Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Ένας άγνωστος πόλεμος think tanks

Χιλιάδες ανά τον κόσμο σήμερα «δεξαμενές σκέψης», οι περισσότερες μακρύ χέρι και εργαλείο του αστικού κράτους στην εξωτερική και εσωτερική πολιτική τη στρατηγική ασφάλειας, την οικονομία, τις κοινωνικές τάσεις, ακόμη και τα «παιχνίδια» πολέμου (βλ. –ενδεικτικά, τα made in USA warontherocks & Institute for the Study of WarISW επίσης οι 50 Think Tanks με τη μεγαλύτερη επιρροή στις Ηνωμένες Πολιτείες ).

Ξεχωριστή θέση η Carnegie Moscow Center που ιδρύθηκε αμέσως μετά τις ανατροπές και την καπιταλιστική παλινόρθωση στην πρώην ΕΣΣΔ ως «ως κορυφαία πηγή βαθιάς ανάλυσης, έρευνας και γνώσης για τα περίπλοκα ζητήματα που αντιμετωπίζουν η Ρωσία και οι χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης», … «δεσμευμένη στην τεκμηριωμένη, αμερόληπτη έρευνα για ένα ευρύ φάσμα προκλήσεων κλπ. κλπ (βλ αναλυτικά στο τέλος του σημειώματος)

Με τα μάτια στραμμένα στην Κίνα

Σε πολλά «ινστιτούτα στρατηγικής και γεωπολιτικής» («δεξαμενές σκέψης») γίνονται τακτικά αναλύσεις και δημοσιεύονται άρθρα σχετικά με τις εξελίξεις στο «τρίγωνο» ΗΠΑ, Ρωσίας και Κίνας, τις μεταξύ τους σχέσεις και τους ανταγωνισμούς, όπως και για τα πιθανά σενάρια στην εξέλιξή τους. Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές εκτιμήσεις των πηγών, όλοι συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι το σκηνικό παγκόσμια γίνεται όλο και πιο ρευστό, καταγράφοντας την όξυνση των ανταγωνισμών, που συνυπάρχει με πρόσκαιρους και ευμετάβλητους συμβιβασμούς σε όλα τα μέτωπα.

Το «Stratfor» πχ. σε άρθρο του τον Ιούνη του 2019 με τίτλο «Το συνεχώς μεταβαλλόμενο τρίγωνο ανάμεσα σε Ρωσία, Κίνα και ΗΠΑ», αφού αναφέρει ότι Κίνα και Ρωσία έχουν υπογράψει οικονομικές συμφωνίες που εκτείνονται στα πάντα, από την Ενέργεια και δίκτυα τηλεπικοινωνίας 5G, την κατασκευή υδροηλεκτρικών μονάδων μέχρι τη δημιουργία ενός κοινού ταμείου έρευνας και τεχνολογικής καινοτομίας, όπως επίσης και συνεργασίες στη Βόρεια Θάλασσα, ενταγμένες στην κινεζική πρωτοβουλία «Μια Ζώνη, Ένας Δρόμος», “αναρωτιέται“: «Οι εξελίξεις αυτές είναι απλώς οι πιο πρόσφατες σε μια ευρύτερη τάση ενίσχυσης των πολιτικών, οικονομικών δεσμών και των δεσμών στον τομέα της ασφάλειας μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας. Τέτοιες εξελίξεις δημιουργούν ερωτήματα ως προς το πόσο βαθιά μπορεί να γίνει η ευθυγράμμιση μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας και σε ποιον βαθμό η σχέση τους διαμορφώνεται σε άμεση αντίθεση και ανταγωνιστικά προς τις ΗΠΑ».

Δείτε επίσης:
Ρωσία & Κίνα εντείνουν κινήσεις στο φόντο των εξελίξεων στο Αφγανιστάν
Απλώνει την κόντρα με Ρωσία και Κίνα σε ολόκληρο τον πλανήτη

Project Πούτιν “Εξαγωγή Παιδείας της Αγοράς”

Αν οι φυσικοί πόροι αποτελούν τον κύριο όγκο των εξαγωγών της Ρωσίας προς την Κίνα, ωστόσο το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο δεν είναι τα μόνο που έχει να προσφέρει η χώρα.
Η ρωσική παιδεία αποτελεί ένα πολλά υποσχόμενο και ανταγωνιστικό εξαγωγικό προϊόν, με τα ρωσικά πανεπιστήμια και τα άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα να προσελκύουν σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες φοιτητές από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Το ερώτημα είναι εάν ο εκπαιδευτικός τομέας της Ρωσίας μπορεί να αποτελέσει μέρος της “στροφής προς την Ανατολή”.

Τον Μάιο του 2017, η κυβέρνηση της Ρωσίας έθεσε σε εφαρμογή το project “Εξαγωγή Παιδείας”, κύριος στόχος του οποίου είναι να καταστήσει τη ρωσική παιδεία ελκυστική και ανταγωνιστική διεθνώς. Το project εκτιμά ότι ο αριθμός των ξένων φοιτητών στη Ρωσία θα υπερτριπλασιαστεί έως το 2025, φτάνοντας τους 710.000 φοιτητές διά ζώσης και τα 3,5 εκατομμύρια μέσω διαδικτυακής εκπαίδευσης.

Η Κίνα σίγουρα θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προσδοκώμενη αυτή αύξηση. Τα τελευταία πέντε χρόνια, ο αριθμός των Κινέζων φοιτητών στα ρωσικά πανεπιστήμια και το ποσοστό τους επί του συνόλου των ξένων φοιτητών αυξάνεται σταθερά, και η Κίνα αποτελεί ήδη μία από τις βασικές αγορές-στόχους για τα ρωσικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Σύμφωνα με το υπουργείο Παιδείας της Ρωσίας, το 10% των 323.000 ξένων φοιτητών που σπουδάζουν επί του παρόντος στη χώρα προέρχεται από την Κίνα.

Το βασικό δέλεαρ για τους Κινέζους είναι το σχετικά χαμηλό κόστος των διδάκτρων στα ρωσικά πανεπιστήμια σε συνδυασμό με το αξιοπρεπές –έως άριστο επίπεδο εκπαίδευσης που παρέχουν. Οι ευνοϊκή συναλλαγματική ισοτιμία επιτρέπει στους Κινέζους να πληρώνουν σχετικά λίγα (ειδικά σε σύγκριση με τα στάνταρτς της Δύσης) για τη φοίτηση σε ιδρύματα διεθνώς αναγνωρισμένα. Η δε κινεζική εστίαση στην εκπαίδευση και ο υψηλός ανταγωνισμός για μια θέση στα κινεζικά εκπαιδευτικά ιδρύματα εντείνουν τη ζήτηση για πανεπιστημιακές σπουδές στο εξωτερικό.

Το κόστος φοίτησης σε ρωσικό πανεπιστήμιο ανέρχεται κατά μέσο όρο στα 3.000 $ ετησίως, συν τις δαπάνες στέγασης και διατροφής ύψους περίπου 150 δολαρίων τον μήνα. Το Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας (MSU), το κορυφαίο πανεπιστημιακό ίδρυμα της Ρωσίας (78ο στον κόσμο με βάση την κατάταξη QS rankings), χρεώνει 5.000-6.000$ ετησίως. Προς σύγκριση, σημειώνεται ότι το –«υποδεέστερο», 82ο στην ίδια κατάταξη Πανεπιστήμιο του Ιλινόις Urbana-Champaign έχει επταπλάσιο κόστος, της τάξης των 35.000-40.000 $)

CCCP Παιδεία 2

Στο σημερινό ρωσικό πανεπιστήμιο της αγοράς είναι εύκολο να εξασφαλίσει κανείς μια θέση –ανάλογα με το πόσο πληρώνει. Οι υποψήφιοι πάντως ξένοι φοιτητές δεν χρειάζεται να ξέρουν καλά ρωσικά όταν υποβάλλουν αίτηση και κατά κανόνα, οι περισσότεροι υποψήφιοι τα καταφέρνουν και λίγοι αποτυχαίνουν στις εισαγωγικές εξετάσεις αντίθετα αρκετές εκατοντάδες άτομα μπορεί να διαγκωνιστούν για μία μόνο θέση σε ένα κορυφαίο κινεζικό πανεπιστήμιο. Σημειώνεται ότι μόλις το 2%-3% των υποψηφίων έχουν τη δυνατότητα να φοιτήσουν σε ένα από τα 150 κορυφαία πανεπιστήμια της Κίνας. Τα δυτικά πανεπιστήμια, εν τω μεταξύ, δέχονται μόνο όσους γνωρίζουν απταίστως την αγγλική.

Ρωσία Πανεπιστήμιο Χρήματα - Καζακστάν

Αν μάλιστα δεν είχε ξεσπάσει η πανδημία του κορονοϊού, ο αριθμός των Κινέζων φοιτητών που σπουδάζουν στη Ρωσία θα είχε συνεχίσει να αυξάνεται. Στις 20-Φεβ-2020, οι ρωσικές αρχές απαγόρευσαν προσωρινά την είσοδο στη χώρα στους περισσότερους Κινέζους υπηκόους, καθώς και στους κατόχους φοιτητικής βίζας, στο πλαίσιο των περιορισμών για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

Η απαγόρευση έχει βέβαια πλέον αρθεί, αλλά ορισμένοι φοιτητές εξακολουθούν να μην μπορούν να επισκεφθούν τη Ρωσία και συνεχίζουν να φοιτούν διαδικτυακά. Το 2021, ο αριθμός των νέων Κινέζων φοιτητών στη Ρωσία μειώθηκε για πρώτη φορά τα τελευταία πέντε χρόνια (κατά 3% μετά την αύξηση κατά 25% το προηγούμενο έτος).

Ωστόσο, ο κορονοϊός δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Ακόμη και πριν την πανδημία, οι Κινέζοι φοιτητές θεωρούν τις άλλες χώρες πιο ελκυστικές για σπουδές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της UNESCO, μόλις το 2,3% των Κινέζων φοιτητών που σπουδάζουν στο εξωτερικό επέλεξαν τη Ρωσία το 2019. Η πλειοψηφία επέλεξε εκπαιδευτικά ιδρύματα της Βόρειας Αμερικής, της Ευρώπης, της Αυστραλίας, του Χονγκ Κονγκ, της Ιαπωνίας και της Σιγκαπούρης.

Οι αδυναμίες της Ρωσίας στον συγκεκριμένο τομέα είναι ανάλογες με αυτές που εμποδίζουν την ανάπτυξη των εξαγωγών και άλλων προϊόντων, που δεν ανήκουν στις πρώτες ύλες. Οι Ρώσοι δεν γνωρίζουν πολλά για την κινεζική εκπαιδευτική αγορά, είναι απρόθυμοι να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις τους και έχουν πρόβλημα επικοινωνίας με τους Κινέζους εταίρους τους. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τη διστακτικότηττα της χώρας στην εισαγωγή ψηφιακών τεχνολογιών, σημαίνουν ότι δεν έχει καταφέρει να εκμεταλλευτεί πλήρως την κινεζική αγορά.

Υπάρχει επίσης το θέμα της γλωσσικής δυσκολίας. Οι Κινέζοι φοιτητές συχνά δυσκολεύονται να κατανοήσουν τις παραδόσεις στα ρωσικά, ειδικά οι πρωτοετείς και οι δευτεροετείςς. Το ένα έτος που έχουν στη διάθεσή του για να μάθουν ρωσικά (συνήθως από το μηδέν) πριν αρχίσουν να παρακολουθούν πανεπιστημιακά μαθήματα δεν επαρκεί για να εξοικειωθούν με την επιστημονική ορολογία. Ωστόσο, οι ψηφιακές καινοτομίες που “εισήγαγε” η πανδημία θα μπορούσαν να βοηθήσουν ως προς αυτό, καθώς επιτρέπουν στους φοιτητές να αποκτήσουν πρόσβαση σε βιντεοσκοπημένες διαδικτυακές διαλέξεις. Θα ήταν επίσης εύλογο να δημιουργηθεί μια ενοποιημένη βάση δεδομένων, με βιντεοδιαλέξεις που θα συνοδεύονται από υποτίτλους και λεξικά για τα πιο δημοφιλή βασικά μαθήματα.

Υπάρχουν, πάντως, πολλοί τρόποι για να γίνει το ρωσικό εκπαιδευτικό σύστημα πιο ελκυστικό για τους Κινέζους, για παράδειγμα μέσω της δημιουργίας μιας ενοποιημένης διαδικτυακής πύλης που θα προωθεί εκπαιδευτικές υπηρεσίες από την Ρωσία στην Κίνα. Ένας τέτοιου είδους ιστότοπος -το Studyinrussia.ru- υπάρχει ήδη, αλλά δεν περιλαμβάνει πληροφορίες για τα κορυφαία ρωσικά πανεπιστήμια, όπως τα Κρατικά Πανεπιστήμια της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης, τα οποία προτιμούν να δικά τους μέσα για την προσέλκυση φοιτητών. Το 2020, μόνο το Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας ενέγραψε περίπου 4.500 φοιτητές από την Κίνα, που αντιστοιχούν στο 15% όλων των Κινέζων φοιτητών στη χώρα.

Τα ρωσικά πανεπιστήμια θα επωφελούνταν επίσης σημαντικά αναπτύσσοντας παρουσία στο WeChat, το πλέον δημοφιλές μέσο κοινωνικής δικτύωσης στην Κίνα, το οποίο χρησιμοποιούν ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι μηνιαίως. Η συντριπτική πλειοψηφία των ρωσικών πανεπιστημίων δεν έχει παρουσία στο WeChat, ούτε καν διαθέτει προσωπικό που μιλά κινεζικά στα τμήματα που προορίζονται για ξένους φοιτητές. Ορισμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπως το Ομοσπονδιακό Πανεπιστήμιο του Καζάν και το Κρατικό Πανεπιστήμιο του Τομσκ (Kazan Federal University & Tomsk State University) έχουν λογαριασμούς στο Weibo, το κινεζικό αντίστοιχο του Twitter, αλλά έχουν λίγους συνδρομητές. Τα λίγα ρωσικά πανεπιστήμια που διαθέτουν λογαριασμούς στο WeChat, τους διαχειρίζονται με τη βοήθεια Κινέζων “μεσαζόντων”. Το Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας άνοιξε τον δικό του επίσημο λογαριασμό στο WeChat μόλις τον Νοέμβριο του 2021, ενώ το Κρατικό Πανεπιστήμιο Vyatka τον Μάιο.

Τα ρωσικά πανεπιστήμια, δεν λαμβάνουν υπόψη ότι ορισμένες διαδικτυακές πλατφόρμες δεν είναι διαθέσιμες στην Κίνα. Θα πρέπει, λοιπόν, να διεξάγουν τα ελεύθερα μαθήματά τους σε υπηρεσίες βίντεο που δεν είναι απαγορευμένες από τις κινεζικές ρυθμιστικές αρχές. Επιπρόσθετα, οι εκπρόσωποι των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και τα γραφεία “στρατολόγησης” στην Κίνα πρέπει να επικεντρωθούν περισσότερο στους υποψήφιους σπουδαστές, ειδικά σε εκείνους που μαθαίνουν ρωσικά στο γυμνάσιο.

Αυτήν τη στιγμή, τα εκπαιδευτικά προγράμματα με τη μεγαλύτερη ζήτηση είναι όσα εστιάζουν στην εικόνα της Ρωσίας ως πολιτιστικά πλούσιας χώρας. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι σπουδαστές τέχνης στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας είναι από την Κίνα (περίπου το 70% όλων των φοιτητών που έγιναν δεκτοί για bachelor και εξειδικευμένα πτυχία το 2020). Θα ήταν λογικό επομένως, να αναπτυχθούν επίσης προγράμματα επιστήμης και τεχνολογίας που θα στοχεύουν σε ξένους φοιτητές.

Η Ρωσία χρειάζεται τους ξένους φοιτητές, και όχι μόνο προκειμένου να διαφοροποιήσει το μείγμα των εξαγωγών της και να προσελκύσει επιπλέον χρηματοδότηση για τα πανεπιστήμιά της. Οι διασυνδέσεις με άτομα που μιλούν τη γλώσσα κρατών εταίρων της και έχουν ζήσει στις χώρες αυτές αποτελούν πολύτιμο πόρο για την προώθηση της συνεργασίας και εργαλείο “ήπιας” ισχύος. Οι στενότεροι δεσμοί μεταξύ των φοιτητών και των ρωσικών πανεπιστημίων, καθώς και οι πιο ενεργές φοιτητικές κοινότητες, θα οδηγήσουν σε πιο ευρείες διασυνοριακές πρωτοβουλίες και κοινά έργα.

άγνωστος πόλεμος think tanksΣχετικά με το Carnegie Moscow Center Κέντρο

Ιδρύθηκε το 1994, ως κορυφαία πηγή βαθιάς ανάλυσης, έρευνας και γνώσης για τα περίπλοκα ζητήματα που αντιμετωπίζουν η Ρωσία και οι χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Οι τομείς προτεραιότητας του κέντρου (σσ. «δεξαμενή σκέψης») εστιάζονται στην εξωτερική και εσωτερική πολιτική και τη στρατηγική ασφάλειας, την οικονομία τις κοινωνικές τάσεις κλπ.

Δεσμευμένο στην τεκμηριωμένη, αμερόληπτη έρευνα για ένα ευρύ φάσμα προκλήσεων, η Carnegie Moscow συνδυάζει την απαράμιλλη τοπική και περιφερειακή τεχνογνωσία με μια παγκόσμια προοπτική για να παρέχει δραστικές και αποτελεσματικές συστάσεις πολιτικής.

Πρακτικά η Carnegie Moscow Center είναι στρατηγική «δεξαμενή σκέψης» με έδρα τη Μόσχα που ιδρύθηκε το 1994 ως περιφερειακή θυγατρική του Carnegie Endowment for International Peace -νούμερο ένα στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και 26η κορυφαία στον κόσμο, σύμφωνα με την Παγκόσμια Έκθεση του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια (2014) [όπου -σσ. φιγουράρουν και 35!! δικές μας εκεί μεταξύ αυτών το ΕΛΙΑΜΕΠ (Hellenic Foundation for European and Foreign Policy) και η ICBSS (International Centre for Black Sea Studies)]

Σύμφωνα με τον Αμερικανό δημοσιογράφο James Kirchick, το Carnegie Moscow Center ήταν ένα από τα κορυφαία «δυτικά» think tank στον τομέα της ρωσικής έρευνας, αλλά η κατάσταση άλλαξε μετά τις ρωσικές προεδρικές εκλογές του 2012, όταν ο «κριτικός» στον Πούτιν και ο τότε (ρώσος) πρόεδρος του Προγράμματος Κοινωνία και Περιφέρειες, Νικολάι Πετρόφ [ru], εγκατέλειψε το κέντρο μετά την ακύρωση του προγράμματός του. Ο Πετρόφ είπε ότι η απόφαση για την ακύρωση του προγράμματος ξεκίνησε από τον επικεφαλής του κέντρου, Ντμίτρι Τρένιν, ο οποίος δεν ήθελε να ενοχλήσει τον Πούτιν. Το 2014 αποχώρησαν από το κέντρο και η τότε αρχισυντάκτρια του περιοδικού του κέντρου, Μαρία Λίπμαν, και η Ρωσίδα πολιτικός επιστήμονας Λίλια Σεβτσόβα. Τόσο ο Λίπμαν όσο και η Σεβτσόβα ήταν επίσης επικριτές του Πούτιν.

Εν ολίγοις –και αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό, αποτελεί εργαλείο της κρατικής πολιτικής της καπιταλιστικής Ρωσίας.

άγνωστος πόλεμος think tanks

Κλείνοντας, να θυμίσουμε πως οι «δεξαμενές σκέψης» πάνε πολύ πίσω: σαν σημείο γραφής αναφέρουμε την Belfer Center for Science and International Affairs «ερευνητικό κέντρο» του Cambridge, MA, που ιδρύθηκε το 1973 με σκοπό –σώ …ω…ω…πα! «να αναλύσει τον έλεγχο των όπλων και τη μείωση της πυρηνικής απειλής» και «χάρη σε μια σημαντική δωρεά» από το Ίδρυμα Ford, είναι σήμερα ένα μόνιμο ερευνητικό κέντρο που στη Σχολή Διακυβέρνησης John F. Kennedy στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ έχοντας επεκταθεί σε έρευνες «επιστήμης, τεχνολογίας, δημόσιας πολιτικής, περιβάλλοντος και φυσικών πόρων» και εργάζεται σε διπλή αποστολή «προετοιμασίας μελλοντικών γενεών ηγετών» και «παροχής ηγεσίας στην προώθηση της σχετικής με την πολιτική γνώσης σχετικά με τις πιο σημαντικές προκλήσεις της … ασφάλειας και …. άλλων κρίσιμων ζητημάτων» Μηνιαία ροή: 3,2 εκατομμύρια επισκέπτες και νομισματική αξία (μηνιαίας) επισκεψιμότητας: 7.700.000 $

Θα επανέλθουμε…

Μετάβαση στο περιεχόμενο