• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

ILYA EHRENBURG, ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΧΑΡΑΓΜΕΝΟΣ ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΧΑΡΑΓΜΕΝΟ (ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ)

Γράφει η Άννεκε Ιωαννάτου //

Σύντομο βιογραφικό

Ο σοβιετικός δημοσιογράφος, συγγραφέας και ποιητής Ιλιά  Έρενμπουργκ γεννήθηκε στο Κίεβο το 1891 και πέθανε στη Μόσχα το 1967. Στα 1906-1908 διώχθηκε ως μπολσεβίκος, αναγκάστηκε να φύγει από τη Ρωσία και εγκαταστάθηκε στη Γαλλία. Πρωτοεμφανίζεται στα γράμματα το 1916 με τη συλλογή Ποιήματα για τις παραμονές, έργο που διέπεται έντονα από τη δυσανασχέτησή του με την καταστροφή της Ευρώπης από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Το 1917 γυρίζει στη Ρωσία. Στην αρχή δεν κατανοεί τί σήμαινε Οκτωβριανή Επανάσταση, αλλά γρήγορα οι δισταγμοί του ξεπερνιώνται. Το 1921-1924 ζει στο Βερολίνο. Συνεργάζεται με το σοβιετικό Τύπο και εξελίσσεται σε παγκόσμιας εμβέλειας δημοσιογράφο. Το 1922 δημοσιεύεται το πρώτο του μυθιστόρημα Οι ασυνήθιστες περιπέτειες του Χούλιο Χουρενίτο και των μαθητών του, στο οποίο εμφανίζεται ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος με όλες τις αντιφάσεις και τις φρικαλεότητές του. Το ίδιο κλίμα αποπνέουν και τα άλλα έργα της δεκαετίας του 1920, όπως Η ζωή και ο θάνατος του Νικολάι Κουρμπόφ (1923), Η αγάπη της Ζάνας Νέι (1924) με τη σύγκρουση χρέους-συναισθήματος, την αντιπαράθεση του ανθρώπου προς την κοινωνία, την κριτική της αστικής ηθικής και άλλα ως βασικό μοτίβο, ιδιαίτερα οξυμένο στο Μεσοπόλεμο.

Στις αρχές του 1930 ο  Έρενμπουργκ επιστρέφει στη Μόσχα. Η άνοδος του φασισμού στην Ευρώπη δίνει μια νέα διάσταση και νέα ορμή στα έργα του σ’ ό, τι αφορά τη συνειδητοποίηση  των καταστάσεων. Το 1941 δημοσιεύεται το μυθιστόρημά του Η πτώση του Παρισιού (πήρε το Κρατικό Βραβείο της ΕΣΣΔ) στο οποίο αναλύονται τα πολιτικά, ηθικά και ιστορικά αίτια της συντριβής της Γαλλίας στο Β’΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακολουθεί η Θύελλα (1946, Κρατικό Βραβείο ΕΣΣΔ), στο οποίο μέσα από τον αντιφασιστικό αγώνα τονίζεται η ηθική ανάταση και ο αποφασιστικός ρόλος των απλών ανθρώπων στις μεγάλες καμπές της ιστορίας.

Στα μεταπολεμικά χρόνια ο  Έρενμπουργκ δημοσιεύει Το ένατο κύμα (1952, εκδόσεις ‘Καστανιώτης’, μετάφραση: Περικλής Ροδάκης) που διαδραματίζεται στα χρόνια της έξαρσης του Ψυχρού Πολέμου και δείχνει με ποιό τρόπο «στήνεται» ο αντικομμουνισμός/αντισοβιετισμός για να ανακοπεί η πορεία των λαών της Ευρώπης- και όχι μόνο – προς τη ριζική κοινωνική αλλαγή. Μέσα από τις σελίδες αυτού του ιστορικού μυθιστορήματος η Εθνική Αντίσταση που εμφανίζεται στο Θύελλα πιασμένη στη μέγγενη της αμερικανικής στρατιωτικής παντοδυναμίας, αγωνίζεται για να εμποδίσει ένα νέο αιματοκύλισμα. Επίσης κυκλοφορεί το Τα χιόνια λειώνουν (1956) που αναφέρεται στην ίδια εποχή. Πρόκειται για ιστορικά μυθιστορήματα στα οποία μια φοβερή πραγματικότητα που σφράγισε το παγκόσμιο γίγνεσθαι του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, μετουσιώνεται σε τέχνη. Το 1960 κυκλοφορεί το Ξαναδιαβάζοντας τον Τσέχοφ και το 1965 τα απομνημονεύματα του ‘Ερενμπουργκ ‘Ανθρωποι Χρόνια Ζωή (εκδ. ‘Νεφέλη’, μετάφραση:  Άρης Αλεξάνδρου).

Το 2002 δημοσιεύεται στα ελληνικά Το χρονικό της αντρειοσύνης (εκδόσεις ‘Σύγχρονη Εποχή’, μετάφραση: Γιάννης Στυλιάτης) με δημοσιογραφικά άρθρα του Έρενμπουργκ στον ξένο Τύπο και στα πρακτορεία ειδήσεων για την εποποιία του σοβιετικού λαού και του Κόκκινου Στρατού στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στα έργα του πολύ σημαντική θέση καταλαμβάνουν οι σκέψεις του για τη λογοτεχνία, την τέχνη γενικότερα, για πολλούς καλλιτέχνες και συγγραφείς, τα έργα τους και τη ζωή τους. Στην έκδοση  ‘Ερενμπουργκ Ισακόφσκι Χικμέτ, η λογοτεχνία και η αισθητική της (1985, εκδ. ‘Σύγχρονη Εποχή’, μετάφραση: Γιάννης Χαρατσίδης) περιλαμβάνεται το δοκίμιο του ‘Ερενμπουργκ Η δουλειά του συγγραφέα με ενδιαφέρουσες και καμιά φορά και πρωτόγνωρες απόψεις για τη λογοτεχνία στα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας.

Το μυθιστόρημα Γράκχος Μπαμπέφ, ο υπερασπιστής του λαού (εκδόσεις ‘Ηριδανός’, μετάφραση: Αντώνης Μοσχοβάκης) αναδεικνύει το χαρακτήρα και τη δράση αυτού του Γάλλου επαναστάτη του τέλους του 18ου αιώνα. Στην έκδοση αυτή περιλαμβάνεται και ένα άρθρο του Ζαν Καταλά με τίτλο Η σοβιετική λογοτεχνία και η κριτική που πρωτοδημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Τέχνης και στον τόμο 1961.

Ο Ιλιά ‘Ερενμπουργκ διατέλεσε βουλευτής στο Ανώτατο Σοβιέτ και αντιπρόεδρος στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Ειρήνης από το 1950. Τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Λένιν «για την εδραίωση της ειρήνης μεταξύ των λαών» και παρασημοφορήθηκε με δύο παράσημα Λένιν, καθώς και με άλλα παράσημα και μετάλλια.

Άνθρωποι Χρόνια Ζωή

Έτσι ο Ερενμπουργκ τιτλοφόρησε τα απομνημονεύματά του που αποτελούνται από έξι τόμους/μέρη. Είχε σκοπό να γράψει και έβδομο τόμο, αλλά τελικά δεν το έκανε. Ο ίδιος μας εξηγεί:

«Ωστόσο, προσθέτοντας το 1965 μερικές λεπτομέρειες στο έκτο μέρος, τόβλεπα κιόλας πως τα χρόνια που είχα ζήσει μετά το 1953, μου δίνανε τη δυνατότητα να γράψω έναν ακόμα τόμο – τον έβδομο – των απομνημονευμάτων μου…Γιατί διέκοψα τα απομνημονεύματά μου; Μου χρειαζόταν η προοπτική του χρόνου για να δω καλύτερα, να καταλάβω ορισμένα πράγματα. Τώρα, ξέρω πως στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας γίνανε πολλές αλλαγές, τόσο σ’ ολόκληρο τον κόσμο όσο και μέσα μου. Έχω πολλά να πω και η σιωπή μου θα μπορούσε δικαιολογημένα να ερμηνευτεί σαν μια πνευματική φυγομαχία»…

«Στον τόμο αυτό θα μιλήσω για γεγονότα, για ανθρώπους και για τον εαυτό μου. Φτάνοντας στο βράδυ της ζωής μου πέρασα δύσκολες και ανήσυχες μέρες, παρατηρούσα όμως επίμονα τους νέους: είναι ίδιον του ανθρώπου να σκέφτεται το μέλλον, ακόμα κι όταν ξέρει πως όταν έρθει αυτό το μέλλον, η δική του θέση θα έχει μείνει άδεια».

Ο έβδομος τόμος έμεινε ημιτελής, γιατί ο Έρενμπουργκ πέθανε στη Μόσχα το φθινόπωρο του 1967. Τα απομνημονεύματα ξεκινούν από τα παιδικά χρόνια του στην τσαρική Ρωσία. Ο συγγραφέας αφήνει τη σκέψη του να αναπολεί ελεύθερα, ο λόγος του κυλάει δίνοντας εικόνες των γεγονότων. Πράγματι δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο κατάλληλος τίτλος, διότι μπροστά στα μάτια μας περνούν άνθρωποι, χρόνια και μια ζωή στον πολυτάραχο 20ο αιώνα. Ο Έρενμπουργκ έζησε από κοντά δύο παγκόσμιους πολέμους και την Οκτωβριανή Επανάσταση. Γνώρισε απίστευτα πολλούς ανθρώπους και «νόον έγνω», ταξίδεψε σε πολλές χώρες, ευαίσθητος αποδέκτης των μηνυμάτων της εποχής του χωρίς να εξωραϊζει, ούτε να απαξιώνει χωρίς λόγο.

Ένας «ανόητος» νέος συναντάει τον Λένιν

Χωρίς αμφιβολία το χωρίο στο οποίο ο Έρενμπουργκ περιγράφει την πρώτη του συνάντηση με τον εξόριστο στο Παρίσι Λένιν το 1909 στον πρώτο τόμο του Άνθρωποι Χρόνια Ζωή δεν στερείται χιούμορ και αυτογνωσίας: «Η μπολσεβίκικη ομάδα μαζευόταν σ’ ένα καφενείο της Αβενύ ντ’ Ορλεάν, λίγο παρακάτω από τον λέοντα του Μπελφόρ. Στο δεύτερο πάτωμα υπήρχε μια μικρή αίθουσα. Στη συγκέντρωση είχαν έρθει καμιά τριανταριά άνθρωποι. Εγώ είχα καρφώσει το βλέμμα μου στο Λένιν. Φόραγε σκούρο κοστούμι και όρθιο σκληρό κολάρο, φαινόταν άψογος. Δεν θυμάμαι τι είπε όταν μίλησε, εγώ όμως, όντας παιδί ακόμα και αρκετά θρασύς, ζήτησα το λόγο και έφερα κάποια αντίρρηση. Μου απάντησε σε ήπιο τόνο, δεν με έβρισε, μου εξήγησε μονάχα πως δεν είχα καταλάβει το τάδε πράγμα…Όταν η συνεδρίαση τελείωσε, ο Βλαντίμιρ Ίλιτς με πλησίασε: «Είστε απ’ τη Μόσχα;…» του εξήγησα πως είχα δουλέψει στη μοσχοβίτικη οργάνωση ως τον Ιανουάριο, ύστερα με συλλάβανε, προσπάθησα να βολευτώ στην Πολτάβα, βρήκα εκεί μερικούς συντρόφους. Ο Λένιν είπε να περάσω απ’ το σπίτι του».

«Μου έκανε κατάπληξη το κεφάλι του. Το θυμήθηκα δεκαπέντε χρόνια αργότερα , όταν είδα το Λένιν στο φέρετρο. Πολλή ώρα κοίταζα το καταπληκτικό του κρανίο: σ’ ανάγκαζε να σκεφτείς όχι την ανατομία, μα την αρχιτεκτονική»…Όταν πήγα στο σπίτι του Βλαντίμιρ Ίλιτς, η θυρωρός μου είπε αυστηρά: «Σκουπίστε τα πόδια σας» να φανταζόταν τάχα ποιος ήταν ο νοικάρης της; Να φανταζόταν τάχα ο σερβιτόρος του καφενείου της Αβενύ ντ’ Ορλεάν πως σε οχτώ χρόνια όλος ο κόσμος θα μίλαγε για τον κύριο που του παρήγγελνε ένα ποτήρι μπίρας; Να φανταζόντουσαν τάχα οι αναγνώστες της βιβλιοθήκης, πως ο άνθρωπος που αντιγράφει προσεχτικά απ’ το βιβλίο του νούμερα και ονόματα, θ’ αλλάξει το ρου της ιστορίας, πως θα γράψουν γι αυτόν δεκάδες χιλιάδες συγγραφείς σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου; Μα μήπως κι εγώ που κοίταζα τότε το Βλαντίμιρ Ίλιτς με ευλάβεια, μπορούσα τάχα να φανταστώ πώς είχα τότε μπροστά μου έναν ανθρωπο που η ζωή του θα συνυφαινόταν με τη γέννηση μιας νέας εποχής της ανθρωπότητας;» (Άνθρωποι Χρόνια Ζωή, Εκδ. Νεφέλη, τόμος Α’, σελ. 75,76, 77, 78).

Κάνοντας ένα άλμα στο χρόνο πάμε για λίγο στη δεκαετία του 1930. Ο Ίλια Έρενμπουργκ μας δίνει πολύ πειστικές εικόνες και προπαντώς είναι ειλικρινής. Δεν προσπαθεί να κολακέψει κανέναν, περιγράφει την ίδια την πραγματικότητα διαπιστώνοντας όσο αντικειμενικά μπορεί: «Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1932 ταξίδεψα πολύ στη Σοβιετική Ένωση. …Οι καιροί δεν ήταν απ’ τους συνηθισμένους. Για δεύτερη φορά η χώρα μας σαρώθηκε από λαίλαπα. Μα ενώ η πρώτη – στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου – φαινόταν να είναι ένα αυθόρμητο ξέσπασμα  και είχε άμεση σχέση με την πάλη των τάξεων, με την οργή, με το μίσος και τη νοσταλγία, η κολλεκτιβοποίηση και τα πρώτα βήματα της βαρειάς βιομηχανίας που αναμόχλευσαν τη ζωή δεκάδων εκατομμυρίων, βασίζονταν σ΄ ένα μελετημένο σχέδιο, εξαρτιόντουσαν απ’ τη στατιστική και υποτάσσονταν όχι πια στις εκρήξεις των λαϊκών παθών, μα στους άτεγκτους νόμους της ανάγκης. Είδα και πάλι σιδηροδρομικούς κόμβους γεμάτους ανθρώπους με τα μπογαλάκια τους. Συντελείτο μια μεγάλη μετακίνηση πληθυσμών. Οι αγρότες απ’ την περιοχή του Ορέλ ή του Πενζέν παρατάγανε τα χωριά τους και ταξιδεύανε μ’ όλα τα διαθέσιμα μέσα προς Ανατολάς: τους λέγανε πως εκεί μοιράζουν ψωμί, παστό ψάρι, ακόμα και ζάχαρη. Τα μέλη της κομμουνιστικής νεολαίας, φλεγόμενα από ενθουσιασμό, ξεκινάγανε για το Μαγκνιτογκόρσκ ή το Κουζνέτσκ. Πιστεύανε πως αρκεί να χτίσουν εργοστάσια – γίγαντες και η γη θα μεταβληθεί σε παράδεισο. Με τις παγωνιές του Γενάρη, το σίδερο σούκαιγε τα χέρια. Είχες την εντύπωση πως οι άνθρωποι είχαν παγώσει ως το μεδούλι. Δεν υπήρχαν ούτε τραγούδια, ούτε σημαίες, ούτε ρητορείες. Η λέξη «ενθουσιασμός», όπως και πολλές άλλες, έχασε την αξία της απ’ την πολλή χρήση. Μα για τα χρόνια του πρώτου πεντάχρονου είναι αδύνατο να βρεις πιο κατάλληλη λέξη. Τότε, ο ενθουσιασμός ήταν που ενέπνεε τη νεολαία και την έσπρωχνε σε καθημερινές και σχεδόν απαρατήρητες ηρωικές πράξεις. Πολλοί εργάτες φερνόντουσαν στα εργοστάσια σαν να τάχανε ερωτευτεί. Ονομάζανε την υψικάμινο Καμίνα Ιβάνοβνα και το σύστημα Μαρτέν «μπάρμπα Μαρτίνο» (Άνθρωποι Χρόνια Ζωή, τ. Γ’, σελ. 257/258).

Συνεχίζεται.