• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Έρχονται Χρόνια Δύσκολα

Γράφει ο Βασίλης Λιόγκαρης //

Και χρόνια πικραμένα. Ο φασισμός ξαναχτυπά βελούδινα την πόρτα. Τούτη την φορά δεν έχει δόντια κοφτερά, δεν κρατά βαριές αλυσίδες και δεν κραδαίνει ρόπαλα. Δεν σε στέλνει στα μπουντρούμια και στα ξερονήσια, δεν σε στήνει μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα και δεν καιροφυλακτεί στην γωνιά να σου την φέρει πισώπλατα. Είδανε πως δεν του βγαίνει.. Τούτη τη φορά ο φασισμός έχει αλλοιωμένο το πρόσωπο, δείχνει τόνων χαμηλών, παρηγορητικός, κατανοητός ΄σοσιαλδημοκρατικός’, σχεδόν σαγηνευτικός, αποπροσανατολίζει και σου φέρνει τα πάνω κάτω, Φροντίζει και επιδιώκει να σε κρατά στο χέρι, άβουλο άπραγο και υποταγμένο κολλημένο σαν πέτρινη πεταλούδα σε χρωματιστό χαρτόνι.

Έρχονται χρόνια δύσκολα και χρόνια πικραμένα. Με άνθη και πούπουλα προσπαθούν να κάτσουν στον σβέρκο μας να φανεί το βάρος λιγότερο επώδυνο.
Λερναία Ύδρα ο φασισμός, πολλές οι κεφαλές του και με διαφορετικά πρόσωπα, με το κνούτο και την αγιαστούρα, με το καρότο και την προσευχή. Παλιό, πασίγνωστο τροπάρι, από αλλοτινούς καιρούς.

Μόνο κάτσε να θυμηθώ.. Πέντε η ώρα… πέντε η ώρα που βραδιάζει. Είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε, ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίσει… ο θάνατος παραμονεύει… Αχ πριν φτάσω στην Γκόρντοβα…. Για ένα παλικάρι θέλω να σου μιλήσω. Από την λιόλουστη Ανδαλουσία. Από τους κήπους της Αλάμπρα, την κόκκινη Μαυριτάνικη σκόνη, την πανέμορφη Γρανάδα. Γιομάτος νιάτα, γιομάτος ορμή.. Καλά το κατάλαβες. Μιλώ για τον ποιητή που σκότωσαν οι φασίστες…. όταν σκοτώνεται ένας ποιητής, όλος ο κόσμος κάνει βήματα πίσω. Αυτός είναι ο σκοπός όμως.

Πέντε η ώρα, πέντε η ώρα που ξημερώνει. Σέρνουν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, έναν άοπλο άνθρωπο, έναν αγωνιστή. Έναν άνθρωπο που έχει μόνο ένα γαρύφαλλο στο στόμα. Το γαρύφαλλο της δικαιοσύνης και της ανθρωπιάς. Είναι επικίνδυνος, είναι κομουνιστής… για αυτό πρέπει να πεθάνει!

Και ο φασισμός ξαναχτυπά. Φλογερή εκείνη την χρονιά η Άνοιξη, αφήνει παπαρούνες και κόκκινα χνάρια στον δρόμο από τον Μαραθώνα στην Αθήνα. Ένα παλικάρι με σταυρό τ΄ απλωμένα του χέρια και στο κούτελο το περιστέρι της Ειρήνης κατηφορίζει με το μήνυμα του Αγώνα. Είναι επικίνδυνος, πρέπει να πεθάνει! Και πέθανε από φασίστες, μ’ ένα άγριο χτύπημα από ρόπαλο στο κεφάλι.

Κι έτσι κι αρχίσω εξιστορώ ολόκληρα κατεβατά, τελειωμό δε θα έχει ετούτη η στήλη. Σύντροφε με τούτα μου τα λόγια, σε κεντρίζω να μην ξεχάσεις, να μένεις πάντοτε ακοίμητος φρουρός των ιδανικών σου, πανέτοιμος να τους αντιμετωπίσεις… Ξαναχτυπούν!

_________________________________________________________________________________________________________

Ο Βασίλης Λιόγκαρης γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς πρόσφυγες, εργάτες, πολυφαμελίτες. Έζησε στα πρώτα παιδικά του χρόνια τη λαίλαπα της κατοχής και μεταφέρει τις τραυματικές αυτές εμπειρίες στα γραφτά του. Σπούδασε θέατρο και για ένα διάστημα δούλεψε σ’ αυτό. Αργότερα απορροφήθηκε από την παραγωγική διαδικασία όπου εργάστηκε σε διάφορες βιομηχανίες. Ο Βασίλης Λιόγκαρης είναι συγγραφέας της γενιάς και της τάξης του. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.