Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

«Άδολες συνεντεύξεις σε δόλιους καιρούς»: Νικόλας Κουτσοδόντης

Ο Χρήστος Δημούλας, μίλησε με τoν Νικόλα Κουτσοδόντη, στη στήλη του Ατέχνως για νέους δημιουργούς, «Άδολες συνεντεύξεις σε δόλιους καιρούς».

***koutsodontis1

Ο Νικόλας Κουτσοδόντης γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συμμετείχε στο ποιητικό εργαστήρι του ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος. Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Η “Χαλκομανία” (2017) είναι η πρώτη συλλογή ποιημάτων του που βλέπει το φως.

***

— Νικόλα, ανεξάρτητα από την εργασία σου στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών,έχεις σπουδάσει Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Στα όσα ποιήματα νέων Ελλήνων ποιητών έχεις διαβάσει ως τώρα, τι κοινωνικά χαρακτηριστικά βλέπεις να κυριαρχούνε;

Είναι πασίγνωστο πως από την ποίηση δε βιοπορίζεται κανείς. Μπορώ να πω σίγουρα πως η πλειοψηφία είτε δικηγορεί, είτε γιατροπορεύει, πελαγοδρομεί στα πανεπιστήμια, σου σερβίρει το ποτό, σου βγάζει φωτοτυπίες ή ακόμα σου φτιάχνει το κλιματιστικό και χίλια δυο άλλα. Θα αποφύγω να κοινωνιολογίσω, αντ’ αυτού θ’ αναφερθώ στους ίδιους τους ομότεχνους μου. Πρόκειται για τη Μαρία Φίλη που «είναι η σουρικάτα σου», την Έλενα Πολυγένη με «τα τακούνια της στα λασπόνερα», τον Γιάννη Στίγκα που μιλά για τον λόρδο Βύρωνα και για «8 μποφόρ Χριστό», τη Δήμητρα Γερογιάννη που «περιμένει/ έναν κόκκινο ελέφαντα/ να καταπιεί τη θλίψη», το χώμα της Ηλέκτρας Λαζάρ που «μυρίζει ράμματα ανοιγμένα», της Βασιλείας Οικονόμου τα σύννεφα «φορούσαν φουστάνια γεμάτα πνιγμένο ηλεκτρισμό», τον Παναγιώτη Μηλιώτη να λέει «την κρίσιμη ημέρα έφυγες για να βρείς το μέσα σου στο παραπέρα», τη Μάγδα Φύσσα στα μάτια του Άκη Παραφέλα «ντυμένη απόκρημνα», «η Ευρωπη» του Πέτρου Σκυθιώτη «προσκύνησε από τα δεκαοχτώ αντικαταθλιπτικά», ύστερα η Μαρουσώ Αθανασίου «είμαι έξι και μισή, είμαι ρολόι, είμαι ασφαλώς», του Νικόλα Ευαντινού «καλά, τέτοια αλάνα ο ουρανός/και να φοβάσαι μη χτυπήσεις;», του Γιώργου Γωνιανάκη «σε πέτρινη πραγματικότητα μαγκιά να είσαι ανθισμένος», την Ελένη Ντούξη να λέει «περιμένω το χιονιά το ακονισμένο του αστέρι/ να απλώνει τα παιδιά μου πάνω στο χιόνι», το «παιδί» , του Μάξιμου Τρεκλίδη, «σαν ταλαιπωρημένο κερί ή στήθος μελισσοφάγου», την Κατερίνα Ζησάκη «Να ουρλιάζω από πόνο/ εκεί να δείς ποίημα», τον Φάνη Παπαγεωργίου «πώς να κρεμάσεις/ έναν άνθρωπο με σχοινί/ όταν όλο το βάρος/ πέφτει στο κεφάλι», τον Χρήστο Δημούλα «της οικονομίας τα τερτίπια/ φτιάχνουν ψυχικά ερείπια», τον Θάνο Γώγο «ένας μικρός χώρος για ζωγραφική/ είμαι», τη Σάντι Βασιλείου «Τόλμησες να τραυματιστείς/ αγκαλιάζοντας εμένα», την Εσμεράλδα Γκέκα που επιθυμεί «να στάξει χαμομήλι και μέντα η μέρα», τον Πάνο Κουτούλια «έχουν να κάνουν με το κρίμα οι κρυμμένοι;», τον Θωμά Τσαλαπάτη «Έχω ένα μικρό κουτί που πάντα μέσα του κάποιον σφάζουν», τον Βελουχιώτη της Ελένης Τζατζιμάκη και «τους αφελείς εκκοκιστές του καιρού», τη μάνα του Βασίλη Αμανατίδη «Όχι, δεν θέλω δώρο. Δεν έπρεπε. Να σου δώσω τα χρήματα;», τον Μάριο Χατζηπροκοπίου «ο έρωτας τους ήταν/ δυο δέντρα στεριωμένα καθένα στη ρίζα του/ κλαδιά ο ένας μέσα στον άλλο», την Κατερίνα Ηλιοπούλου «Δεν θέλω να μπω στο δωμάτιο του χρόνου. Εκεί μέσα υπάρχουν θέσεις αλλά καθετί δεν βρίσκεται στη θέση του», και πολλούς πολλούς άλλους σύγχρονους δημιουργούς που αποδεικνύουν την ποιότητα της εγχώριας ποιητικής παραγωγής μας κι ας με συγχωρέσουν που δεν κατάφερα να συμπεριλάβω όσους πραγματικά θα ήθελα.

— Τον περασμένο Ιούλιο ”έφυγε” ο γνωστός ποιητής Χριστόφορος Λιοντάκης,με τον οποίον ήσουν φίλος. Ποιαήταν η καλύτερη κουβέντα που θυμάσαι να έχεις κάνει μαζί του;

Αν ήξερες πόσο βαριόταν τις λογοτεχνικές συζητήσεις ο Χριστόφορος! Δεν είναι πως δεν κάναμε, ωστόσο του έκανε κέφι περισσότερο να με ακούει να γκρινιάζω για τα καθημερινά, να τσακωνόμαστε για τα πολιτικά και να λέμε τα νέα μας πάνω στο φαγητό. Ο Χριστόφορος ήταν ένας δοτικός και γενναιόδωρος τύπος, αγαπούσε να δένει τα χέρια πίσω από την πλάτη σαν ηρακλειώτης ναυτικός και να περπατά στα Εξάρχεια. Άνθρωπος απλός και καλός για όσους μας τίμησε με τη φιλία του και όσους μας φρόντισε με την έγνοια ενός έμπειρου λογοτέχνη και δασκάλου. Αγαπούσε τα σκυλιά, τα λουλούδια (έχει μεγαλώσει πια η πικροδάφνη που μου έκανε δώρο στη γιορτή μου), αγαπούσε την Καίτη Γκρέυ, τη Σωτηρία Μπέλλου, τους απλούς ανθρώπους , το καλό φαι και σιχαινόταν την αβρότητα και τη σοβαροφάνεια. Είναι ο ποιητής που μίλησε ωραία όσο λίγοι για τον φόβο, είχε πει πως “μέσα από ξένα στόματα με λοιδορεί η φωνή μου”. Μου είχε δώσει δύο συμβουλές: να μελετήσω τον “Σχοινοβάτη” του Ζενέ και να καταπιαστώ με μεταφράσεις πεζογραφίας. Δεν του τις έχω πάει ακόμα.

— Τι λες, θα συνεχίζουνε για πολύ ακόμα ”οι επενδυτές να βρίσκουνε χαριτωμένα, τα μικρά κορμιά στην παραλία ματωμένα”;

Aυτός ο στίχος είναι από το ποίημα μου “Προστατευμένη παρυφή”. Ήταν το όνομα μιας ισραηλινής στρατιωτικής άσκησης, πολύνεκρης φυσικά. Συνέβη πώς τέσσερα αγόρια έπαιζαν ποδόσφαιρο σε μια παραλία και τα σκότωσαν ρουκέτες. Από τότε η αγριότητα επουδενί δεν κόπασε κι εσχάτως η Ελλάδα πιο ενεργά εισχωρεί στο επικίνδυνο γεωστρατηγικό παιχνίδι για τα ενεργειακά. Η Ελλάδα δεν έχει ακόμα πιπιλίσει κάρβουνο στο στόμα, στοιβάζει μονάχα τα ανέστια θύματα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Απάντηση έχει ευθύνη να δώσει φυσικά το οργανωμένο κίνημα. Και θα δώσει.

— Η κοινωνική ευαισθησία συνδυασμένη με ταξική συνειδητοποίηση είναι στοιχείο περασμένο φανερά στην ποίηση σου. Για το θέμα ”λογοτέχνες και ταξική συνείδηση”τόσο για τους ίδιους όσο και για την συμβολή τους στην εξάπλωσή της στον κόσμο,τι γνώμη έχεις;

Οι υλικοί όροι ζωής χαράσσουν και την ποιητική παραγωγή. Εξυπακούεται πως ένας μπουρζουάς, ένας εισοδηματίας έχει παραπάνω χρόνο να επενδύσει στη ποιητική εργασία, η δική μου πραγματικότητα ως μισθωτού του είναι koutsodontisφυσικά ξένη. Καμιά φορά συζητάμε με τον φίλο ποιητή Μηλιώτη, τίνι τρόπω η εργασιακή ζωή, ως βάση της ανθρώπινης δραστηριότητας, βρίσκει τόπο στο ποίημα. Είναι η δυσάρεστη αυτή καθημερινότητα που αποτρέπει πολλούς από το να γράψουν έργο που να πιάνει τον κόσμο που τα αφεντικά δημιούργησαν για αυτούς. Σε συνθήκες, λοιπόν, εξαιρετικά δύσκολες για την ταξική πάλη πιστεύω απαραίτητο είναι το να επιτρέψουμε στο αισιόδοξο να προκύψει απρόσμενα, μιλώντας για το πώς παλεύονται οι φόβοι μας, για τον αγώνα του καθενός ενάντια στην ατομική του καταρράκωση (στην κατάθλιψη, το άγχος, τις κρίσεις πανικού, την τοξικότητα της ελεύθερης αγοράς), να μιλήσουμε για το πώς κι από πού παίρνουμε δύναμη τελικά, πως επικοινωνούμε μεταξύ μας, άνθρωποι μέσα στις αντιφάσεις μας, πώς συνυπάρχουμε και επικοινωνούμε στο σωματείο, στη διαδήλωση, αλλού. Οι δυσκολίες και η ανάγκη ψάχνουν λέξεις να δικαιωθούν, λοιπόν. Το σύνθημα, το προγραμματικό δεν βλέπω να εξυπηρετούν, καθώς ο ποιητής δεν είναι μια βραχνή ντουντούκα σε λούπα, δε γίνεται να μιλά για σάλπισμα φυσώντας ένα σωλήνα μπάνιου. Το πηγαίο και ειλικρινές ως εμπειρία, κατά τη γνώμη μου γίνεται σεβαστό και από τον απλούστρο άνθρωπο, αν όντως γράφεις γι αυτόν. Οι κλασικοί του μαρξισμού έχουν διδάξει πως το γλωσσικά ανοίκειο είναι που κινητοποιεί τη σκέψη. Για να βγαίνει αβίαστα η ανάγκη ανατροπής, κίνησης και αλλαγής η συμβουλή του Ένγκελς ήταν το κρυφό μήνυμα, ώστε να δικαιώνεται η τέχνη, και συνέχισε στο ίδιο πνεύμα ο μαρξιστής Μπερτζερ λέγοντας πως ειλικρινές τελικά είναι το να κρύβεις τα κίνητρα σου.

Η ποίηση σίγουρα είναι το πιο εξατομικευμένο είδος γραφής, είναι όμως και επικοινωνία και αν δείξεις λίγη προσοχή ακούς ακόμα τον αχό της αρχαίας φωνής της κοινότητας. Γιατί, όπως υποστήριζε ο μαρξιστής Τζορτζ Τόμσον, η ποίηση έχει σχέση με τη μαγεία, με την επιθυμητή πραγματικότητα. Όπως χόρευαν οι αγρότες για να προκαλέσουν καλή σοδειά πατάτας, άλλαζαν μαζί και την μέχρι τότε πραγματικότητα καθώς μετά εργάζονταν με άλλη ψυχολογία, άλλη δυναμική από εκει λοιπόν και η ποίηση, που ενέχει τραγούδι και λύρα και όνειρο, μπορεί να δείξει πως κινείται το ανθρώπινο μέσα στο απάνθρωπο, να ξορκίσει, έχοντας να “συντηρήσει φωλιές νερού στις φλόγες” ή να “βγάλει τη γλώσσα στα άστρα”.

— Γνωστή επίσης η εναντίωσή σου κι η ξεκάθαρη στάση σου απέναντι στις κοινωνικές διακρίσεις όπως η υφιστάμενη στον χώρο των ΛΟΑΤΚΙ.  Ποια η κοινωνική κατάσταση σε αυτόν και πως εκπορεύεται η Τέχνη από εντός του; Διεξοδικά ή συμβιβασμένα;

Η μαγική λέξη είναι πάντα η ενσυναίσθηση. Επειδή πολλοί κρίνουν γενικά χωρίς την παραμικρή ιδέα του τι εμπειρίες διαχειρίζεται ενα λοατκι+ άτομο δείχνω συνήθως λίγη υπομονή. Κάποιοι “κανονικοί” φτύνουν μια κρίση περί “αισθητικής” πάνω μας μένοντας στην επιφάνεια, ανίκανοι να αναγνωρίσουν το ανθρώπινο. Γιατί η ουσία της μοναξιάς, του έρωτα, της σεξουαλικής επαφής ίσως είναι πανανθρώπινη, έχουμε δικαίωμα όμως οι λοατκι+ να μας καίει δημιουργικά η πολύ δύσκολη διαδικασία ανακάλυψης του εαυτού, των ταυτοτήτων που εννοήσαμε ως δικές μας, που κατακτήσαμε κι εκείνων που με βία μας φόρεσαν. Αυτό βγαίνει βέβαια και στην ποίηση των στρέιτ, στις προσδοκίες των γονιών, στις συμβάσεις, σε πολλά. Όμως η απόρριψη (στο Λος Άντζελες το 40% των νέων λοατκι+ είναι άστεγοι, πολλοί επειδή εκδιώχθηκαν από την οικογένεια τους), η απειλή της ζωής και οι δολοφονίες τρανς ατόμων, η ατιμωρησία των εγκληματιών όπως και στη χώρα μας των δολοφόνων του Ζακ, η επιβίωση μιας λογικής παθολογίας πίσω από την άρνηση της γονεϊκότητας, τα μοντέλα ρόλων και συμπεριφοράς που κάνουν προβληματικές τις επαφές μας είναι ζητήματα που πρώτοι οι λοατκι+ οφείλουμε να τα παλέψουμε και να γράψουμε για αυτά. Γιατί σωτήρες δεν υπάρχουν, φυσικά.

Στη λεγόμενη queer ποίηση υπάρχει και η διαδικασία διαχείρισης πληγωτικών εμπειριών, με κάποτε έντονο καρναβαλικό στοιχείο (και το καρναβαλικό είναι πολιτικό) σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό, που εκθέτει στη γελοιότητα του όλο το εποικοδόμημα των φυλετικών σχέσεων, το κράτος, την εκκλησία, τους θεσμούς, τα πάντα. Στα ποιήματα αυτά θα δεις την προσπάθεια επιβίωσης και αντίστασης σε ένα πιεστικό περιβάλλον και πέραν των διαπροσωπικών σχέσεων γιατί εννοείται οι λοατκι+ είμαστε επίσης μισθωτοί ή άνεργοι. Πάντα, φυσικά, παίζει ρόλο η ιστορική εποχή, οι συνθήκες, η χώρα. Πριν την εποχή της queer ποίησης ο Αλέν Γκίνσμπεργκ έγραφε ποιήματα για την κομμουνίστρια μάνα του Ναόμι και ταυτόχρονα απροκάλυπτα έγραφε για σεξ, ενώ ο Pedro Lemebel με τα τακούνια του κι ένα μεγάλο ζωγραφισμένο σφυροδρέπανο στο πρόσωπο διάβαζε σε συγκέντρωση του ΚΚ Χιλής το 1986 το ποίημα «Διακήρυξη. Μιλώ για τη διαφορά μου» . Έπειτα κι ο αμερικανός John Giorno όταν το 1964 έγραψε το «Πορνογραφικό ποίημα» με 7 Κουβανούς αξιωματικούς που τον πηδούσαν ήταν αμέσως μετά την ήττα στην ιμπεριαλιστική επέμβαση του Κόλπου των Χοίρων. Ας έχουμε περισσότερη ενσυναίσθηση λοιπόν και ανοιχτά μάτια να αναγνωρίζουμε το πολιτικό και προπαντώς το ανθρώπινο, γιατί ο,τι ανθρώπινο είναι και προοδευτικό.

6.Πάντως ο χώρος της Λογοτεχνίας διεθνώς,έχει να δείξει σημαντικά μεγάλο ανεξερεύνητο πεδίο κοινωνικής-ταξικής ποίησηςαπό ομοφυλόφιλους ποιητές.Έχεις ερευνήσει αρκετά πάνω σε αυτόν τον τομέα κι η γνώμη σου ασφαλώς μετράει. Δώσε μου μια περιεκτική εικόνα.

Λοιπόν, υπήρξε ένα κύμα συμπάθειας, ακόμα κι ένταξης ή στράτευσης πολλών λοατκι+ λογοτεχνών σε εργατικά και κομμουνιστικά κόμματα, ειδικά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου
αιώνα. Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι σίγουρα εξοικειωμένο με το έργο του Lorca, του Pasolini και του Louis Aragon, λιγότερο με του Louis Cernuda, του Langston Hughes, του Rene Crevel και της Sibilla Aleramo και φυσικά υπάρχει η κατηγορία όσων είναι παντελώς άγνωστοι στους Έλληνες, ενδεικτικά: William Aalto, Ary Dos Santos, Enrique Amorim, Jaroslaw Iwaszkiewicz, Sergei Kuzmin, Valentine Ackland, Sylvia Townsend Warner, Muriel Rukeyser, Patrick Anderson, Ludwig Renn, Paul Van Ostaigen και Pedro Lemebel. Φυσικά κι Έλληνες λοατκι+ δεν έμειναν αμέτοχοι της ταξικής πάλης,πρόκειται για τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη,τον Λουκά Θεοδωρακόπουλο,τον Δημήτρη Δούκαρη.Το φαινόμενο δεν είναι ξέχωρο από τις συνθήκες της εποχής, τους παγκόσμιους πολέμους, τον ισπανικό εμφύλιο, αλλά και την πρώτη 15ετια της ΕΣΣΔ με τις πρωτοφανείς κατακτήσεις έως σημείου σοβιετικά δικαστήρια να εγκρίνουν ομοφύλους γάμους, να γίνονται οι πρώτες απόπειρες επαναπροσδιορισμού φύλου και κομισάριοι όπως ο δρ. Γκριγκόρι Μπατκινς το 1923 να εκδίδουν μπροσούρες ενημέρωσης για ισότιμη μεταχείριση του “σοδομισμού” με τις λεγόμενες ” φυσιολογικές επαφές”. Αυτά πριν κατρακυλήσει στην καταστολή, εξίσου με την καπιταλιστική δύση εκείνη την εποχή, που εξηγείται ιστορικά, δε δικαιολογείται όμως, ούτε συγχωρείται.

Η ζωή και η δράση πολλών εξ όσων ανέφερα έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, αν είχα, ωστόσο, να αναφερθώ ξέχωρα σε έργο θα επέλεγα το σπουδαίο και από πολιτικής άποψης “Ποιητής στη Νέα Υόρκη” του Λόρκα και πιο ειδικά την “Ωδή στον Γουόλτ Γουίτμαν”, ίσως από τα σπουδαιότερα ποιήματα για την ομοφυλοφιλία. Από πεζογραφία θα ξεχώριζα το “Summer will show” (το καλοκαίρι θα δείξει) γραμμένο στα 1935 από τη Sylvia Townsend Warner. Είχε την τόλμη να τοποθετήσει λεσβιακό έρωτα κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1848, ενώ το βιβλίο κλείνει με την ηρωίδα να διαβάζει το κομμουνιστικό μανιφέστο.

— Συμμετέχεις σε πολλές μαζικές λογοτεχνικές συναντήσεις και σε Φεστιβάλ βιβλίου απαγγέλοντας ποιήματα σου. Ποια η κύρια αίσθηση που σου έχουν ως τώρα αφήσει;

Είναι ένα ζήτημα αυτό. Το κοινό είναι πάντα λιγοστό για την ποίηση, εγχώρια τουλάχιστον, παρότι διοργανώσεις όπως το Πανθεσσαλικό φεστιβάλ ποίησης ή η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης έχουν προσέλευση και καλή οργάνωση. Από την άλλη αν τύχει να “εισβάλλεις” σε δημόσιους χώρους, σε μέσα μεταφοράς, πλατείες κτλ υπάρχουν πάντα όσοι λοιδορούν και σε σπρώχνουν πίσω στα σαλόνια, θεωρώντας πως η ποίηση τρώγεται ακόμα σε πορσελάνες από την πεφωτισμένη δεσποτεία. Η ποίηση στην Ελλάδα υποφέρει από την τηλεοπτική και δημοσιογραφική χλεύη που έχει φάει διαχρονικά, αλλά αγνοώντας όσους υποτιμούν τη νοημοσύνη του κόσμου, η δική μου εμπειρία δείχνει πως η ποίηση αγγίζει απρόσμενα κόσμο, ακόμα κι όσους γυρίζουν κουρασμένοι με το λεωφορείο από τη δουλειά. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη επιβράβευση. Η ιστορία, άλλωστε δείχνει πως σε άλλες εποχές , σε άλλους τόπους η ποίηση μάζευε ολόκληρα στάδια με κόσμο, συνέβαινε στην ΕΣΣΔ με τον Γιεφτουσένκο, την Αχμαντούλινα, συνέβαινε με τον Νερούδα στη Χιλή, ακόμα και με τους beat ποιητές. Γιατί κάποτε και η ποίηση ήταν ροκ.

— Πότε έγραψες τα πρώτα σου ποιήματα κι από τότε μέχρι τώρα τι έχει αλλάξει σε αυτά;

Θυμάμαι παιδί να προσπαθώ ένα τραγούδι και έφηβος να κλοτσάω ένα τετράδιο, να το
χτυπάω πάνω στην ξύλινη τουαλέτα. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον πρώτο ποιητή που μου
αποκάλυψε πως σαν μαζέψω εμπειρία θα γράψω ποίηση. Ήταν σε μια κινητοποίηση από το
Πάντειο ως το Σύνταγμα γύρω στο 2007. Ποιος να ήταν άραγε; Στο σήμερα συνειδητοποιώ πως γράφοντας κυνηγώ κάτι άπιαστο, αυτό που δε γνωρίζει το ποίημα, το ανείπωτο, το σιωπηλό που αφήνει ένα κενό να το γεμίσει ο αναγνώστης. Κατάλαβα πως πλούτος στη δημιουργία, αλλά και στη ζωή, είναι τα μικροσυμβάντα , το μπισκότο που επίτηδες έσπασε παιδιάστικα εκείνος είναι πιο σημαντικό από μια εύκολη ομολογία αγάπης. Έπειτα υπηρετώντας την τέχνη μου σωστά προσπαθώ να επιτρέπω να μπορεί να συμβεί το οτιδήποτε στο ποίημα, να δίνω νέα χρήση στις λέξεις, κυρία να είμαι ειλικρινής, χωρίς δεύτερες σκέψεις, και τέλος να αφήνομαι συχνάκις σε εναν απελευθερωτικό αυτοσαρκασμό.

— Την αγαπημένη σου Άνδρο με τι είδους γραπτό θα την έντυνες;

Κατ’ αρχάς ο τόπος μου έχει ντυθεί από τον Ανδρέα Εμπειρίκο με το ποίημα “Άνδρος Υδρούσα”. Τεράστιο ευτύχημα. Το απαράμιλλο αυτό ποίημα και τα βιώματα μου βοήθησαν να γράψω το ποίημα «Στο χωριό» για το Συνετί της Άνδρου, μα βέβαια οι λογαριασμοί μου με τον τόπο μου δεν έχουν ακόμα κλείσει.

— Επειδή κάτι άκουσα και είδα, επαλήθευσέ το μου. Ετοιμάζεις γραπτά σου για έκδοση κι αν ναι, τι αφορούν;

Αυτή την περίοδο εργάζομαι στις μεταφράσεις του Αμερικανού κομμουνιστή ποιητή Thomas McGrath. Επίσης ολοκληρώνω και το επόμενο ποιητικό βιβλίο μου. Θα λέγεται: ” Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι”.

_______________________________________________________________________________

xristos dimoulas

Χρήστος Δημούλας: Εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες κι Ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο καθώς και Δημοσιογραφία στο Επαγγελματικό Εργαστήρι Δημοσιογραφίας. Συνδημιουργός του Φωτογραφικού Εργαστηρίου ”Φώτο-Προλετάριοι”. Έχει εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές.”Με λάδι του παρόντος ανάβουν του μέλλοντος καντήλια”(2013),”Ο ι λαϊκατζήδες”(2014) και”Γιώργος Φαρσακίδης,ο ζωγράφος του Λαού”(2015).