• [Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί/με μάτι αριστερό το βλέπω./Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί,/οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι (Κ. Βάρναλης)]
Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Έκλεισε ένας αιώνας

Γράφει ο Βασίλης Λιόγκαρης //

Έκλεισε έναν ολόκληρο αιώνα και παραμένει πάντα νέος, αλύγιστος, ακούραστος, πρωτοπόρος, με τεράστιες προοπτικές και ορατότητας.

Πώς γίνεται αυτό;

Ένας άντρακλας μέχρι κει πάνω, λεβέντης, δυνατός και μετρημένος. Τίποτα δε μαρτυρά τα χρόνια του.

— Με τον κορμό του πλάτανου και τη λυγεράδα της Ιτιάς, γαλουχημένος με ιδέες και οράματα μαρξιστικά, δικαίωσε την ύπαρξή του. Φύτρα της ανάγκης, κι ώριμο τέκνο της οργής και του καημού. Από παιδί στο κυνήγι, την αναζήτηση, τον αγώνα.

— Κι αν με φυλάκισαν κι αν με εξόρισαν ι αν με βασάνισαν κι αν μου πέρασαν το βρόχο της κρεμάλας, κι αν μ’ έστησαν στον τοίχο βγήκα δυνατός κι ενισχυμένος.

— Μου σακάτεψαν τα πλευρά και φύτρωσαν φτερούγες, μου κόψανε τη γλώσσα και με πυρπόλησαν φωτιές, μου καρφώσαν τις πατούσες και με ανασήκωσαν οι άνεμοι, μου τσάκισαν τα χέρια και πήρα την πένα και το μαχαίρι με τα δόντια.

— Μου ξερίζωσαν τα νύχια κι έβγαλα τσιγκέλια κοφτερά. Μου φίμωσαν το λόγο κι ανάβλυσαν οι λέξεις σαν ποτάμι. Μου ευνούχισαν τη σκέψη κι εκείνη γέννησε χιλιάδες όνειρα. Μου ποδοπάτησαν χίλιες φορές και χίλιες φορές εσήκωσα κεφάλι

— Όποια πέτρα και να σηκώνω από κάτω θα με έβρισκες. Μπροστάρης και καθοδηγητής, πάντα σιμά, πάντα δεμένος με τον πόθο και τους αγώνες του εργάτη, του προλετάριου, του αδικημένου.

Κι ας μου τσουβάλιασαν στις ράχες πλέγματα και ενοχές παράνομης εξουσίας, κι ας κάθισαν στο σβέρκο μου αφέντες κι εκμεταλλευτές.

Κατακτητές μου κρύψαν τον ορίζοντα. Δικτάτορες και βρώμικοι εξουσιαστές μου ρούφηξαν το αίμα!

— Κι αν πείνασα κι αν δίψασα κι αν έχασα το φως του ήλιου σε σκοτεινά μπουντρούμια, έμεινα πάντα ολόρθιος και στητός με το χαμόγελο της ελπίδας στα χείλη και το κόκκινο γαρίφαλο στο πέτο.

Χρόνια και χρόνια στη σκαλωσιά, στη φάμπρικα, στο συνεργείο, στο ναυπηγείο, στο κουπί και στο τιμόνι. Ροζιάσανε οι χούφτες των χεριών μου και μαστίγωσαν το κορμί μου θύελλες απόγνωσης και μιζέριας.

Δεν πούλησα την ψυχή μου σαν άλλος Φάουστ στο διάβολο.

Οι αγώνες για έναν κόσμο καλύτερο με κράτησαν για πάντα Νέο!!!

_________________________________________________________________________________________________________

Ο Βασίλης Λιόγκαρης γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς πρόσφυγες, εργάτες, πολυφαμελίτες. Έζησε στα πρώτα παιδικά του χρόνια τη λαίλαπα της κατοχής και μεταφέρει τις τραυματικές αυτές εμπειρίες στα γραφτά του. Σπούδασε θέατρο και για ένα διάστημα δούλεψε σ’ αυτό. Αργότερα απορροφήθηκε από την παραγωγική διαδικασία όπου εργάστηκε σε διάφορες βιομηχανίες. Ο Βασίλης Λιόγκαρης είναι συγγραφέας της γενιάς και της τάξης του. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.