• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

«Άγιον Όρος» του Θ. Κορνάρου (απόσπασμα)

Την ίδια μέρα έφυγα κι εγώ για τα μοναστήρια. Φοβόμουνα την τρομερή ερημιά που νιώθει κανένας, μέσα σ’ ένα πλήθος άβουλων ανθρώπων που τρώνε, κοιμούνται και πεθαίνουν. Έτσι κάνουν όλη τη ζωή τους, σ’ αυτό τον άγιο τόπο.

Μπορεί κι ο Σπύρος να ‘φυγε για τον ίδιο λόγο…

III

Βρίσκομαι στη Σκήτη του Άγιου Παντελεήμονα. Πού βρίσκεται; Ευχα­ρίστως να σας πω. Μεταξύ Καρυών και Καλλιάγρας. Να σας περιγράψω τη σκήτη; Να την «πλαισιώσω» με ποιητικές εικόνες; Δεν ξέρω. Δεν είμαι ποιητής. Ξέρω μονάχα να κοιτάζω λίγο τα καμώματα των ανθρώπων. Γι’ αυτό μπορώ να σας πω, πως οι άγιοι ασκητές τον κοσμικό τον θεωρούνε γι’ άνθρωπο χαμένο πια.

Kornaros4Τα πορτοπαράθυρα του Παράδεισου κλείσανε γι’ αυτόν. Μόνο το μαύρο, χαώδικο στόμα της Κόλασης γαβγίζει και περιμένει να τον καταπιεί. Γι’ αυτό, μόλις φανεί κανένας νέος κοσμικός στη Σκήτη, οι ασκητές τον τριγυρνούνε και προσπαθούνε να τ’ ανοίξουνε τα μάτια…

Το ίδιο γίνεται και για μένα. «Σωτηρία δεν έχω». «Το ράσο μόνο θα με προστατέψει». Όλη τη δύναμη της φαντασίας τους τη θέσανε σ’ ενέργεια για να μου παραστήσουνε τον τόπο που πηγαίνει, άμα πεθάνει, όποιος «ασπασθεί το αγγελικό σχήμα».

Ο «πάτερ Δομέτιος» ο πιο άγιος της Σκήτης, το παρακάνει: «Η Παναγία μ’ έστειλε στο Όρος. Ο Χριστός με πήρε απ’ το χέρι και μ’ έβγαλε απ’ τον κόσμο τον αμαρτωλό… Ο Θεός με προίκισε με ωραία φωνή για να ψάλλω τροπάρια στην Άγια και Μεγάλη Σοφία…». Όξω χιονίζει κι εμείς καθόμαστε στ’ αρχονταρίκι της Σκήτης.

Κάποιος άλλος που κατοικεί μέσα μου, σωστό πειραχτήριο, προσπαθεί να με κάμει να γελάσω… ο αθεόφοβος! «Για κοίτα τόνε τον “πάτερ Δομέτιο”, δεν είναι ίδια βαρέλα χιλιάρα; Και το κεφαλάκι του, το τοσοδούτσικο, κοίτα πώς το καταπίνει η βαρέλα… Σα να ‘ναι ο φελλός… Κοντεύει να βουλιάξει μέσα…».

Και σα να μου φαίνεται πως ακούω τη μυρουδιά του βαρελιού… Κι ακόμα, σα να ξίνισε το κρασί της βαρέλας…

Δυο μάτια μεγάλα, σαν αγελάδας, είναι τρυπωμένα στις τετράπαχες κόχες τους. Το άσπρο του ματιού τ’ αυλακώνουν άταχτα κόκκινες κλωστές.

Κάθε τόσο χώνει τη χερούκλα του στην τσέπη του ράσου του, βγάζει ένα μπουκαλάκι πράσινο, πίνει δυο-τρεις γουλιές και το ξαναβάζει ήσυχα ήσυχα στην τσέπη.

Για την ώρα, δυο ώρες μιλούμε τώρα, έχει αδειάσει δυο φορές. Το ξαναγε­μίζει ο Ανανίας, ο υποταχτικός του, όταν θα πάρει την εντολή: «Βάλε φάρμα­κο».

Το φάρμακο του, φαίνεται, το διαλύει με ρακί ο πάτερ Δομέτιος, γιατί ακούγεται, βαριά βαριά, η μυρουδιά του.

Ένα πράμα μου φαίνεται παράξενο: Γιατί με πνιγούνε μ’ ερωτήσεις για τη ζωή στον έξω Κόσμο, αφού αυτός είναι η μαύρη Κόλαση; Κανένας από τους οκτώ ασκητές της παρέας δεν έχει μείνει, που να μην έκανε την ερώτηση του.

Εγώ τους διηγούμαι διάφορα πράματα απ’ τη ζωή, για τις προόδους των ανθρώπων, για τις γυναίκες τις σημερινές, για θανάτους από πείνα…

Κι ακούνε χωρίς να σουφρώνουνε καθόλου τα φρύδια τους, τα μπερδεμένα με τα μαλλιά τα λίγδικα του κεφαλιού.

Ο πάτερ Ησαΐας με ρωτά για την πατρίδα του το Βόλο, σαν άκουσε πως έχω πάει κι εκεί.
— Την έχει ακόμα την ταβέρνα στην παραλία ο Κρητικός;
— Δεν την ξέρω αυτή την ταβέρνα. Του λέω μόνο πως στην παραλία δεν υπάρχουν πια ταβέρνες παρά πολυτελέστατα εστιατόρια μ’ ευρωπαϊκές επι­γραφές, καφενεία με μαρμαρένια τραπεζάκια και ψαθωτές κομψές καρέκλες. Και πως όλη η παραλία λάμπει το βράδυ από τα ηλεχτρικά και σου φαίνεται πως βρίσκεσαι σε μεγάλη Πολιτεία.
— Ουφ! Τι βρομιές! Τι Κόλαση!

Έτσι ξεφυσά, πότε πότε, ο πάτερ Δομέτιος. Κι ύστερα πάλι: «Έχει και θέατρα είπες; Και πηγαίνουν και γυναίκες στα καφενεία;». Για να ξαναπεί μέσ’ απ’ τα δόντια του: «Αχ, τι κόλαση, Θεέ μου!… Και επιτρέπεται σ’ όποιο να ‘ναι να κάθεται στα καφενεία αυτά που κάθονται και γυναίκες;».
— Πώς, του λέω, δεν είναι οικογενειακά. Οι περισσότεροι είν’ ερωτικά ζευγάρια…
— Βρομερό! Βρομερό!

Ώρες ώρες, υποφέρω τρομερά από το φοβερό ξεχείλισμα οίχτου γι’ αυτούς τους υποκριτές.

Αν μπορούσα, αντίς για οίχτο, να νιώθω μίσος, σιχασιά, βάρβαρη εχθρό­τητα, θα υπέφερα λιγότερο… Και θα ‘μουνα πιο σωστός άνθρωπος.

Σαν κάτι να πέταξε από μέσα μου και το ‘χασα.

Κι είμαι μέρες ολόκληρες πνιγμένος μέσα σ’ εξαντλητική λύπη, σιχα­μερά, σοφά γερατειά…

Δουλειά δε μπόρεσα να βρω. Στη Σκήτη δε μπορώ να μείνω περισσότερο. Μου το δηλώσανε νέτα-σκέτα οι ασκητές.

Κι ο Φλεβάρης άλλη δουλειά δεν κάνει, παρά να γεμίζει τις γδυμνές, μαδισμένες καστανιές με τεχνητούς κάτασπρους ανθούς και τους δρόμους να τους κρύβει, απλώνοντας τεράστιο ολόλευκο σεντόνι…

Σ’ όλα τα μοναστήρια, έχω μείνει τη μέρα της «φιλοξενίας», που δικαιού­μαι. Τη νύχτα, την τελευταία, πήρα την απόφαση· θα τους δηλώσω, πρωί πρωί, πως δέχομαι να γενώ καλόγερος.

«Τι μ’ εμποδίζει, σκέφτομαι, μόλις ανοίξει ο καιρός να ράψω τις άκρες του ράσου, να το γεμίσω χορτάρι και ν’ αποχτήσω, μ’ αυτόν τον εύκολο τρόπο και στρώμα;…»

Κανένα άσκημο όνειρο δε μ’ έκανε ν’ αλλάξω απόφαση. Μόλις ξύπνησα, το πειραχτήριο που στρογγυλοκάθισε μέσα μου, με προσφωνά κιόλας: «άγιε πάτερ».

Μούγκρισμα ανθρώπου που πνίγεται ανακατεύεται με στριγκλιές γυναί­κας που γεννά, τρυπά τα τζαμένια παραθυρόφυλλα τ’ αρχοντικού, πλημμυράει τ’ αφτιά μου, ξεχειλά. με κάνει κι ανατριχιάζω.

Ανοίγω το παραθύρι της αυλής, που είναι κι αυλή της εκκλησιάς. Στον κορμό της παγοφορτωμένης γέρικης καρυδιάς είναι δεμένος, με σκοινιά βρε­μένα, ένας ολόγδυμνος άνθρωπος. Αυτός μουγγρίζει…

Τα σκοινιά είναι περασμένα κάτω από τις μασκάλες, απ’ τη μέση κι απ’ τα πόδια κι είναι δεμένα τόσο σφιχτά στον κορμό του δέντρου, που ανθρώπινο κορμί και ξύλο έχουν κολλήσει, έχουνε γίνει ένα κορμί…

Με καταπιωμένη τη γλώσσα πετάχτηκα όξω. Αρχίζω να φοβούμαι… μην έπαθα τίποτα. Μα ησύχασα λίγο, αφού βλέπω και τους ασκητές μαζεμένους, στην αυλή, να μιλούνε, ήρεμα ήρεμα, συναμεταξύ τους.

Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου πως έπαθα οφθαλμαπάτη. Μα το μούγκρισμα κι οι στριγκλιές δε μ’ αφήνουνε να το πιστέψω κι εξακολουθούνε να σκίζουνε την ομιχλοτυλιγμένη μέρα και την αλαφιασμένη αιμάτινη καρδιά.
— Τι γίνεται; ρωτώ έναν υποταχτικό σιγά.
— Κάνε το σταυρό σου και μη μιλάς! Θαύμα!… Έτσι μ’ απάντησε.

Την ίδια στιγμή, ένας ασκητής προχωρεί προς το δεμένο αργά, βαριά, επίσημα, με πρόσωπο σκεπασμένο, κι ένα σκοινί διπλωμένο στα δυο κρέμεται απ’ το δεξί του χέρι γεμάτο σφιχτοδεμένους κόμπους.

Το θάμα δε μπορώ να πιστέψω. Την πραγματικότητα τρομάζω να την ξηγήσω και στέκομαι ακίνητος, ανίσχυρος και κοιτάζω μόνο.

Ο δεμένος είναι ένας νέος με μούτρο σα φθισικού, ψηλός με κοκαλιάρικο κορμί. Όπου κι αν τον κοιτάξεις, βλέπεις σφραγίδες πείνας και κατατρεγμού.

Ο ασκητής, με το σκεπασμένο πρόσωπο, τον σιμώνει και στέκεται ακίνητος, σα μαρμαρωμένο φάντασμα μπροστά του. Το μούγγρνσμα σταμάτησε και τα μάτια του δεμένου ανθρώπου αστράφτουνε, λογιώ λογιώ αστραπές, την ίδια στιγμή: Ελπίδα, μίσος, παράκληση, εμπιστοσύνη και τρομάρα, χοροπη­δούνε το ίδιο δευτερόλεπτο και χάνουνται πίσω απ’ την κόρη του ματιού.

Κι ο αέρας έχει σταματήσει. Κι οι αναπνοές κοπήκανε. Σιωπή! Μια σιωπή παράμερου τάφου. Μόνο το βουητό της θάλασσας, που έρχεται από μακριά, κάνει πιο απαίσια και πιο τρομερή αυτή τη γενική σιωπή.

Με το βουητό αυτό ανακατεύεται μια φωνή βαριά, βραχνή, προστακτική, σα διαταγή αξιωματικού σ’ εχτελεστικό απόσπασμα. Και λέει: «Μαρτύρη­σε!».

Ένα κρύο πασπατεύει την πλάτη μου και με κάνει ν’ ανατριχιάζω.
— Μαρτύρησε, κολασμένε!… Ξανακούγεται η φωνή, μα άγρια, πιο σκληρή τώρα.

Η ματιά του «κολασμένου» είναι καρφωμένη πάνω μου, σα να γυρεύει κάτι γραμμένο στο μέτωπο μου.
— Μα τι του ζητά να μαρτυρήσει λοιπόν; λέω δυνατά στο Βαρθολομαίο που στέκεται δίπλα μου, βουβός κι ασάλευτος, σα φάντασμα σε μαύρη νύχτα.
— Ποιος; με ρωτάει μ’ απορία, ανοίγοντας το στόμα και την ίδια στιγμή γεμίζουνε τα μάτια του ερωτηματικά, σα να μη βλέπει τίποτα απ’ ό,τι θωρώ εγώ.

Ένας ανεξήγητος τρόμος με συνεπήρε.
— Μ’ αυτός, ο δεμένος, του λέω…
— Κι εμείς δεν ξέρουμε τι συμβαίνει. Τον ξέρεις ελόγου σου; Κι ο ασκητής που του φωνάζει να μαρτυρήσει;
— Ποιος ασκητής; Βλέπεις κανέναν ασκητή; μου λέει και τινάζεται τρο­μαγμένος.
— Μ’ αυτός που στέκεται μπροστά του λοιπόν; Δε βλέπεις;

Δε μ’ απάντησε, παρά γονατίζει και σηκώνει τα χέρια του στον ουρανό, σα να προσεύχεται.
Ετοιμάστηκα να κάνω το ίδιο, τα γόνατα μου λυγίζουνε, τρεμουλιάζουν απ’ την τρομάρα, δε με σηκώνουνε.

Το διπλωμένο σκοινί, που κρεμότανε στο χέρι του σκεπασμένου μυστηριώδικου ρασοφόρου που πρόσταξε «μαρτύρησε κολασμένε», ανεβοκατε­βαίνει τώρα μ’ ορμή και χτυπά όπου τύχει, τυλίγοντας το δέντρο και το κοκαλιάρικο κορμί του δεμένου γδυμνού.

Κοκκινόμπλαβες στενές λουρίδες ζώνουνε το γδυμνό κορμί. Το αίμα όλο έχει μπλαβίσει τόσο απ’ το μαστίγιο, όσο δε μπλάβισε απ’ το χιονισμένο το βοριά.

Ο δεμένος, με βραχνή φωνή μισοπνιγμένου, παρακαλεί: «Λυπήσου με! Έλεος!…»
— Μαρτύρησε! ακούγεται πάλι η φωνή του μουτροσκεπασμένου.
— Ψέματα σου είπα, Άγιε Παντελεήμονα μου! Ψέματα σου είπα! Έλεος!

Δεν το βρήκα στην τσέπη μου το ασημένιο κουταλάκι. όχι, ψέματα είπα, Άγιέ μου, πως δεν ξέρω ποιος το ‘βαλε στην τσέπη μου. Συχώρεσε με!…
Έτσι φωνάζει τώρα ο δεμένος. Το μαστίγιο δε σταματά.
Εγώ δε ξέρω τι να υποθέσω πια, μα θαρρώ πως έχω διάθεση να γονατίσω, να παρακαλέσω τους αγίους να συχωρέσουνε τη δυσπιστία που είχα… Πίστεψα στο θάμα!
— Λύσε με, Άγιέ μου, θαματουργέ. Λυπήσου με και θα σου το φέρω χρυσό! Θα δουλεύω τζάμπα στην περιουσία σου, μεγάλε μου προστάτη!… μουγγρίζει εξακολουθητικά ο μάρτυρας.

Όλοι μαζί οι ασκητές τιναχτήκανε μια στιγμή απάνω, μα βήμα δεν κάνανε προς τον τόπο του βασανιστηρίου. Μόνον ο ασκητής με το σκεπασμένο μού­τρο, που τον μαστίγωνε, βγάζει απ’ την τσέπη του ράσου του ένα μαχαιράκι και κόβει τα σκοινιά.

Ο δαρμένος δε μπορεί να κάμει βήμα. Δοκιμάζει να περπατήσει μα τα πόδια του, μουδιασμένα όπως θα ‘ναι, δεν τον βοηθούνε. Γονατίζει στο ίδιο μέρος και κλαίοντας προσκυνάει τα πόδια του μυστηριώδικου ρασοφόρου. Όλο το κορμί του το δέρνουνε σπασμοί. Μα δε μοιάζει πια με κορμί ανθρώ­που. Σα γύψινο άγαλμα μπογιατισμένο με μπλάβη στοτεινή μπογιά είναι τε­ντωμένο χάμω… Έχει λιποθυμήσει. Ο άγνωστος ρασοφόρος, μαζεύει τα σκοινιά και με βήμα αργό, βαρύ, μπήκε στην εκκλησιά και χάθηκε.

Τώρα οι ασκητές, όλοι μαζί, βοηθούνε τον άνθρωπο να σηκωθεί, μουρμου­ρίζοντας προσευχές με σιγανή φωνή που σε γεμίζει τρομάρα…

* * *

Ντυμένος τώρα, δίπλα στη σόμπα τ’ αρχονταρικιού, διηγιέται πως τη νύχτα, ξημερώματα, παρουσιάστηκε ο ρασοφόρος στο υπόγειο που κοιμότανε, τον έδεσε και δεμένο τον έσυρε ως την αυλή και τον έδεσε στο δέντρο, αφού τον έγδυσε πρώτα!
Οι καλόγεροι σταυροκοπιούνται και μουρμουρίζουνε τα λόγια του ευαγ­γελίου.
Κι ο τιμωρημένος συνεχίζει:
«Αφού μ’ έδεσε, έψαξε τις τσέπες μου, έβγαλε ένα ασημένιο κουταλάκι και μου το ‘δειξε. Γιατί το ‘κλεψες απ’ την εικόνα μου;» μου είπε.
«Δεν το ‘κλεψα, του είπα». Κι αλήθεια, δε θυμόμουνα να το ‘χα κλέψει. Ο σατανάς θα σκότισε το μνημονικό μου επίτηδες!! Τότες, λοιπόν, αρχίνησε να με δέρνει μ’ ένα σκοινί. Αυτή την ώρα φτάσατε σεις κι είδατε τι γίνηκε κατό­πιν.
— Κι ήταν ακόμα μπροστά σου ο άγιος την ώρα που ήρθαμε; Ρωτά ο Ανανίας με μισοτρομαγμένη φωνή.
— Ναι, αφού μ’ έδερνε τότε! Αυτός που μ’ έδερνε. Αυτός, με το πανί το μαύρο, που είχε σκεπασμένο το πρόσωπο του… ο ψηλός… μόνο αυτός μ’ έδει­ρε…
— Ο Αγιος Παντελεήμονας!! ακούγεται σχεδόν απ’ όλα τα στόματα.
— Κι ο μουσαφίρης τον είδε! λέει ο Σωφρόνιος κι έδειξε εμένα, που κάθομαι σε μια γωνιά και προσπαθώ τώρα και κάμποση ώρα να μη λέει τίποτα η έκφραση του προσώπου μου.

Όλοι μαζί σχεδόν αρχίσανε:
«Τα βλέπεις; Επίτηδες άνοιξε τα μάτια σου ο Αγιος για να σου δείξει το θάμα!… Να σε κάνει να μετανοήσεις! Βλέπεις; Πώς δεν είδαμε τίποτα εμείς; ε;…»

* * *

Έμεινα κι αυτή τη μέρα στη Σκήτη. Δε με διώξανε. Ίσως με ξεχάσανε μέσα στη φασαρία που είχανε να ετοιμάσουν τους ασκητές που θα βγαίνανε στον Κόσμο περιοδεία. Για «ζητεία», για το λάδι του καντηλιού της θαματουργής εικόνας. Ίσως πάλι μ’ αφήκανε για να σκεφτώ ακόμα λίγο, αν έπρεπε να… ασπασθώ το «αγγελικό σχήμα».

Μα εγώ, χωρίς να σκεφτώ περισσότερο, αφήκα την επομένη, πρωί πρωί, τη Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονα, με πλημμυρισμένη την ψυχή από οίχτο και μίσος ανακατεμένα για τον άνθρωπο που τον αποθεριώνει, τον αποχτηνώνει η λάμψη του χρυσού, η λίγδα του πλούτου…

Θέλω να γυρίσω πίσω στον κόσμο ζωντανός, να τα καταγγείλω όλα τούτα, και γι’ αυτό δε βγάζω μιλιά…

IV

Το καφενείο μας παρουσιάζει σήμερα όψη στρατοπέδου. Παντού βλέπεις την έξαψη την πολεμική. Ως κι οι τοίχοι είναι ηλεχτρισμένοι. Κι ο… μαυροπίνα­κας. Αυτός δα προπάντων. Διαγραφές γίνουνται, χέρια νευρικά γράφουν και­νούρια ονόματα, μεγαλώνοντας και μικραίνοντας τετραγωνάκια.

Σε δυο κόμματα έχουνε διαιρεθεί οι εργάτες. Το ένα είναι μ’ αρχηγό τον Τάσο και τ’ άλλο, το πιο μεγάλο, με το Γιάννη τον Πασσά. Εγώ είμαι ουδέτε­ρος. Από καιρό πάψανε να με λογαριάζουνε. Από τότε που μου χρειάστηκε να φορέσω τη μάσκα της ηλιθιότητας…

Βέβαια, αρκετούς μήνες τώρα τριγυρνώ μ’ αυτή τη μάσκα, όπου μου καπνίσει. Μα, να που ο Τάσος, ίσα ίσα σήμερα, με χρειάστηκε. Μου κάνει τα παράπονα του. Βρίζει – όσο μπορεί όμως πιο σιγά – το Σαμιώτη. Του άρπαξε, λέει, τη δουλειά που βρήκε. Και: «Ο Σαμιώτης είναι χαραμοφάης. Δηλαδής δεν είναι αυτή δουλειά, μα όσο και να ‘ναι… περί ψωμί πρόκειται…».

Κάθε λίγο με ρωτάει: «Κατάλαβες;». Όλο «ναι» του λέω. Κι αυτό δεν του αρέσει πια του Τάσου. Μα αν του πω «όχι» θα με παρατήσει και θα φύγει. Κι αυτό δεν το θέλω, γιατί είναι πολύ ευχάριστο πράμα να σου μιλεί εμπιστευ­τικά ένας… δυνατός, ένας αρχηγός! Η αφορμή του… πολέμου είναι τούτη, μου λέει ο Τάσος. «Ο Διάκος Χ., μου ‘πε να πάω να δουλέψω… Δηλαδής όχι αμπέλι, αλλά… καταλαβαίνεις… Και το ίδιο θα πληρωνόμουνε σα να ‘σκαβα κι αμπέλι… οκτώ δραχμές… καταλαβαίνεις… Βέβαια, βγαίνει κατιτίς. Δεν είν’ έτσι; κατάλαβες;».
— Όχι, δεν κατάλαβα!…
— Μα μπιτ, κουτεντές είσαι; Πρόκειται περί… τιμής, δηλαδής… Περί αυτός νύφη… κατάλαβες;
— Κατάλαβα, του λέω.
— Ε, δηλαδής είναι ντροπής πράματα αυτά, μα… πρέπει να κάνω το ναύλος μου, να του δίνω από δω. Κι ο Σαμιώτης μου ‘καμε χαλάστρα. Και θα πάει αυτός… χωρίς λεφτά! Μόνο φαγοπότι και καπνό! Ε, είναι τιμής κι υπόληψης πράματα αυτά; Να σου παίρνουνε το ψωμί απ’ το στόμα; Δεν είναι πουτάνα των αντρώνε ο Σαμιώτης;

Περιμένει να τ’ απαντήσω. Σκέφτηκα πως καλό είναι να τ’ απαντήσω σαν «ηλίθιος» για να σιγουράρω την καινούργια μου αυτή ιδιότητα, που μ’ αφήνει να θωρώ τόσα παράξενα σ’ αυτό τον τόπο. Και τον ρωτώ αφελέστατα: Κι άμα θα πιάσεις… δουλειά, θα φορέσεις κι εσύ ράσο;».
— Ας στο διάολο! μου λέει. Μα δεν έχεις κουκούτσι! Να, μήτε δραμάριο δεν έχεις. Κατάλαβες;
— Κατάλαβα! του ξαναλέω. Μα ύστερα, με το ράσο θα γυρίζεις;
— Βρε, γιατί θα φορέσω ράσο, κουτέντιε; Κι αυτός θα βγάλει το δικό του.
— Όχι – επιμένω ηλιθιότατα – εγώ άμα πήγα, μου ‘δωκε ράσο και φόρεσα. Κι ύστερα…

Ο Τάσος μένει χασκούμενος μια στιγμή. Ύστερ’ αρχίζει και μου κάνει διάφορες ξετσίπωτες ερωτήσεις. Κοκκινίζω όπως τον ακούω. Μα η μάσκα πρέπει να στερεωθεί. Γι’ αυτό σκύβω το κεφάλι, σαν παιδάκι που ντρέπεται και σε κάθ’ ερώτηση τ’ απαντώ: «Δε σου λέω. Δε σου λέω…» και χτυπώ, πεισματωμένος τάχα, τις παλάμες των χεριών μου, σα ναζάρικο παιδάκι.

Ο Σαμιώτης, από την άλλη άκρη, ακούγεται να κάνει θεωρία στο Κόμμα του, μεσομεθυσμένος, «περί τι θα πει μπαμπεσιά!». Και πως «ο Διάκος είναι καλοπληρωτής!».

Απόσπασμα από το «Άγιον Όρος» έκδοση Γ’. Εκδ. Α. Καραβία. Αθήνα 1946

Το βιβλίο περιείχε βιώματα και παρατηρήσεις του, όταν δούλευε ως σκαφτιάς στον Αθω, το 1931. Ενα βιβλίο «μαστίγιο», όπως χαρακτηρίστηκε και που έφερε στη δημοσιότητα μια από τις σκοτεινές πτυχές της ελληνικής ζωής, μαστιγώνοντας τη βρωμιά και την υποκρισία του καλογερισμού.

Το βιβλίο σημείωσε τρομερή επιτυχία. Εκδόθηκε 3 φορές σε 2 μήνες. Προκάλεσε την αντίδραση της εκκλησίας και των κρατικών αρχών που κατάσχεσαν τη 2η έκδοση. Ωστόσο, παρά την επιτυχία του «Αγίου Ορους» συνέχισε να δουλεύει ως εργάτης έως και το 1944.

(Αφιέρωμα του περιοδικού – επιμέλεια Ηρακλή Κακαβάνη – στη ζωή και το έργο του Θέμου Κορνάρου, με αφορμή την εκδήλωση προς τιμήν του στις 6 Μάη 2015)

Το έργο του Θέμου Κορνάρου