• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Χρ. Νταβαντζής, Μια ζωή σκληρή, καθαρή, τίμια και γι’ αυτό δύσκολη, μα τόσο όμορφη

Η ομιλία του Νίκου Πουρναρά, εκ μέρους του περιοδικού ΑΤΕΧΝΩΣ και επιμελητή του βιβλίου, στην παρουσίαση του βιβλίου του Χρήστου Νταβαντζή «Όσα επέζησαν στη μνήμη… Οδοιπορικό μιας ζωής». Την εκδήλωση οργάνωσε το περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ (αναλυτικό ρεπορτάζ μπορείτε να δείτε εδώ), την Κυριακή 9 Οκτώβρη 2016 στον κινηματογράφο “Αλκυονίς”.

Στις 9 Οκτώβρη του 1944, ο ΕΛΑΣ έχει ήδη απελευθερώσει τα 3/4 της Αττικής από τους Γερμανούς καταχτητές και καθαρίζει την Αθήνα από τη φασιστική βρωμιά, για να κατεβάσει τρεις μέρες αργότερα από την Ακρόπολη τη γερμανική σημαία και στη θέση της να υψώσει την ελληνική. Σαν σήμερα, στις 9 Οκτώβρη του 1967, ένας ασήμαντος ένστολος του καθοδηγούμενου από την Αμερικανική Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (CIA) Βολιβιανού στρατού, δολοφονεί άνανδρα τον μεγάλο Αργεντίνο κομμουνιστή επαναστάτη και διανοητή Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Mε τις ιδέες του Τσε ζωντανές και τους αγώνες και τις θυσίες των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και του ΔΣΕ να φωτίζουν τους σύγχρονους αγώνες για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, με το λαό κουμανταδόρο στον τόπο του, συναντηθήκαμε σήμερα εδώ με αφορμή το βιβλίο του αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης Χρήστου Νταβαντζή.

Για εμάς, στο ΑΤΕΧΝΩΣ, ο αγώνας της γενιάς της Εθνικής Αντίστασης, η οργάνωση και δράση του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ, ενάντια στον ξένο καταχτητή και τους ντόπιους συνεργάτες του, αλλά και η τρίχρονη ηρωική εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, που πολέμησε με άνισους όρους τους καταχτητές που διαδέχτηκαν τους χιτλερικούς φορώντας τη μάσκα του «συμμάχου», αποτελούν πηγή έμπνευσης, διαπαιδαγώγησης και αγωνιστικής ανάτασης. Σήμερα, που όλοι βομβαρδιζόμαστε (και ιδιαίτερα οι νεώτερες γενιές) από το κυρίαρχο σύστημα με μηνύματα όπως «κοίτα την πάρτη σου κι άσε τους άλλους», «όσο και ν’ αγωνίζεσαι δεν βγαίνει τίποτα», «δεν είναι καιρός για ηρωισμούς», και άλλα τέτοια, ο στόχος μας δεν μπορεί να είναι άλλος από το  να φτάσουν τα μηνύματα της Εθνικής Αντίστασης και του ΔΣΕ, ατόφια και αναλλοίωτα από την κατασυκοφάντηση και τη διαστρέβλωση, σε όσο το δυνατό περισσότερες συνειδήσεις. Σ’ αυτό επιδιώκουμε να συμβάλουμε και με την αποψινή μας εκδήλωση.

Με την πεποίθηση ότι η πιο έμπρακτη τιμή στους ηρωικούς αγώνες του χτες δεν είναι οι φιέστες και τα κούφια λόγια, αλλά η συνέχιση και ένταση της πάλης και του αγώνα, σήμερα, μέχρι τη δικαίωση των οραμάτων για τα οποία έδωσαν τη ζωή τους οι ήρωες, σας καλωσορίζουμε. Δεν θα σας κουράσω με πολλά λόγια (στη συνέχεια θα πούμε λίγα ακόμα για το βιβλίο). Άλλωστε, όταν έχεις την τύχη να βρίσκεσαι ανάμεσα σε εκπροσώπους αυτής της γενιάς, (της «δρακογενιάς», όπως την αποκαλεί ένα από τα πιο άξια παιδιά της, ο Γιώργος Φαρσακίδης), τότε το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι… να κλείνεις το στόμα και ν’ ανοίγεις τ’ αφτιά σου.

Ευχαριστούμε τον Χρήστο Τσιντζιλώνη, πρόεδρο της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης – Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και τον Κώστα Μαραγκουδάκη, πρόεδρο του Ιδρύματος Περίθαλψης Ηλικιωμένων «Το Σπίτι του Αγωνιστή», που μας τιμούν με την παρουσία τους  στο πάνελ των ομιλητών.  Ευχαριστούμε τον  Βελισσάριο Κοσσυβάκη για τη φιλοξενία στην Αλκυονίδα του, τον όμορφο και ιστορικό αυτό χώρο, για δεκαετίες κοιτίδα πολιτισμού και αφύπνισης συνειδήσεων. Ευχαριστούμε όλους εσάς που βρίσκεστε εδώ.

Μετά από την παραπάνω εισαγωγή ακούστηκαν οι ομιλίες του Χρήστου Τσιντζιλώνη, προέδρου της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης – Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (διαβάστε τη εδώ) και του Κώστα Μαραγκουδάκη, προέδρου του Ιδρύματος Περίθαλψης Ηλικιωμένων «Το Σπίτι του Αγωνιστή» (διαβάστε τη εδώ), και στη συνέχεια ακολούθησε  το κύριο μέρος της ομιλίας του Ν. Πουρναρά:

Γράφει κάπου ο Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Οι αδύνατοι δεν αγωνίζονται./ Οι δυνατότεροι αγωνίζονται ίσως μια ώρα παραπάνω./ Αυτοί που δυνατότεροι ακόμα είναι, αγωνίζονται χρόνια πολλά./ Αλλά οι δυνατότεροι απ’ όλους αγωνίζονται όλη τους τη ζωή.»

Μικρός το δέμας, γίγας στην ψυχή. Με αυτές τις λέξεις θα περιέγραφα τον ενενηντάχρονο έφηβο Χρήστο Νταβαντζή. Αν και μάς συνδέει ο τόπος καταγωγής (καταγόμαστε και οι δυο από τη Χώσεψη – Κυψέλη Άρτας) και γνωριζόμαστε πολύ πριν μου εμπιστευτεί… «όσα επέζησαν στη μνήμη» του…   το βιβλίο αυτό συνέβαλλε στο να αναπτυχθεί μεταξύ μας μια σχέση βαθιά και δυνατή που κατέδειξε ότι αυτά που μας συνδέουν είναι πολλά περισσότερα. Γι’ αυτό, ακόμα και αν το ήθελα, δεν μπορεί να αποφευχθεί ο προσωπικός τόνος σ’ αυτή την αναφορά.

Τι είναι αυτό που κάνει το «Όσα επέζησαν στη μνήμη…» να διεκδικεί και να κερδίζει τον χώρο του ανάμεσα στα τόσα σημαντικά βιβλία και αναμνήσεις αγωνιστών, που εξιστορούν το ανυπέρβλητο μεγαλείο της εαμικής αντίστασης και την αθάνατη εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, περιγράφουν αποστολές και επιχειρήσεις, μάχες μικρές και μεγάλες, θριάμβους και ήττες, στιγμές ανείπωτου πόνου και άφταστου ηρωισμού;

Ο συγγραφέας εξιστορεί τα γεγονότα όπως ακριβώς τα έζησε και τα είδε, χωρίς εκ των υστέρων φτιασιδώματα ή παραμορφώσεις. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μεταφέρεται στον αναγνώστη ατόφιο το κλίμα (με τα καλά και τα προς αποφυγή στοιχεία) μιας περιόδου που καθόρισε την πορεία του τόπου και σημάδεψε ανεξίτηλα τους ανθρώπους, και να είναι ο αναγνώστης, τελικά, αυτός που θα αξιολογήσει και θα κρίνει γεγονότα, πρόσωπα και καταστάσεις.

Ο Χρήστος Νταβαντζής αποφάσισε να μοιραστεί μαζί μας αυτά που έζησε, ορμώμενος από την εσωτερική του φλόγα και τις μνήμες που πάλλονται ζωντανές κι ας πέρασαν εννιά γεμάτες δεκαετίες. Αποφάσισε να μοιραστεί μαζί μας μια ζωή σκληρή, καθαρή και τίμια, γι’ αυτό δύσκολη· μα τόσο γεμάτη και όμορφη. Σαν τη ζωή που ξεκίνησε  για χιλιάδες παλικάρια του λαού μας, αγόρια και κορίτσια,  όταν δάμασαν την ορμή της νιότης και των ονείρων τους στον δρόμο του αγώνα για λευτεριά και για ένα καλύτερο αύριο, σαν βρέθηκαν μπροστά στο σταυροδρόμι: περήφανη αντίσταση, με κάθε κόστος, ή ατιμωτική υποταγή;

Στη Χώσεψη, χωριό της οροσειράς των Τζουμέρκων, κατοικούσαν εργάτες της γης και μαστόροι της πέτρας, άνθρωποι κατά κανόνα φτωχοί και αγράμματοι. Ο πατέρας του Χρήστου, αγρότης στο επάγγελμα, είχε από δυο γάμους 11 παιδιά. «Η οικογένειά μας, γράφει ο Χρήστος,  ήταν πάμφτωχη, ο πατέρας μας όμως μάς συμβούλευε, όσο και αν πεινάμε,  να μην κλέψουμε ποτέ ούτε ένα κορόμηλο! Και αυτό το τηρήσαμε σε όλη μας τη ζωή.» Ξυπόλητος πήγε στο δημοτικό σχολείο, μην έχοντας τη δυνατότητα ν’ αγοράσει ούτε το κοντύλι για να γράφει στην πλάκα τα γραμματάκια που του δίδασκε ο δάσκαλος, και κατάφερε να βγάλει τις τάξεις με τ’ όνειρο να γίνει γιατρός. Αιτία στάθηκε ένα τραγικό περιστατικό που θα σημαδέψει την παιδική ψυχή του και θα κάνει την άγουρη ακόμα συνείδησή του να νιώσει τα πρώτα σκιρτήματα αμφισβήτησης, σ’ αυτά που δάσκαλος, παπάς και χωροφύλακας όριζαν, στα χωριά τότε, ως νομοτέλειες στη ζωή.

«Όταν ήμουν 8-9 χρονών πέθανε το αδελφάκι μου ο Βασίλης. Είχε αρρωστήσει από πνευμονία και δεν είχαμε λεφτά να πάμε στο γιατρό. Το χωριό μας δεν είχε γιατρό. Ο πιο κοντινός ήταν ο Αναγνώστου, στο Βουργαρέλι, αλλά για να τον φέρουμε στο σπίτι έπρεπε να πουλήσουμε μια αγελάδα που είχε τότε 150 δραχμές, το πολύ 200 η καλύτερη. Εμείς μια αγελάδα είχαμε και αν την πούλαγε ο πατέρας πώς θα ζούσαν οι υπόλοιποι; Από την αγελάδα παίρναμε το γάλα, μ’ αυτή κάναμε χωράφι και σπέρναμε λίγο στάρι ή καλαμπόκι και πάλι δεν μάς έφτανε για να φάμε.

Ήταν Τετάρτη. Η μάνα μου πήρε το γάλα από την αγελάδα και το έφτιαξε «κορφή»  για να το βαρέσει την άλλη μέρα, να το κάνει ξυνόγαλο και να βγάλει και λίγο βούτυρο. Στο ξυνόγαλο έριχνε και νερό κι αυγάταινε και τρίβαμε μέσα μπομπότα για να φάμε. Άλλο φαΐ δεν είχαμε στο σπίτι, μόνο το γάλα, αλλά η μάνα δεν μάς άφηνε να φάμε γάλα την Τετάρτη γιατί έλεγε ότι κάνουμε αμαρτία. Το απόγευμα ο πατέρας γύρισε κουρασμένος απ’ τα χωράφια και νηστικός. Έφαγε λίγη μπομπότα σκέτη. Έκατσε κάμποση ώρα και λέει «α, εγώ θα φάω, δεν μπορώ να κρατήσω άλλο» και παίρνει ένα πιάτο και βάζει από μέσα απ’ την καρδάρα  γάλα που ήταν πηχτό κι έφαγε. Την άλλη μέρα ο αδελφός μου πέθανε, στην αγκαλιά μου. Ήταν τεσσεράμισι χρονών. Η μάνα μου φώναζε στον πατέρα ότι έκανε αμαρτία που έφαγε γάλα την Τετάρτη και γι’ αυτό πέθανε το παιδί.

Εμένα τότε δεν χώραγε στο μυαλό μου ότι αυτή ήταν η αιτία που πέθανε ο αδελφός μου και είχα για καιρό βάρος στην ψυχή μου απ’ αυτό το ερώτημα, που με πάλευε μέσα μου. Ήταν άραγε, αλήθεια, αμαρτία, που ένας κουρασμένος από τη δουλειά και πεινασμένος άνθρωπος έφαγε γάλα την Τετάρτη, για να μας πάρει ο Θεός το παιδί;…»

Δύσκολα χρόνια και οι συνθήκες στο χωριό ακόμα πιο δύσκολες. Οι σπουδές στο γυμνάσιο συνεπάγονταν έξοδα και θυσίες, αβάσταχτες για την πολυμελή φτωχή οικογένεια, που με δυσκολία έβγαζε το ψωμί. Ο πατέρας του περίμενε πώς και πώς να τελειώσει ο Χρήστος το σχολείο για να τον βοηθήσει στις ανάγκες του νοικοκυριού. Ούτε η επιμονή του δασκάλου, να συνεχίσει ο Χρήστος στο Γυμνάσιο, στάθηκε ικανή να τον μεταπείσει.

Ένα γεγονός που καθόρισε τη ζωή του Χρήστου από τα παιδικά του κιόλας χρόνια ήταν η γνωριμία του με τον Χωσεψίτη δάσκαλο Κώστα Πουρναρά, τον μετέπειτα λογοτέχνη-συγγραφέα Κώστα Μπόση. Ο Κώστας Πουρναράς ήταν στέλεχος του ΚΚΕ από το 1930, κυνηγημένος από τη δικτατορία του Μεταξά που θα τον πάψει από το λειτούργημά του και θα τον φυλακίσει και εξορίσει για τα φρονήματά του και τη δράση του· με συμμετοχή, στη συνέχεια, στην Εθνική Αντίσταση και τον ΔΣΕ και σημαντική προσφορά στα Γράμματα. Η συνάντησή τους έγινε το 1936 στο τσαγκάρικο του μεγαλύτερου αδελφού του Χρήστου, του Γιώργου Νταβαντζή, όπου ο Κώστας Πουρναράς κρυβόταν από τους ασφαλίτες του Μανιαδάκη. Οι διάλογοι μεταξύ του μικρού παιδιού και του κομμουνιστή δάσκαλου, που καταγράφονται στο βιβλίο,  αναδεικνύουν τα στοιχεία εκείνα που καθόρισαν, όπως σημειώνει ο Χρήστος, τη ζωή  του, και έβαλαν τις βάσεις για τη βαθιά φιλική και συντροφική σχέση που θα ακολουθήσει και θα βαστάξει μέχρι ο Κώστας Πουρναράς να κλείσει για πάντα τα μάτια του. Αναφορές στον Κώστα Πουρναρά (Μπόση) υπάρχουν και άλλες στο βιβλίο, που δίνουν στοιχεία για τη δράση και την προσωπικότητά του, κατά την περίοδο της ένοπλης Αντίστασης στο νομό Άρτας, αλλά και στα χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς που ακολούθησαν τον εμφύλιο. Ο Χρήστος θα επισκεφτεί δυο φορές τον Κώστα Πουρναρά στη Ρουμανία, όπου έζησε πολιτικός πρόσφυγας ως το τέλος της ζωής του.

Για να γυρίσουμε όμως πίσω στο χωριό… Η καρδιά του μικρού παιδιού  έχει ανοίξει ήδη τα φτερά της για να ταξιδέψει. Όταν τελειώνει το σχολείο, η Χώσεψη δεν μπορεί πια να τον κρατήσει. Μετά από ώρες ποδαρόδρομο θα φτάσει στην Άρτα όπου θα βρει δουλειά σ’ ένα γαλατάδικο, μ’ αντάλλαγμα ένα πιάτο φαΐ και μια γωνιά για να κοιμάται. Όμως πάνω που γίνεται «μάστορας στο γιαούρτι» ξεσπάει ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και επιστρέφει στο χωριό του.

Οι Γερμανοί εισβάλλουν στην Ελλάδα. Οι φαντάροι επιστρέφουν με σκυμμένο κεφάλι από το αλβανικό μέτωπο, κάποιοι  διαβαίνοντας από τη Χώσεψη, για να φτάσουν στα χωριά τους. Ένας απ’ αυτούς θα βρει στέγη και φαγητό στο φιλόξενο φτωχικό της οικογένειας και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης θα δωρίσει στον μικρό Χρήστο το πιστόλι του. Στο μεταξύ, στη Χώσεψη γίνονται οι πρώτες επαφές για οργάνωση της Αντίστασης. Με πρωτοβουλία των κομμουνιστών στο χωριό συγκροτούνται οργανώσεις του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ και οι πρώτες μικρές ομάδες ενόπλων. Ο μεγάλος αδελφός του Χρήστου, Γιώργος Νταβαντζής,  δραπετεύει από την εξορία (όπου βρισκόταν εκτοπισμένος από το μεταξικό καθεστώς), επιστρέφει στη Χώσεψη και γίνεται επικεφαλής της οργάνωσης του ΕΑΜ στο χωριό. Ο Χρήστος παρά το νεαρό της ηλικίας του (είναι μόλις 15 χρονών), με την υπευθυνότητα και την ωριμότητα που τον διακρίνει θα κερδίσει την εμπιστοσύνη της οργάνωσης και θ’ αναλάβει καθήκοντα συνδέσμου.

«Όταν οργανώθηκε ο ΕΛΑΣ ο Άρης Βελουχιώτης περνούσε στα χωριά και έβγαζε λόγο για το σκοπό του αντάρτικου. Το ίδιο έκανε και ο Ζέρβας. Θυμάμαι, Μάη μήνα με Ιούνη του 1942, ότι ήρθαν  στο χωριό μας Ζέρβας και Βελουχιώτης. Ο καθένας από ένα τμήμα. Ο Άρης είχε τους μαυροσκούφηδες. Συναντηθήκανε έξω απ’ το σχολείο ―πλατεία ήταν― μαζεύτηκε κόσμος απ’ το χωριό, βγάλανε λόγο και οι δυο ότι «εμείς βγήκαμε να πολεμήσουμε τον κατακτητή και όποιος θέλει να συμμετάσχει σ’ αυτόν τον αγώνα μπορεί να καταταγεί» είτε στον ΕΔΕΣ είτε στον ΕΛΑΣ. Χειροκροτήθηκαν απ’ τον κόσμο, αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν (…) Τότε στο χωριό άρχισε αναβρασμός για το που θα πάει ο καθένας, αν πρέπει να πάνε ή όχι. (…) Διαδόθηκε ότι όποιος πάει με το Ζέρβα θα έχει μια λίρα το μήνα. Πήγαν μερικοί, λίγοι όμως. Οι περισσότεροι απ’ το χωριό τάσσονταν με τον Άρη Βελουχιώτη. Στη συνέχεια  δημιουργήθηκε στο χωριό μας εφεδρικό τμήμα του ΕΛΑΣ, όπου συμμετείχα κι εγώ.»

Από το σημείο αυτό ξεκινά η εξιστόρηση μιας σειράς γεγονότων που γέμισαν πολλές ένδοξες σελίδες στο κεφάλαιο της Ιστορίας «Εθνική Αντίσταση», αλλά και κάποιων γεγονότων που γράφτηκαν στις πιο μαύρες σελίδες του βιβλίου του ανθρώπινου πολιτισμού. Ξετυλίγεται ο σκοτεινός ρόλος του ΕΔΕΣ στην Αντίσταση και η ανοιχτά εχθρική δράση του εναντίον του ΕΛΑΣ, με την καθοδήγηση και την απεριόριστη συνδρομή των Άγγλων. Ξεχωρίζει η περιγραφή της άνανδρης  δολοφονίας του Ελασίτη αντάρτη Δήμου Φλούδα κατά τη διάρκεια της πρώτης ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ στη Χώσεψη, το πέρασμα των Γερμανών από το χωριό, η οργάνωση της ζωής των κατοίκων του χωριού από το ΕΑΜ (αλληλεγγύη ενάντια στην πείνα, απονομή δικαιοσύνης από το λαό κλπ), το κάψιμο σπιτιών Χωσεψιτών από τους Γερμανούς αλλά και τον ΕΔΕΣ, το πέρασμα του Άρη Βελουχιώτη από την Χώσεψη, όπου για ένα  διάστημα είχε έδρα το αρχηγείο του, η γνωριμία με τον Ελασίτη αντάρτη ποιητή Γιώργο Κοτζιούλα, η απελευθέρωση, το τραγικό «τέλος» του Άρη Βελουχιώτη, η συμφωνία της Βάρκιζας και το όργιο της λευκής τρομοκρατίας εναντίων των αγωνιστών της εαμικής αντίστασης και των κομμουνιστών, που ακολούθησε μετά την παράδοση των όπλων από τον ΕΛΑΣ, η οργάνωση των πρώτων ένοπλων ομάδων λαϊκής αυτοάμυνας, η σύσταση του Αρχηγείου Τζουμέρκων του ΔΣΕ, η απόπειρα δολοφονίας κατά του Χρήστου από ΜΑΥδες και το ανθρωποκυνηγητό που ακολούθησε αφού γλίτωσε από του χάρου τα δόντια, και η διαφυγή του στην «ανωνυμία» της Αθήνας.

Ο Χρήστος είναι ήδη οργανωμένος στην ΕΠΟΝ, όταν εντάσσεται στο ΚΚΕ. Αξίζει ν’ ακούσουμε τι γράφει ο ίδιος: «Μια μέρα ο Στέφανος Μπαρτζώκας με κάλεσε μαζί με τον Μάνθο Αγγέλη και μας έδωσε το βιβλίο του Γκόρκι «Η μάνα», να το διαβάσουμε και να του το επιστρέψουμε. Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό ενθουσιαστήκαμε πάρα πολύ. Τότε κατάλαβα καλά τι θα πει καταπίεση και από πού προέρχεται η φτώχεια μέσα στην οποία ζούσα, αλλά και με ποιον τρόπο αυτή η άσχημη κατάσταση μπορούσε ν’ ανατραπεί. Μόλις επιστρέψαμε το βιβλίο ο Στέφανος μάς πρότεινε να γίνουμε μέλη του ΚΚΕ. Εμείς δεχτήκαμε. Μας καλούσε συχνά και πηγαίναμε μέσα στην εκκλησία, στον Άγιο Νικόλαο στην πλατεία του χωριού, όπου στο γυναικωνίτη μάς έκανε μαθήματα για τη θεωρία του κομμουνισμού και τις υποχρεώσεις των κομματικών μελών. Πέντε έξι μήνες περίπου μετά από αυτή τη διαδικασία μάς κάλεσε μια μέρα στην κομματική οργάνωση του χωριού (Οκτώβρης του 1943 ήταν) κι έκανε εισήγηση για να γίνουμε μέλη του Κόμματος.»

Διαβάζοντας το βιβλίο του Χρήστου Νταβαντζή ο αναγνώστης θα γνωρίσει  πτυχές της ιστορίας της Χώσεψης, της περιοχής Τζουμέρκων και ευρύτερα του νομού Άρτας, από πρώτο χέρι. Μαθαίνουμε για το λιθαράκι που έβαλε η Χώσεψη  στο χτίσιμο του μεγάλου αγώνα του λαού μας για λευτεριά και προκοπή· για τη δράση απλών ανθρώπων που ποτέ δεν σκέφτηκαν να γίνουν ήρωες, αν και έζησαν, όσο πρόλαβαν να ζήσουν, ηρωικά. Εκτός από την με γλαφυρό τρόπο εξιστόρηση των γεγονότων, κάτι ακόμα που κάνει το βιβλίο να είναι σημαντικό  είναι η παράθεση  μεγάλου όγκου στοιχείων (στο σώμα του κειμένου αλλά και στο πλούσιο 70σελιδο παράρτημα φωτογραφιών), για τις τοποθεσίες που διαδραματίστηκαν και τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σε αυτά. Στοιχεία που ο συγγραφέας συγκέντρωσε μετά από πολύχρονη και συστηματική έρευνα και  διασταύρωση, πολλά από τα οποία παρουσιάζονται για πρώτη φορά.

Η γνωριμία και συνεργασία του Χρήστου με τον Πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη, θα αποτελέσει κομβικό σημείο για την μετέπειτα διαδρομή του. Γράφει ο ίδιος: «Είχα την τιμή να βρεθώ κοντά στον Άρη Βελουχιώτη όταν βρισκόταν στη Χώσεψη, κυρίως για 17 μέρες πριν και μέχρι τη μάχη της Καλεντίνης και να είμαι αγγελιοφόρος του. Τον θαύμαζα για την απλότητά του προς όλους εμάς, για τον τρόπο που είχε να πείθει και για την αυστηρή πειθαρχία που ήξερε να επιβάλει. Όταν γύριζα από την αποστολή που μου είχε αναθέσει, μου έλεγε: «Πότε γύρισες κιόλας βρε Βενιαμίν (έτσι με αποκαλούσε επειδή ήμουν μικροσκοπικός), χελιδόνι είσαι;». Με ρώταγε επίσης: «Φοβάσαι ρε;». Εγώ του απαντούσα «Όχι» και τότε αυτός μου έλεγε «Μπράβο, έτσι σε θέλω! Όταν δεν φοβάται κανείς όλα τα καταφέρνει».

Θα σταθούμε στην περίοδο μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας. Τότε δηλαδή που οι Άγγλοι οργανώνουν, εξοπλίζουν με τα τιμημένα όπλα που εξαναγκάστηκαν να παραδώσουν οι μπαρουτοκαπνισμένοι Ελασίτες, και καθοδηγούν συμμορίες παρακρατικών και συνεργάτες των χιτλερικών καταχτητών και τους αμολάνε (κυριολεκτικά) στα χωριά και τις πόλεις της επικράτειας. Σε συνεργασία με τα επίσημα όργανα της «τάξης», εξαπολύουν ένα χωρίς προηγούμενο όργιο τρομοκρατίας και εγκλημάτων. Ο εμφύλιος πόλεμος αρχίζει. Οι αγωνιστές της Αντίστασης στη Χώσεψη (κομμουνιστές και άλλοι δημοκρατικοί πολίτες που συμμετείχαν στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ) δέχονται ανελέητο κυνηγητό. Οι περισσότεροι έχουν ήδη πιαστεί όταν εμφανίζεται στην περιοχή το τμήμα του καπετάν-Παλιούρα. Μια μικρή ομάδα αποτελούμενη από τον Χρήστο Νταβαντζή, τον αδελφό του Λευτέρη και μερικούς ακόμα, κρύβονται από ράχη σε ράχη και από δάσος σε δάσος. Οι περισσότερες πόρτες των χωριανών, «βαριές» από τον φόβο, μένουν κλειστές. Ο Χρήστος πέφτει τελικά στα χέρια των διωκτών του και όλα δείχνουν ότι θα έχει το ίδιο «τέλος» με πολλούς αγωνιστές.

Έρχονται τρεις ΜΑΥδες με πολιτικά, άγνωστοι σε μένα. Με βγάζουν έξω απ’ το σπιτάκι και μου δίνουν μια σκαπάνη που ήταν δίπλα στο τζάκι. Ξεκίνησε ένας μπροστά, δίπλα εγώ και άλλοι δυο πίσω και ανηφορίσαμε μέσα σε κάτι χωράφια. Βγαίνοντας, στην άκρη από ένα χωράφι, ήταν μια χαράδρα μεγάλη που την ονομάζουν «στου Γριβού». Χαμηλά κάτω ακουγόταν το νερό που κατέβαζε η Γκούρα. Σταματήσαμε.  Μου λέει ένας:

―Σκάψε ρε εδώ πέρα. Εδώ θα φτιάξεις το λάκκο σου!

Εγώ βέβαια δεν εκτέλεσα την εντολή τους. Μου ρίχνουν δυο γροθιές και πέφτω κάτω. Πήγα να σηκωθώ και ξαναφωνάζουν:

―Γιατί δε σκάβεις ρε;! Σκάψε γ… την Παναγία σου!… το Χριστό σου!…

―Τι να σκάψω εδώ; Είναι όλο πέτρες! τους λέω.

―Σήκω πάνω ρε, όρθιος! μου φωνάζουν.

Σηκώθηκα.

―Βγάλε τα ρούχα σου. Μείνε μόνο με το βρακί.

Έβγαλα τα ρούχα.

―Θα μας πεις ό,τι σε ρωτάμε. Πού είναι ο Βελισσάρης Πουρναράς; Πού είναι ο Αντώνης Αγγέλης; Πού είναι ο Αριστείδης Σκανδάλης; Πού είναι ο Κώστας Παππάς; Πού είναι η αποθήκη με τα όπλα; Εάν δεν μαρτυρήσεις θα σε ρίξουμε στο γκρεμό και δεν θα σε βρει κανένας. Μόνο τα κοράκια, για να σε φάνε!…

―Αυτούς που με ρωτάτε έχω μήνες να τους δω. Όσο για τα όπλα  και την αποθήκη δεν ξέρω τίποτα.

Αυτοί βρίζανε, με σπρώχνανε, άλλος με τράβαγε προς τα πίσω, άλλος προς τα μπροστά.

―Κάντε ό,τι νομίζετε, εγώ δεν ξέρω τίποτα απ’ αυτά που με ρωτάτε, τους είπα.

Ξαφνικά πέφτουν δυο πυροβολισμοί μεταξύ Λαύρα και Πατροκοσμά. Αυτοί ξαφνιάστηκαν και σταμάτησαν. Φτάνει ένας λαχανιασμένος απ’ το φυλάκιο που ήταν λίγο πιο κάτω: «Τι κάνετε ρε εδώ, έχουμε μάχη! Πιάστε θέση στο Ξερόγκισμα (λίγο πιο πάνω από εκεί που ήμασταν). Εκείνη τη στιγμή πέφτει κι άλλος πυροβολισμός. Μ’ αφήνουν εμένα και απομακρύνονται μιλώντας έντονα μεταξύ τους. Εγώ βρήκα την ευκαιρία και φόρεσα γρήγορα τα ρούχα μου.

Όπως ήμουν όρθιος και κοίταζα προς τα πού να φύγω, ένας από τους τρεις γύρισε προς το μέρος μου και με είδε. Τρέχοντας έρχεται κοντά μου φωνάζοντας: «Την Παναγία σου, νόμιζες θα γλιτώσεις, ε;» και μου δίνει μια σπρωξιά και πέφτω μπρούμυτα προς τον γκρεμό. Εκεί ακριβώς που έπεσα ήταν μια πουρνάρα χαμηλή, η μισή στο κενό, προς τον γκρεμό, και  η άλλη μισή προς το χωράφι. Πέφτοντας πάνω στην πουρνάρα πιάστηκα γερά από ένα κλωνάρι της ενώ συγχρόνως έπεφταν κι άλλοι πυροβολισμοί. Αυτοί είχαν φύγει. Όπως ήμουν μπρούμυτα πάνω στο δέντρο ένιωσα κάτι ζεστό να καίει στο μάγουλό μου και άρχισα να αισθάνομαι πόνο στο αριστερό μου μάτι. Προσπάθησα με χέρια και πόδια να στηριχτώ  καλά και να τραβηχτώ λίγο-λίγο πίσω στο χωράφι. Αν έπεφτα από εκεί, στ’ αλήθεια θα μ’ έβρισκαν μόνο τα κοράκια…

Με το βιβλίο του ο Χρήστος Νταβαντζής συμβάλλει στο να αντικρουστούν οι προσπάθειες διαστρέβλωσης της ιστορίας και η επιχείρηση εξομοίωσης του φασισμού με τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό, που επιβάλλεται σήμερα από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως κεντρική κατεύθυνση μολύνοντας τις συνειδήσεις με το δηλητήριο του αντικομμουνισμού και ιδιαίτερα των νεώτερων γενιών. Εκεί άλλωστε στοχεύουν ο καθημερινός βομβαρδισμός από τα ΜΜΕ με βουνά από άχρηστες πληροφορίες, και η συστημική προπαγάνδα με αιχμή του δόρατός της την  θεωρία «των δύο άκρων». Ακριβώς  αυτό υπηρετεί το λεγόμενο «νέο κύμα» ιστορικών και αρθρογράφων που, με γραφίδα τον αντικομμουνισμό και τη συκοφάντηση του σοσιαλισμού, δεν αρκούνται στις προσπάθειες απαξίωσης και στην κατασυκοφάντηση της εαμικής αντίστασης και της εποποιίας του ΔΣΕ αλλά, με ψέματα και αντιεπιστημονικές προσεγγίσεις, βάλθηκαν να ξαναγράψουν την ιστορία στα μέτρα που βολεύει το σύστημα· το  σύστημα της εκμετάλλευσης, στο οποίο ζούμε και πορευόμαστε, που εξασφαλίζει πλούτη και χλιδή στους λίγους και φτώχεια, ανεργία, ανασφάλεια και ζωή χωρίς δικαιώματα στους πολλούς· το κοινωνικό σύστημα που γεννά και τρέφει τον φασισμό και αντλεί  οξυγόνο από τους πολέμους.

Κυνηγημένος ο Χρήστος θα διαφύγει περιπετειωδώς στην Αθήνα και θα βρει καταφύγιο στη ζεστή αγκαλιά της θείας Ευθυμίας, αυτής της περήφανης και καλόκαρδης γυναίκας που, αν και ήταν τυφλή, το σπίτι της ήταν πάντα ανοιχτό στους διωκόμενους αγωνιστές. Άγνωστος στην πρωτεύουσα, αφού συνδεθεί με το Κόμμα αρχίζει να προετοιμάζεται για την έξοδο στο βουνό. Στο μεταξύ, μέσω της θείας θ’ αρχίσει να μαθαίνει την οδοντοτεχνική δίπλα σ’ έναν οδοντίατρο.

Πίσω στα Τζουμέρκα, τον Απρίλη του 1947, τμήματα του Αρχηγείου Τζουμέρκων του ΔΣΕ με επικεφαλής τον καπετάν Παλιούρα (Θόδωρος Ζαλοκώστας ήταν το κανονικό του όνομα) συγκρούονται με τον κυβερνητικό στρατό στη Χώσεψη. Στη συνέχεια, οι δυνάμεις του Αρχηγείου Τζουμέρκων  κυκλώνονται στους Μελάτες, από πολυάριθμες ομάδες ΜΑΥδων και του κυβερνητικού στρατού. Οι μαχητές του ΔΣΕ πολεμούν γενναία για δυο ολόκληρες μέρες, μέχρι που ξεμένουν από πυρομαχικά.  Νηστικοί και άυπνοι, πολλοί έπεσαν στη μάχη. Όσοι επέζησαν, τραυματισμένοι, πιάστηκαν αιχμάλωτοι και οδηγήθηκαν στο μοναστήρι των Μελατών, όπου   βρισκόταν η έδρα των παρακρατικών και του κυβερνητικού στρατού. Μόλις έπεσε το σκοτάδι ξεκίνησαν τα βασανιστήρια των αιχμαλώτων ανταρτών, που εξελίχτηκαν κυριολεκτικά σε σφαγή. Οι «εθνικόφρονες» δήμιοι με μαχαίρια και τις λόγχες των όπλων άρχισαν να τρυπάνε τα σώματα των αιχμαλώτων ανταρτών, έκοψαν τα κεφάλια από τους περισσότερους, τα έβαλαν σε τσουβάλια και τα μετέφεραν στην Άρτα. Σε κεντρικά  σημεία της πόλης παλούκωσαν σε κοινή θέα τα κεφάλια των Παλιούρα, Μίντζα, Φωτονιάτα, του Γιώργου Νταβαντζή, αδελφού του συγγραφέα, και άλλων ανταρτών, για να τα βλέπει ο κόσμος και να τρομοκρατείται.

Στο βιβλίο συναντάμε και μαύρες στιγμές· γεγονότα και συμπεριφορές εχθρικές προς τον ανθρώπινο πολιτισμό, τις  οποίες ο συγγραφέας παρουσιάζει, όχι για να προκαλέσει ή να ανασκαλέψει πάθη, μα  για να προβληματιστεί ο αναγνώστης και να βγάλει τα σωστά συμπεράσματα. Για να κατανοήσει πόσο ―κάτω από προϋποθέσεις― μπορεί να μικρύνει η απόσταση που χωρίζει τον άνθρωπο από το πιο  άγριο θηρίο και πώς αυτό οι εκμεταλλευτές του λαού μπορούν να το χρησιμοποιήσουν προς όφελος των οικονομικών και πολιτικών τους συμφερόντων. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά στη στυγερή δολοφονία του εαμίτη καφετζή Σερακλή, στο χωριό Πιστιανά, κοντά στη Χώσεψη, από ομάδα «εθνικοφρόνων» παρακρατικών, που ξεψύχησε με καρφωμένα πέταλα αλόγου στις πατούσες του.

«Στο βιβλίο μου αναφέρονται πραγματικά περιστατικά και ονόματα», σημειώνει ήδη στην εισαγωγή ο Χρήστος Νταβαντζής, και για να «προλάβει» όσους πιθανά ενοχληθούν από την εξιστόρηση γεγονότων σαν τα παραπάνω,  ξεκαθαρίζει: «Αυτό δεν σημαίνει ότι έχω πρόθεση να προσβάλλω κάποιους, κανέναν απολύτως. Από τα γεγονότα που περιγράφω φαίνεται πώς κάποιοι επιτήδειοι παράγοντες κατάφερναν να πείσουν τα άβουλα εκτελεστικά τους όργανα στο χωριό, δίνοντάς τους από ένα όπλο,  ότι αυτοί είναι η εξουσία, ενώ στην ουσία  δεν είχαν  κανένα όφελος να φορτωθούν το στίγμα της βαρβαρότητας και του εγκλήματος απέναντι στους συνανθρώπους τους, δημιουργώντας εχθρότητα μεταξύ τους (εμφύλιο), προς όφελος των επιτήδειων παραγόντων.»

Η έξοδος στο βουνό, που με ανυπομονησία περίμενε ο Χρήστος, δεν θα έρθει· σε αντίθεση με το χαρτί της επιστράτευσης. Γράφει ο ίδιος: «Απ’ το Κέντρο Εκπαίδευσης Υγειονομικού πήρα μετάθεση για το 202 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Καστοριάς. Εκεί, μετά από δυο μέρες με καλεί ένας λοχαγός γιατρός, μικροβιολόγος και μου λέει: «Νταβαντζή, θα είσαι μαζί μου στο μικροβιολογικό και θα κοιμάσαι δίπλα στο δωματιάκι του μικροβιολόγου. Δε θα έχεις καμιά σχέση με τους άλλους νοσοκόμους». Όπλο δεν μου είχαν δώσει ούτε στο ΚΕΥ, ούτε στο νοσοκομείο. Δεν φύλαξα ποτέ σκοπιά ενώ οι άλλοι συνάδελφοί μου νοσοκόμοι είχαν όλοι όπλα. Ο λόγος ήταν ότι ήμουν χαρακτηρισμένος ως «επικίνδυνος», σύμφωνα με τα «στοιχεία» του φακέλου που με ακολουθούσε όπου και να πήγαινα…» Με την εξυπνάδα του, τη φιλομάθεια, τις ικανότητες, την εργατικότητα και την ντομπροσύνη του θα κερδίσει την εκτίμηση συναδέλφων και ανωτέρων του στο στρατό. Τη σταθερότητα και το πάθος με το οποίο υπερασπίζεται τις ιδέες του θα του τα αναγνωρίσουν ακόμα και ανώτεροι αξιωματικοί που, όπως βλέπουμε στις σελίδες του βιβλίου, δεν κρατούσαν όλοι την ίδια σκληρή αντικομμουνιστική στάση.

Μια ακόμα ξεχωριστή στιγμή  του βιβλίου είναι η αναφορά στον «πόλεμο της Κορέας». Η Ελλάδα ήταν μια από τις  21 χώρες που υπό την καθοδήγηση των «συμμάχων» Αμερικανών συμμετείχαν στην ιμπεριαλιστική επέμβαση στην Κορέα, που ξεκίνησε το 1950 και έληξε το 1953.  Στο διάστημα που διαρκεί η ελληνική παρουσία στην Κορέα, στάλθηκαν εκεί εκατοντάδες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί και χιλιάδες οπλίτες του ελληνικού στρατού. Την αποστολή αυτή την πλήρωσε ο ελληνικός λαός με σχεδόν 200 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Ο διάλογος που ακολουθεί μεταφέρει στον αναγνώστη ατόφιο το κλίμα της εποχής, που επιδρούσε καταλυτικά  στις μικροκοινωνίες των στρατοπέδων:

Το 1951 που γινόταν ο πόλεμος στην Κορέα ακούγαμε ότι πάνε εθελοντές από την Ελλάδα για να πολεμήσουν εκεί. Μια μέρα με καλεί στο γραφείο του ο Δελιβάνης.

― Χρήστο, σε έχω συμπαθήσει πολύ. Είσαι καλό παιδί, καλός στρατιώτης και καλός στη δουλειά σου. Ξέρεις πολλά πράγματα και θα στεναχωρηθώ πολύ που θα σε χάσω.

―Γιατί θα με χάσετε κύριε διοικητά;

Βγάζει ένα χαρτί μέσα από έναν φάκελο.

―Το βλέπεις αυτό;

― Μάλιστα, το βλέπω.

― Είναι διαταγή από το Γ9 του Γενικού Επιτελείου Στρατού και λέει να επιλέξω δυο επίλεκτους νοσοκόμους για να πάνε στην Κορέα. Όπως καταλαβαίνεις ο πρώτος είσαι εσύ.

― Τι να κάνω εγώ στην Κορέα κύριε διοικητά; Δεν ξέρω καν πού είναι η Κορέα, αλλά και στο κάτω-κάτω εγώ στρατεύτηκα για την Ελλάδα, όχι για την Κορέα.

Τον είδα που άρχισε να νευριάζει.

― Ναι, αλλά είμαστε σύμμαχοι με τους Αμερικανούς και πρέπει να τους βοηθήσουμε.

― Κύριε Διοικητά εγώ δεν πάω στην Κορέα.

― Για ξαναπές το αυτό.

― Δεν πάω στην Κορέα.

Σηκώνεται πάνω οργισμένος.

― Θα σε στείλω στο στρατοδικείο!

― Να με στείλετε. Τι θα μου κάνετε στο στρατοδικείο; Θα με δικάσετε πέντε χρόνια, δέκα χρόνια, παραπάνω δεν μπορείτε να με δικάσετε. Αν πάω στην Κορέα θα με φέρουν πίσω στο κασάκι,  όπως φέρνουν και τους άλλους στον Πειραιά.

― Πού το ξέρεις εσύ αυτό;

― Κάτι ξέρω κι εγώ κύριε διοικητά. Οι Κορεάτες δεν είναι δίπλα στην Ελλάδα, δεν προσβάλλουν την Ελλάδα. Εγώ είμαι στρατιώτης για να περιφρουρήσω την Ελλάδα κι έδωσα τον όρκο να πολεμήσω μέχρι τελευταίας ρανίδας του αίματός μου αν έρθουν Τούρκοι, Βούλγαροι, Αλβανοί, Σέρβοι. Στην Κορέα δεν πάω για τα συμφέροντα των Αμερικανών.

Έγινε έξαλλος.

― Πήγαινε έξω και ετοιμάσου για το στρατοδικείο!

Το απόγευμα βγαίνει στην πόρτα του γραφείου του και με είδε που ήμουν πιο πέρα με άλλους συναδέλφους. Με φωνάζει και πάω στο γραφείο.

― Τι έγινε Νταβαντζή, μήπως το μετάνιωσες;

―  Όχι κύριε διοικητά.

― Καλά Νταβαντζή, θα τα πούμε!…

Χαιρετάω κανονικά και φεύγω. Οι άλλοι νοσοκόμοι που είδαν το σκηνικό ρωτούσαν τι συνέβη με τον διοικητή. Τους είπα τι έγινε και όλοι ανησύχησαν κι έλεγαν: «Τι δουλειά έχουμε εμείς στην Κορέα;».

Ο διοικητής, με ανάλογο τρόπο, θα «πείσει» τελικά δυο άλλους φαντάρους  να πάνε «εθελοντές» στην Κορέα. Λίγους μήνες αργότερα θα φτάσει στη μονάδα ένα γράμμα που θα λέει ότι ο ένας απ’ τους δυο σκοτώθηκε. Μετά από αυτό το τραγικό γεγονός ο διοικητής της μονάδας θα δει τον Χρήστο με άλλη ματιά. Με πρόθεση να τον βοηθήσει θα του προτείνει να του αλλάξει το όνομα, για να επιστρέψει στην κοινωνία «καθαρός πολίτης», αποχαρακτηρισμένος δηλαδή από «επικίνδυνος κομμουνιστής». Θα κάνει μάλιστα ο ίδιος ενέργειες στις αρμόδιες υπηρεσίες και θα ετοιμάσει για τον Χρήστο έναν φάκελο «καθαρισμένο» από «σκιές». Ο Χρήστος, φυσικά, αρνείται: Εσύ μόνο μια υπογραφή θα βάλεις, του λέει,  και [τα χαρτιά] θα πάνε στο Γενικό Επιτελείο και θα πάρεις απολυτήριο με το όνομα Δαβάκης.

― Κύριε Διοικητά, δεν μπορώ ν’ αλλάξω τ’ όνομά μου, του ξαναλέω.  Εγώ είμαι μέλος του ΚΚΕ και στο ΔΣΕ έχασα δυο αδέλφια. Δεν απαρνούμαι το αίμα των αδελφών μου.

Στο οδοντιατρείο, στη συνέχεια, στη συνδικαλιστική δράση, στην πολιτική δουλειά στις οργανώσεις της ΕΔΑ (οι κομματικές οργανώσεις του ΚΚΕ είχαν διαλυθεί για ένα διάστημα), και αργότερα στο ΚΚΕ, στα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών και στην μεταπολίτευση, και στην συνεχή ακούραστη δράση του μέχρι τις μέρες μας, η πορεία του Χρήστου είναι σταθερά  συνυφασμένη  με τον  καμβά των πολιτικών εξελίξεων· οι εξελίξεις όμως δεν είναι πάντα μόνο πολιτικές:

«…ένα βράδυ στις δώδεκα τη νύχτα χτυπάει η πόρτα του σπιτιού μου. Ανοίγω ένα τζαμάκι που είχε και βλέπω έναν ασφαλίτη με πολιτικά  να μου βγάζει ταυτότητα. Ήταν ο διοικητής του παραρτήματος Ασφαλείας Κυψέλης. «Άνοιξε την πόρτα να κάνουμε έρευνα» μου λέει. Ανοίγω την πόρτα. Μέσα κοιμόταν τ’ αδέλφια μου, ο Νίκος  και η Βάγια. Φωνάζει αυτός δυο αστυφύλακες που ήταν απ’ έξω ―με τα πολιτικά και αυτοί― και τους λέει: «Ψάξτε, να μη μείνει τίποτα αγύριστο». Και τους τονίζει: «Μην κάνετε θόρυβο όμως, γιατί μέσα κοιμούνται μικρά παιδιά».

Δεν άφησαν τίποτα όρθιο. Άνοιξαν όλα τα συρτάρια, όλα τα ντουλάπια και ντουλαπάκια. Ο διοικητής της Ασφάλειας έπεφτε μπρούμυτα στο πάτωμα και κοιτούσε κάτω απ’ τις ντουλάπες και τα κρεβάτια να δει αν υπάρχει τίποτα εκεί. Πάνω σ’ ένα τραπεζάκι είχα κάνα–δυο βιβλία του Στάλιν και του Λένιν, δυο φωτογραφίες από τη Μαραθώνια πορεία ειρήνης μαζί με την αδελφή μου και τον Κώστα Παππά και τρία–τέσσερα φάκελα με γράμματα απ’ την αλληλογραφία που είχα με το ραδιοφωνικό σταθμό της Βουδαπέστης. Ο σταθμός μετέδιδε δυο φορές τη βδομάδα ελληνικά τραγούδια και μηνύματα και εκφωνητής ήταν ο Μόλνα, ο οποίος ήταν Έλληνας. Η αλληλογραφία ήταν για το ποια τραγούδια θέλαμε να μας βάλει και ερωτήσεις για το κοινωνικό σύστημα της Ουγγαρίας. Είχε γίνει μάλιστα και ένας διαγωνισμός δι’ αλληλογραφίας, στον οποίο κέρδισα και μου έστειλαν δυο δίσκους. Μόλις τα είδε όλα αυτά ο ασφαλίτης λέει: «Αυτά κατάσχονται».

Πάνω στη ντουλάπα είχα μια στοίβα Αυγές. Καλεί ο διοικητής έναν αστυφύλακα  και του λέει: «Γιώργο, ανέβα στην καρέκλα και ψάξε να δεις τι έχει πάνω στην ντουλάπα.  Βλέπω κάτι εφημερίδες εκεί». Ο Γιώργος ήταν ο αστυφύλακας που με «χτύπαγε» στην πλάτη και μου έλεγε να κλείσω την εφημερίδα μέσα στο λεωφορείο. Μόλις βλέπει τη στοίβα με τις Αυγές, μου λέει:

― Καλά ρε Χρήστο, δεν πήρες είδηση τίποτα; Εδώ έγινε επανάσταση κι εσύ κρατάς όλες τις Αυγές εδώ;

― Δεν έγινε επανάσταση κύριε Γιώργο. Έγινε πραξικόπημα, γιατί αν γινόταν επανάσταση από το λαό θα ήμουν κι εγώ μέσα, του λέω.

― Αφού άκουσες έστω ότι έγινε πραξικόπημα, γιατί τότε τις μαζεύεις εδώ όλες τις εφημερίδες;

― Η Αυγή ήταν νόμιμη και την αγόραζα, γι’ αυτό την κρατούσα.

― Μου φαίνεται ότι έχεις το μυαλό της μάνας μου, που μαζεύει ό,τι παλιό βρίσκει και δεν πετάει τίποτα! μου λέει.

Τι να του έλεγα μετά απ’ αυτό;…

Ο Τσε έλεγε ότι «δεν μπορεί να είναι καλός κομμουνιστής εκείνος που σκέφτεται για την επανάσταση μόνο την στιγμή της αποφασιστικής θυσίας, την στιγμή της μάχης, της ηρωικής περιπέτειας, ενώ στη δουλειά του είναι μέτριος ή χειρότερο από μέτριος…». Ο Χρήστος απ’ όταν πρωτοστάθηκε πίσω από τον πάγκο του οδοντιατρείου, μέχρι τη μέρα που συνταξιοδοτήθηκε, το τήρησε αυτό κατά γράμμα. Φεύγοντας από τη Χώσεψη μ’ ένα «χαρτί» δημοτικού σχολείου, θα καταξιωθεί σ’ ένα επάγγελμα με απαιτήσεις και θα κερδίσει με το σπαθί του την αναγνώριση και τον σεβασμό των συναδέλφων του, των γιατρών  και των ασθενών του, ακόμα και των ιδεολογικά αντίθετων.

Το βιβλίο του είναι χρήσιμο για όλους, και πολύτιμο ειδικά για τις νεώτερες γενιές. Από τις σελίδες του, με την στάση που κράτησε και συνεχίζει να κρατά στη ζωή, ο συγγραφέας δίνει πρώτος το παράδειγμα και μας καλεί να μην συμβιβαζόμαστε με όσα το σύστημα προσπαθεί να επιβάλλει σήμερα ως «ρεαλισμό» και «κανονικότητα». Μας παρακινεί να μη βολευόμαστε, να μην αποδεχόμαστε την εκμετάλλευση και τη βαρβαρότητα που ζούμε ως «φυσικά φαινόμενα», να ξεσηκωνόμαστε ενάντια στο φασισμό.

Ο Χρήστος Νταβαντζής δεν έγραψε αυτό το βιβλίο από τη ζεστασιά της πολυθρόνας του, αναπολώντας τις ηρωικές στιγμές του παρελθόντος, γκρινιάζοντας ή ψέγοντας τις νεώτερες γενιές για τις επιλογές τους. Μέχρι και σήμερα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή στους κοινωνικούς λαϊκούς αγώνες. Ασυμβίβαστος μαχητής στην πρώτη γραμμή της πάλης, με τους αντιστασιακούς, για τα δικαιώματα των συνταξιούχων, πάντα παρών στις κινητοποιήσεις των εργαζομένων και στις εκδηλώσεις της νεολαίας. Δίπλα στους απόδημους συμπατριώτες και τους συχωριανούς του, δεν αρνήθηκε ποτέ να μπει μπροστά στα προβλήματα και να βοηθήσει  με την πολύτιμη πείρα του. Τσακωμένος με την αδράνεια και το βόλεμα, ο αεικίνητος αυτός αντάρτης δεν σταματά να μας παρακινεί να μην απογοητευόμαστε μπρος στις δυσκολίες και τις αναποδιές της ζωής, να μην πελαγώνουμε στις φουρτούνες του αγώνα.

Μα δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Ο Χρήστος ανήκει στη «δρακογενιά» που κράτησε ως ωραιότερο τίτλο στη ζωή τη συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση· που ατσαλώθηκε στο καμίνι της ταξικής πάλης και των λαϊκών αγώνων και έμαθε να μην συμβιβάζεται, να μην παραδίνεται στον εχθρό, όσο ανίκητος κι αν φαντάζει, να κοιτά κατάματα τον ήλιο και να προχωράει μπροστά.

Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά ακόμα για το βιβλίο του Χρήστου Νταβαντζή, καθώς και να εστιάσουμε και σε άλλα αποσπάσματά του. Όμως,  όσα και να ειπωθούν από τρίτους για ένα βιβλίο, ο αναγνώστης είναι αυτός που θα ταξιδέψει μέσα από τις σελίδες του. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι  όλα όσα ακούστηκαν εδώ απόψε θα γίνουν το «εισιτήριο» για τον καθένα σας ξεχωριστά, σε ένα «ταξίδι» που αξίζει.

Θα κρατήσω για πάντα στη μνήμη τις πολύτιμες στιγμές δίπλα στον Χρήστο και την  Έφη, στις αμέτρητες ώρες συζήτησης και συνεργασίας, για να γίνει αυτό το βιβλίο, και στην καρδιά μου τη φιλία και την αγάπη τους. Η θέση του «Όσα επέζησαν στη μνήμη…» βρίσκεται ανάμεσα στα γραμμένα και άγραφτα βιβλία χιλιάδων λαϊκών αγωνιστών· δίπλα στη μνήμη αυτών που πρόσφεραν τη ζωή τους για να μπορούν σήμερα να γράφονται τέτοια βιβλία· στα χέρια όσων συνεχίζουν στα βήματά τους ―όπως θα ήθελε και ο Τσε από μας― «μέχρι τη νίκη, για πάντα».