• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Χίλια σκοτωμένα κορίτσια

Γράφει ο Οικοδόμος //

Παγκόσμια Μέρα της Μάνας σήμερα. Μια τέτοια μέρα η μνήμη μας δεν μπορεί παρά να γείρει ευλαβικά προς τις γυναίκες εκείνες που έδωσαν τη ζωή τους για να βρει η γυναίκα τη θέση της στην κοινωνία, για να κατακτήσει ο άνθρωπος τη θέση που δικαιούται στη ζωή· ας μην πρόλαβαν -πολλές- να γίνουν μάνες…

Το 1964 τυπώνεται και κυκλοφορεί από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις η συλλογή ποιημάτων της Ρίτας Μπούμη – Παπά Χίλια σκοτωμένα κορίτσια. «Οι πιο τραγικές σελίδες, όχι μόνο της ελληνικής αλλά κάθε εθνικής ιστορίας, είναι, δίχως αμφιβολία, εκείνες που μούσκεψε το εμφύλιο αίμα σε αδελφοκτόνες συγκρούσεις. Όμως καμιά δεν μπορεί να πλησιάσει στο ύψος της τραγικότητας μιας νωπής ελληνικής ιστορικής σελίδας μέσα στην οποία είναι στοιβαγμένα εκατοντάδες ονοματεπώνυμα νεαρών γυναικών, που καταδικάστηκαν σε θάνατο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου (1947-1949) και εξετελέσθηκαν, οι περισσότερες στην πιο τρυφερή ηλικία και προτού ακόμα γνωρίζουν και αυτό τον έρωτα», θα γράψει (Περιοδικό ΠΥΡΣΟΣ, 4/1965) η Ρίτα Μπούμη – Παπά για τους λόγους που την έσπρωξαν στη συγγραφή των ποιημάτων.

ΑΝ ΒΓΩ ΠΕΡΙΠΑΤΟ ΜΕ ΤΙΣ ΝΕΚΡΕΣ ΜΟΥ ΦΙΛΕΣ

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες,
θα πλημμυρίσει η πόλη με βουβά κορίτσια
ο αέρας με στιφή ευωδιά θανάτου
τα φρούρια θα σηκώσουν άσπρες σημαίες
τα οχήματα θα σταματήσουν ―
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες,
θα δείτε χίλια κορίτσια με τρυπημένα στήθη
ακάλυπτα, να σας φωνάζουν
«γιατί μας στείλατε έτσι νωρίς να κοιμηθούμε
σε τόσο χιόνι, αχτένιστες, κλαμένες;» ―
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
θα ιδούν κατάπληκτα τα πλήθη
πως φάλαγγα πιο ανάλαφρη δεν πάτησε στη γη
πως λιτανεία πιο ιερή δεν έχει παρελάσει
ανάσταση πιο ένδοξη και ματωμένη ―
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
γαμήλιο άνθος η πανσέληνος θα υψωθεί να τις στολίσει
μέσα στα κούφια μάτια τους θα κλαίνε ορχήστρες
οι μπούκλες τους, οι επίδεσμοι, θα κυματίζουν·
ω τότε, πολλοί από τύψεις θα πεθάνουν ―
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Η εικοσάχρονη Ερασμία, εργάτρια από τον Πειραιά, η εικοσιτριάχρονη μακεδόνισσα νηπιαγωγός Ειρήνη Γκίνη (Μίρκα Γκίνοβα) από την Έδεσσα (η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε με απόφαση Έκτακτου Στρατοδικείου), η Ισμήνη, η Μαρία που ξενόπλενε στην Αθήνα, η Ροδούλα, η Καίτη, η δεκαεξάχρονη Διαμαντούλα, η τσοπανοπούλα Φιλίτσα, η δεκαεννιάχρονη Άρτεμις που συμπονά τους αγουροξυπνημένους νυσταγμένους φαντάρους του εκτελεστικού αποσπάσματος και τόσες ακόμα αδικοσκοτωμένες γυναίκες  που ονειρεύτηκαν μια ζωή γεμάτη αγάπη και ανθρωπιά, απλά κορίτσια του λαού που κονταροχτυπήθηκαν παλικαρίσια με το φασισμό και θυσίασαν τα ολάνθιστα ανυπόταχτα νιάτα τους στο βωμό της λευτεριάς και της κοινωνικής προκοπής, περνάνε σε μια ατέλειωτη βουβή πομπή από τις σελίδες του βιβλίου.

Ειρήνη Γκίνη (Μίρκα Γκίνοβα) από την Έδεσσα. Η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε με απόφαση Έκτακτου Στρατοδικείου

Ειρήνη Γκίνη (Μίρκα Γκίνοβα) από την Έδεσσα. Η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε με απόφαση Έκτακτου Στρατοδικείου

ΕΙΡΗΝΗ

Κλείσ’ το βιβλίο.
Την αυγή σφάξαν μια κόρη
αιματοπότες άνθρωποι. Κι όλη τη μέρα
κλαίγαν τα δέντρα που είδανε το φόνο
τέσσερα χιλιόμετρα έξω απ’ τα Γρεβενά.

Μπροστά στην πύλη της αυγής
ρόδινη απ’ την ανταύγεια προχωρούσε
με μαλλιά ξέπλεκα η Ρηνούλα
με το λευκό της φόρεμα της Κυριακής
με μόνο κόσμημα τα σμαραγδιά της μάτια.

Ανυποψίαστη, άπραγη, μικρή
τριγυρισμένη από τουφέκια γυμνασμένα
γαλήνια εβάδιζε κοιτώντας τα πλατάνια
αποχαιρέταε τα πουλιά δίχως παράπονο
τους λόφους πέρα και το δάσος.

Δεν ήταν μια πριγκίπισσα από τα παραμύθια
που βγήκε αυγή με τις θεραπαινίδες της
για να συνάξει ρόδα υγρά
σ’ ένα πανέρι από ακτίνες.
Μια δασκαλίτσα ήτανε αγροτικού σχολειού.

(Καλημέρα κίτρινο θερισμένο χόρτο
δεν ήρθα για περίπατο στις ασημένιες όχθες
ήρθα για να με σφάξουνε.
Όταν ο ήλιος υψωθεί σε λίγο
κι όπως κάθε πρωί μ’ αναζητήσει,
εσύ που γνώρισες του δρεπανιού την κόψη
και είσαι ο μόνος μάρτυρας εδώ
πες του πως με θερίσανε και μένα
ανήμερα Αγιάς Μαρίνας
πως άφησα έρημο το σπίτι μας
αράχνες να το κατοικήσουν.
Μόνο στα μαθητούδια μου μην κάνεις λόγο
αν έρθουν ως εδώ και ψάχνουν,
μην πεις πως βρίσκομαι κάτω απ’ τις πέτρες.
Κι αν δουν το αίμα μου και σε ρωτήσουν
πες τους αρνί πως σφάξαν οι βοσκοί).

Ο ποταμός πήρε το βόγγο της και τόνε τρέχει
στα δυο στηθάκια της σημάδεψαν οι στρατιώτες
με τα μεγάλα μάτια της πρώτη τους πυροβόλησε!
Σαν ν’ απαντούσε σ’ ένα προσκλητήριο
φώναζε τ’ όνομά της δυνατά
από τη λήθη να το σώσει.

Άνεμε, ξύπνα! Ούρλιαξε! μέσα απ’ τα φύλλα,
πλαδαρά πρόσωπα στα πουπουλένια μαξιλάρια
σηκωθείτε να δείτε το σφαγμένο κορίτσι
την άσπιλη καρδιά του να κρατά ψηλά
σαν αρτοφόρι για τους πεινασμένους
και να φωνάζει αυτό που μόλις ψιθυρίζουμε
φτασμένη όρθια στον ανοιγμένο τάφο
και μες στις αλυσίδες της
μια κορδελίτσα κόκκινη να λάμπει.

«Τοποθέτησα με στοργή τις σκοτωμένες «κόρες» μου, σε τρυφερά, νοσταλγικά και μελαγχολικά πλαίσια και οδήγησα τις περισσότερες να μιλήσουν ήρεμα, χαμηλόφωνα και με συνεσταλμένο παράπονο, φροντίζοντας να μην αναφέρω επώνυμα, αλλά μονάχα ονόματα, και να τις βιογραφήσω σύμφωνα με τα πραγματικά τους στοιχεία. Νομίζω πως δεν είχα δικαίωμα να αποσιωπήσω το ανθρώπινο παράπονο τόσων θυμάτων, και γιατί πιστεύω πως στη μονομαχία ανάμεσα σε απάνθρωπο νόμο και μάρτυρα, σε καμιά περίπτωση ο πρώτος δεν είναι ο νικητής, αλλά ακόμα και γιατί η συνείδησή μου δεν έπαψε ούτε στιγμή, δεκαπέντε χρόνια τώρα που τα ποιήματα ήταν κλεισμένα στο συρτάρι μου, να μου υποδεικνύει το ιερό αυτό χρέος», μας εξομολογείται η ποιήτρια.

ΑΡΤΕΜΙΣ

Μακρύς πολύ ο δρόμος που θα πάρω
και τόσο κρυερός
να τον πατάς ξυπόλυτος αυγή…

Για το ταξίδι αυτό τοιμάστηκα στη φυλακή
άλλαξα καθαρά εσώρουχα
τη νύχτα που μου στάθηκε σα φιλενάδα·
κορίτσια μελλοθάνατα που με φωνάζαν να τα περιμένω
που με βεβαίωναν πως δε θ’ αργήσουν
μου δώσαν να πλυθώ με αρωματικό σαπούνι
στάξαν κολώνια στα μαλλιά μου.

Τώρα δω που με φέρατε τον τόπο δε γνωρίζω,
κι όμως εδώ σε λίγο θα χυθεί το αίμα μου
καθώς μπουκάλι με κρασί σε γάμο.

Τοιμάζετε τα όπλα σας και χασμουριέστε, στρατιώτες,
(ω, να με συχωρέσετε που έτσι πρωί σας ξύπνησα)
όταν εγώ στερνή φορά χτενίζω τα μαλλιά μου
σεις την καρδιά μου που σαν καμπάνα ουρλιάζει
δεν την ακούτε.

Ένα σκυλί γαυγίζει πέρα.
Ω μη γαυγίζεις, να χαρείς, σκυλί της ερημιάς
φοβάμαι ―
Σπάζει η τσατσάρα μου στα δάχτυλά μου.

Εμπρός! Τι περιμένετε; Βιαστείτε!
Ν’ ακούσετε ζητάτε την τελευταία μου θέληση;
Είμαι δεκαεννιά χρονών. Δε θέλω να πεθάνω.

Τα 62 ποιήματα της συλλογής της Ρίτας Μπούμη – Παπά Χίλια σκοτωμένα κορίτσια λειτουργούν μέχρι τις μέρες μας σαν ένα ταπεινό μνημόσυνο, για τις γυναίκες ηρωίδες που μνημονεύονται στους στίχους τους αλλά και για όλες εκείνες που θυσιάστηκαν στον αγώνα για λευτεριά και για ένα καλύτερο αύριο. Χτυπούν σαν καμπάνα στις συνειδήσεις των σημερινών ανθρώπων σημαίνοντας τον κίνδυνο απ’ το ξαναζωντάνεμα του φασισμού μέσα στη σαπίλα ενός κοινωνικού συστήματος που αργοπεθαίνει. Του κοινωνικού συστήματος που πριν από εβδομήντα σχεδόν χρόνια δολοφόνησε στα κάτεργα και στα εκτελεστικά αποσπάσματα χιλιάδες αγωνίστριες και αγωνιστές που  το αμφισβήτησαν και το πολέμησαν και που θα συνεχίζει να συνθλίβει και να σκοτώνει ανθρώπινες ζωές μέχρι να ανατραπεί και να θαφτεί, μια για πάντα, από τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες που βαδίζουν στα χνάρια που άφησαν τα ματωμένα βήματα των χίλιων σκοτωμένων κοριτσιών.

ΡΟΔΟΥΛΑ

Εσείς που μ’ είδατε να πέφτω από τις σφαίρες σας
στα μάτια σας θα κατοικώ από δω και πέρα.
Εσείς που με τυλίξατε στο ματωμένο μου το σάβανο
πια δεν μπορείτε νάχετε άλλη σημαία.
Εσείς που ακούσατε την τελευταία κραυγή μου
θα ζείτε με τον ήχο της το φοβερό στ’ αυτιά σας.
Εσείς που δε μου δώσατε λίγο νερό που ζήτησα
κάθε φορά που πίνετε μες στο ποτήρι σας θα μπαίνω.

Κι ήμουν, και δεν το ξέρατε, η τρυφερή σας αδελφούλα
(τώρα κρυώνω κάτω από τα χιόνια του χειμώνα).
Κι ήμουν και δεν το βλέπατε, μια φράουλα του δάσους
(πατώντας με με λιώσατε πριν με γευτεί κανένας).
Κι ήμουν, και δεν μ’ ακούγατε, ασίγαστο τραγούδι
(τώρα βόσκουν στο στόμα μου αμέτρητα σκουλήκια).
Ω, σαν με παραδώσατε στο απόσπασμα σκληροί,
να ξέρατε πώς δίψαγα, πώς βρόνταγε η καρδιά μου…