• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Σαν σήμερα 7 Νοέμβρη 1917 – Η έφοδος στα Χειμερινά Ανάκτορα

Επιμέλεια Σφυροδρέπανος //

Τιμώντας τη σημερινή λαμπρή επέτειο και τα 99 χρόνια από τη μεγάλη Οχτωβριανή Επανάσταση, που σφράγισε την ιστορία του εικοστού αιώνα, αντιγράφουμε και δημοσιεύουμε τη μαρτυρία του Σεργκέι Ουράλοφ (μπολσεβίκου που συμμετείχε στην ένοπλη εξέγερση στο Πέτρογκραντ, κι έγινε στη συνέχεια στενός συνεργάτης του Φ. Ντζερζίνσκι) με τον τίτλο “μια σελιδούλα για τον Οκτώβρη”, από το βιβλίο “Η επανάσταση του Οκτώβρη – Αναμνήσεις και μαρτυρίες των πρωταγωνιστών” (εκδόσεις Α/συνέχεια). Η μαρτυρία αποτυπώνει με ζωντανό, γλαφυρό ύφος τα γεγονότα αλλά και το κλίμα των ημερών.

Ήταν η νύχτα της 24ης Οκτώβρη. Συζητούσαμε έντονα για τα γεγονότα της ημέρας, καθισμένοι στο Σμόλνι, στα δωμάτια του πρώτου ορόφου που είχαν καταληφθεί από το κεντρικό Σοβιέτ των βιομηχανιών και εργαστηρίων Πετρούπολης και προαστίων. Στον επάνω όροφο συνεδρίαζε η Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπή. Η ατμόσφαιρα ήταν καυτή: από στιγμή σε στιγμή περιμέναμε το κάλεσμα. Ήλθε. Στο δωμάτιό μας μπήκε τρέχοντας ο γραμματέας του Συμβουλίου των Επιτροπών Βιομηχανιών και Εργαστηρίων, ο Ν. Α. Σκρίπνικ, και φώναξε:

-Τι κάθεστε εδώ; Άρχισε η εξέγερση, γρήγορα πάνω!

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και είχαμε αρχίσει να τρέχουμε προς τα πάνω, στην Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπή.

Δε θα κάτσω να περιγράψω αυτό που συνέβαινε στην έδρα της Revkom [της Επαναστατικής Στρατιωτικής Επιτροπής], εκεί άλλωστε έμεινα για πολύ λίγο. Άνθρωποι έτρεχαν από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Με μια πρώτη ματιά έμοιαζε σα να βρισκόταν κανείς στο απόλυτο χάος, όμως αυτή ήταν μόνο η πρώτη εντύπωση. Μετά από λίγα λεπτά παραμονής, καταλάβαινες ότι ο καθένας είχε μια πολύ καλά προσδιορισμένη αποστολή και προορισμό. Το βουητό των φωνών, των εντολών και των διαταγών, το χτύπημα των γραφομηχανών, το κουδούνισμα των τηλεφώνων, τα σύννεφα καπνού των τσιγάρων, η κλαγγή των όπλων, είχαν μεταμορφώσει το γενικό επιτελείο της Επανάστασης του Οκτώβρη σε ένα τεράστιο εργοστάσιο, γεμάτο από ένα θόρυβο που μπορούσε να σε κουφάνει, το θόρυβο που προκαλούσε η σφυρηλάτηση της εξουσίας των Σοβιέτ.

Εκείνη την ιστορική νύχτα οι απλοί εργάτες και οι στρατιώτες που πέρναγαν το κατώφλι της Επαναστατικής Στρατιωτικής Επιτροπής, ερχόμενοι κατευθείαν από τα εργοστάσια οι μεν από τα στρατόπεδα, οι δε μόλις έβγαιναν είχαν ήδη περιβληθεί με αξιώματα επιτρόπου τεράστιων και περίπλοκων θεσμικών οργάνων και τμημάτων, έβγαιναν ως επικεφαλής νομών και διαμερισμάτων. Έτσι γεννιόταν, στη δίνη μιας επανάστασης χωρίς προηγούμενο, η πραγματική εξουσία των εργατών και των αγροτών.

Ήλθε η σειρά μου. Με κάλεσαν, πήγα κοντά και με πληροφόρησαν ή μάλλον με διέταξαν:

-Ονομάζεστε επίτροπος για την κατάληψη του τυπογραφείου Ρούσκαγια Βόλια. Θα περάσετε από την Πράβντα, θα σας δώσουν τις μήτρες και θα τυπώσετε χωρίς καθυστέρηση το τελευταίο φύλλο στο κατειλημμένο τυπογραφείο. Πηγαίνοντας προς τα εκεί, θα περάσετε από το σύνταγμα Σεμενόφσκι και, καλού-κακού, θα πάρετε μαζί σας 20-30 στρατιώτες. Περιμένετε ένα λεπτό, τώρα θα πάρετε το ένταλμα.

Πέρασαν πέντε λεπτά. Έφτασε ο σύντροφος Ποντβόισκι και μου παρέδωσε δύο εντάλματα, ένα που πιστοποιούσε το διορισμό μου ως επιτρόπου του τυπογραφείου Ρούσκαγια Βόλια, υπογεγραμμένο από τον ίδιο και τον Αντόνοφ-Οβσέενκο, το άλλο για να πάρω τους στρατιώτες από το σύνταγμα Σεμενόφσκι. Το τελευταίο έγγραφο δεν το έχω κρατήσει και δε θυμάμαι ποιος το είχε υπογράψει.

Κι έτσι είχα τα εντάλματα στο χέρι. Σύντομα μου έδωσαν ένα φορτηγό. Φεύγω με μεγάλη ταχύτητα προς την Καβαλεργκράτσκαγια, στη διεύθυνση της Πράβντα (που εκείνη την περίοδο έβγαινε υπό τον τίτλο Ραμπότσι Πουτ). Στο τυπογραφείο ήταν ακόμα εμφανή τα σημάδια της καταστροφής, αποτέλεσμα της αποτυχημένης επιδρομής της προηγούμενης αυγής από τους γιούνκερ, οι οποίοι είχαν προσπαθήσει να υλοποιήσουν την τελευταία διαταγή της ετοιμοθάνατης κλίκας του Κερένσκι, να κλείσει τη Ραμπότσι Πουτ.

Ήλθε να με βρει ο διευθυντής του τυπογραφείου της Κεντρικής Επιτροπής, ο Α.Γ. Μπελένκι. Δεν είχαμε χρόνο για χάσιμο. Βιαστικά κουβαλήσαμε τις μήτρες στο φορτηγό και ξαναφύγαμε για το στρατόπεδο Σεμενόφσκι.

Στη διαδρομή πολλές σκέψεις τριβέλιζαν το μυαλό μου: “Πώς θα συμπεριφερθούν οι στρατιώτες; Είναι όλοι πιστοί στο Σοβιέτ τους και στην Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπή; Θα με στηρίξουν την κρίσιμη στιγμή;”

Έφτασα. Μπήκα στο στρατόπεδο. Οι στρατιώτες ήταν έτοιμοι να ξαπλώσουν και κάποιοι είχαν ήδη γδυθεί. Σταμάτησα στη μέση του θαλάμου και φώναξα:

-Σύντροφοι! Έχει αρχίσει η μεγάλη εξέγερση για το πέρασμα όλης της εξουσίας στα Σοβιέτ. Πού είναι ο επίτροπός σας και ο εκπρόσωπος της Επαναστατικής Στρατιωτικής Επιτροπής; Μου χρειάζονται 30 άτομα για να καταλάβουμε το τυπογραφείο του πρώην τσαρικού υπουργού Προτοποπόφ, για να εξασφαλίσουμε την έκδοση της Πράβντα, του κεντρικού οργάνου των μπολσεβίκων. Συμφωνείτε να έλθετε μαζί μου;

Δεν πρόλαβα να τελειώσω κι από παντού ακούστηκαν ζητωκραυγές. Οι στρατιώτες τινάχτηκαν από τις θέσεις τους και με περικύκλωσαν. Ακούγονταν επευφημίες για τους μπολσεβίκους και κατάρες για τον Κερένσκι και τους αστούς. Μου έσφιγγαν τα χέρια και με βομβάρδιζαν με ερωτήσεις.

Αλλά έπρεπε να δράσουμε. Οι στρατιώτες ντύθηκαν και οπλίστηκαν. Εγώ πήγα στον επίτροπο. Εκεί βρήκα και τον εκπρόσωπο της Revkom, ο οποίος ανακοίνωσε με αποφασιστικότητα ότι η εντολή της Επαναστατικής Στρατιωτικής Επιτροπής έπρεπε να εκτελεστεί αμέσως κι ότι έπρεπε να μου δοθούν 30 στρατιώτες. Όμως ο επίτροπος εξέφρασε την αντίρρηση ότι οι στρατιώτες με τα όπλα στα χέρια συνωστίζονταν ήδη στην πύλη της φρουράς. Ο διοικητής άρχισε τις υπεκφυγές, παρατηρώντας ότι κι αυτός θα έπρεπε κάπου να δώσει αναφορά.

Εγώ έβραζα από ανυπομονησία και απευθύνθηκα στους στρατιώτες που είχαν πλησιάσει, ζητώντας τους να απαιτήσουν να τελειώσουν αμέσως τα παζαρέματα. Οι στρατιώτες άρχισαν να κάνουν θόρυβο και οι διαπραγματεύσεις έλαβαν τέλος… Βγήκαμε τρέχοντας, πηδήξαμε στο φορτηγό και ξεκινήσαμε.

Επειδή φοβόμουν ότι στο τυπογραφείο Ρόυσκαγια Βόλια θα μπορούσαν να βρίσκονται γιούνκερ, σταματήσαμε πριν φτάσουμε στο κτίριο και πλησιάζοντας το προαύλιο τοποθετήσαμε, για κάθε ενδεχόμενο, κάποια αποσπάσματα. Η είσοδος ήταν κλειδωμένη. Ο φύλακας αρνήθηκε να ανοίξει προτού “αναφέρει”. Κάποιες λέξεις όμως τον έπεισαν να αλλάξει γρήγορα γνώμη. Ανεβήκαμε στον πρώτο όροφο, όπου βρίσκονταν τα πιεστήρια κι όπου κοβόταν το χαρτί. Οι εργάτες μαζεύτηκαν αυτομάτως γύρω μας. Τους μίλησα σύντομα για την εξέγερση που είχε αρχίσει, τους ρώτησα αν συμφωνούσαν να τυπώσουν την εργατική τους εφημερίδα, την Πράβντα, κι αν αναγνώριζαν την εξουσία των Σοβιέτ. Κι εδώ, όπως και στο στρατόπεδο, οι εργάτες απάντησαν με ζητωκραυγές και με το σύνθημα “Ζήτω τα Σοβιέτ!”

Αφήσαμε τους εργάτες να συζητάνε για τα γεγονότα και, αφού έδωσα οδηγίες σε δυο στρατιώτες να μείνουν μαζί τους, κατευθυνθήκαμε στον επάνω όροφο. Εκεί ήταν το τμήμα με τις μήτρες και τα παρεμφερή. Κι εδώ η ίδια κατάσταση με τον κάτω όροφο. Ενώ ανεβαίναμε, η είδηση της κατάληψης του τυπογραφείου έφτανε στα πάνω πατώματα. Εδώ, εκτός από τους στοιχειοθέτες, τους λινοτύπες, τους διορθωτές και τους σελιδοποιητές, βρίσκονταν επίσης υπάλληλοι, ανταποκριτές, λόγιοι, συντάκτες, δημοσιογράφοι – η γνωστή συμμορία, η οποία μας υποδέχτηκε με ένα απροσδιόριστο συριγμό… όμοιο με αυτόν που κάνει ένα φίδι όταν το λιώνεις. Η πρώτη συνομιλία έγινε με τους τυπογράφους και τους στοιχειοθέτες. Κι αυτοί στην πλειοψηφία τους άκουσαν με ενθουσιασμό την είδηση της εξέγερσης, αλλά οι μενσεβίκοι άρχισαν να δυσανασχετούν χαμηλόφωνα. Άθλιοι και θρασύδειλοι διανοουμενίσκοι, με τριγύριζαν από παντού με πρόσωπα παραμορφωμένα από θυμό, εμποδίζοντάς με να περάσω στο γραφείο του διευθυντή. Με πίεζαν με ερωτήσεις (πολλοί απ’ αυτούς, πιθανότατα, με την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να δημοσιεύσουν την επομένη στην εφημερίδα τους, φυσικά με τερατώδεις διαστρεβλώσεις, όσα είχαν ακούσει), προσπαθώντας να κάνουν χιούμορ. Ένας από αυτούς ρωτούσε πειστικά αν θα τους συλλαμβάναμε για πολύ καιρό και πού θα τους πηγαίναμε. Μια ψηλή γυναίκα στρίγκλιζε ότι θα της έκλεβαν ξανά τη γούνα.

Για να τελειώνουμε μια και καλή, τους ανακοίνωσα πως δεν είχαν έλθει ληστές, ότι κανένας δε θα τους έπαιρνε τίποτα, πως δε θα ‘πρεπε να πανικοβάλλονται, κι ότι σύντομα όλα θα ξεκαθάριζαν, και τέλος διέταξα τους στρατιώτες να μου ανοίξουν δρόμο. Μετά απ’ αυτό, όλοι εκσφενδονίστηκαν σαν μπίλιες, υπό τα γέλια των εργατών.

Μόλις έφτασα στο γραφείο του διευθυντή και τον απάλλαξα από τους άσχετους, έπιασα το τηλέφωνο κι ανέφερα στην Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπή ότι το τυπογραφείο της Ρόυσκαγια Βολια είχε καταληφθεί κι ότι είχε ήδη αρχίσει η εκτύπωση του τελευταίου φύλλου της Πράβντα, αν και ακόμα αναγκαστικά με τον τίτλο Ραμπότσι Πουτ, διότι τα καλούπια είχαν ήδη χυθεί.

Αφού έδωσα οδηγίες να τυπωθεί η Πράβντα σε απεριόριστη ποσότητα -όσο περισσότερα φύλλα μπορούσαν να τυπωθούν στον περιορισμένο χρόνο που διαθέταμε- ανακοίνωσα ότι η εφημερίδα Ρούσκαγια Βόλια έκλεισε, και πρότεινα στη συντεχνία των συντακτών να πάνε σπίτι τους.

Μια ενδιαφέρουσα σκηνή εκτυλίχθηκε νωρίς το επόμενο πρωί, όταν τα μπουλόνια των πλανόδιων εφημεριδοπωλών της Ρούσκαγια Βόλια εξεπλάγησαν ευχάριστα παίρνοντας στη θέση της αστικής εφημερίδας τη δική μας εργατική Πράβντα, την οποία είχε κλείσει ο Κερένσκι την προηγούμενη μέρα. Αντιλαμβανόμενοι ότι επρόκειτο για ένα μεγάλο γεγονός και διαισθανόμενοι την πιθανότητα μεγάλου κέρδους, οι πωλητές με απληστία έπαιρναν όσο περισσότερα φύλλα μπορούσαν και, σαν πύραυλοι, ξεχύνονταν στο δρόμο προσπαθώντας να ξεπεράσει ο ένας τον άλλο, ουρλιάζοντας και κραυγάζοντας την είδηση της μπολσεβίκικης εξέγερσης, τρομάζοντας μέχρι θανάτου τους αστούς.

Αφού φόρτωσα όσο περισσότερες εφημερίδες μπορούσα στο πρώτο φορτηγό που βρήκα, κατευθύνθηκα προς το Σμόλνι. Όλοι οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κόσμο. Το Σμόλνι έβραζε: έμοιαζε με τεράστια μυρμηγκοφωλιά. Απεσταλμένοι, επίτροποι, πληρεξούσιοι, αυτοκίνητα, φορτηγά, τεθωρακισμένα, ναύτες, κοκκινοφρουροί, στρατιώτες, αγρότες μέλη του Συνεδρίου, όλοι μαζί κατευθύνονται προς το Σμόλνι σαν ανεμοστρόβιλος. Από παντού έφταναν οι καλύτερες ειδήσεις. Μιλώντας στο πόδι με τους συντρόφους, κατάλαβα ότι η επανάσταση είχε νικήσει.

Αφού ξεφόρτωσα και παρέδωσα τις εφημερίδες, κρατώντας έναν πάκο πήγα στην Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπή. Εκεί υπήρξα εξαιρετικά τυχερός. Δίχως να το περιμένω, βρέθηκα σε μια συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής, ή σε μια συνάντηση κάποιων μελών της Κεντρικής Επιτροπής, ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς για τι επρόκειτο. Συνέβη στις 8 ή 9 το πρωί της 25ης Οκτώβρη. Ενώ έδινα αναφορά για την κατάληψη του τυπογραφείου κι έπαιρνα περεταίρω οδηγίες, άκουσα ξαφνικά μια βροντερή προσφώνηση:

-Βλαντίμιρ Ιλίτς!

Γυρίζοντας, είδα τον Β. Ν. Μποντς-Μπρούεβιτς να αγκαλιάζει στην πόρτα τον Β. Ι. Λένιν.

Κοκάλωσα, έμεινα αποσβολωμένος: ο Ιλίτς! Να λοιπόν πώς ήταν ο κυρίαρχος των σκέψεών μας. Εγώ προσπικά τον έβλεπα για πρώτη φορά, διότι είχα φτάσει στην Πετρούπολη μετά τις μέρες του Ιούλη, όταν βρίσκονταν ήδη στην παρανομία. Πόσο απλός και συνηθισμένος ήταν, σκέφτηκα. Φαινόταν απίστευτο, δεν μπορούσα να συμβιβάσω τον πραγματικό Ιλίτς με τον Λένιν που είχαν πλάσει στη φαντασία μου, κι ο οποίος έπρεπε να είναι γιγάντιος, με στεντόρεια φωνή και πάει λέγοντας. Βρισκόμενος υπό την επήρεια μιας τόσο δυνατής συγκίνησης εξαιτίας αυτής της αναπάντεχης συνάντησης, έμεινα σαν πετρωμένος δίπλα στο παράθυρο.

Αλλά στη συνέχεια έγινε κάτι ακόμα πιο εκπληκτικό. Αφήνοντας τον Μποντς (όλα συνέβησαν με μια απίστευτη ταχύτητα), ο Β. Ι. Λένιν πήγε βιαστικά σε ένα απλό, μικρό τραπέζι, πάνω στο οποίο δεν υπήρχε τίποτα. Πίσω του έμπαιναν ακόμα διάφοροι. Κάποιοι απ’ αυτούς κάθισαν στα περβάζια των παραθύρων, άλλοι στέκονταν όρθιοι πίσω από τον Ίλιτς, ένας μπροστά του, πατώντας το ένα του πόδι σε μια καρέκλα. Οι σύντροφοι που έμπαιναν στην αίθουσα ούτε που καταλάβαιναν ότι εδώ πραγματοποιούνταν μια ιστορική συνεδρίαση.

Αφού πλησίασε στο τραπέζι, κάθισε αμέσως και, χωρίς εισαγωγές και προλόγους, άρχισε να μας αναπτύσσει το πρόγραμμα δράσης: “να κηρύξουμε την ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης”, “να συγκαλέσουμε απόψε κιόλας το Συμβούλιο των Σοβιέτ”, “να καταλάβουμε τα Χειμερινά Ανάκτορα, να συλλάβουμε τους υπουργούς και να τους φυλακίσουμε στο φρούριο Πετροπαβλόφσκ” και ένα σωρό ακόμη οδηγίες που μου διαφεύγουν τώρα.

Θυμάμαι πως αυτά έπρεπε να ψηφιστούν. Αλλά το κυριότερο είναι πως όλα έγιναν μέσα σε 10-15 λεπτά, απίστευτα γρήγορα, με αποφασιστικότητα και ομοφωνία.

Τρισευτυχισμένος για τις στιγμές που είχα ζήσει, αφού τελείωσα τις δουλειές μου στην Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπή, γύρισα τρέχοντας στο τυπογραφείο μου. Αυτά συνέβαιναν το μεσημέρι της 25ης Οκτώβρη.