• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Τάκης Φίτσος, ο κομμουνιστής δημοσιογράφος που με χαμόγελο αντίκρισε κατάματα το θάνατο

Επιμέλεια: Οικοδόμος //

Δημοσιογράφος. Πόση απαξίωση κουβαλάει στη ράχη της σήμερα αυτή η λέξη. Ίσως όχι άδικα, αν σκεφτεί κανείς ότι οι «εικόνες» των περισσότερων για τη συγκεκριμένη ιδιότητα εξαντλούνται ή περιορίζονται στην οθόνη της τηλεόρασης. Ο δημοσιογράφος δεν είναι εξ ορισμού «παπαγαλάκι» ή πουλημένο τομάρι σύμφωνα με την αντίληψη που έχει επικρατήσει, στις μέρες μας, στις  συνειδήσεις.

Οι δημοσιογράφοι υπηρετούν θέλοντας και μη, στρατευμένα ή όχι, συνειδητά ή χωρίς να το αντιλαμβάνονται κάποιες φορές, συμφέροντα και, όπως όλοι, καλούνται να διαλέξουν με ποιους θα πάνε και ποιων τα συμφέροντα θα υπερασπιστούν. Για τον κομμουνιστή δημοσιογράφο δεν υπήρχε ποτέ τέτοιο δίλημμα. Τάσσεται στο πλευρό των καταπιεσμένων, μάχεται το άδικο, στρατεύεται στην υπόθεση της εργατικής τάξης και δίνει όλες τις δυνάμεις του στον αγώνα για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση· αν χρειαστεί, και τη ζωή του. Έτσι γίνεται όλα τα χρόνια απ’ όταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς συμπύκνωσαν στις σελίδες του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος τα πως και τα γιατί της εκμετάλλευσης και έδειξαν στους καταπιεσμένους της γης το δρόμο για να σπάσουν τις αλυσίδες τους.

Μετά από επίθεση της αστυνομίας κατά των κρατουμένων λαϊκών αγωνιστών στις φυλακές Συγγρού, στα 1927, διαδόθηκε πως ο Τάκης Φίτσος, που βρισκόταν κλεισμένος σ’ αυτές τις φυλακές, είχε δολοφονηθεί. Τις μέρες εκείνες παλεύοντας για την απελευθέρωση όλων των κατουμένων κομμουνιστών, ο Ριζοσπάστης δημοσίευσε αυτή τη φωτογραφία του Τ. Φίτσου.

Μετά από επίθεση της αστυνομίας κατά των κρατουμένων λαϊκών αγωνιστών στις φυλακές Συγγρού, στα 1927, διαδόθηκε πως ο Τάκης Φίτσος, που βρισκόταν κλεισμένος σ’ αυτές τις φυλακές, είχε δολοφονηθεί. Τις μέρες εκείνες παλεύοντας για την απελευθέρωση όλων των κρατουμένων κομμουνιστών, ο Ριζοσπάστης δημοσίευσε αυτή τη φωτογραφία του Τάκη Φίτσου.

Ο Τάκης (Δημήτρης) Φίτσος (1904-1949) υπήρξε εξέχουσα μορφή της δημοσιογραφίας και του λαϊκού κινήματος. Στέλεχος του ΚΚΕ και αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, από το 1929 που τέθηκε σε αφορμή το «ιδιώνυμο» μέχρι τη μέρα που έπεσε νεκρός από τις σφαίρες ελληνικού εκτελεστικού αποσπάσματος, ένιωσε στο πετσί του τους διωγμούς, τα βασανιστήρια, τις φυλακίσεις και εκτοπίσεις της εξουσίας του κεφαλαίου όπως χιλιάδες αγωνιστές του λαού. Στο Ριζοσπάστη εργάστηκε αρχικά ως συντάκτης και στη συνέχεια έγινε αρχισυντάκτης. Οι νεότεροι αλλά και οι παλιοί συνάδελφοί του τον σέβονταν και τον εκτιμούσαν και πάντα προσέτρεχαν σ’ αυτόν για τις συμβουλές του.

Τον Απρίλη του 1949, μετά από είκοσι μέρες «δίκης», ο Τάκης Φίτσος καταδικάζεται σε θάνατο από το έκτακτο στρατοδικείο της Χαλκίδας, μαζί με τους  Γιάννη Χριστοφορίδη, Δημήτρη Βουραζόπουλο, Γιάννη Χάνο, Κατερίνα Μελεμενή, Μαρία Λαφαζάνη, Ευανθία Πατσαλή και Αλίκη Τσουκαλά.

Στην απολογία του θα πει: «Στη ζωή μου δεν έχω αγαθοεργές πράξεις. Αγωνίστηκα για την υπόθεση του ΚΚΕ. Για το θρίαμβο του κομμουνισμού. Για μια καλύτερη ζωή του λαού μας».

Στις 16 του Απρίλη οι μελλοθάνατοι αγωνιστές οδηγούνται στον τόπο της εκτέλεσης, στο χώρο ενός νεκροταφείου. Όταν ο επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος τον πλησίασε και τον ρώτησε αν θέλει να του δέσουν τα μάτια ο Τάκης Φίτσος αρνήθηκε. Ήταν χαμογελαστός και έμοιαζε ατάραχος, σα να μην πλησίαζε λες η στιγμή που, σε λίγα λεπτά, θα συναντούσε το θάνατο. Και μ’ ένα χαμόγελο τον συνάντησε και τον ταπείνωσε.

Λαμία, Οκτώβρης 1944. Ο Τάκης Φίτσος δίπλα στον Άρη Βελουχιώτη.

Λαμία, Οκτώβρης 1944. Ο Τάκης Φίτσος δίπλα στον Άρη Βελουχιώτη.

«Ο Τάκης Φίτσος δεν λύγισε ποτέ. Ούτε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Το χαμόγελο δεν χάθηκε ποτέ από τα χείλη του. Κανένας από τους παλιούς του φίλους και συναδέλφους δεν τον θυμάται πικραμένο και απαισιόδοξο. Μια μόνο φορά τον είδαν λυπημένο και βουρκωμένο. Κατάλαβαν ότι κάτι το συγκλονιστικό συνέβαινε, όχι τόσο σ’ αυτόν τον ίδιο, μα στο κίνημα. Και πράγματι, έτσι ήταν. Ήταν τότε που έμαθε το χαμό του πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ, του συναγωνιστή του, συμπατριώτη και παιδικού του φίλου, του θρυλικού Άρη Βελουχιώτη.»

Τάσος Δημουλάς, Ριζοσπάστης, 21/9/1974

Την εκτέλεση του Τάκη Φίτσου παρακολούθησε ένας νεαρός δημοσιογράφος που μερικά χρόνια αργότερα περιέγραψε σε κύκλο φίλων του. Η συγκλονιστική αυτή μαρτυρία καταγράφηκε στο Ριζοσπάστη της 21 Σεπτέμβρη 1974, σε αφιέρωμα που υπέγραφε ο Τάσος Δημουλάς.

***

«Καθόμουν, νεαρούλης τότε δημοσιογράφος, βλέποντας έκπληκτος να κατεβάζουν απ’ το καμιόνι μερικούς ανθρώπους με τις χειροπέδες στα χέρια και να τους στήνουν στη σειρά. Ο Τάκης Φίτσος, ο κοντούλης και ευθυτενής αυτός άντρας, περπατούσε με βήμα σταθερό που μούκανε τρομερή εντύπωση. Πήγε και στάθηκε στη γραμμή στητός. Πριν σηκώσουν τα όπλα οι άντρες του εκτελεστικού αποσπάσματος ο επικεφαλής τους ρώτησε αν θέλουν να τους δέσουν τα μάτια. Εκείνοι μ’ ένα νεύμα αρνήθηκαν. Τα μάτια τα δικά μου είχαν καρφωθεί πάνω στον ατάραχο και γαλήνιο Φίτσο. Το αίμα είχε παγώσει στις φλέβες μου. Τον παρατηρούσα με δέος, εμβρόντητος. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν εκείνο που έκανε αυτόν τον άνθρωπο να αντιμετωπίζει το χάρο με τόση ψυχραιμία, με αταραξία, σχεδόν με αδιαφορία…

Φαίνεται ότι καθώς είχα τα βλέμματά μου στραμμένα πάνω του, κατάλαβε τις σκέψεις μου που χοροπηδούσαν μέσα στο ταραγμένο από τη συγκίνηση, το φόβο και τον θαυμασμό μου, γι’ αυτόν τον άνθρωπο, μυαλό μου. Γι’ αυτό τον άνθρωπο πούχε αιχμαλωτίσει τη σκέψη μου. Και κει που βασίλευε η ησυχία, η νεκρική γαλήνη, τον άκουσα να μου λέει:

«Νεαρέ, σε βλέπω να κρατάς μολύβι και μπλοκ. Σίγουρα θα είσαι συνάδελφος και θέλεις να περιγράψεις την εκτέλεσή μας. Και γω το ίδιο είμαι, μούπε με σταθερή φωνή. Είμαι δημοσιογράφος του Ριζοσπάστη. Είμαι κομμουνιστής και χωρίς καμιά κατηγορία και χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο μας στήνουν στον τοίχο για να μας εκτελέσουν. Θα απορείς, ίσως, γιατίμκρατάμε αυτή τη στάση. Μην απορείς καλέ μου φίλε. Εμείς, όλοι οι κομμουνιστές, δε φοβηθήκαμε ποτέ το θάνατο, όπως δε φοβηθήκαμε ποτέ και τη ζωή. Το αθώο αίμα, το δικό μας, θα ποτίσει το δέντρο της λευτεριάς. Η λευτεριά θέλει, όπως βλέπεις, αίμα. Γλιτώσαμε από τους Γερμανούς και σκοτωνόμαστε από Έλληνες.»

Τον κοίταζα αυτόν τον άνθρωπο με τα έξυπνα μάτια και δεν τον χόρταινα. Φορούσε μια ατσαλάκωτη μπλε καμπαρντίνα. Τον κοίταζα τον αείμνηστο Τάκη Φίτσο, αυτόν τον ατσαλένιο άνθρωπο με το μικρό ανάστημα και τον αποθαύμαζα. Μου φαινόταν σωστός γίγας. Κομμουνιστής δεν υπήρξα ποτέ μου. Όμως, σαν περνούσαν τα χρόνια κι οπόταν έρχονταν στο νου μου οι τρομερές σκηνές του θανάτου του Τάκη Φίτσου και των συναγωνιστών του, πάνατ αναρωτιόμουν από τι πάστα είναι καμωμένοι αυτοί οι άνθρωποι…

Ελάχιστα ποιήματα του Κώστα Βάρναλη αναφέρονται σε πρόσωπα. Ένα από αυτά είναι αφιερωμένο στον Τάκη Φίτσο:

Τάκης (Δημήτρης) Φίτσος (1904-1949)

Τάκης (Δημήτρης) Φίτσος (1904-1949)

Τάκης Φίτσος

Με το πικρό χαμόγελο και τα σφιγμένα χείλη
βουβά τον ίσκιο σου έλιωνες στην πολιτεία των τάφων.
Εδώ σε θάβουν ζωντανόν αν θέλεις να ’σαι τίμιος.
Παιδί σε χτίσαν, γέρασες χωρίς σταλιά να ζήσεις.

Μήνες και χρόνια μέτραγες, δεκάχρονα κατόπι,
κι όλο η πηγάδα βάθαινε κι αψήλωνεν ο τοίχος,
παρηγοριά και μάθημα φτωχολαού δεμένου.
Και μιαν αυγή ανοιξιάτικην, που ανάκραζεν αγάπη,

τρυφερά σ’ αγκαλιάσανε οι αδερφομάχοι αγγέλοι
και σε φορτώσανε. Κανείς δεν άκουσε τα βόλια.
Και τώρα, μέσα στο σωρό τα κόκαλα, μην ψάχνεις
να ξεχωρίσεις τα δικά σου: είν’ όλα καθενού!

Όχι συμπόνια, κλάμα, οργή. Ντροπή σου, μάνα Ελλάδα!

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Ένα πλήθος σκηνές διαδραματίζονταν με κινηματογραφική ταχύτητα. Στιγμές γεμάτες αίμα, συγκίνηση, δέος και θαυμασμό. Σε μια απ’ αυτές, που μετριούνται πια με το λεπτοδείκτη, μούπε:

«Άκουσε φίλε μου, η ζωή είναι μια μεγάλη, πολυκύμαντη στιγμή, ο θάνατος μια μικρή στιγμή. Αν σ’ αυτές τις στιγμές σταθείς άνθρωπος, σταθείς όρθιος, κερδίζεις την εκτίμηση των συνανθρώπων σου. Κι αυτό είναι μεγάλη υπόθεση…»

Ύστερα, ευθύς αμέσως μούπε:

«Τη βλέπεις τούτη την καμπαρντίνα που φοράω; Είναι καινούργια. Είναι κρίμα να την πάρω μαζί και να τη φάει το χώμα. Κάνε μου τη χάρη να τη δεχτείς και να τη φοράς για να με θυμάσαι. Νομίζω ότι θα σου πηγαίνει».

Τη δέχτηκα την καμπαρντίνα του Τάκη. Και τη φόρεσα. Ήταν η τελευταία επιθυμία και τα τελευταία λόγια του υπέροχου αυτού ανθρώπου, συναδέλφου και αγωνιστή. Ύστερα από λίγο μια ομοβροντία σφράγισε μια για πάντα τη ζωή του Τάκη Φίτσου και των συντρόφων του.

***

Είπαν για τον Τάκη Φίτσο

«Βαθιές και μακρινές οι αγωνιστικές ρίζες του Τάκη Φίτσου μέσα στο λαϊκό, το αντιφασιστικό κίνημα. Είναι από τους πρώτους που δούλεψε συστηματικά το εργατικό ρεπορτάζ κι ένας από τους λίγους, που με προσπάθειες άοκνες παρουσίαζε τότε στην εφημερίδα τους αγώνες των εργαζομένων» (Νίκος Καραντηνός)

«Μικρόσωμος, ασκητικός, κάτισχνος, σεμνός, αθόρυβος, αλλά πάντα αεικίνητος, αγαπούσε και βοηθούσε τους νέους δημοσιογράφους» (Συνάδελφός του στο Ριζοσπάστη)

«Ο Τάκης είναι ένα σύμβολο και μια πορεία… Όταν μπήκε στη φυλακή της Αίγινας μαθαίνουν πως σε λίγο μπαίνει στην αχτίνα ο Τάκης Φίτσος. Διακόσιοι άνθρωποι στριμώχνονται στην κιγκλίδα. Κι όσοι τον ξέρανε κι όσοι δεν τον ξέρανε… Όλοι σε μια φωνή, με σεβασμό, προφέρανε το όνομά του: Ο Τάκης, ο Τάκης Φίτσος…» (Βάσος Γεωργίου)

«Έγραφε, όσο ψηλά κι αν έφτασε, τα φαρμακεία, όπως θα έγραφε το κύριο άρθρο… Σα νάταν μαθητευόμενος συντάκτης, πιστεύοντας πως υπηρετεί το ίδιο τη δημοσιογραφία, γιατί ποτέ δεν υπήρξε βεντέτα» (Παναγιώτης Πατρίκιος)

«Ο Φίτσος στάθηκε ως το τέλος της ζωής του πιστός στην τάξη του, υπόδειγμα κομμουνιστή και δημοσιογράφου. (…) μπορεί να θεωρηθεί ο θεμελιωτής και μάστορας του επαναστατικού, του κομματικού ρεπορτάζ στο Ριζοσπάστη» (Σταύρος Ζορμπαλάς)