• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Ένας πλανόδιος πωλητής αλλοτινών πραγμάτων (Διήγημα)

«Όσο για μένα, έμεινα πάντα ένας πλανόδιος πωλητής αλλοτινών πραγμάτων,
αλλά… αλλά ποιός σήμερα ν’  αγοράσει ομπρέλες από αρχαίους κατακλυσμούς.»
Επίλογος / (Φυσάει) – Τάσος Λειβαδίτης

Μετά από 2 μήνες, τρεις εβδομάδες και αλήθεια πόσες ώρες- είχε χάσει πια το μέτρημα των δευτερόλεπτων- είδε το νούμερο του τηλεφώνου της να φωτίζει  την οθόνη του κινητού του.

Το σκέφτηκε αν θα έπρεπε να απαντήσει. Αυτές οι άτιμες οι αρχές του- «χριστιανισμό» τον χαρακτήριζε πάντοτε εκείνη- τον έκαναν να το σηκώσει

«Γιατί μου θύμωσες;» τον ρώτησε  χαδιάρικα, θαρρείς και δεν είχε συμβεί τίποτα μεταξύ τους.

Η απάντηση του κοφτή, άλλωστε πολλές πρόβες έκανε όλο αυτό το διάστημα της απομάκρυνσης τους, για ένα τέτοιο ενδεχόμενο :

«Στην αγάπη δεν χωρά θυμός!

Χωρά όμως απογοήτευση, πίκρα και κυρίως πληγές που δεν κλείνουν. Οπότε όπως έλεγαν και οι Λατίνοι: «ave atque vale» *

Τα είπε όλα μονορούφι και της έκλεισε το τηλέφωνο.

Ντύθηκε  και κατευθύνθηκε στην παραλία της άμορφης Θεσσαλικής πόλης. Αυτός θαλασσινός (Βολιώτης) και αυτή καμπίσια (Λάρισα). Αυτός εκπαιδευτικός και αυτή αρχιτεκτόνισσα.

Αυτός με ένα κορίτσι στα 16, μόνος εδώ και μία δεκαετία, χάνοντας την γυναίκα του  από την «κακιά αρρώστια» , κοντεύοντας τα 60 εγκλωβισμένος σε μια δουλειά που είχε αρχίσει να τον κουράζει και κυρίως αναμένοντας μια σύνταξη, που ας είναι καλά τα μνημόνια, θα την έβλεπε στα 67 του. Και μέχρι τότε ποιος και κυρίως γιατί άραγε θα δίδασκε Αντιγόνη σε μια κοινωνία που είχε για αλλού τραβήξει ;

Αυτή, είχε πατήσει τα 45. Στο κυνηγητό μιας καριέρας και μιας ζωής που έβλεπε να φεύγει ποια από τα χέρια της. Λέγοντας πολλά όχι χωρίς όμως να εισπράξει και τα ναι που περίμενε. Με μια ανεξάρτητη και μοναχική ζωή- θύμα της ομορφιάς της- όπως έλεγαν (χωρίς αυτή να τις ακούει) οι φίλες της συζητώντας στις συναντήσεις τους, αυτή για τα όνειρά της και αυτές για τα όσα ονειρευόταν για τα παιδιά τους.

Η γνωριμία τους στο τραίνο. Είχε επισκεφτεί το Πήλιο για τις ανάγκες της δουλειάς της- διέθετε τεχνικό γραφείο- και επέστρεφε στη Λάρισα. Και αυτός λάτρης του τραίνου όπως δήλωνε και μην διαθέτοντας δίπλωμα, για ιστορικό συνέδριο. Σε διπλανές θέσεις. Αυτός να διαβάζει το αστυνομικό του μυθιστόρημα και αυτή το αρχιτεκτονικό της περιοδικό. Η γνωριμία τους απλή, όπως τόσων ανθρώπων που τυχαίνει να συνταξιδεύουν.

Όμως αυτή απρόοπτα συνεχίστηκε σε  καφέ στην πλατεία του σταθμού. Αντάλλαξαν τηλέφωνα, μαζί με τις πρώτες εκμυστηρεύσεις για τη ζωή τους, καθώς και την υπόσχεση ότι θα τα ξαναπούν μια και όπως του είπε κοιτώντας τον στα μάτια, η απόσταση των πόλεων τους είναι «ούτε μισό πακέτο δρόμος». Καπνίστρια αυτή- με στριφτό τσιγάρο μάλιστα- άκαπνος από πεποίθηση αυτός όπως της τόνισε.

Και πάλι αυτή ήταν που πρώτη, ένα μοναχικό όπως συνήθως Σαββατόβραδο,  τον πήρε στο τηλέφωνο.

«Τι θα έλεγες για ένα τσίπουρο στη Νέα Ιωνία; Βρίσκομαι από το απόγευμα στον Βόλο και σε θυμήθηκα»

Τον ξάφνιασε ευχάριστα. Άλλωστε θα άφηνε την τότε 11 χρονη κόρη  του να καθίσει στο σπίτι της ξαδέλφης του που έμεινε κοντά και θα είχε όλο τον χρόνο να την ξεναγήσει στα ξακουστά τσιπουράδικα της περιοχής.

Του έφαγε πάνω από μισή ώρα να διαλέξει τι ρούχα θα φορούσε. Δεν είχε βρεθεί όλα  αυτά τα χρόνια που είχε μείνει χήρος μόνος με άλλη γυναίκα, ούτε είχε φανταστεί τη ζωή του χωρίς αυτήν, παρά τις συμβουλές της γριάς μητέρας του ότι «επιτέλους θα έπρεπε να ξαναφτιάξει τη ζωή του». Δεν άντεξε όμως πολλά χρόνια για να το δει και πήγε να συναντήσει τον πατέρα του, που είχε χάσει εδώ και χρόνια.

Το μπλουτζίν τον έκανε να νοιώθει άβολα, ενώ στο βλέμμα του κυριαρχούσε ο φόβος για το τι θα πει ο κόσμος για τον καθηγητή που κυκλοφορούσε με μια νεώτερη του, άγνωστη στην πόλη.

Φορούσε ένα εντυπωσιακό δερμάτινο σετ, που αναδείκνυε τα μακριά χυτά πόδια της και το στήθος της που όπως διάβαζε σε εκείνα τα αγαπημένα του νουάρ, «δεν υπάκουε στους νόμους της βαρύτητας».

Ίσως η πολύχρονη μοναξιά, το τσίπουρο που έρρεε άφθονο,  η ομορφιά που είχε απέναντί του (και που όπως καταλάβαινε προκαλούσε βλέμματα θαυμασμού στους θαμώνες αλλά και ζήλειας για τον ίδιο- «τι του βρήκε αυτή η κοπελάρα»- σαν να άκουσε μάλιστα να λένε πίσω από την πλάτη του), τον βοήθησε να χαλαρώσει και να βγάλει μια τρυφερότητα που χρόνια είχε να νοιώσει.

Εξομολογήσεις, τυχαία δήθεν αγγίγματα, εκμυστηρεύσεις, σιωπές που συνοδευόταν με κοίταγμα στα μάτια και τις άμυνες-πανοπλίες που είχε στήσει όλα αυτά τα χρόνια να νοιώθει ότι πια καταρρέουν.

Την συνόδεψε μέχρι το  παραλιακό ξενοδοχείο που είχε κλείσει για να μείνει. Κατάλαβε ότι αν της το είχε προτείνει, θα την ακολουθούσε. Δεν το έκανε. Σκέφτηκε τους στίχους του αγαπημένου του ποιητή:

«Όμως εγώ υπήρξα ανυπόμονος
σαν κάποιον που ανοίγει την ομπρέλα του σε καιρούς ξηρασίας» **

Δεν θέλησε (ή δεν μπορούσε τελικά;) να είναι ανυπόμονος. Την αποχαιρέτισε με ένα φιλί στο μάγουλο. Γύρισε και με αργό βήμα ανέβηκε τον κεντρικό δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι του.

Τον κοίταξε για πολύ ώρα καθώς απομακρυνόταν. Το διαπίστωσε όταν και αυτός κοίταξε πίσω του νοιώθοντας, ότι μπορεί και να «αποχαιρετούσε την Αλεξάνδρεια που έχανε».

Είχε μπει στην περίοδο των σχολικών εξετάσεων. Η συνάντησή τους, τον έκαιγε την καρδιά τα βράδια. Η κόρη του ετοιμαζόταν να γίνει τελειόφοιτη δημοτικού όπως του τόνιζε με καμάρι.

Η αρχιτεκτόνισσα του τηλεφωνούσε κάπου-κάπου για να μάθει νέα του και κυρίως για να τον ενημερώσει για το διδακτορικό της, που το τελείωνε επιτέλους, κάτι που όπως όλο χαρά του έλεγε θα τις άνοιγες πανεπιστημιακούς ορίζοντες σε σχέση με την άχαρη και κυρίως λόγω κρίσης περιορισμένη και κακά αμειβόμενη δουλειά στο γραφείο.

Ώσπου την τελευταία μέρα των εξετάσεων, Παρασκευή μεσημέρι, είδε τον αριθμό της στην οθόνη του κινητού της. Δεν το συνήθιζε τέτοια ώρα.

«Σε λίγο ξεκινώ για τα μέρη σου. Ο καιρός θα είναι θαυμάσιος και είπα να έλθω για καμία βουτιά. Μπορεί να είμαι καμπίσια, όμως η θάλασσα είναι το αγαπημένο μου καταφύγιο.»

Η καρδιά του άρχισε να χτυπά σαν τρελή, ενώ το μυαλό του ετοίμαζε κιόλας το πλάνο που θα έπρεπε να ακολουθήσει. Για την κόρη του βρέθηκε για μία ακόμη φορά η λύση της ξαδέλφης. Το ζήτημα ήταν γι’ αυτό που ένιωθε αν και πως θα έβρισκε τελικά λύσεις ή τουλάχιστον γιατρειά.

Ηλθε με το  αυτοκίνητο της «κολλητής» όπως είπε μια και το δικό της το είχε στο συνεργείο. Η διαδρομή για τα αγαπημένα του Καλά Νερά ονειρεμένη. Η μουσική , από την αγαπημένη της Κούβα, που είχε επισκεφθεί ήδη δύο φορές όπως του έλεγε με καμάρι, κάθε τόσο στο τηλέφωνο.

Το ξενοδοχείο για το διήμερο ήταν δίκλινο μετά από απαίτηση του, όμως από την πρώτη βραδιά μετατράπηκε  τελικά σε …διπλό. Όλα ήλθαν, φυσιολογικά, ανθρώπινα, χωρίς προλόγους και σενάρια. Είχε χρόνια να νοιώσει  έτσι.

Και αυτή; Θέρμη αλλά και ψυχρότητα. Τρυφερότητα αλλά και ορθολογισμός. Και ατέλειωτοι μονόλογοι για τα όνειρα της, για τη ζωή της  που κύλησε χωρίς να μπορεί να την πάρει στα χέρια της όπως θα ήθελε, για την απέραντη μοναξιά που ένοιωθε, για την οικογένεια που δεν είχε κάνει, για το παιδί που δεν απόκτησε.

Και το όνειρο αυτής της σχέσης από απόσταση κράτησε πέντε χρόνια τώρα. Με πάθη, αλλά και εντάσεις. Με γεροντική ζήλεια από μέρους του για το τι πραγματικά έκανε τις βδομάδες που ήταν μακριά.

« Όλο και κάποιον θα έχει ταυτόχρονα» του έλεγαν οι φίλοι του κάνοντας την καρδιά του σμπαράλια. Και αυτός εκεί. Τυπικός, σταθερά δίπλα της σε ότι του ζητούσε, με τον φόβο ότι δεν θα άντεχε μία ακόμη απώλεια στη ζωή του.

Πρόσεχε την κόρη του σαν τα μάτια του. Να μην τις λείψει τίποτε, αν και η απουσία της μάνας ήταν καθοριστική. Στις σκέψεις  του, όσο είχε μπει στην εφηβεία, ήταν του τι τελικά θα της έλεγε για την αρχιτεκτόνισσα.

Και αυτή όμως δεν έλεγε να ανοίξει τα χαρτιά της . Μισόλογα, σιωπές, απουσίες, νέα ενδιαφέροντα στη ζωή της. Και αυτός, να νοιώθει συχνά σαν ο αγκιστρωμένο ψάρι στα δίκτυα της, ανήμπορος να δραπετέψει γιατί δεν το ήθελε ή τελικά δεν το μπορούσε; Παρακαλούσε βαθειά μέσα του να βρει κάποιον να τη συντροφεύσει μόνιμα στην επόμενη ζωή της, μιας και ο ίδιος δεν τολμούσε να της το ζητήσει.

Δειλός κατά βάθος θεωρώντας ότι :

«η εξέγερση ήταν πια παρελθόν κι όσοι απόμεναν όρθιοι πυροβολούσαν ακόμα για ένα φτωχό έπαθλο στα υπαίθρια σκοπευτήρια..» ***

Ο καυγάς τους πριν τρείς μήνες περίπου , έμοιαζε να είναι και ο τελευταίος. «Μ’ αρέσουν οι μικρότεροι και κυρίως οι καλογυμνασμένοι» του είπε , στην τελευταία τους συνάντηση, κατάμουτρα. «Γιατί εγώ θέλω να έχω την τελευταία κουβέντα και τον έλεγχο στη σχέση μου.»

Απειλή, προειδοποίηση ή απλά ενημέρωση για του τι πραγματικά συνέβαινε τόσο καιρό δεν το ξεκαθάρισε. Απλά, χωρίς να το σχολιάσει έφυγε. «Άλλη μια φορά κορόιδο» όπως έλεγε και ο τίτλος ενός από τα αγαπημένα του αστυνομικά που το είχε διαβάσει στα εφηβικά του χρόνια.

Δεν ξαναπήρε τηλέφωνο κανείς από τους δύο τους επόμενους μήνες. Έριξε και αυτός «μαύρη πέτρα», κλείστηκε στον εαυτό του και φρόντιζε να μην λείψει τίποτε της κόρης του που ήταν πια όλη του η ζωή.

Παραξενεύτηκε όταν είδε στην οθόνη του τηλεφώνου του κλήση από άγνωστο σταθερό, με κωδικό της Λάρισας.

«Δεν έτυχε να γνωριστούμε όλα αυτά τα χρόνια», άκουσε μια άγνωστη γυναικεία φωνή να του λέει. «Είμαι η κολλητή της….που το αυτοκίνητό μου είχε χρησιμοποιήσει όταν τα φτιάξατε. Η πρωτοβουλία είναι δική μου και το τηλέφωνό σου το βρήκα στην ατζέντα της. Η φίλη μας έκανε μία σοβαρή γυναικολογική εγχείριση και νοσηλεύεται εδώ και μέρες στο νοσοκομείο. Σκέφτηκα ότι θα σε ενδιέφερε μια και όπως συχνά μου έλεγε ήσουν όλα  αυτά χρόνια ότι πιο κοντινό είχε μετά την μητέρα της.»

Βούρκωσε. Ένοιωσε τα πόδια του να τρέμουν. Δεν το σκέφτηκε καθόλου. «Αγγάρεψε» τον πρώτο φίλο που βρήκε εύκαιρο και με το αυτοκίνητο του κατευθύνθηκε στο νοσοκομείο της Λάρισας.

Οι γιατροί τον καθησύχασαν, είχε διαφύγει τον κίνδυνο του είπαν. Η αποβολή της στο τρίτο μήνα σήμαινε όμως και την πλήρη αδυναμία της να αποκτήσει παιδί, που τόσο επιζητούσε.

Η όψη της, τον τρόμαξε. Καμία σχέση μ’ αυτήν που είχε αφήσει. Αδυνατισμένη, με μαύρους κύκλους στα μάτια και με τον ορό στο χέρι.

Η ζήλεια φάνηκε να τον εγκαταλείπει. Την πλησίασε. Της άγγιξε το χέρι. Την φίλησε απαλά στο μάγουλο και της είπε:

«Αν θέλεις η κόρη μου μόλις φύγουμε από το νοσοκομείο, να γίνει και δική σου κόρη»

Δεν του απάντησε. Του χαμογέλασε, του έσφιξε το χέρι, ενώ στα μάτια της είδε να ξαναζωντανεύει η ελπίδα…

 

* Χαίρε και αντίο

** Οι στίχοι είναι του Τάσου Λειβαδίτη,  «Ο επίλογος», από τη συλλογή «Ανακάλυψη»

*** Οι στίχοι είναι του Τάσου Λειβαδίτη,  «Ο επίλογος», από τη συλλογή «Ανακάλυψη\

 

Αλέκος Χατζηκώστας