• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Μουργκάνα, του Δημήτρη Χατζή (2/4)

Επιμέλεια: ofisofi //

Η νουβέλα «Μουργκάνα» του Δημήτρη Χατζή δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1948 στην εφημερίδα «Φωνή του Μπούλκες», στη συνέχεια μεταφράστηκε στα γαλλικά από τη Μέλπω Αξιώτη και το 1979 ο συγγραφέας την συμπεριέλαβε στη «Θητεία». Συλλογή με αγωνιστικά κείμενα της περιόδου 1940 – 1950.

Η γραφή του Δημήτρη Χατζή  ρεαλιστική  τείνει περισσότερο προς την ιστορική αφήγηση και αναπαράσταση, κατορθώνοντας συγχρόνως να αποδώσει με  τις δυνατές και ζωντανές περιγραφές τις μάχες  αλλά και το ψυχικό μεγαλείο των αγωνιστών της Μουργκάνας.

Δημοσιεύουμε τη νουβέλα σε συνέχειες. Σήμερα το δεύτερο μέρος.

mourgana4

Μουργκάνα

Τρεις-τέσσερις μέρες πιο πριν, όλη η εχθρική δύναμη παίρνει την κανονική επιθετική της διάταξη μπροστά στις δικές μας θέσεις, που βρίσκονται αρκετά μακριά από τη Μουργκάνα. Για να προχωρέσει και να φτάσει ίσαμε κει, χρειάζεται να δώσει συνέχεια μάχες, μέρες ολάκερες, να καταπονεθεί και να καθυστερήσει. Η σκληρή αντίσταση των εμπροσθοφυλακών είναι ένα προμήνυμα για τους στρατιώτες για όσα θα γίνουνε παραμέσα. Οι μικρές αντάρτικες ομάδες που κινούνται παντού, στα πλευρά και στην πλάτη τους, τους χτυπούνε μέρα και νύχτα.
Μα βασίζονται στη δύναμη των μέσων τους, έχουνε την ελπίδα στον αριθμό τους, λογαριάζουνε πρώτ’ απ’ όλα στα κανόνια και τ ‘ αεροπλάνα των Αμερικάνων. Ο κύριος Αντωνόπουλος, διοικητής της VIII Μεραρχίας, βρίσκεται κιόλας εκεί – αρκετά πίσω φυσικά. Θέλει να βεβαιώσει τους Αμερικάνους για την αφοσίωση του. Ο Βαν Φλητ είναι στα Γιάννινα.
Η προκήρυξη που βγάζει μια μέρα πριν από την επίθεση ο διοικητής της 76ης Ταξιαρχίας κύριος Ασημάκης, είναι ένας καθρέφτης της περηφάνειας και της σιγουριάς του για τα κανόνια και τ’ αεροπλάνα που του δίνουν οι Αμερικάνοι για να σκοτώνει τον Ελληνικό Λαό. Οι σύμμαχοί του, λέει, τον παραστέκουνε στον αγώνα που αρχίζει.
Σε μιαν άλλη προκήρυξη που την υπογράφει ο «ένδοξος εθνικός Ελληνικός Στρατός» καλούνε τους αντάρτες, τα «αθώα Ηπειρωτόπουλα» να ξυπνήσουν. Δηλαδή να παραδοθούν. Και πριν παραδοθούν να σκοτώσουν τον αρχηγό τους Καλιανέση.
Προδότη και δειλό τον λένε τον Καλιανέση σ’ αυτή την προκήρυξη τους. Προδότης φυσικά γιατί, πολεμιστής στην Αλβανία, πολέμησε και κατόπι στα χρόνια της Κατοχής τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, αντίς να ‘ναι μαζί τους, όπως ήταν αυτοί. Και δειλός γιατί κατάφερε και ξέφυγε από τα χέρια τους. Ήτανε με τους πρώτους μόνιμους αξιωματικούς του ΕΛΑΣ, που από τον Αύγουστο του 1946 απομονώθηκαν στη Νάξο. Από κει με άλλους έντεκα δειλούς σαν αυτόν, πήραν ένα καΐκι και τη νύχτα στις 15 του Απρίλη 1947 τράβηξαν και βγήκαν κοντά στην Αταλάντη. Με πέντε όπλα μονάχα και ένα οπλοπολυβόλο, χωρίς οδηγό και χωρίς συνδέσμους, ξεκινήσανε ν’ ανταμώσουν τα τμήματα του Δημοκρατικού Στράτου της Ρούμελης. Όπου κι όποτε τα βρούνε. Περπατούσανε μονάχα τη νύχτα με οδηγό το αστέρι του Πόλου και το φαΐ τους τέλειωσε από τη δεύτερη μέρα. Το νερό είταν ένα δεύτερο βάσανο.
Στις είκοσι του Απρίλη ο Συνταγματάρχης Κούκουρας  που είταν και αρχηγός της αποστολής δεν μπορούσε πια να περπατήσει. Ένα παλιό του τραύμα είχε ανοίξει και τον πονούσε πολύ. Τους είπε να φύγουν, τούς διέταξε να το κάνουν – κ’ έμεινε μόνος του κοντά στο χωριό Μαρτίνο, όπου πιάστηκε κατόπι, δικάστηκε στο στρατοδικείο της Λαμίας, καταδικάστηκε σε θάνατο και πέθανε παλικαρίσια.
Οι άλλοι συνεχίσανε την πορεία μέσα στα λόγγα και τις χαράδρες της Λοκρίδας. Περπατούσανε πάντα τη νύχτα και μακριά απ’ τα μονοπάτια. Σταθμοί χωροφυλακής, αποσπάσματα, οπλισμένοι χωρικοί και δραγάτες τούς κυνηγούσαν. Ακόμα και οι τσομπαναραίοι και οι εξοχίτες πήρανε διαταγή να τους πιάσουν όπου τους βρούνε. Πέσανε και ξαναπέσανε σε μπλόκα και σε καρτέρια, λαβώθηκε ο Βενετσανόπουλος, ανεβήκανε με σκοινιά σε γκρεμούς και κατρακυλήσανε μέσα σε σάρες κ’ ύστερα από δεκαπέντε μέρες τέτοια πορεία, με οδηγό τους μονάχα τ’ αστέρι και τη θέληση να φτάσουν ή να πεθάνουν, πέρασαν τέλος στην Οίτη και βρήκαν το Διαμαντή και τα παλικάρια του.
Οι αξιωματικοί σαν τον Αντωνόπουλο, τον Ασημάκη και τον Μανάρα κι όλος ο «ένδοξος εθνικός στρατός» τους, δυό χρόνια τώρα που πολεμούνε το Δημοκρατικό Στρατό δε θα βρουν στις γραμμές τους παρόμοιους δειλούς και παρόμοιους προδότες. Στο δικό μας το στρατό ο κάθε μαχητής έχει μια ατομική ιστορία τιμής και παλικαριάς και ξέρει πόσο αξίζει αυτό. Και γι’ αυτό αγαπάει και σέβεται τους αρχηγούς του που κι αυτοί έχουν, όλοι τους, ο καθένας τη δική του ιστορία.
Στον «εθνικό» τους στρατό όλοι περιφρονούνε, μισούν και φοβούνται τους άλλους. Και με το δίκιο τους. Οι διοικητές περιφρονούνε και σκιάζονται τούς χαφιέδες της Μεραρχίας, οι αξιωματικοί τους διοικητές τους, οι χαφιέδες της Μεραρχίας τους μπράβους των διοικητών και οι στρατιώτες όλους τους άλλους. Και πρώτα-πρώτα περιφρονούνε τον ίδιο τον εαυτό τους.
Εκείνο που λέμε ρωμέικο φιλότιμο, κ’ είναι μια εθνική αρετή όταν δεν φτάνει στην υπερβολή, είχε πάντα μεγάλη πέραση στο στρατό. Οι διοικητές τον παλιό καιρό, λύνανε δύσκολα προβλήματα της πειθαρχίας και του στρατώνα μονάχα με το φιλότιμο του στρατιώτη. Πέρασα για δεκαπέντε μέρες από τούς στρατώνες της Εθνοφρουράς. Και μπορώ να βεβαιώσω πως τώρα, οι Έλληνες που στρατεύονται πρέπει να βγάλουν και το φιλότιμό τους μαζί με το πολιτικό τους πουκάμισο: Ούτε χρειάζεται, ούτε επιτρέπεται το φιλότιμο στο μοναρχοφασιστικό στρατό.
Σε μια στιγμή ειλικρίνειας ο διοικητής του 17ου τάγματος Εθνοφρουράς, ταγματάρχης Δημήτριος Γούδας, είπε μια μέρα στο λοχαγό Βραδή:
– Εμένα να μου φέρνονταν ένας ανώτερός μου όπως σου φέρνουμαι εγώ θα τον σκότωνα ή θα αυτοκτονούσα…
Ο Βραδής γελούσε. Ήξερε πως έτσι φέρνονται και σ’ αυτόν οι ανώτεροι του. Κ’ οι στρατιώτες που ακούγανε ξέρανε πως έτσι φέρνεται κι ο Βραδής στους παρακατιανούς του…

Φωτογραφία από την ανατύπωση του λευκώματος “Στα τρίχρονα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας 28/10 1946 - 28/10/1948”

Φωτογραφία από την ανατύπωση του λευκώματος “Στα τρίχρονα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας 28/10 1946 – 28/10/1948”

Τα χιόνια σταματήσανε κι ο ουρανός είναι κατακάθαρος. Στις 28 του Φλεβάρη η εχθρική δύναμη απ’ όλες τις πλευρές του μετώπου αρχίζει την επίθεση της. Ο θεός είναι μαζί τους, είναι πολύ σίγουροι και γι’ αυτό, έτσι γράφουν στην προκήρυξή τους. Και ξεχωριστά ο Προφήτης Ηλίας που πιάνει τις κορφές, ο Άγιος Πέτρος με τα κλειδιά του Παραδείσου, για όσους φυσικά θα σκοτώνονταν κι άγνωστο μόνο πώς τους ήρθε να προεξοφλήσουν και του Αγίου Νικολάου τη συμπαράσταση, που όπως όλοι το ξέρουμε είναι θαλασσινός.
Από το πρωί τ’ αεροπλάνα γυρίζουν απάνω από τις θέσεις των δικών μας. Όλα τα κανόνια χτυπούνε. Είναι ένα ξεκίνημα θεαματικό, βαρύ, γεμάτο πολεμική μεγαλοπρέπεια, καθώς ταιριάζει στους προστάτες του πολιτισμού. Μία από τις οβίδες που πέφτουν αράδα μέσα στο χωριό Τσαμαντά, πάνω στα χωριάτικα σπίτια, σκοτώνει δυό γυναίκες.
Στη μέση είναι το 628, οι κομάντος από τούς ΛΟΚ, δεξιά η 75η Ταξιαρχία, στο αριστερό του μετώπου η 76η Ταξιαρχία με το 611 και στο άκρο αριστερό το ανεξάρτητο τάγμα του Γαλάνη.
Αυτός ο Γαλάνης είναι ένα μεγάλο παλληκάρι αντάξιο του κράτους που υπηρετεί. Στην ιστορία της Εθνικής μας Αντίστασης είναι γνωστός με το όνομα ο «χασάπης της Πρέβεζας». Εκβιαστής και θρασύδειλος, δέρνει τις γυναίκες, σκοτώνει τους άοπλους, εκβιάζει τους έμπορους και τους μαγαζιώτες, αφανίζει στο δρόμο του τα ρημαγμένα νοικοκυριά των χωρικών. Και οι στρατιώτες που έχει στο τμήμα του, εθελοντές μισθοφόροι, το ίδιο – ένας κ’ ένας όλοι τους ξεδιαλεγμένοι.
Δεν λείπουν ο δήμιος και η πόρνη. Εθνικιστές αμφότεροι ως το κόκκαλο, προστάτες της τιμής, της οικογένειας, της πατρίδας, της θρησκείας και πρώτα-πρώτα, του στέμματος. Ο δήμιος είναι ένας Βορειοηπειρώτης με γένια, όπως ταιριάζει στην περίσταση, γέρος και κουφός, όπως είναι και στα μυθιστορήματα. Έναν μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού που τον πιάσανε αιχμάλωτο κοντά στο ύψωμα που λέγεται Τζελίλι αυτός ο δήμιος τον έσφαξε μπροστά σε όλους κ’ έγλειψε κατόπι με ηδονή το μαχαίρι του. Μ΄όλο που το βεβαιώνουν πως έκοψε και το αυτί του μαχητή, το ‘ψησε και το ‘φαγε, δεν μπορώ να πιστέψω μια τέτοια χτηνωδία, ακόμα και μέσα στον «εθνικό» μας στρατό, που αγωνίζεται για τα προαιώνια ιδανικά της φυλής. Αυτός ο δήμιος παινιότανε πως είχε σφάξει μέσα στα οχτώ χρόνια δυό χιλιάδες ανθρώπους. Υπήρχε κι άλλος ένας εφεδρικός δήμιος με καμιά εφτακοσαριά σκοτωμούς όπως έλεγε.
Η πόρνη είταν από ένα χωριό της Κόνιτσας που λέγεται Κλειδονιάβιστα. Ασκούσε το εθνικοφρονέστατο επάγγελμά της στα Γιάννινα. Είταν εικοσιπέντε χρονών κ’ έπινε κρασί και χασίς. Στο τάγμα την έφερε μαζί του ένα πρωτοπαλίκαρο του Γαλάνη. Τ’ όνομά του Γιάννης Μπότσικος από το χωριό Τσαμαντά, το επάγγελμά του σωματέμπορος και το ξεχωριστό διακριτικό του πως ήταν ισοβίτης στις φυλακές.
Την κοπέλα την είχανε μαζί με το Γαλάνη συνεταιρικά, για να τους μαγειρεύει, για ό,τι άλλο χρειάζεται και για τούς αξιωματικούς του ταχτικού στρατού, να τους καλοπιάνουν. Όταν σφάξανε το μαχητή μας δεν μπορούσε να λείψει κι αυτή από το θέαμα. Κι όταν ο δήμιος έφτασε στην κορφή της αψηλής τέχνης του, αυτή χτύπησε τα παλαμάκια, ανασήκωσε το φόρεμα της πάνω από τα γόνατα κ’ έφερε μια βόλτα γύρω-γύρω προς τιμή του. Όλοι τότες καμαρώσανε την παλικαριά και τη λεβεντιά της. Οι στρατιώτες από τον 1ο, από τον 2ο κι από το λόχο Διοίκησης του 611 τα είδανε και τα μαρτυράνε.
Αυτοί οι αδιάλλαχτοι πατριώτες του Γαλάνη το ‘χανε για καύχημά τους πως στη μικρή πολιτεία που λέγεται Σαγιάδα δεν αφήσανε γυναίκα και κορίτσι. Στο χωριό Παλαμπά που βρίσκονταν ως τις 29 του Φλεβάρη δέρνανε τον κοσμάκο για ν’ ανάβουν τα αίματα και μεθοκοπούσαν συνέχεια. Ένα παιδάκι θέλανε να το σκοτώσουν στα καλά καθούμενα και μπήκαν στη μέση οι στρατιώτες και το πήρανε από τα χέρια τους. Στην Πόβλα, που πήγανε κατόπι, ένας απ’ αυτούς γυρνούσε στους δρόμους με δυό σούβλες σιδερένιες στα χέρια. Στη μια σούβλα είτανε κότες μαδημένες και στην άλλη ψημένες:
– Πέντε χιλιάδες η μία, δέκα χιλιάδες οι ψημένες.
Στο χωριό Ασπροκκλήσι, που πέρασαν, άρχισαν, όπως είχαν διαταγή, και καίγαν τα σπίτια. Είταν κ’ εκεί στρατιώτες από τό 611 και τους είδανε. Ένας γέρος ανθυπολοχαγός, τ’ όνομα του Κωνσταντόπουλος, μόνιμος στο στρατό, σαν είδε τις φωτιές στάθηκε παράμερα, κοίταζε και τον πήραν τα δάκρυα. Οι στρατιώτες τον ακούσανε κ’ έλεγε:
– Τέτοιο κράτος καλύτερα να χανόταν.
Αυτοί οι φουκαράδες από το 611 είχανε πολυβασανιστεί. Κάπου τέσσερις μήνες τους σέρνανε πάνω και κάτω για «να καταπνίξουν την ανταρσία»! Τώρα δεν πηγαίνανε πουθενά αν δεν μπαίναν μπροστά τους οι βαθμοφόροι. Στο Τζελίλι που λέγαμε και παραπάνω γίνηκε ολόκληρη φασαρία για μια διμοιρία που θέλαν να στείλουν για ανίχνευση. Δεν πήγαινε κανένας ώσπου μπήκε μπροστά τους ο ανθυπολοχαγός και οι παλληκαράδες που τραγουδούσαν «ως τη Μόσχα κατοχή» όσο βρίσκονταν μέσα στις πολιτείες.

Φωτογραφία από την ανατύπωση του λευκώματος “Στα τρίχρονα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας 28/10 1946 - 28/10/1948”

Φωτογραφία από την ανατύπωση του λευκώματος “Στα τρίχρονα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας 28/10 1946 – 28/10/1948”

Ο Γαλάνης και το 611 προχωρούνε σε μια γραμμή δίπλα-δίπλα στα σύνορα. Ο στρατιώτης Ρήγας Λαζανάς στο ημερολόγιο που μνημόνευσα και παραπάνω γράφει: «Η αεροπορία και το πυροβολικό βάζουν συνέχεια τα πυρά τους, ενώ οι Γαλάνηδες προχωρούν στα χωριά και με εμπρηστικές τα καίνε.» Ο σκοπός τους είναι να μας κλείσουν από κει. Κ’ επειδή δεν μπορούν αλλιώς να προχωρέσουν, ο Γαλάνης, για να φτάσει στο ύψωμα Τζελίλι, πέρασε με όλο το τάγμα του μέσα από το Αλβανικό έδαφος. Το βεβαίωσε με γράμμα του ο στρατιώτης Γιάννης Πασσιάς από τη Μυτιλήνη, στο τάγμα 611.
Από την άλλη μεριά του μετώπου, ένα είδος τανάλια, τέσσερα τάγματα σφίγγουνε τις μικρές μας δυνάμεις, το βάρος από άλλα τρία τάγματα πέφτει στη μέση. Η αεροπορία από πάνω βουίζει ασταμάτητα, χτυπάει ανεμπόδιστα, τα οχτώ τους κανόνια τρεις μέρες, στις 28 και στις 29 του Φλεβάρη και την πρώτη του Μάρτη καίνε τον τόπο.
Οι Αμερικάνοι κοιτούνε με τα κυάλια και καμαρώνουν. Η λογική και η στρατιωτική τέχνη του κύριου Αντωνόπουλου έχουνε κιόλας δοσμένη τη νίκη στα κανόνια, τα αεροπλάνα, στον αριθμό των μπουλουκιών που μυρμηγκιάζουν.
Στα χαρτιά. Στα λόγια. Στα ανακοινωθέντα. Με τους εγκλωβισμούς και τις συντριβές. Μα τρεις μέρες και τρεις νύχτες τα τμήματα της Μουργκάνας τους αλωνίζουν. Δυο τάγματα, το 583 και το 584 από την Καστάνιανη, χτυπιούνται συνέχεια χωρίς ούτε σπιθαμή να προχωρέσουν κατά την Αγιά Μαρίνα που είναι ο σκοπός τους. Μια ομάδα σ’ εκείνον τον τομέα – και μια ομάδα θα πει εφτά ντουφέκια κ’ ένα οπλοπολυβόλο – δέχεται το μεγαλύτερο βάρος από μια ολάκερη διλοχία. Κι ωστόσο κρατάει και μπορεί να κάνει εφτά αντεπιθέσεις μέσα σε μια μέρα. Τη νύχτα όλο το τμήμα του Παπαδημητρίου τους αφανίζει με τους αιφνιδιασμούς του.
Σ’ αυτό το τμήμα μέρα και νύχτα οι μαχητές μας παίζουνε με τον εχθρό το θανάσιμο παιχνίδι της αντάρτικης μπλόφας. Από μια ώρα νύχτα στήνουνε καρτέρι σε κάποιο εχθρικό τμήμα. Το πρωί, μόλις βλέπουνε μέσα κι αρχίζουνε και σαλεύουν, τους ρίχνονται ξαφνικά, χτυπούνε καμπόσο και σταματούν. Μα δε φεύγουνε. Κρύβονται σ’ άλλο μέρος, πάλι κοντά, και τούς χτυπούνε πάλι και πάλι τη νύχτα απ’ άλλου. Μουλώνουνε σε καινούργιες θέσεις που πιάνουνε και τραβούν και ξανατραβούν αυτή τη δουλειά σ’ ένα τέτοιο μάκρος που κάνει κάποτε τους άλλους να ξεφωνίζουν απ’ τα χαρακώματα που τρυπώνουν, αντίς να κάνουν επίθεση.
— Μη χτυπάτε και φεύγετε. Αφήστε μας πια να κοιμηθούμε. ..
Σαν βραδιάζει, σ’ όλα τα τμήματα τους πέφτει μαζί με το σκοτάδι η αγωνία κι ο φόβος. Αρχίζει το μαρτύριο τους, το μαρτύριο της αϋπνίας, της αναμονής, της νευρικής υπερέντασης που φτάνει στον παροξυσμό με τον παραμικρό θόρυβο. Φτάνει να κυλήσει μια πέτρα, να ξεγλιστρήσει ένα νυχτερινό ζουλάπι, για να ξεσπάσει στη στιγμή μια «παρεξήγηση», με πυρά ομαδόν και συναγερμούς στα διπλανά τμήματα, όπως συχνά το γράφουνε στα δελτία τους.
– Θα πάμε όλοι φυματικοί πριν σκοτωθούμε, λένε οι στρατιώτες.
Οι μαχητές μας πρέπει να βρίσκουνε μεγάλο κέφι σ’ αυτό το λαχτάρισμα, τ’ ασταμάτητο βασάνισμα του εχθρού. Βαρύς, μηχανικός, είναι ο γδούπος της εχθρικής χοντροκέφαλης δύναμης που κινιέται. Είναι το άψυχο μπουλούκι που σέρνεται. Σβέλτη κ’ επίμονη, πονηρή και χαρούμενη είναι η ψυχή που αντιστέκεται με πίστη κι απόφαση, μ’ αγάπη για τη ζωή και με λαχτάρα για τη νίκη.
Χρειάζεται βέβαια να τα ‘χεις αυτά – και πίστη και καρδιά δυνατή. Μα πρέπει να ‘χεις και τον κόσμο μαζί σου. Αλλιώς δε γίνεται τίποτα. Χρειάζεται να ‘χεις τον κόσμο για να σου δείχνει το δρόμο, για να σε κρύβει, να σε ορμηνεύει και να σ’ οδηγάει. Χρειάζεται να ‘χεις μαζί σου τις γυναίκες της Αγιά Μαρίνας κι αμ’ ακούνε το ντουφεκίδι να αφήνουνε και δουλειές και παιδιά τους και να τρέχουνε να΄ρθούν να σε βρούνε, να σου φέρουν ψωμί και νερό και να σου πάρουνε πίσω τους λαβωμένους.
Στο κέντρο του μετώπου πού κάνουν επίθεση δύο τάγματα – το 625 και το 581 – τέσσερις ομάδες δικές μας κάνουν αντεπίθεση την τρίτη μέρα, πρώτη του Μάρτη. Είναι από τα τμήματα του Φωκά κι αυτός κάπου θα κάθεται σταυροπόδι κείνη την ώρα και χαμογελάει ματσουλώντας τα χοντρά του χείλια. Ξέρει καλά τι θα γίνει.
– Το 625 έχω απέναντί μου;
– Μάλιστα συναγωνιστή ταγματάρχη.
– Πάρ’ το λοχαγέ Βασιλάρα και ξενοιάζω μ’ αυτό.
Ο Βασιλάρας ξύνει το κεφάλι του.
– Διμοιρία, πάρτε το 625 και ξενοιάζω κ’ εγώ.

Πριν ξεκινήσουν οι τέσσερις ομάδες, ο επίτροπος του λόχου Χριστόφορος δεν μπορεί να ξεχάσει τ’ αρχαία μας σύνεργα πού ζυμώθηκαν με τον αγώνα. Και πριν αρχίσουν το ντουφεκίδι, μιάμιση ώρα μιλούνε στους αντικρινούς με τον τηλεβόα. Για την πολιτική, για τον πόλεμο, για το φασισμό, για την κατοχή – έχουν όλοι τους κάτι να πούνε και λένε με τη σειρά. Δυο παιδιά που πρωτοπήγαιναν σε μάχη φαινόντανε πολύ τρομαγμένα. Στον «εθνικό» στρατό θα τα ντουφεκίζαν ή θα τα χτυπούσαν από πίσω. Ο Χριστόφορος τα πήρε μαζί του. Ούτε τα φοβέρισε ούτε τούς έδωκε συμβουλές. Τα ‘βαλε και μιλήσανε με τον τηλεβόα. Κι αναθάρρεψαν και τα δυο σαν ακούσανε τη φωνή τους ν’ αντιλαλεί μέσα στις λαγκαδιές κι αρχίσανε και φώναζαν και χαίρονταν και βρίζανε κιόλας. Και κατόπι πολέμησαν σαν παλιοί μαχητές και δεν πάθανε τίποτα.
Οι άλλοι, κατακομμένοι, κατατσακισμένοι, άπιστοι και παραστρατημένοι, ακούνε μονάχα. Αυτοί δεν έχουν τίποτα ν’ αποκριθούν. Νιώθουν την ανθρώπινη φωνή, την ψυχή που βρίσκεται αντίκρυ τους και διαλαλεί τη ζωή της και τον αγώνα της. Οι δικοί μας αρχίζουν κατόπι και τραγουδάνε. Κ’ ύστερα ρίχνονται, χτυπούνε και τους παίρνουν φαλάγγι με τα ντουφέκια τους, με το τραγούδι και με τον τηλεβόα, με την ψυχή τους όρθια και φλογισμένη. Τέσσερις ομάδες ενάντια σε δυο τάγματα, ούτε ένας παραπάνω από δω ούτε ένας λιγότερος από κει. Γίνηκε απέναντι στο ύψωμα Κορπόραχη και τους γυρίσανε πίσω στο Κόκκινο Λιθάρι, την πρώτη του Μάρτη – ψέματα;
Καμιά ομάδα δεν τραβιέται πίσω αν δεν ξοδιάσει και το τελευταίο φυσέκι της. Κάθε θέση, κάθε βήμα που θα κάνει ο εχθρός πληρώνεται ακριβά. Κι όταν πιάσει τη θέση κι όταν μπορέσει και κάνει το βήμα, τα πράματα δεν καλυτερεύουνε καθόλου γι’ αυτόν. Στην ίδια θέση που πατήθηκε, ο πόλεμος, το ξέρουν καλά, δεν τέλειωσε ακόμα. Κι αν κάνουν να προχωρέσουν, σε κάθε ύψωμα, σε κάθε χαμήλωμα, σε κάθε κορφή και σε κάθε ρεματιά είναι κ’ ένα καινούργιο καρτέρι πάνω στο δρόμο τους. Και καθώς βαδίζουν με την πυκνή τους διάταξη, οι δικοί μας τους αφήνουνε, φτάνουνε κοντά, στα εκατό, στα πενήντα μέτρα και τότε τους ρίχνουν. Τους τρομάζουν, τους συγχύζουν, τους σκορπίζουν και τους δεκατίζουν. Και τραγουδάνε. Ο διμοιρίτης Γκόγκος, στο λόχο του Σδράβου, τραυματισμένος στα υψώματα της Μεγάλης Ράχης έμεινε στη θέση του και τραγουδούσε ως την ώρα που μια οβίδα του πυροβολικού τον σκόρπισε ολότελα.

Έτσι κρατήθηκε το μέτωπο τις τρεις πρώτες μέρες της επίθεσης. Οι εχθροί μας  μη μπορώντας ν’ αρνηθούνε τις πολεμικές αρετές και την ικανότητα των μαχητών μας, θα θέλανε να τους παραστήσουν σαν τίποτα λύκους π’ αγρίεψαν στα βουνά και χάσανε και το φόβο για τ’ άτομο τους και την αγάπη τους για τους άλλους.
Από τη δική μας την πλευρά δεν νιώθω καθόλου την ανάγκη να ξεπεράσω τα πράματα. Σ’ ένα πολεμικό βιβλίο διάβασα πως μονάχα οι λοχίες της πένας βρίσκουνε κέφι να παρασταίνουν ήρωες που δε φοβούνται το θάνατο. Μόλο που δεν είμαι μήτε υποδεκανέας της πένας θα΄θελα να συμφωνήσω πέρα για πέρα μ’ αυτό. Ο σκοπός μου δεν είναι να παραστήσω τίποτα μυθικούς ήρωες να πολεμούν στη Μουργκάνα. Απλοί άνθρωποι,

. . ,φτωχογέννητοι και φτωχοαναθρεμένοι
εργάτες και γραμματικοί, βοσκοί και ζευγολάτες ,

είναι στο στρατό μας. Μα πιστεύουν στο δίκιο τους και γι’ αυτό πολεμούνε καλά. Έχουν συνείδηση για το χρέος τους, γι’ αυτό πειθαρχούν στην ομάδα τους και πεθαίνουν όταν χρειάζεται. Μέσα στην αρμονική συμβίωση της πειθαρχημένης ομάδας η καρδιά γαληνεύει και το πνεύμα ισορροπεί. Αγαπούνε τους συντρόφους τους, την Πατρίδα τους, λαχταρούνε τη νίκη. Είναι απλοί και χαρούμενοι. Γι’ αυτό τραγουδούνε τόσο πολύ. Αγαπούνε τη ζωή, τ’ αγαθά της, την ειρήνη. Είναι ήμεροι και συναισθηματικοί. Γι’ αυτό συγκινούνται έτσι εύκολα και δακρύζουνε με το πρώτο.
Έτσι είναι όλοι τους. Πολεμούνε καλά, τραγουδάνε πολύ και δακρύζουνε με το τίποτα.

Και η επιμελητεία;
Τι έφαγε, τι κάπνισε, πώς εφοδιάστηκε αυτός ο κόσμος μέσα στη φωτιά και την αναταραχή της μάχης;
— Σε θιαμαίνουμαι, συναγωνιστή.
Πέρσι τέτοιον καιρό τρώγανε μονάχα χορτάρια.
Οι άλλοι, που είταν χωριάτες, ξέρανε και ψάχνανε τα καλά, κάτι θραψερά και χορταστικά και γελούσαν την πείνα τους. Αυτός είναι φοιτητής της νομικής ο φουκαράς και δεν ήξερε από τέτοια. Του δείχνανε και πάλι δεν μπορούσε να μάθει. Άρπαζε με τη φούχτα του το βρασίδι και το μασουλούσε.
Τώρα τα καραβάνια του Αντρέα τραβούνε βαθιά μέσα στην κατεχόμενη περιοχή. Οι χωριάτες του δίνουνε, του γιομίζουνε τα σακιά, οι γυναίκες του τα τοιμάζουν και γλήγορα-γλήγορα τα φορτώνονται και του τα βγάζουν από το χωριό τους. Τον αγαπούνε, ξέρουνε πόσο χρειάζεται καθετί που του δίνουνε και δε θέλουνε να τ’ αρνηθούνε ποτές. Όμως ξέρουνε κιόλας πως αν έρθουνε τα πράματα δύσκολα και γι’ αυτούς, ο Αντρέας κάπου θα βρει τον τρόπο να τούς φέρει απ’ αλλού και να τους μοιράσει λίγο στάρι και καλαμπόκι.
Οι σύνδεσμοι του γυρίζουνε μέσα στα κέντρα. Μάυδες και χωροφυλάκοι αναμερίζουν από το δρόμο του και τα μουλάρια του γυρίζουνε φορτωμένα, καμαρωτά, κάτω από τη μύτη του «εθνικού» στρατού, φάλαγγες ολάκερες. Αν υπάρχουν Έλληνες που πιστεύουν τους ψευτομάρτυρες της λεγόμενης Βαλκανικής ψευτοεπιτροπής θα΄πρεπε να μπορούσανε μια φορά να τις ιδούν  αυτές τις φάλαγγες του Αντρέα.
Είναι αλεπού κι αετός μαζί, τσιγκούνα νοικοκυρά και σύντροφος καλόκαρδος για τους άλλους. Ξέρει πού βρίσκεται το καλαμπόκι, πούθε θα πάρει τη ζάχαρη, πώς θα περάσει, πότε θα βρει τη στιγμή την κατάλληλη. Όταν τον ρωτούνε στο Αρχηγείο θα΄θελε πάντοτε να΄λεγε ψέματα και να΄κρυβε τα μισά απ’ όσα έχει στις αποθήκες του. Ένα μασουράκι κλωστές, μια βελόνα για τις κοπέλες να ράβουν, μια τσακμακόπετρα για τον αναφτήρα, αυτές τις μικρές παραγγελιές των συναγωνιστών του δε θα΄θελε να τις ξεχνάει ποτές. Τ’ αλλουνού του΄φερε προχτές ένα χαρτάκι μαστίχα – τι θα το κάνει το χαρτάκι με τη μαστίχα στη Μουργκάνα; Το΄θελε κι ο Αντρέας του το΄φερε από ‘να μπακάλικο σε χωριό που έχει μέσα στρατό.
– Τότε βοσκούσαμε.
– Τώρα αρχοντιά, λέει ο Αντρέας κι ανοίγει τα χέρια του.
Ως εκεί που είναι δουλειά της επιμελητείας τίποτα δεν έλειψε, μήτε ψωμί μήτε νερό μήτε καπνός σ’ όλες τις μέρες της μάχης, σ’ όλες τις μετακινήσεις, σε κανένα τμήμα. Τα ρέστα φυσικά τα κανόνιζε η μάχη.

 

(συνεχίζεται)
Δημήτρη Χατζή Θητεία (αγωνιστικά κείμενα 1940 -1950), Κείμενα, Αθήνα 1979

Την Κυριακή 26 Ιουνίου ανηφορίζουμε στα δύσβατα μονοπάτια της Μουργκάνας στη Θεσπρωτία ακολουθώντας  τα βήματα των μαχητών και μαχητριών του ΔΣΕ. Εκδήλωση μνήμης και τιμής για τα 70 χρόνια από την ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας που διοργανώνει το ΚΚΕ.

Το πρώτο μέρος εδώ.