• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Σταύρος Ζουμπουλάκης: «Χρυσή Αυγή και Εκκλησία, εκδ. Πόλις»

Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //

Ένα διαφορετικό βιβλίο από αυτά που έχουμε συνηθίσει στις μέχρι τώρα δημοσιεύσεις μας, παρουσιάζουμε σήμερα και με αφορμή τη συμπλήρωση τριών χρόνων από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από το Τάγμα Εφόδου της Νίκαιας της Χρυσής Αυγής. Ένα βιβλίο με αρκετές αδυναμίες αλλά και με πολύ χρήσιμες παρατηρήσεις και καταγραφές με στάση ενάντια στην νεοναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής, μια οργάνωση όχι μόνο ρατσιστική αλλά και παγανιστική, αντισημιτική, αντΐισλαμική και ότι άλλο κακό βάλει ο νους του ανθρώπου, σύμφωνα με σχόλιο του συγγραφέα, η οποία είναι ταυτόχρονα και μια αντιχριστιανική οργάνωση.

Το βιβλίο «Χρυσή Αυγή και Εκκλησία» του Σταύρου Ζουμπουλάκη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις (2013), αντίθετα από ότι θα περίμενε ο ευαίσθητος αναγνώστης, δεν χαρίζεται ή τουλάχιστον δεν στηρίζει τις θέσεις της Ελλαδικής Εκκλησίας και όσο αφορά την απροκάλυπτη και συνειδητή στήριξη που παρέχει στους νεοναζί. Κάτω από αυτό το πρίσμα ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ίδια η Εκκλησία έχει την υποχρέωση να καταγγείλει και να αποδοκιμάσει τη Χρυσή Αυγή.

Το πρώτο από τα κείμενα του μικρού αυτού βιβλίου γράφτηκε τον Μάιο του 2012, την επαύριο της πρώτης εκλογικής επιτυχίας της Χρυσής Αυγής. Το δεύτερο σχετίζεται με τη βίαιη δημόσια εμφάνισή της, προς υπεράσπιση της Ορθοδοξίας, με αφορμή τη θεατρική παράσταση του “Corpus Christi” στην Αθήνα. Η οπτική του κειμένου αυτού, που έχει ως θέμα του τη βλασφημία, ορίζει την οπτική και την κεντρική ιδέα και των άλλων τεσσάρων κειμένων που ακολουθούν. Στα έξι αυτά κείμενα ο συγγραφέας πρόσθεσε δύο παλαιότερα για τον Ορθόδοξο αντισημιτισμό και φονταμενταλισμό, γιατί έκρινε και πολύ σωστά κατά τη γνώμη μας, ότι το πνευματικό κλίμα που περιγράφουν φωτίζει τους λόγους οι οποίοι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποδοκιμάζει επίσημα και χωρίς περιφράσεις τη Χρυσή Αυγή.

Παρατηρεί μάλιστα ότι:

«Ως ένα μεγάλο βαθμό η Ελλαδική Εκκλησία δομήθηκε πάνω σ’ έναν κομμουνιστοφαγικό λόγο, εναγκαλιζόμενη με την εθνικόφρονα δράση. Μετά το 1974, η Εκκλησία ήταν ο μόνος θεσμός που δεν πέρασε σε βάθος η αποχουντοποίηση. Όταν στήθηκε το αυταρχικό κράτος των ξερονησιών και των εκτελέσεων, η Εκκλησία δεν είχε την τόλμη να πει, εγώ αυτά δεν τα εγκρίνω. Εκείνοι που μπορούν να απονομιμοποιήσουν τη Χ.Α. ιδεολογικά και ηθικά, είναι οι άνθρωποι και οι θεσμοί του συντηρητικού κόσμου».

Η Χρυσή Αυγή ως «νόμιμος» συνομιλητής

Στα άρθρα Ακραίος αντισημιτισμός, άκρα σιωπή και Νέα αναθέματα, παλαιά ερωτήματα παρουσιάζει με διεξοδικό και άκρως ικανοποιητικό τρόπο τη δράση υπέρ της Χρυσής Αυγής μητροπολιτών όπως του Πειραιώς, Σεραφείμ που έχει πρωταγωνιστήσει σε αντΐισλαμικά, αντισημιτικά και σεξιστικά παραληρήματα ενώ έχει φροντίσει να “νομιμοποιήσει” με κάθε τρόπο τους νεοναζί δολοφόνους. Αλλά ο συγγραφέας δεν τρέφει αυταπάτες ότι η Εκκλησία ως επίσημος φορέας θα καταδικάσει εύκολα τη Χρυσή Αυγή, όσο και αν το επιθυμεί και μάλιστα από μία θέση που κρίνεται ως χριστιανική και συντηρητική στο βάθος της. Αντίθετα, όπως σημειώνει:

«Αν από τον αρχιεπίσκοπο και τους επισκόπους δεν περιμένω τίποτε, εξακολουθώ να περιμένω μια αντίδραση εκ μέρους κάποιων ιερέων για τις μισαλλόδοξες, φανατικές και βαθιά αντιχριστιανικές δηλώσεις του Σεραφείμ (και άλλων τινών). Περιμένω μια κάποια συλλογική αντίδραση, εκ μέρους λίγων έστω ιερέων, απέναντι σε έναν εκκλησιαστικό λόγο που τους εκθέτει ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Την περιμένω χρόνια, μα δεν την έχω δει ποτέ. Η σιωπή δεν είναι πάντοτε αρετή, τις περισσότερες φορές είναι δειλία. Γιατί να ακούγεται συλλογικά μόνο η φωνή των φονταμενταλιστών ιερέων; Ως πότε θα τους αφήνουν όλο τον χώρο»;

Η αλήθεια είναι ότι από μεμονωμένους ιερείς και επισκόπους υπάρχουν σχετικές αντιδράσεις, που φυσικά δεν αγγίζουν το ζήτημα στις βαθύτερες αιτίες του, αλλά που αποτελούν όμως σημαντικές παρεμβάσεις μπροστά στο ιδεολογικό σκοτάδι που επιβάλλει η Ελλαδική Εκκλησία. Επίσης, για τον συγγραφέα η νομιμοποίηση ως ισότιμων ομιλητών φαιδρών αλλά ακραίων ιδεολογικά και πολιτικά συνομιλητών όπως του Καρατζαφέρη – μην ξεχνάμε ότι το 2012 είχαμε ακόμα τη συγκυβέρνηση του τεχνοκράτη Παπαδήμου με τους φασίστες του ΛΑΟΣ – αποτελεί ένα μεγάλο πρόβλημα. Και φυσικά, είναι μια παρατήρηση που δεν χάνει την επικαιρότητα της όσον αφορά και τη στάση μας απέναντι στη Χρυσή Αυγή σήμερα, όπου ακόμα και η πρώην  Πρόεδρος της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου (και επίδοξη… σωτήρα της χώρας), παρέκαμψε εισαγγελείς και δικαστές, αντιμετωπίζοντας τους νεοναζί βουλευτές ως ισότιμους ομιλητές, δίνοντας τους το δικαίωμα να παρουσιάζονται σαν δημοκρατικό και αντιμνημονιακό κόμμα στη Βουλή. Για να φτάσουμε μέχρι σήμερα που οι δολοφόνοι της Χρυσής Αυγής έχουν δικό τους τηλεοπτικό χρόνο στην Δημόσια Τηλεόραση (ΕΡΤ) και που κυκλοφορούν ελεύθεροι.

Όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας:

“Νομιμοποιώντας τον όμως ως ισότιμο συνομιλητή και εταίρο στη συγκυβέρνηση εθνικής σωτηρίας, νομιμοποιήσαμε τις ιδέες του και βλέπουμε σήμερα, αφενός, τη ανάπτυξη αυτού του ακροδεξιού τόξου που ανέφερα παραπάνω αλλά και τη διάχυση, αφετέρου, των ακροδεξιών ιδεών και σε κόμματα που βρίσκονται αριστερά του ακροδεξιού τόξου. Ανάλογα ισχύουν και για τον Ορθόδοξο φονταμενταλισμό. Είναι επικίνδυνος, ακόμη και όταν οι εκφραστές του είναι γελοία πρόσωπα.”

Σοβαρές αδυναμίες

Και εδώ ερχόμαστε στο κρίσιμο και πολύ σημαντικό σημείο όπου το βιβλίο και οι εκτιμήσεις του συγγραφέα εμφανίζουν τις πολύ σοβαρές αδυναμίες τους που σε μεγάλο βαθμό υποσκάπτουν τις θετικές παρατηρήσεις και τα συμπεράσματά του αλλά και που οδηγούν μέσα από συγκεκριμένες διόδους στην επιβεβαίωση διαφόρων συντηρητικών απόψεων.

Το βασικότερο είναι ότι δεν ζητάει την πολιτική ευθύνη για τη αξιοποίηση ως νόμιμων συνομιλητών του Ελληνικού Κράτους της Χρυσής Αυγής. αποφεύγοντας να θίξει τα κακώς κείμενα και χωρίς να εξηγεί τον ρόλο των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου (της περιόδου τουλάχιστον που γράφτηκε το βιβλίο) στην καλλιέργεια της ρατσιστικής ρητορικής και της φασιστικής βίας. Καταλήγει έτσι να ζητά την ύπαρξη ενός μεγάλου δημοκρατικού τόξου για την αντιμετώπιση του προβλήματος με τη Χρυσή Αυγή. μαζί δηλαδή και με τα κόμματα και τις πολιτικές του ρατσισμού και της ισλαμοφοβίας που την έφεραν στην επιφάνεια. Καλλιεργώντας έτσι μια σειρά από σοβαρές αντιφάσεις. Από τη μια αρνείται την θεωρία των δύο άκρων και από την άλλη εκθέτει τις απόψεις του με βάση αυτή τη συλλογιστική!

Γράφει χαρακτηριστικά:

«ότι η θεωρία των δύο άκρων, όπως διατυπώνεται σήμερα στην Ελλάδα, ταυτίζοντας τη ναζιστική βία με βίαιες συμπεριφορές ομάδων της Αριστεράς, είναι εκατό τοις εκατό λάθος: ενισχύει και νομιμοποιεί τη Χρυσή Αυγή και τη ναζιστική βία. Ωστόσο, εκτιμώ ότι η άρνηση της θεωρίας των δύο άκρων, δεν πρέπει να μας οδηγήσει αναδρομικά, όπως κάνουν πολλοί σοβαροί επιστήμονες και φίλοι, σε μια άρνηση των κοινών χαρακτηριστικών σταλινισμού και φασισμού, ιστορικά. Η θεωρία της Χάννα Άρεντ για τον ολοκληρωτισμό, την οποία εγώ προσωπικά δέχομαι, μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τον χαρακτήρα αυτών των καθεστώτων, με όλες τις ιστορικές διαφορές τους. Άλλωστε, όταν στεγάζεις κάποια φαινόμενα κάτω από μια γενική έννοια, δεν σημαίνει και ότι τα ταυτίζεις — και στο εσωτερικό του φασιστικού φαινομένου, ο ιταλικός φασισμός και ο γερμανικός ναζισμός διαφέρουν πάρα πολύ. Τέλος, το γεγονός ότι είμαστε κατά της θεωρίας των δύο άκρων, επειδή είναι επικίνδυνη πολιτικά, επειδή ενισχύει τον ναζισμό και τη Χρυσή Αυγή σήμερα, δεν σημαίνει επ’ ουδενί ότι πρέπει να κάνουμε υποχωρήσεις στο ζήτημα της νομιμότητας, των κανόνων της δημοκρατίας, του δικαίου. Πρέπει να είμαστε σταθερά εναντίον των ενεργειών που παραβιάζουν το δίκαιο, και όταν προέρχονται από την πλευρά της Αριστεράς ή των κινημάτων. Και, ταυτόχρονα, δεν μπορούμε βέβαια, σε καμιά περίπτωση, να λέμε ότι «τα δύο άκρα ταυτίζονται». Γιατί αυτό ανοίγει τον δρόμο στον ναζισμό, στη Χρυσή Αυγή».

Καθήκοντα και υποχρεώσεις

Αυτά ως μία μικρή και όσο γίνεται περιεκτικότερη παρουσίαση του βιβλίου. Σήμερα, και σε σχέση με το 2012, τα πράγματα έχουν αλλάξει προς το καλύτερο όσον αφορά τη δράση της Χρυσής Αυγής αλλά και όσο αφορά τον τρόπο που την αντιμετωπίζει ο κόσμος της εργατιάς, το αντιφασιστικό και αντιρατσιστικό κίνημα. Ο ίδιος ο κόσμος – που εναντίον του στρέφεται η δράση της νεοναζιστικής συμμορίας – δίνει τις μάχες, τόσο δικαστικά, όσο και αυτό είναι το βασικότερο μέσα στην κοινωνία, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχει διαπλοκή μιας εγκληματικής οργάνωσης με ένα πολιτικό κόμμα, που στηρίζει και στηρίζεται αντίστοιχα από την ελληνική αστική τάξη και τους πολιτικούς εκπροσώπους της για να καταστείλουν την μαζική, απεργιακή και κινηματική δράση του λαού. Τα βιβλία κι οι μελέτες που έχουν δημοσιευτεί τα τελευταία χρόνια μπορούν να βοηθήσουν όσους γίνεται περισσότερο για να ξεκαθαρίσουν σε αυτό το ζήτημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα δέχονται την κριτική που τους πρέπει πάντα από μια σκοπιά αγωνιστική κι αντιρατσιστική. Δεν ξεχνάμε ότι η δολοφονία του εργάτη και ράπερ Παύλου Φύσσα ξεσήκωσε τον λαό που αυτός οδήγησε αρχικά στη φυλακή τους νεοναζί – μέχρι να τους απελευθερώσει το επίσημο κράτος. Αλλά εάν οι ναζί βρίσκονται σε οργανωτική διάλυση και πολιτική απορρύθμιση, όσο κι αν προσπαθούν να εμφανιστούν ξανά στον δρόμο μέσα από επιτροπές «αγανακτισμένων κατοίκων» ή «γονέων», αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι επικίνδυνοι. Γι’ αυτό χρειάζεται να επαγρυπνούμε. Είναι αρκετοί αυτοί που χρειάζονται τη Χρυσή Αυγή, από το επίσημος κράτος, το επιχειρηματικό κεφάλαιο μέχρι την Εκκλησία για να τσακίσουν την εργατική αφύπνιση και πάλη.

Γι’ αυτό χρειάζεται να βρεθούμε όλοι μαζί στον δρόμο του μαζικού αντιφασιστικού αγώνα. Όπως αναγκάσαμε τα τάγματα εφόδου σχεδόν να εξαφανιστούν από τις πόλεις, όπως πετύχαμε τη μεταφορά της δίκης στο Εφετείο, όπως αναγκάσαμε το Υπουργείο Παιδείας να αποδεχτεί την εγγραφή των προσφυγόπουλων στα σχολεία, όπως εξασφαλίσαμε την καταδίκη των δολοφόνων του Σαχζάτ Λουκμάν έτσι θα εξασφαλίσουμε ότι οι δολοφόνοι της Χρυσής Αυγής θα μπουν για πάντα στη φυλακή και οι ιδέες τους πίσω στους υπονόμους της ιστορίας. Ταυτόχρονα χρειάζεται να συγκρουστούμε με τις ρατσιστικές πολιτικές δυναμώνοντας το κίνημα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες . Να αντισταθούμε στις κατασταλτικές πολιτικές κυβέρνησης, ΕΛΑΣ και Δημάρχων και φασιστικών και ρατσιστικών ιδεών που κρύβονται πίσω από το προσωπείο «αγανακτισμένων πολιτών» κατά των δικαιωμάτων των προσφύγων και του κινήματος αλληλεγγύης. Και τέλος να παλέψουμε για ανοικτές πόλεις και δομές για την υποδοχή τους και ανοιχτά σύνορα για την ελεύθερη μετακίνηση τους, διεκδικώντας δικαίωμα στη δουλειά, στην παιδεία και την υγεία για τους πρόσφυγες και τα παιδιά τους.»

Ο συγγραφέας μάλιστα και για να επιστρέψουμε στο βιβλίο, από την δική του οπτική γωνία (που κι εδώ υπάρχουν ενστάσεις, αφού η εκλογική μέχρι ενός σημείου ενίσχυση της συμμορίας δεν ήρθε από τους άνεργους εργάτες του τόπου μας…) σχολιάζει ότι «Μέσα στη δίνη της οικονομικής κρίσης και τον κοινωνικό πόνο της ανεργίας, πολλοί είναι εκείνοι που υποτιμούν σήμερα τον κίνδυνο της Χρυσής Αυγής. Κάνουν λάθος. Όταν η νεοναζιστική μπόρα περάσει, ας μη θεωρήσουν πάντως ότι είχαν δίκιο που δεν ανησυχούσαν. Η μπόρα τούτη θα περάσει, επειδή ορισμένοι άλλοι, μέσα στην ίδια αυτή δίνη, δεν την υποτίμησαν μα την αντιπάλεψαν».

Αυτό μπορεί να είναι μια χρήσιμη υπενθύμιση για τα καθήκοντα μας και για το τσάκισμα του ναζισμού σήμερα.