• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Οι υπαρξιακές αναζητήσεις του Δημήτρη Α. Δημητριάδη μέσα από τα βιβλία του «Απέναντι», «Τα μπλουζ είναι κόκκινα», «Café Republic»

Γράφει η Κατερίνα Αναγνώστου //

«Το αίμα μας δεν έχει δύναμη/ δεν μπορεί να μιλήσει/ να φωνάξει/ είμαστε ακόμα εδώ/ σκοτεινοί/ ολοσκότεινοι/ μ’ ένα λυγμό να κόβει τα θαμμένα μας κεφάλια.»

Ασφάλεια ρηματικής απόδοσης, προσφυγή στην κυριολεξία, απεξάρτηση από κάθε λεκτική ευκολία του συρμού, μεθοδική προβολή της ποιητικής αλήθειας: πρόκειται για γραφή ανοδικής πορείας, την οποία έχει ήδη προσέξει η κριτική. Η ποίηση του Δ. Α. Δημητριάδη είναι εικονοπλαστική, εύχυμη, γεμάτη κίνηση και νεύρο, απροσδόκητες συζεύξεις λέξεων και ευφάνταστες αντιθέσεις. Ο στίχος του είναι συχνά υποβλητικός και διαπνέεται από μουσικότητα, ο λόγος του είναι λιτός, μεστός και χαμηλόφωνος, το λεξικό του είναι οικείο αλλά επιλεγμένο προσεκτικά, ο τόνος του είναι ξομολογητικός που ενίοτε κινείται στα όρια της μελαγχολίας και της καθολικής ανταρσίας.

Οι τρεις τελευταίες ποιητικές συλλογές του («Απέναντι», «Τα μπλουζ είναι κόκκινα», «Café Republic») συγκροτούν μια ιδιαίτερη πορεία, μια ηθελημένη υπαρξιακή εναγώνια αναζήτηση η οποία συμβαδίζει με την αφύπνιση της μνήμης, την ενεργοποίηση μιας ιδιότυπης μνημοτεχνικής, ενώ παράλληλα λειτουργεί και ως αναδευτήριο της ύπαρξης. Παίζει με τον κίνδυνο ο ποιητής, παίζει με το «χειμώνα», το «κρύο», τον «θάνατο», ουρλιάζει όταν χορταίνει σιωπή και τότε τρίζει ο τόπος του, που καταπίνει ό,τι σπάει. Το παρελθόν και το παρόν γίνονται κομμάτια τοίχου σε ελεύθερη πτώση, καμία σταθερότητα δεν τον εγγυάται ανάπαυση, γι’ αυτό και η αιώρηση γίνεται πλέον η μόνη σταθερή δήλωση ακινησίας της ζωής του.

Αν η ποίηση είναι η άδηλη συνείδηση μιας πραγματικότητας που δεν μετουσιώνεται, αν είναι ένα ποτάμι φωνών που ξεγλιστράει από τη σκέψη μας καθώς πασχίζουμε να αδράξουμε μια αστραπιαία λάμψη του, τότε ο Δ. Α. Δημητριάδης ζει κι αναπνέει σ’ ένα ακρότατο όριο ύπαρξης. Εκεί υφίσταται διαρκώς την αμφισημία της αντίληψής του, τη διχοστασία των τοπικών και χρονικών προσδιορισμών. Κι όταν η κατάσταση αυτή εντείνεται υπερβολικά, τότε ο ποιητής έχει ανάγκη μια άλλη γλώσσα για να μιλήσει. Να μιλήσει μέσα και έξω από το ποίημα. Όπως μέσα και έξω από τα πράγματα συντελείται κατ’ εξαίρεση η δική του αποξένωση. Έχει ανάγκη τον διαρκή αντίλογο για να σημάνει αυτήν την άλλη πραγματικότητα που αισθάνεται.

Έχω την αίσθηση πως οι τρεις τελευταίες ποιητικές καταθέσεις κραυγής του Δημήτρη Α. Δημητριάδη επαγγέλλονται μελλοντικές έντοκες αναλήψεις δικού μας θαυμασμού, αφού το ρίγος του σώματος και της καρδιάς θα είναι πάντοτε εκεί και θα μας γνέφει.