• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Σφεντόνα

Γράφει ο Βασίλης Κρίτσας //

Ή αλλιώς ο μύθος του Δαβίδ αλά ποδοσφαιρικά. Όχι, δεν εμπλέκονται Εβραίοι -εκτός κι αν είστε οπαδοί του Λιακόπουλου και των θεωριών συνωμοσίας. Αλλά για την “εκδίκηση της φτωχολογιάς” και τις σύγχρονες Σταχτοπούτες, που φόρεσαν το γοβάκι με τις τάπες και μεταμορφώθηκαν σε πριγκίπισσες. Είναι λίγο οξύμωρο βέβαια να μιλάμε για φτώχεια και υπηρέτρεις στο σύγχρονο επαγγελματικό ποδόσφαιρο, με τους αριθμούς και το χορό εκατομμυρίων που ζαλίζει, αλλά το ζήτημα είναι σχετικό κι εξαρτάται πάντα με το μέτρο σύγκρισης. Και η επικράτηση του μικρού κι αδύνατου Δαβίδ που ρίχνει κάθε τόσο με τη σφεντόνα του στο καναβάτσο τον εκάστοτε Γολιάθ με το πυρηνικό του οπλοστάσιο, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της γοητείας και της δημοφιλίας του αθλήματος στις λαϊκές μάζες.

Ω… με συγχωρείτε, ήταν τυχαίο.

Λέει η ατάκα από τη μεταφορά της Σταχτοπούτας στον ασπρόμαυρο, ελληνικό κινηματογράφο. Τίποτα όμως δεν μπορεί να είναι θέμα τύχης (και μόνο) σε ένα μαραθώνιο 38 αγωνιστικών, όπως αυτός της Πρέμιερ Λιγκ. Προφανώς η Λέστερ αξιοποίησε τις συγκυρίες και το κακό φεγγάρι των αντιπάλων της, σε ένα πρωτάθλημα όπου κανείς άλλος δεν πέρασε τους 70 βαθμούς, αλλά η τύχη ευνοεί τους ικανούς (εκτός από την παραδοσιακή της εύνοια προς τους ισχυρούς). Κι έτσι η Λέστερ του Ρανιέρι τρύπωσε αθόρυβα αλλά μεθοδικά, όπως οι αλεπούδες στο κοτέτσι, στο κλειστό κλαμπ των ομάδων που έχουν πάρει τον τίτλο του πρωταθλητή, από καταβολής Πρέμιερ Λιγκ, με κύριο όπλο την άμυνα και την άγνοια κινδύνου.

Μόνο τυχαία δεν ήταν κι η επανάληψη της πορείας της Ατλέτικο προς τον τελικό του Champions League, αποκλείοντας κατά σειρά τα δύο μεγάλα φαβορί της διοργάνωσης (Μπάρτσα και Μπάγερν). Εκεί όπου θα βρει και πάλι τη Ρεάλ, όπως το 14′ στη Λισαβώνα, για να ξορκίσει τους δαίμονές της και τα δύο τρόπαια που της γλίστρησαν από τα χέρια με 40 χρόνια διαφορά (1974, 2014) αλλά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: με γκολ στις καθυστερήσεις.

Η άμυνα της Ατλέτικο θυμίζει κατά διαστήματα τείχος του Βερολίνου. Για κάποιους, η ομάδα αυτή βγάζει τα κότσια και το πάθος του προπονητή της στο γήπεδο, όπου θα αφήσει και την ψυχή της, για να μη χάσει. Για άλλους παίζει απλώς ένα θεαματικό ποδόσφαιρο πολυτελείας, που έχει την υπογραφή (και την… τσογλανιά) του Τσόλο Σιμεόνε. Κάτι σαν… Προοδευτική των πλουσίων, με την Προό να συμπληρώνει διαλεκτικά όλες αυτές τις κακίες-αρετές στα ηρωικά χρόνια με το Σούλη Παπαδόπουλο, το Σάκη Αλμανίδη, τον Τάσο Πάντο, και τα άλλα παιδιά. Να φανταστείς ότι στην Ατλέτι πετάνε και δεύτερες μπάλες μες στο γήπεδο, για να κόψουν την επίθεση του αντιπάλου, αν χρειαστεί (κάτι που θα έκανε το Σούλη να δακρύσει από συγκίνηση). Όπως και να έχει όμως, θα είναι πάντα Προοδευτική (πράξη) να ρίχνεις στα σχοινιά τα μεγαθήρια και να γίνεσαι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Το επόμενο διήμερο μπορεί να πάρουν σκυτάλη δύο άλλες υποψήφιες Σταχτοπούτες, σε άλλο άθλημα: Η Λοκομοτίβ Κούμπαν του Μπαρτζώκα και η Λαμποράλ Κούτσα (Μπασκόνια) του Γιάννη Μπουρούση, που έφτασαν στο Φάιναλ Φορ της Ευρωλίγκα, αποκλείοντας παραδοσιακές δυνάμεις με πολλαπλάσια μπάτζετ και καλούνται να κάνουν τώρα το ίδιο απέναντι στη Φενέρ του Ομπράντοβιτς και την ΤΣΣΚΑ του Δημήτρη Ιτούδη, που μοιράζονται τον τίτλο του φαβορί.

Όσο για τον ποδοσφαιρικό τελικό του ελληνικού Κυπέλλου, κρατάμε τη στάχτη (και την μπούρμπερη), μαζί με την ανάσα μας, όχι από αγωνία για το αν και πότε θα γίνει, αλλά από τη δυσωδία που αποπνέει το επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Αλλά αυτό ανήκει σε ένα άλλο παραμύθι. Μια φορά κι έναν καιρό…