• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Άγιος Αντώνιος της ερήμου

Γράφει ο Στέλιος Κανάκης //

Απ’ ό,τι φαίνεται πρόκειται για ιστορικό πρόσωπο, αλλά μ’ αυτούς (τους χριστιανοσυγγραφείς) δεν βρίσκεις κι άκρη. Καταγόταν από το χωριό Κόμα από πλούσιους, αλλά «χτυπημένους» γονείς, που δεν τον σπούδασαν για να μην τους χαλάσει ως χριστιανός. Έτσι ο Αντώνης έμεινε ξύλο απελέκητο. Πράγμα που δεν τον ενοχλούσε, όπως δεν ενοχλεί (πέραν ημών) και πολλά εκατομμύρια που κυκλοφορούν σήμερα.

Ο Αντώνης ήταν ζαβός και θεόμουρλος (ψυχωτικός). Όταν πέθαναν οι γονείς του έμεινε με μεγάλη περιουσία και μια αδερφή παρθένα. Πάνω εκεί νόμισε πως του είπε το θεόπουλο (γνωστός και ως Χριστός ή Ιησούς) να χαρίσει την περιουσία του (στην εκκλησία) και να στρουγκάρει την παρθένα σε ίδρυμα με άλλες παρθένες όπου «επεδίδοντο σε έργα αγάπης», όπερ και έκανε και τράβηξε για ένα ερημητήριο. Εκεί βρήκε ένα μουρλόγερο που τον έμαθε να προσεύχεται και να τρώει ξερό ψωμί (ένα κομμάτι κάθε μερικές μέρες).

Για κάποιο λόγο που δεν έχει καταστεί σαφής ως τις μέρες μας τον έβαλε στο σημάδι ο διάβολος. Εν τω μεταξύ ο Αντώνης είχε προοδεύσει πολύ στην αγιοσύνη και κατάφερε να μην τρώει ούτε το ξερό κομμάτι ψωμί. Θέλεις απ’ την πείνα, την ζουρλαμάρα του, ο Διάβολος τον είχε από κοντά. Τι μ@λ@κ@ τον είπε που χάρισε την περιουσία του, τι για την αδερφή του την παρθένα, βράχος ο Αντώνης. Διάβολος όμως ο διάβολος, του ‘φερε μπροστά του γυμνές όλες τις καλλονές της εποχής. Ντουβάρι ο Αντώνης. Τις έβαλε να θωπεύονται μεταξύ τους. Άγιος, ο άγιος. Παρατάει σύξυλο τον διάβολο και χώνεται σ’ έναν ευρύχωρο… τάφο. Τα «παίρνει» ο διάβολος και του στέλνει φίδια, σκορπιούς, λύκους, τίγρεις, δαίμονες. Τον δαγκώνουν, τον ξεσκίζουν, τίποτα αυτός. Άλλα θηρία, άλλα ερπετά, άλλα αρθρόποδα. Πάνω που πάει να του δώσει κουτουλιά αυτοπροσώπως ο διάβολος, να σου μια αχτίδα φωτός (θεϊκού) στον τάφο.

-Που ήσουνα γλυκύτατε θεέ μου και μου χει σπάσει τα… θου κύριε, αυτός εδώ;

-Εδώ ήμουν Αντώνιε και σε παρακολουθούσα αοράτως.

Σας τα γράφω κι ανατριχιάζω. Ο διάολος να ‘χει σκάσει στα γέλια.

Εν τω μεταξύ, ο Αντώνης πιάστηκε απ’ την υγρασία του τάφου και τράβηξε για την έρημο. Στο δρόμο ο διάβολος του έριξε έναν ασημένιο δίσκο. Γάτα ο Αντώνης, το πιασε το υπονοούμενο (τι στο διάολο ήθελε ο δίσκος στην έρημη έρημο;) και αναφώνησε:

-Πόθεν δίσκος εν τη ερήμω;

-Βρε αϊ στο διάολο, ακούστηκε ο Διάβολος και του ρίχνει μπροστά του άφθονο χρυσάφι.

Εδώ υπάρχει και η άποψη πως το χρυσάφι το ‘ριξε ο Γιαχβέ για να κάνει ρελάνς στο διάβολο.

Με τα πολλά έμεινε είκοσι χρόνια στην έρημο ο Αντώνης. Τον επισκέπτονταν διάφοροι, άκουγαν τις φωνές των δαιμόνων καθώς μαλλιοτραβιόταν μαζί τους και τα χρειάζονταν.

Μετά από ένα μικρό διάλειμmα στην Αλεξάνδρεια, ξανά στην έρημο ο άγιος. Πήρε και δυο καρβέλια ψωμί (ξερό). Το πήραν μυρωδιά όμως οι περίεργοι κι έτρεχαν στην έρημο. Του κουβαλούσαν και καμιά φραντζόλα που απ’ τον δρόμο είχε ξεραθεί. Είδε κι αποείδε ο Αντώνης κι είπε να μην τους ταλαιπωρεί κι άρχισε να καλλιεργεί. Πήραν χαμπάρι τα άγρια ζώα (της ερήμου) το μποστάνι κι ερχόντουσαν για το σαλατικό τους. Κάτι τους είπε για τον θεό του ο άγιος κι εκείνα εξαφανίστηκαν.

Ένα βράδυ του έστειλε ο διάβολος όλα τα λιοντάρια της ερήμου, αλλά ο Αντώνης τα κατατρόπωσε κι από τότε η έρημος δεν έχει λιοντάρια.

Τον καλούσαν σε διάφορα μέρη να δίνει διαλέξεις υπέρ θεού. Συγκεκριμένα τους έλεγε:

«Φυλάττεσθε, ἔλεγε, ἀπό ρυπαρούς λογισμούς καί σαρκικᾶς ἠδονᾶς. Μή ἀπατάσθε χορτασία κοιλίας, φεύγετε τήν κενοδοξίαν καί συνεχῶς προσεύχεσθε».

Τι ήταν να το λέει; Μονομιάς πίστευαν οι άπιστοι κι ανατρίχιαζαν οι πιστοί. Σε μια περιοδεία βρήκε και την αδερφή του, γραία πια και ηγουμένη σε μοναστήρι, αλλά εξ ίσου παρθένα.

Το 338 μ.X. τον καλούν ως τραμπούκο στην Αλεξάνδρεια εναντίον των Αρειανών. Αφού καθάρισαν με τους Αρειανούς καθαρίζοντάς τους, έσωσε τον έναν από δύο μοναχούς που είχαν κορακιάσει μερικά χιλιόμετρα μακριά του, στέλνοντας κάποιους να τους ξεδιψάσουν. Έπειτα έβαλε μυαλό στον Ευλόγιο που είχε πάρει σπίτι του έναν λεπρό και τον περιέθαλπε, αλλά του είχε μπει ο διάβολος του λεπρού κι έβριζε τον Ευλόγιο. Αυτό κράτησε δέκα επτά χρόνια και παρά λίγο να χ@σει την αγιοσύνη του ο Ευλόγιος και να πνίξει τον λεπρό αλλά του ‘πε μια μεγάλη κουβέντα ο Αντώνης, συγκεκριμένα: «Ευλόγιε, τι θέλεις εδώ εσύ; Τρέξε γρήγορα στην δουλειά σου, για να μην χάσης τον μισθό δεκαεφτά ετών». Κι ο Ευλόγιος γύρισε πίσω και καλόπιανε τον λεπρό για να συνεχίσει να τον βρίζει. Σε τρεις μέρες πέθανε ο λεπρός και σε σαράντα ο Ευλόγιος.

Ένα βράδυ που ο Αντώνης καθόταν στο βουνό και συζητούσε με τους μαθητές του (κάτι σας θυμίζει;) είδε να γίνεται μεγάλη χαρά στον ουρανό, να πανηγυρίζουν οι άγγελοι και μια ολόλευκη ψυχή να αναβαίνει περιχαρής που τα κακάρωσε. Όλα αυτά τα ‘βλεπε μόνο ο άγιος κι οι μαθητές τα χρειάστηκαν. Για να τους ηρεμήσει τους είπε ότι μόλις είδε την ψυχή του Αμμούν να πηγαίνει προς… θεού της. Οι μαθητές όμως που ‘ναι μεν χριστιανοί αλλά όχι κι εντελώς κορόιδα, ανατρίχιασαν, κράτησαν σε χαρτάκι τη μέρα και την ώρα που συνέβη το γεγονός και μετά από τριάντα μέρες το επαλήθευσαν. Τότε πίστεψαν ακόμη περισσότερο.

Σ’ ένα πλοιάριο που μπήκε κάποτε του μύρισε μια βρώμα ανήκουστη και βρήκε έναν φουκαρά στο αμπάρι που τον είχαν καταλάβει τα δαιμόνια και εξέπεμπε αυτή τη βρώμα, που σήμερα είναι γνωστή ως πασοκοσυριζίλα. Έδιωξε τα δαιμόνια και για πολλά χρόνια εξαλείφθηκε κι η βρώμα. Μετά έδιωξε τα ίδια δαιμόνια από κάποιον που έτρωγε τις σάρκες του και σταμάτησε να τις τρώει.

Όταν τον ρωτούσαν πώς μπορεί να ζει, χωρίς να διαβάζει βιβλία, τους απαντούσε και τόσα δισεκατομμύρια δεν διαβάζουν, εγώ σας πείραξα; Άλλωστε επειδή δεν διαβάζουμε, έχουμε τον θεό μας. Και τους αποστόμωνε.

Με τα πολλά αποφάσισε να πεθάνει 105 χρονών. Χάρισε τον μανδύα του στον Αθανάσιο (είναι …άγιος που θα μας απασχολήσει αύριο, μαζί με τον κολλητό του και δολοφόνο Κύριλλο) και ζήτησε να τον θάψουν κάπου κρυφά κι έτσι σήμερα δεν έχουμε κόκαλα και πετσάκια του να προσκυνάμε. Μετά πέθανε.

Απολυτίκιον:

«Ο κυρ Αντώνης πάει καιρός που ζούσε στην αυλή, με ένα κανάτι κι ένα κρεβάτι και με κρασί πολύ…»

_______________________________________________________________________________________________________

Στέλιος Κανάκης Διδάσκει στην επαγγελματική εκπαίδευση και παράλληλα δραστηριοποιείται στο χώρο του βιβλίου. Έχει γράψει, υπό μορφή ημερολογίων τα «Με τη μουσική του κόσμου», «Οι μουσικοί του κόσμου» και «Δώδεκα μήνες συνθέτες».  Επίσης το «Ιερές Βλακείες» Εμπειρία Εκδοτική 1η και 2η έκδοση – Εκδόσεις Εντύποις 3η και 4η και το «Η Αγρία Γραφή» Εκδόσεις ΚΨΜ.
stelioskanakis@yahoo.gr Facebook: Stelios Kanakis /ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΝΑΚΗΣ