Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

«Άδολες συνεντεύξεις σε δόλιους καιρούς»: Ελένη Πολυγένη

Ο Χρήστος Δημούλας, μίλησε με την Ελένη Πολυγένη, στη στήλη του Ατέχνως για νέους δημιουργούς, «Άδολες συνεντεύξεις σε δόλιους καιρούς».

polugeniΓεννηθείσα το 1979.Σπούδασε ανώτερα θεωρητικά στο πιάνο και στην Δραματική Σχολή του Δήμου Αγίας Βαρβάρας Αττικής ηθοποιός, ασχολούμενη με το θέατρο της επινόησης και την περφόρμανς. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: ”Γράμματα σε μαυροπίνακα” (Εκδόσεις Δωδώνη-2009), ”Η θλίψη μου είναι μια γυναίκα” (Εκδόσεις Poema-2012), ” H χώρα των παράδοξων πραγμάτων”σ τις εκδόσεις ”Το Κεντρί”(2014), ”Τα δευτερόλεπτα των ζωντανών στιγμών” (εκδόσεις Γαβριηλίδης-2017). Συμμετέχει στα συλλογικά έργα: ”Μονόλογοι συγγραφέων” στις εκδόσεις ”Βακχικόν”το 2015 και στην ”Ανθολογία ποιητών 2015-2017” στις εκδόσεις” 24 γράμματα” το 2018.Έχει βιβλιοπωλείο στην Πάτρα στ’ οποίο κι εργάζεται.

***

— Το 2009 θεωρούσες μεταξύ άλλων ότι ”αγγίζουμε δειλά την χαρά μέσα σε γιορτές θολών παραισθήσεων”. Ήμασταν τότε στα πρόθυρα της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας. Από μι’ άλλη πλευρά ιδωμένη η φράση-στίχος σου, συγκέντρωνε την πιστότητα μιάς εικόνας που όντως υπήρχε και πριν την έλευση αυτής της κρίσης. Τι λες δέκα χρόνια μετά γι’αυτόν τον στίχο, θα εξακολουθεί να ισχύει ή έπαψε η ισχύ του;

Η αλήθεια είναι οτι ο στίχος αυτός δεν εκφράζει πλέον τόσο τον σημερινό εαυτό μου, δηλαδή, αν ήθελα να πω κάτι ανάλογο τώρα, θα το έλεγα διαφορετικά. Ωστόσο, αν επικεντρωθώ μόνο στο περιεχόμενό του, όντως υπάρχουν πάντα πράγματα που λειτουργούν ως «παραισθησιογόνα», προσφέροντας μιαν επίφαση χαράς σε μια κοινωνία που υποφέρει από ανισότητες, καταπίεση και άγχος επιβίωσης. Από αυτή τη σκοπιά ίσως να έχει ακόμα ισχύ ο στίχος, αλλά αυτό θα πρέπει να το κρίνουν οι αναγνώστες.

— Θέατρο επινοήσης, περφόρμανς, μουσική, ποίηση, κριτικά άρθρα… Απ’ όλα αυτά με τα οποία ασχολήθηκες, ποιο είδος τέχνης εκφράζει ευκρινέστερα την καλλιτεχνική σου πλευρά Έλενα; 

Καλώς ή κακώς έχω κάνει εδώ και κάποια χρόνια την επιλογή μου, διάλεξα την ποίηση, κι αυτό από μόνο του κάτι σημαίνει. Αν και εξακολουθώ να αγαπώ το θέατρο και τη μουσική, η οικονομική μου κατάσταση δεν επιτρέπει να ασχολούμαι με όλα αυτά μαζί. Θα το έκανα σίγουρα αν κατάφερνα να βιοπορίζομαι επαρκώς μέσω της τέχνης, πράγμα που για μένα, όπως και για πολλούς άλλους καλλιτέχνες είναι αδύνατον. Οσον αφορά το κριτικό δοκίμιο, δεν νομίζω ότι ευνοεί ακριβώς την καλλιτεχνική μου πλευρά, αλλά μάλλον μια πιο λόγια πτυχή της, που δεν ξέρω αν μου ταιριάζει τόσο πολύ.

— Λογοτεχνικό είδος στ’ οποίο θέλεις να ασκηθείς περισσότερο κι ως τώρα δεν το έχεις καταφέρει όπως θέλεις, υπάρχει;

Θα με ενδιέφερε πολύ να ασχοληθώ με την πεζογραφία, χωρίς ακόμα να έχω κατασταλάξει στο είδος. Αν και πάντα με δυσκόλευε, τον τελευταίο καιρό με ελκύει ιδιαίτερα κι έχω στραφεί προς τα κει. Ιδανικά θα ήθελα να προκύψει ένα υβριδικό είδος και ας μην κατατάσσεται εύκολα σε κατηγορίες, γιατί μου αρέσει πολύ ο πειραματισμός με διαφορετικές φόρμες. Ακόμα και αν δεν τα καταφέρω πολύ καλά, μου αρκεί ότι θα το ‘χω προσπαθήσει.

— Ποια είναι τα διαφοροποιά στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της έναντι άλλων γυναικών της λογοτεχνίας μας και σε τραβάνε στην προτίμηση της Γιολάντας Πέγκλη;

Αυτό που με τράβηξε εξαρχής στην ποίηση της Πέγκλη ήταν η έντονη σωματικότητα που προσδίδει στο ποίημα, ότι το κάνει να μοιάζει με ζωντανό οργανισμό. Πρόκειται για μια αξιοσημείωτη ικανότητα που στην περίπτωση της Πέγκλη προκύπτει φυσικά και αβίαστα, είναι κάτι πηγαίο και μοναδικό. Αυτό το στοιχείο προσδίδει επίσης στα ποιήματά της θεατρικότητα με την πολύ μοντέρνα έννοια, δηλαδή μια θεατρικότητα που έχει να κάνει με το σώμα, τους ήχους, την εκφορά των λέξεων, τις ανάσες. Και είναι κάτι που με κάνει να συμμετεχω κι εγώ σωματικά στην ανάγνωση του ποιήματος, όχι μόνο διανοητικά, με προκαλεί κατά κάποιον τρόπο να το μιλήσω, να το ζωντανέψω. Η Πέγκλη ήταν στην ουσία ο λόγος που ασχολήθηκα με το δοκίμιο και μια πραγματική έμπνευση για μένα, και εύχομαι να πάρει στα ελληνικά γράμματα τη θέση που της αξίζει.

— Η θλίψη ακόμα είναι για σένα σαν μία όμορφη γυναίκα έξυπνη,ψηλοτάκουνη,που στενοχωριέται πολύ εύκολα ή άλλαξες γνώμη;

Άλλαξα γνώμη, τώρα τη βλέπω περισσότερο σαν μια γυναίκα αρκετά κουρασμένη, γύρω στα σαράντα, μοναχική, που ζει μια μονότονη ζωή σε μια επαρχιακή πόλη.
6. Απάνω στα έργα τέχνης,κρέμεται η γύμνια του δημιουργού τους;

Ναι, αφού ο δημιουργός πάντα εκτίθεται.

— Οι δημιουργοί της τέχνης βοηθάνε να καλυφθεί η φυσική γύμνια του πρόσφυγα,η οικονομική της απολυμένης εγκύου, η ιστορική του μαθητή,η κοινωνική γύμνια της συνείδησης;

Ίσως περισσότερο βοηθάνε να αποκαλυφθεί αυτή η γύμνια. Το πώς θα καλυφθεί είναι ένα πρακτικό ζήτημα. Δεν είμαι τόσο ρομαντική ώστε να πιστεύω ότι κάνοντας τέχνη αυτομάτως αλλάζεις την κοινωνία. Θεωρώ πως, για παράδειγμα, στην περίπτωση του πρόσφυγα είναι ίσως πιο αποτελεσματικό να του πας ρούχα αντί να γράψεις ένα ποίημα. Δεν υποβαθμίζω τη σημασία της τέχνης, έχει σίγουρα τη δύναμη να επηρεάζει συνειδήσεις, αλλά αυτό μπορούν να το κάνουν μόνο έργα που διαθέτουν ένα πολύ ξεχωριστό χάρισμα επικοινωνίας και επιδραστικότητας. Η τέχνη δεν αντικαθιστά σε καμία περίπτωση τον κοινωνικό αγώνα, μπορεί να τον συμπληρώσει, μπορεί ίσως και να τον εμπνεύσει, όμως μόνο όταν είναι πραγματικά χαρισματική.

— Πώς πρέπει ν’αποφευχθεί στην σύγχρονη πραγματικότητα,το να μη γίνονται τα ”εσώτερα κομμάτια πολλών παιδιών, γυαλί που κόβει αργά ή γρήγορα το λαιμό των γονιών τους”;

Είναι γνώρισμα της ελληνικής πραγματικότητας τα παιδιά να μεγαλώνουν με τρόπο που να γίνονται γυάλινα, δηλαδή πολύ εύθραυστα. Σαν να μην τους επιτρέπεται να ενηλικιωθούν. Οι γονείς κατά βάση επιλέγουν τα υλικά από τα οποία θα δημιουργηθεί ο νέος άνθρωπος. Πρέπει να είναι ανθεκτικά, και φυσικά δεν εννοώ να σκληραγωγείται, αλλά να πατάει στα δικά του πόδια, να νιώθει σιγουριά, ασφάλεια και ότι μπορεί να αντεπεξέλθει στις καταστάσεις.

Υπάρχει τεράστιο θέμα με την ελληνική οικογένεια, την υπερπροστατευτικότητα, την αποφυγή πρωτοβουλιών στο παιδί, τη συνεχή καθοδήγηση έτσι που τελικά να νιώθει τον εαυτό του ανύπαρκτο. Μια ολόκληρη γενιά, η γενιά μου γαλουχήθηκε έτσι, και το αποτέλεσμα είναι μια γενιά καθηλωμένη σε διάφορες αγκυλώσεις, που αδυνατεί να διεκδικήσει το οτιδήποτε. Η επανάσταση ξεκινά πρώτα μέσα από την οικογένεια, αν σκεφτούμε ότι είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας.

– Πώς κρίνεις την διάθεση και τις προτιμήσεις των επισκεπτών στο βιβλιοπωλείο σου γι’αγορά βιβλίων;

Για να είμαι ειλικρινής δεν δουλεύω τόσο με το βιβλίο όσο με τις φωτοτυπίες και τα αναλώσιμα, λόγω του ότι το μαγαζί είναι συνοικιακό και απευθύνεται κυρίως σε φοιτητές. Ωστόσο, βλέπω με χαρά ότι στους νέους ανθρώπους αρχίζει να αναπτύσσεται ένα ενδιαφέρον για την ποίηση. Αυτό που δεν με χαροποιεί και τόσο, οφείλω να το πω, είναι η εμμονή με τη μόδα της αυτοβελτίωσης και με όλα αυτά τα βιβλία που δυσφημούν, κατά τη γνώμη μου, την επιστήμη της ψυχολογίας. Αλλά αυτή είναι απλώς η γνώμη μου.

— Τα επόμενα καλλιτεχνικά σου σχέδια ποια είναι;

Έχω ολοκληρώσει το επόμενο βιβλίο μου, που είναι μια συλλογή από λυρικές πρόζες και αποτελεί για μένα μια γέφυρα προς το πεζό. Λέγεται «Ανάγλυφη» και ασχολείται με την έμφυλη ταυτότητα, ένα θέμα που με ενδιαφέρει πολύ. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα κυκλοφορήσει μέσα στην επόμενη χρονιά.

_______________________________________________________________________________

xristos dimoulas

Χρήστος Δημούλας: Εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες κι Ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο καθώς και Δημοσιογραφία στο Επαγγελματικό Εργαστήρι Δημοσιογραφίας. Συνδημιουργός του Φωτογραφικού Εργαστηρίου ”Φώτο-Προλετάριοι”. Έχει εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές.”Με λάδι του παρόντος ανάβουν του μέλλοντος καντήλια”(2013),”Ο ι λαϊκατζήδες”(2014) και”Γιώργος Φαρσακίδης,ο ζωγράφος του Λαού”(2015).