιάσει, διαβάζομε όμως τη «Νύστα». Νυστάζει ένα δουλάκι, νυστάζει. Μια γλύκα μιαν ησυχία, μας προμηνά ο τίτλος, γνωστά πράγματα γίνονται τριγύρω απ’ το δουλάκι, πρέπει όμως να φτάσεις στις δυό αράδες του τέλους για να παρουσιαστεί μια απ’ τις πιο φοβερές τραγωδίες. Που ούτε και τι απόγινε δεν πρόκειται να μας πει.

Άλλο κι αυτό στοιχείο του Τσέχοφ. Να μην τελειώνει το διήγημά του` ατέλειωτα κατά κανόνα τ’ αφήνει. Λες κι ο αναγνώστης τού χρειάζεται – συνεργάτη τον παίρνει – για να τ’ αποτελειώσει. Ύστερα από το τέλος αρχίζει το διήγημα. Με τη στερνή του φράση, ανοίγεται κόσμος μπροστά σου. Προέκταση τότε παίρνουν οι ζωές, τις συμπληρώνεις, σίγουρος είσαι πως κάτι θα γίνει, ώστε να δεις τη συνέχεια. Κ’ έχεις να βασανίζεσαι, να ονειροπολείς. Εκείνοι οι ελάχιστοι υπαινιγμοί, οι σκέψεις που μόλις χαράκτηκαν. Μαρτύριο και χαρά σου. Αύριο το πρωί θα βγεις στο δρόμο να τους συναντήσεις, κάπου θα πας κ’ εκεί θα βρίσκουνται οι Αννέτες, οι Ανιούτες, οι Άννες, οι Μαρίες, οι Γιάννηδες, οι Γρηγόρηδες, και θα σου πουν τι απόκαμαν από την ώρα που τους έχασες.

Κι ούτε τον νιάζει καν τον Τσέχοφ να δίνει διαφορετικά ονόματα. Εκτός από τα Κουτέντιος, Σαπροφυτίδης, Διατής, Στενομετώπιος, Παρακλάδιος κλπ. – εφευρέσεις της δικής του σάτιρας – τα ονόματα του κόσμου του είναι όλα παρόμοια, μονότονα κι αυτά, μα μέσα στο σωρό απ’ τις Άννες, που συνέχεια ξανάρχουνται μ’ όλα τα υποκοριστικά τους, κάθε φορά θα ξεχωρίζει παντοτεινά αλησμόνητη, μοναδική, η «Ανιούτα» του.

Μ’ αυτές τις ίδιες Μαρίες, τους Γιάννηδες, ο Τσέχοφ έχει γράψει ένα πολύτομο μυθιστόρημα. Σαν τέτοιο θα πρέπει να διαβάζεται, στο σύνολο, το διήγημά του. Που ξεπερνά τη μισή χιλιάδα κομμάτια, μαζί με τις μεγάλες νουβέλες, στην τόσο σύντομη του ζωή, μόλις 44 χρόνια. Κι όταν ο κάθε λογοτέχνης περιορίζεται συνήθως σ’ ένα ορισμένο κόσμο γύρω του, εδώ έχεις μπροστά σου το λαό της Ρωσίας, δείγματα απ’ όλον τον πληθυσμό της. Όχι μόνον τον άνθρωπο, τα ζώα του επίσης. Αρχαϊκές κοινότητες, μια κοινωνία της χειροτεχνίας και της αγροτιάς, πληθυσμοί τσακισμένοι από της στέρησης τη μοναξιά, γεννήματα της γης τους στις συγκεκριμένες του καιρού κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, κ’ ένας μεγάλος άνθρωπος – ποιητής που μαζί τους έζησε και καταπιάστηκε να τα μαρτυρήσει. Μόνο που μένει ν’ αναρωτηθείς αν είναι μόνο ο ρούσικος κόσμος, αυτός που τόσο τον νιώθεις παρόντα, σ’ αυτό το τεράστιο ιστορικό πανόραμα.

***

Δυό βασικά συστήματα χρησιμοποιεί ο λογοτέχνης. Στο ένα, ετοιμάζει το υλικό του, καθοδηγεί τους ήρωες, επεμβαίνει στις καταστάσεις τους. Ο Τσέχοφ έχει το άλλο: δεν τους καθοδηγεί, δεν μπαίνει στη μέση παραμονεύει.

Είναι τούτο το μεγάλο μάθημα του τεχνίτη που μ’ επιμέλεια φρόντισε ν’ αποφύγει  τη διδασκαλία, για να μας μείνει το δίδαγμα ακέραιο: η διδαχή που γίνεται με την ποίησή του, με την τέχνη του.

Και το  πιο αθώο πλάσμα στον κόσμο, το παιδί, αν του πεις: στάσου να σε φωτογραφήσω, ξέρομε πως θα πάρει πόζα κι όλα θα τα χαλάσει. Γι’ αυτό ο Τσέχοφ δεν τους σταματά να τους περιγράψει τους ανθρώπους του, δεν τον έπαιρναν είδηση πως είναι εκεί, αόρατη ήταν η παρουσία του, αν και μαζί τους βρισκόταν  για να τους συνηθίσει, ένα να γίνει μ’ αυτούς.

Παραμονεύει κρυφά λοιπόν, παραμονεύει το πλουσιόπαιδο την ώρα που ξυπνά, το δούλο τον απελεύθερο, την πόρνη παραμονεύει την ώρα της εργασίας της, το δικαστή που δικάζει, τον καταδικασμένο που δεν εκατάλαβε ποια η αιτία της καταδίκης κι ούτε έχει εμπιστοσύνη σ’ αυτή τη δικαιοσύνη, τον πρωτινό τσιφλικά τώρα κατεστραμμένο, το ορφανό αλητάκι στην εξάσκηση σήμερα κοινοτικών καθηκόντων του, το άλογοα παραμονεύει και τη νοσταλγία του σαν το ξερίζωσαν απ’ τα χωράφια του να το πάνε στην πόλη, οι ίδιες νοσταλγίες που μαραζώνουν τον εξόριστο στα βάθη της Σιβηρίας.

Ο άνθρωπος της πολιτείας δεν ξέρεις πόση κρυφή ζωή είναι στο δάσος ή στην έρημο, ο στεριανός άνθρωπος δεν υποψιάζεται τι κόσμος και ντουνιάς ανασαίνει στης θάλασσας τα μέρη, μέσα στις αμμουδιές του γιαλού. Στην άμμο την πηχτή της ζωής, εκεί που δεν βλέπεις τίποτα, ο Τσέχοφ τ’ ανακάλυψε να σου τα δείξει.

Ένας τσάρος κυβερνά τον τόπο. Δεν σου τον αναφέρουν, αλλά οι τσάροι είναι φανεροί απ’ τα γνωστά συμπαρακείμενα της ανθρώπινης εξέλιξης. Ένας νόμος ψηφίστηκε, δεν είναι πολύς καιρός, στα 1861, τον επόμενο χρόνο απ’ τη γέννηση του Τσέχοφ, κ’ οι δούλοι του μεσαίωνα τώρα είναι απελεύθεροι, τους συναντάς, σκουντουφλάς απάνω τους, εσύ, ο τρανός της εποχής των πυραύλων. Καλό είναι που σου μαθαίνουν μ’ αυτόν τον τρόπο την ιστορία σου, κι από πού ξεκίνησες, πριν λίγο.

Το χάος, οι προλήψεις, η αγραμματοσύνη, η στέρηση, το κρύο του χιονιά, της εγκατάλειψης το πιο χειρότερο κρύο, μαρτύριο της καρτερίας ή της υποταγής, πληγές εντελώς αγιάτρευτες και κακογιατρεμένες, κι όμως. Παράθυρα ανοίγουν εδώ και μπαίνει ένας αέρας. Η ανθρωπιά του ανώνυμου, εκείνη η στοργή μες στο θολό της πλήξης, της κάθε όμοιας μέρας, ένα παιδί παρουσιάζεται κι απαλαίνει την ψυχή σου, ο αθώος διακονιάρης, ο επιστήμων ο αληθινός που δε βοηθά μόνο με τις γνώσεις του παρά με την καρδιά, με το παντοτεινό όνειρό του για το καλύτερο μέλλον, ο κόσμος με τη συναίσθηση της αμορφωσιάς του, ο κόσμος μιας διανόησης που γυρεύει την ανανέωση και ψάχνει να βρει την πόρτα, οι αξέχαστες γυναίκες, οι κοπέλες ολοκάθαρες και στο χειρότερο βούρκο, του έρωτα τα πάθη που τρυπώνουν παντού, και στον κλέφτη, και πάνω απ’ όλα ένας γιατρός παραστέκει τον άρρωστο, ξέροντας πως μπορεί να σωθεί, πως η επιστήμη προχωρεί και μαζί της η ανθρωπότητα, ο ίδιος ο Τσέχοφ, άρρωστος κι αυτός, ο φυματικός, που ξεκινά για της Σαχαλίνης την κόλαση να πάει να βρει τους κατάδικους, τρυπώνει στους χολεριασμένους, μπαίνει μες στους τρελλούς στην «Αίθουσα 6» της νουβέλας του, για να τον θάψουν ως τρελλό ( στο διήγημα), φτάνοντας στο πιο δραματικό ύψος που μπορεί  να πιάσει ένας ρεαλιστής δημιουργός – ο μη – επαναστάτης – με την ακέραια του επαναστάτη πίστη, τη σιγουριά για μια διαφορετική ζωή, αυτός που συνέχεια γράφει  μονότονα στο θέατρό του:

«Το παρόν είναι σιχαμένο, μα όταν συλλογίζομαι το μέλλον όλα γίνονται έξοχα! Νιώθεις ανάλαφρος, μια άπλα γύρω σου, κ’ ένα φως βλέπεις  μακριά να λάμπει…βλέπω την ελευθερία, τα παιδιά μου βλέπω και τον εαυτό μου απαλλαγμένους από την αργία, από τη λεμονάδα, τη χήνα με τα λάχανα, τον ύπνο ύστερα απ’ το φαΐ, την ποταπή οκνηρία». ( Ο Αντρέας , στις «Τρεις αδελφές»).

«Για όσους θα ζήσουν ύστερα από μας, τα βάσανά μας θα μεταπλαστούν σε χαρά, η ευτυχία κ’ η ειρήνη θα βασιλέψουν στον κόσμο, και για όσους ζουν σήμερα, θα’ χουν να πουν έναν καλό λόγο και να τους ευλογούν» ( ΗΌλγα στο ίδιο).

«Σε διακόσια, τρακόσια χρόνια,  η ζωή πάνω στη γη  θα είναι αφάνταστα ωραία, καταπληκτική. Χρειάζεται στον άνθρωπο αυτή η ζωή, κι αν δεν την έχει ακόμα, πρέπει να την προαισθάνεται, να την περιμένει, να την ονειρεύεται, να ετοιμάζεται να τη δεχθεί, γι’ αυτό και πρέπει να βλέπει, να γνωρίζει περισσότερα απ’ όσα είδε και γνώριζε ο παππούς κι ο πατέρας του». (…) « Πώς να το πεις; Μου φαίνεται πως όλα, λίγο – λίγο, πάνω στη γη θ’ αλλάξουν, αλλάζουν κιόλας μπρος στα μάτια μας. Σε διακόσα, τρακόσα ή και χίλια χρόνια – δεν πρόκειται να καθορίσεις – θα υπάρχει μια νέα ευτυχισμένη ζωή. Καθόλου δε θα πάρομε μέρος σ’ αυτήν, βέβαια, αλλά γι’ αυτήν σήμερα ζούμε, δουλεύουμε, και μ’ όλο που υποφέρομε, τη δημιουργούμε. Αυτός είναι ο μοναδικός της ζωής μας σκοπός κι ακόμα και της ευτυχίας μας.»( Ο Βερσίνιν, στο ίδιο)…

Αντόν Τσέχωφ, Η κυρία με το σκυλάκι και άλλα διηγήματα. Μετάφραση Μέλπως Αξιώτη, Κέδρος  Αθήνα 1963