Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

«Άδολες συνεντεύξεις σε δόλιους καιρούς»: Νικόλας Κουτσοδόντης

Ο Χρή­στος Δημού­λας, μίλη­σε με τoν Νικό­λα Κου­τσο­δό­ντη, στη στή­λη του Ατέ­χνως για νέους δημιουρ­γούς, «Άδο­λες συνε­ντεύ­ξεις σε δόλιους καιρούς».

***koutsodontis1

Ο Νικό­λας Κου­τσο­δό­ντης γεν­νή­θη­κε το 1987 στην Αθή­να. Σπού­δα­σε Κοι­νω­νιο­λο­γία στο Πάντειο Πανε­πι­στή­μιο και συμ­με­τεί­χε στο ποι­η­τι­κό εργα­στή­ρι του ιδρύ­μα­τος Τάκης Σινό­που­λος. Ποι­ή­μα­τα του έχουν δημο­σιευ­τεί σε έντυ­πα και ηλε­κτρο­νι­κά περιο­δι­κά. Η “Χαλ­κο­μα­νία” (2017) είναι η πρώ­τη συλ­λο­γή ποι­η­μά­των του που βλέ­πει το φως.

***

– Νικό­λα, ανε­ξάρ­τη­τα από την εργα­σία σου στον κλά­δο των τηλεπικοινωνιών,έχεις σπου­δά­σει Κοι­νω­νιο­λο­γία στο Πάντειο Πανε­πι­στή­μιο. Στα όσα ποι­ή­μα­τα νέων Ελλή­νων ποι­η­τών έχεις δια­βά­σει ως τώρα, τι κοι­νω­νι­κά χαρα­κτη­ρι­στι­κά βλέ­πεις να κυριαρχούνε;

Είναι πασί­γνω­στο πως από την ποί­η­ση δε βιο­πο­ρί­ζε­ται κανείς. Μπο­ρώ να πω σίγου­ρα πως η πλειο­ψη­φία είτε δικη­γο­ρεί, είτε για­τρο­πο­ρεύ­ει, πελα­γο­δρο­μεί στα πανε­πι­στή­μια, σου σερ­βί­ρει το ποτό, σου βγά­ζει φωτο­τυ­πί­ες ή ακό­μα σου φτιά­χνει το κλι­μα­τι­στι­κό και χίλια δυο άλλα. Θα απο­φύ­γω να κοι­νω­νιο­λο­γί­σω, αντ’ αυτού θ’ ανα­φερ­θώ στους ίδιους τους ομό­τε­χνους μου. Πρό­κει­ται για τη Μαρία Φίλη που «είναι η σου­ρι­κά­τα σου», την Έλε­να Πολυ­γέ­νη με «τα τακού­νια της στα λασπό­νε­ρα», τον Γιάν­νη Στί­γκα που μιλά για τον λόρ­δο Βύρω­να και για «8 μπο­φόρ Χρι­στό», τη Δήμη­τρα Γερο­γιάν­νη που «περιμένει/ έναν κόκ­κι­νο ελέφαντα/ να κατα­πιεί τη θλί­ψη», το χώμα της Ηλέ­κτρας Λαζάρ που «μυρί­ζει ράμ­μα­τα ανοιγ­μέ­να», της Βασι­λεί­ας Οικο­νό­μου τα σύν­νε­φα «φορού­σαν φου­στά­νια γεμά­τα πνιγ­μέ­νο ηλε­κτρι­σμό», τον Πανα­γιώ­τη Μηλιώ­τη να λέει «την κρί­σι­μη ημέ­ρα έφυ­γες για να βρείς το μέσα σου στο παρα­πέ­ρα», τη Μάγδα Φύσ­σα στα μάτια του Άκη Παρα­φέ­λα «ντυ­μέ­νη από­κρη­μνα», «η Ευρω­πη» του Πέτρου Σκυ­θιώ­τη «προ­σκύ­νη­σε από τα δεκα­ο­χτώ αντι­κα­τα­θλι­πτι­κά», ύστε­ρα η Μαρου­σώ Αθα­να­σί­ου «είμαι έξι και μισή, είμαι ρολόι, είμαι ασφα­λώς», του Νικό­λα Ευα­ντι­νού «καλά, τέτοια αλά­να ο ουρανός/και να φοβά­σαι μη χτυ­πή­σεις;», του Γιώρ­γου Γωνια­νά­κη «σε πέτρι­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μαγκιά να είσαι ανθι­σμέ­νος», την Ελέ­νη Ντού­ξη να λέει «περι­μέ­νω το χιο­νιά το ακο­νι­σμέ­νο του αστέρι/ να απλώ­νει τα παι­διά μου πάνω στο χιό­νι», το «παι­δί» , του Μάξι­μου Τρε­κλί­δη, «σαν ταλαι­πω­ρη­μέ­νο κερί ή στή­θος μελισ­σο­φά­γου», την Κατε­ρί­να Ζησά­κη «Να ουρ­λιά­ζω από πόνο/ εκεί να δείς ποί­η­μα», τον Φάνη Παπα­γε­ωρ­γί­ου «πώς να κρεμάσεις/ έναν άνθρω­πο με σχοινί/ όταν όλο το βάρος/ πέφτει στο κεφά­λι», τον Χρή­στο Δημού­λα «της οικο­νο­μί­ας τα τερτίπια/ φτιά­χνουν ψυχι­κά ερεί­πια», τον Θάνο Γώγο «ένας μικρός χώρος για ζωγραφική/ είμαι», τη Σάντι Βασι­λεί­ου «Τόλ­μη­σες να τραυματιστείς/ αγκα­λιά­ζο­ντας εμέ­να», την Εσμε­ράλ­δα Γκέ­κα που επι­θυ­μεί «να στά­ξει χαμο­μή­λι και μέντα η μέρα», τον Πάνο Κου­τού­λια «έχουν να κάνουν με το κρί­μα οι κρυμ­μέ­νοι;», τον Θωμά Τσα­λα­πά­τη «Έχω ένα μικρό κου­τί που πάντα μέσα του κάποιον σφά­ζουν», τον Βελου­χιώ­τη της Ελέ­νης Τζα­τζι­μά­κη και «τους αφε­λείς εκκο­κι­στές του και­ρού», τη μάνα του Βασί­λη Αμα­να­τί­δη «Όχι, δεν θέλω δώρο. Δεν έπρε­πε. Να σου δώσω τα χρή­μα­τα;», τον Μάριο Χατζη­προ­κο­πί­ου «ο έρω­τας τους ήταν/ δυο δέντρα στε­ριω­μέ­να καθέ­να στη ρίζα του/ κλα­διά ο ένας μέσα στον άλλο», την Κατε­ρί­να Ηλιο­πού­λου «Δεν θέλω να μπω στο δωμά­τιο του χρό­νου. Εκεί μέσα υπάρ­χουν θέσεις αλλά καθε­τί δεν βρί­σκε­ται στη θέση του», και πολ­λούς πολ­λούς άλλους σύγ­χρο­νους δημιουρ­γούς που απο­δει­κνύ­ουν την ποιό­τη­τα της εγχώ­ριας ποι­η­τι­κής παρα­γω­γής μας κι ας με συγ­χω­ρέ­σουν που δεν κατά­φε­ρα να συμπε­ρι­λά­βω όσους πραγ­μα­τι­κά θα ήθελα.

– Τον περα­σμέ­νο Ιού­λιο ”έφυ­γε” ο γνω­στός ποι­η­τής Χρι­στό­φο­ρος Λιοντάκης,με τον οποί­ον ήσουν φίλος. Ποια­ή­ταν η καλύ­τε­ρη κου­βέ­ντα που θυμά­σαι να έχεις κάνει μαζί του;

Αν ήξε­ρες πόσο βαριό­ταν τις λογο­τε­χνι­κές συζη­τή­σεις ο Χρι­στό­φο­ρος! Δεν είναι πως δεν κάνα­με, ωστό­σο του έκα­νε κέφι περισ­σό­τε­ρο να με ακού­ει να γκρι­νιά­ζω για τα καθη­με­ρι­νά, να τσα­κω­νό­μα­στε για τα πολι­τι­κά και να λέμε τα νέα μας πάνω στο φαγη­τό. Ο Χρι­στό­φο­ρος ήταν ένας δοτι­κός και γεν­ναιό­δω­ρος τύπος, αγα­πού­σε να δένει τα χέρια πίσω από την πλά­τη σαν ηρα­κλειώ­της ναυ­τι­κός και να περ­πα­τά στα Εξάρ­χεια. Άνθρω­πος απλός και καλός για όσους μας τίμη­σε με τη φιλία του και όσους μας φρό­ντι­σε με την έγνοια ενός έμπει­ρου λογο­τέ­χνη και δασκά­λου. Αγα­πού­σε τα σκυ­λιά, τα λου­λού­δια (έχει μεγα­λώ­σει πια η πικρο­δάφ­νη που μου έκα­νε δώρο στη γιορ­τή μου), αγα­πού­σε την Καί­τη Γκρέυ, τη Σωτη­ρία Μπέλ­λου, τους απλούς ανθρώ­πους , το καλό φαι και σιχαι­νό­ταν την αβρό­τη­τα και τη σοβα­ρο­φά­νεια. Είναι ο ποι­η­τής που μίλη­σε ωραία όσο λίγοι για τον φόβο, είχε πει πως “μέσα από ξένα στό­μα­τα με λοι­δο­ρεί η φωνή μου”. Μου είχε δώσει δύο συμ­βου­λές: να μελε­τή­σω τον “Σχοι­νο­βά­τη” του Ζενέ και να κατα­πια­στώ με μετα­φρά­σεις πεζο­γρα­φί­ας. Δεν του τις έχω πάει ακόμα.

– Τι λες, θα συνε­χί­ζου­νε για πολύ ακό­μα ”οι επεν­δυ­τές να βρί­σκου­νε χαρι­τω­μέ­να, τα μικρά κορ­μιά στην παρα­λία ματωμένα”;

Aυτός ο στί­χος είναι από το ποί­η­μα μου “Προ­στα­τευ­μέ­νη παρυ­φή”. Ήταν το όνο­μα μιας ισραη­λι­νής στρα­τιω­τι­κής άσκη­σης, πολύ­νε­κρης φυσι­κά. Συνέ­βη πώς τέσ­σε­ρα αγό­ρια έπαι­ζαν ποδό­σφαι­ρο σε μια παρα­λία και τα σκό­τω­σαν ρου­κέ­τες. Από τότε η αγριό­τη­τα επου­δε­νί δεν κόπα­σε κι εσχά­τως η Ελλά­δα πιο ενερ­γά εισχω­ρεί στο επι­κίν­δυ­νο γεω­στρα­τη­γι­κό παι­χνί­δι για τα ενερ­γεια­κά. Η Ελλά­δα δεν έχει ακό­μα πιπι­λί­σει κάρ­βου­νο στο στό­μα, στοι­βά­ζει μονά­χα τα ανέ­στια θύμα­τα των ιμπε­ρια­λι­στι­κών αντα­γω­νι­σμών. Απά­ντη­ση έχει ευθύ­νη να δώσει φυσι­κά το οργα­νω­μέ­νο κίνη­μα. Και θα δώσει.

– Η κοι­νω­νι­κή ευαι­σθη­σία συν­δυα­σμέ­νη με ταξι­κή συνει­δη­το­ποί­η­ση είναι στοι­χείο περα­σμέ­νο φανε­ρά στην ποί­η­ση σου. Για το θέμα ”λογο­τέ­χνες και ταξι­κή συνείδηση”τόσο για τους ίδιους όσο και για την συμ­βο­λή τους στην εξά­πλω­σή της στον κόσμο,τι γνώ­μη έχεις;

Οι υλι­κοί όροι ζωής χαράσ­σουν και την ποι­η­τι­κή παρα­γω­γή. Εξυ­πα­κού­ε­ται πως ένας μπουρ­ζουάς, ένας εισο­δη­μα­τί­ας έχει παρα­πά­νω χρό­νο να επεν­δύ­σει στη ποι­η­τι­κή εργα­σία, η δική μου πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ως μισθω­τού του είναι koutsodontisφυσι­κά ξένη. Καμιά φορά συζη­τά­με με τον φίλο ποι­η­τή Μηλιώ­τη, τίνι τρό­πω η εργα­σια­κή ζωή, ως βάση της ανθρώ­πι­νης δρα­στη­ριό­τη­τας, βρί­σκει τόπο στο ποί­η­μα. Είναι η δυσά­ρε­στη αυτή καθη­με­ρι­νό­τη­τα που απο­τρέ­πει πολ­λούς από το να γρά­ψουν έργο που να πιά­νει τον κόσμο που τα αφε­ντι­κά δημιούρ­γη­σαν για αυτούς. Σε συν­θή­κες, λοι­πόν, εξαι­ρε­τι­κά δύσκο­λες για την ταξι­κή πάλη πιστεύω απα­ραί­τη­το είναι το να επι­τρέ­ψου­με στο αισιό­δο­ξο να προ­κύ­ψει απρό­σμε­να, μιλώ­ντας για το πώς παλεύ­ο­νται οι φόβοι μας, για τον αγώ­να του καθε­νός ενά­ντια στην ατο­μι­κή του καταρ­ρά­κω­ση (στην κατά­θλι­ψη, το άγχος, τις κρί­σεις πανι­κού, την τοξι­κό­τη­τα της ελεύ­θε­ρης αγο­ράς), να μιλή­σου­με για το πώς κι από πού παίρ­νου­με δύνα­μη τελι­κά, πως επι­κοι­νω­νού­με μετα­ξύ μας, άνθρω­ποι μέσα στις αντι­φά­σεις μας, πώς συνυ­πάρ­χου­με και επι­κοι­νω­νού­με στο σωμα­τείο, στη δια­δή­λω­ση, αλλού. Οι δυσκο­λί­ες και η ανά­γκη ψάχνουν λέξεις να δικαιω­θούν, λοι­πόν. Το σύν­θη­μα, το προ­γραμ­μα­τι­κό δεν βλέ­πω να εξυ­πη­ρε­τούν, καθώς ο ποι­η­τής δεν είναι μια βρα­χνή ντου­ντού­κα σε λού­πα, δε γίνε­ται να μιλά για σάλ­πι­σμα φυσώ­ντας ένα σωλή­να μπά­νιου. Το πηγαίο και ειλι­κρι­νές ως εμπει­ρία, κατά τη γνώ­μη μου γίνε­ται σεβα­στό και από τον απλού­στρο άνθρω­πο, αν όντως γρά­φεις γι αυτόν. Οι κλα­σι­κοί του μαρ­ξι­σμού έχουν διδά­ξει πως το γλωσ­σι­κά ανοί­κειο είναι που κινη­το­ποιεί τη σκέ­ψη. Για να βγαί­νει αβί­α­στα η ανά­γκη ανα­τρο­πής, κίνη­σης και αλλα­γής η συμ­βου­λή του Ένγκελς ήταν το κρυ­φό μήνυ­μα, ώστε να δικαιώ­νε­ται η τέχνη, και συνέ­χι­σε στο ίδιο πνεύ­μα ο μαρ­ξι­στής Μπερ­τζερ λέγο­ντας πως ειλι­κρι­νές τελι­κά είναι το να κρύ­βεις τα κίνη­τρα σου.

Η ποί­η­ση σίγου­ρα είναι το πιο εξα­το­μι­κευ­μέ­νο είδος γρα­φής, είναι όμως και επι­κοι­νω­νία και αν δεί­ξεις λίγη προ­σο­χή ακούς ακό­μα τον αχό της αρχαί­ας φωνής της κοι­νό­τη­τας. Για­τί, όπως υπο­στή­ρι­ζε ο μαρ­ξι­στής Τζορτζ Τόμ­σον, η ποί­η­ση έχει σχέ­ση με τη μαγεία, με την επι­θυ­μη­τή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Όπως χόρευαν οι αγρό­τες για να προ­κα­λέ­σουν καλή σοδειά πατά­τας, άλλα­ζαν μαζί και την μέχρι τότε πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καθώς μετά εργά­ζο­νταν με άλλη ψυχο­λο­γία, άλλη δυνα­μι­κή από εκει λοι­πόν και η ποί­η­ση, που ενέ­χει τρα­γού­δι και λύρα και όνει­ρο, μπο­ρεί να δεί­ξει πως κινεί­ται το ανθρώ­πι­νο μέσα στο απάν­θρω­πο, να ξορ­κί­σει, έχο­ντας να “συντη­ρή­σει φωλιές νερού στις φλό­γες” ή να “βγά­λει τη γλώσ­σα στα άστρα”.

– Γνω­στή επί­σης η ενα­ντί­ω­σή σου κι η ξεκά­θα­ρη στά­ση σου απέ­να­ντι στις κοι­νω­νι­κές δια­κρί­σεις όπως η υφι­στά­με­νη στον χώρο των ΛΟΑΤΚΙ.  Ποια η κοι­νω­νι­κή κατά­στα­ση σε αυτόν και πως εκπο­ρεύ­ε­ται η Τέχνη από εντός του; Διε­ξο­δι­κά ή συμβιβασμένα;

Η μαγι­κή λέξη είναι πάντα η ενσυ­ναί­σθη­ση. Επει­δή πολ­λοί κρί­νουν γενι­κά χωρίς την παρα­μι­κρή ιδέα του τι εμπει­ρί­ες δια­χει­ρί­ζε­ται ενα λοατ­κι+ άτο­μο δεί­χνω συνή­θως λίγη υπο­μο­νή. Κάποιοι “κανο­νι­κοί” φτύ­νουν μια κρί­ση περί “αισθη­τι­κής” πάνω μας μένο­ντας στην επι­φά­νεια, ανί­κα­νοι να ανα­γνω­ρί­σουν το ανθρώ­πι­νο. Για­τί η ουσία της μονα­ξιάς, του έρω­τα, της σεξουα­λι­κής επα­φής ίσως είναι παναν­θρώ­πι­νη, έχου­με δικαί­ω­μα όμως οι λοατ­κι+ να μας καί­ει δημιουρ­γι­κά η πολύ δύσκο­λη δια­δι­κα­σία ανα­κά­λυ­ψης του εαυ­τού, των ταυ­το­τή­των που εννο­ή­σα­με ως δικές μας, που κατα­κτή­σα­με κι εκεί­νων που με βία μας φόρε­σαν. Αυτό βγαί­νει βέβαια και στην ποί­η­ση των στρέιτ, στις προσ­δο­κί­ες των γονιών, στις συμ­βά­σεις, σε πολ­λά. Όμως η απόρ­ρι­ψη (στο Λος Άντζε­λες το 40% των νέων λοατ­κι+ είναι άστε­γοι, πολ­λοί επει­δή εκδιώ­χθη­καν από την οικο­γέ­νεια τους), η απει­λή της ζωής και οι δολο­φο­νί­ες τρανς ατό­μων, η ατι­μω­ρη­σία των εγκλη­μα­τιών όπως και στη χώρα μας των δολο­φό­νων του Ζακ, η επι­βί­ω­ση μιας λογι­κής παθο­λο­γί­ας πίσω από την άρνη­ση της γονεϊ­κό­τη­τας, τα μοντέ­λα ρόλων και συμπε­ρι­φο­ράς που κάνουν προ­βλη­μα­τι­κές τις επα­φές μας είναι ζητή­μα­τα που πρώ­τοι οι λοατ­κι+ οφεί­λου­με να τα παλέ­ψου­με και να γρά­ψου­με για αυτά. Για­τί σωτή­ρες δεν υπάρ­χουν, φυσικά.

Στη λεγό­με­νη queer ποί­η­ση υπάρ­χει και η δια­δι­κα­σία δια­χεί­ρι­σης πλη­γω­τι­κών εμπει­ριών, με κάπο­τε έντο­νο καρ­να­βα­λι­κό στοι­χείο (και το καρ­να­βα­λι­κό είναι πολι­τι­κό) σαρ­κα­στι­κό και αυτο­σαρ­κα­στι­κό, που εκθέ­τει στη γελοιό­τη­τα του όλο το εποι­κο­δό­μη­μα των φυλε­τι­κών σχέ­σε­ων, το κρά­τος, την εκκλη­σία, τους θεσμούς, τα πάντα. Στα ποι­ή­μα­τα αυτά θα δεις την προ­σπά­θεια επι­βί­ω­σης και αντί­στα­σης σε ένα πιε­στι­κό περι­βάλ­λον και πέραν των δια­προ­σω­πι­κών σχέ­σε­ων για­τί εννο­εί­ται οι λοατ­κι+ είμα­στε επί­σης μισθω­τοί ή άνερ­γοι. Πάντα, φυσι­κά, παί­ζει ρόλο η ιστο­ρι­κή επο­χή, οι συν­θή­κες, η χώρα. Πριν την επο­χή της queer ποί­η­σης ο Αλέν Γκίν­σμπεργκ έγρα­φε ποι­ή­μα­τα για την κομ­μου­νί­στρια μάνα του Ναό­μι και ταυ­τό­χρο­να απρο­κά­λυ­πτα έγρα­φε για σεξ, ενώ ο Pedro Lemebel με τα τακού­νια του κι ένα μεγά­λο ζωγρα­φι­σμέ­νο σφυ­ρο­δρέ­πα­νο στο πρό­σω­πο διά­βα­ζε σε συγκέ­ντρω­ση του ΚΚ Χιλής το 1986 το ποί­η­μα «Δια­κή­ρυ­ξη. Μιλώ για τη δια­φο­ρά μου» . Έπει­τα κι ο αμε­ρι­κα­νός John Giorno όταν το 1964 έγρα­ψε το «Πορ­νο­γρα­φι­κό ποί­η­μα» με 7 Κου­βα­νούς αξιω­μα­τι­κούς που τον πηδού­σαν ήταν αμέ­σως μετά την ήττα στην ιμπε­ρια­λι­στι­κή επέμ­βα­ση του Κόλ­που των Χοί­ρων. Ας έχου­με περισ­σό­τε­ρη ενσυ­ναί­σθη­ση λοι­πόν και ανοι­χτά μάτια να ανα­γνω­ρί­ζου­με το πολι­τι­κό και προ­πα­ντώς το ανθρώ­πι­νο, για­τί ο,τι ανθρώ­πι­νο είναι και προοδευτικό.

6.Πάντως ο χώρος της Λογο­τε­χνί­ας διεθνώς,έχει να δεί­ξει σημα­ντι­κά μεγά­λο ανε­ξε­ρεύ­νη­το πεδίο κοι­νω­νι­κής-ταξι­κής ποί­η­ση­ςα­πό ομο­φυ­λό­φι­λους ποιητές.Έχεις ερευ­νή­σει αρκε­τά πάνω σε αυτόν τον τομέα κι η γνώ­μη σου ασφα­λώς μετρά­ει. Δώσε μου μια περιε­κτι­κή εικόνα.

Λοι­πόν, υπήρ­ξε ένα κύμα συμπά­θειας, ακό­μα κι έντα­ξης ή στρά­τευ­σης πολ­λών λοατ­κι+ λογο­τε­χνών σε εργα­τι­κά και κομ­μου­νι­στι­κά κόμ­μα­τα, ειδι­κά τις πρώ­τες δεκα­ε­τί­ες του 20ου
αιώ­να. Το ελλη­νι­κό ανα­γνω­στι­κό κοι­νό είναι σίγου­ρα εξοι­κειω­μέ­νο με το έργο του Lorca, του Pasolini και του Louis Aragon, λιγό­τε­ρο με του Louis Cernuda, του Langston Hughes, του Rene Crevel και της Sibilla Aleramo και φυσι­κά υπάρ­χει η κατη­γο­ρία όσων είναι παντε­λώς άγνω­στοι στους Έλλη­νες, ενδει­κτι­κά: William Aalto, Ary Dos Santos, Enrique Amorim, Jaroslaw Iwaszkiewicz, Sergei Kuzmin, Valentine Ackland, Sylvia Townsend Warner, Muriel Rukeyser, Patrick Anderson, Ludwig Renn, Paul Van Ostaigen και Pedro Lemebel. Φυσι­κά κι Έλλη­νες λοατ­κι+ δεν έμει­ναν αμέ­το­χοι της ταξι­κής πάλης,πρόκειται για τον Ναπο­λέ­ο­ντα Λαπαθιώτη,τον Λου­κά Θεοδωρακόπουλο,τον Δημή­τρη Δούκαρη.Το φαι­νό­με­νο δεν είναι ξέχω­ρο από τις συν­θή­κες της επο­χής, τους παγκό­σμιους πολέ­μους, τον ισπα­νι­κό εμφύ­λιο, αλλά και την πρώ­τη 15ετια της ΕΣΣΔ με τις πρω­το­φα­νείς κατα­κτή­σεις έως σημεί­ου σοβιε­τι­κά δικα­στή­ρια να εγκρί­νουν ομο­φύ­λους γάμους, να γίνο­νται οι πρώ­τες από­πει­ρες επα­να­προσ­διο­ρι­σμού φύλου και κομι­σά­ριοι όπως ο δρ. Γκρι­γκό­ρι Μπατ­κινς το 1923 να εκδί­δουν μπρο­σού­ρες ενη­μέ­ρω­σης για ισό­τι­μη μετα­χεί­ρι­ση του “σοδο­μι­σμού” με τις λεγό­με­νες ” φυσιο­λο­γι­κές επα­φές”. Αυτά πριν κατρα­κυ­λή­σει στην κατα­στο­λή, εξί­σου με την καπι­τα­λι­στι­κή δύση εκεί­νη την επο­χή, που εξη­γεί­ται ιστο­ρι­κά, δε δικαιο­λο­γεί­ται όμως, ούτε συγχωρείται.

Η ζωή και η δρά­ση πολ­λών εξ όσων ανέ­φε­ρα έχει εξαι­ρε­τι­κό ενδια­φέ­ρον, αν είχα, ωστό­σο, να ανα­φερ­θώ ξέχω­ρα σε έργο θα επέ­λε­γα το σπου­δαίο και από πολι­τι­κής άπο­ψης “Ποι­η­τής στη Νέα Υόρ­κη” του Λόρ­κα και πιο ειδι­κά την “Ωδή στον Γουόλτ Γουί­τμαν”, ίσως από τα σπου­δαιό­τε­ρα ποι­ή­μα­τα για την ομο­φυ­λο­φι­λία. Από πεζο­γρα­φία θα ξεχώ­ρι­ζα το “Summer will show” (το καλο­καί­ρι θα δεί­ξει) γραμ­μέ­νο στα 1935 από τη Sylvia Townsend Warner. Είχε την τόλ­μη να τοπο­θε­τή­σει λεσβια­κό έρω­τα κατά τη διάρ­κεια της επα­νά­στα­σης του 1848, ενώ το βιβλίο κλεί­νει με την ηρω­ί­δα να δια­βά­ζει το κομ­μου­νι­στι­κό μανιφέστο.

– Συμ­με­τέ­χεις σε πολ­λές μαζι­κές λογο­τε­χνι­κές συνα­ντή­σεις και σε Φεστι­βάλ βιβλί­ου απαγ­γέ­λο­ντας ποι­ή­μα­τα σου. Ποια η κύρια αίσθη­ση που σου έχουν ως τώρα αφήσει;

Είναι ένα ζήτη­μα αυτό. Το κοι­νό είναι πάντα λιγο­στό για την ποί­η­ση, εγχώ­ρια του­λά­χι­στον, παρό­τι διορ­γα­νώ­σεις όπως το Παν­θεσ­σα­λι­κό φεστι­βάλ ποί­η­σης ή η Διε­θνής Έκθε­ση Βιβλί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης έχουν προ­σέ­λευ­ση και καλή οργά­νω­ση. Από την άλλη αν τύχει να “εισβάλ­λεις” σε δημό­σιους χώρους, σε μέσα μετα­φο­ράς, πλα­τεί­ες κτλ υπάρ­χουν πάντα όσοι λοι­δο­ρούν και σε σπρώ­χνουν πίσω στα σαλό­νια, θεω­ρώ­ντας πως η ποί­η­ση τρώ­γε­ται ακό­μα σε πορ­σε­λά­νες από την πεφω­τι­σμέ­νη δεσπο­τεία. Η ποί­η­ση στην Ελλά­δα υπο­φέ­ρει από την τηλε­ο­πτι­κή και δημο­σιο­γρα­φι­κή χλεύη που έχει φάει δια­χρο­νι­κά, αλλά αγνο­ώ­ντας όσους υπο­τι­μούν τη νοη­μο­σύ­νη του κόσμου, η δική μου εμπει­ρία δεί­χνει πως η ποί­η­ση αγγί­ζει απρό­σμε­να κόσμο, ακό­μα κι όσους γυρί­ζουν κου­ρα­σμέ­νοι με το λεω­φο­ρείο από τη δου­λειά. Αυτή είναι και η μεγα­λύ­τε­ρη επι­βρά­βευ­ση. Η ιστο­ρία, άλλω­στε δεί­χνει πως σε άλλες επο­χές , σε άλλους τόπους η ποί­η­ση μάζευε ολό­κλη­ρα στά­δια με κόσμο, συνέ­βαι­νε στην ΕΣΣΔ με τον Γιε­φτου­σέν­κο, την Αχμα­ντού­λι­να, συνέ­βαι­νε με τον Νερού­δα στη Χιλή, ακό­μα και με τους beat ποι­η­τές. Για­τί κάπο­τε και η ποί­η­ση ήταν ροκ.

– Πότε έγρα­ψες τα πρώ­τα σου ποι­ή­μα­τα κι από τότε μέχρι τώρα τι έχει αλλά­ξει σε αυτά;

Θυμά­μαι παι­δί να προ­σπα­θώ ένα τρα­γού­δι και έφη­βος να κλο­τσάω ένα τετρά­διο, να το
χτυ­πάω πάνω στην ξύλι­νη τουα­λέ­τα. Θα ήθε­λα να ευχα­ρι­στή­σω τον πρώ­το ποι­η­τή που μου
απο­κά­λυ­ψε πως σαν μαζέ­ψω εμπει­ρία θα γρά­ψω ποί­η­ση. Ήταν σε μια κινη­το­ποί­η­ση από το
Πάντειο ως το Σύνταγ­μα γύρω στο 2007. Ποιος να ήταν άρα­γε; Στο σήμε­ρα συνει­δη­το­ποιώ πως γρά­φο­ντας κυνη­γώ κάτι άπια­στο, αυτό που δε γνω­ρί­ζει το ποί­η­μα, το ανεί­πω­το, το σιω­πη­λό που αφή­νει ένα κενό να το γεμί­σει ο ανα­γνώ­στης. Κατά­λα­βα πως πλού­τος στη δημιουρ­γία, αλλά και στη ζωή, είναι τα μικρο­συμ­βά­ντα , το μπι­σκό­το που επί­τη­δες έσπα­σε παι­διά­στι­κα εκεί­νος είναι πιο σημα­ντι­κό από μια εύκο­λη ομο­λο­γία αγά­πης. Έπει­τα υπη­ρε­τώ­ντας την τέχνη μου σωστά προ­σπα­θώ να επι­τρέ­πω να μπο­ρεί να συμ­βεί το οτι­δή­πο­τε στο ποί­η­μα, να δίνω νέα χρή­ση στις λέξεις, κυρία να είμαι ειλι­κρι­νής, χωρίς δεύ­τε­ρες σκέ­ψεις, και τέλος να αφή­νο­μαι συχνά­κις σε εναν απε­λευ­θε­ρω­τι­κό αυτοσαρκασμό.

– Την αγα­πη­μέ­νη σου Άνδρο με τι είδους γρα­πτό θα την έντυνες;

Κατ’ αρχάς ο τόπος μου έχει ντυ­θεί από τον Ανδρέα Εμπει­ρί­κο με το ποί­η­μα “Άνδρος Υδρού­σα”. Τερά­στιο ευτύ­χη­μα. Το απα­ρά­μιλ­λο αυτό ποί­η­μα και τα βιώ­μα­τα μου βοή­θη­σαν να γρά­ψω το ποί­η­μα «Στο χωριό» για το Συνε­τί της Άνδρου, μα βέβαια οι λογα­ρια­σμοί μου με τον τόπο μου δεν έχουν ακό­μα κλείσει.

– Επει­δή κάτι άκου­σα και είδα, επα­λή­θευ­σέ το μου. Ετοι­μά­ζεις γρα­πτά σου για έκδο­ση κι αν ναι, τι αφορούν;

Αυτή την περί­ο­δο εργά­ζο­μαι στις μετα­φρά­σεις του Αμε­ρι­κα­νού κομ­μου­νι­στή ποι­η­τή Thomas McGrath. Επί­σης ολο­κλη­ρώ­νω και το επό­με­νο ποι­η­τι­κό βιβλίο μου. Θα λέγε­ται: ” Μόνο κανέ­ναν μη μου φέρεις σπίτι”.

_______________________________________________________________________________

xristos dimoulas

Χρήστος Δημούλας: Εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες κι Ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο καθώς και Δημοσιογραφία στο Επαγγελματικό Εργαστήρι Δημοσιογραφίας. Συνδημιουργός του Φωτογραφικού Εργαστηρίου ”Φώτο-Προλετάριοι”. Έχει εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές.”Με λάδι του παρόντος ανάβουν του μέλλοντος καντήλια”(2013),”Ο ι λαϊκατζήδες”(2014) και”Γιώργος Φαρσακίδης,ο ζωγράφος του Λαού”(2015).
Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο