Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Έφυγε από τη ζωή ο Κουβανός ποιητής Ρομπέρτο Φερνάντες Ρεταμάρ (Ένα μικρό αφιέρωμα)

Γράφει ο Αλέκος Χατζηκώστας //

Ο ποιητής και δοκιμιογράφος Ρομπέρτο Φερνάντες Ρεταμάρ, ένα από τους σημαντικότερους διανοούμενους της Αμερικής, πέθανε το απόγευμα του Σαββάτου 20 Ιούλη στην Αβάνα σε ηλικία 89 ετών.

Ο Κουβανός ποιητής, δοκιμιογράφος και λογοτεχνικός κριτικός Ρομπέρτο Φερνάνδες Ρεταμάρ, γεννήθηκε στην Αβάνα και αφού εγκατέλειψε τις σπουδές του στην Τέχνη και την Αρχιτεκτονική, συνέχισε σπουδάζοντας Λογοτεχνία και Φιλοσοφία στην Κούβα, την Σορβόνη και το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, το 1956, ταξίδεψε στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία και το Βέλγιο. Δίδαξε στα Πανεπιστήμια της Αβάνας και του Γέηλ, και έδωσε διαλέξεις σε πολλά πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και στα πανεπιστήμια της Πράγας και της Μπρατισλάβα, με θέμα την Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία.

Πτυχιούχος Φιλοσοφίας και Φιλολογίας και επίτιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Αβάνας, συνεργάστηκε με το περιοδικό Origenes, ήταν διευθυντής μεταξύ 1959 και 1960 του Nueva Revista Cubana, και συμμετείχε στην ίδρυση της Ένωσης Συγγραφέων και Καλλιτεχνών Κούβας (UNEAC), της οποίας συμμετείχε στο πρώτο διοικητικό συμβούλιο και διήυθυνε μαζί με τους Νικολάς Γκιγιέν, Αλέχο Καρπεντιέρ και Χοσέ Ροντρίγκες Φέο το περιοδικό Unión κατά το πρώτο του στάδιο.

Το ξεκίνημά του στην ποίηση οφείλεται στην επιρροή του σπουδαίου Κουβανού λογοτέχνη Χοσέ Λεσάμα Λίμα (1910-1976) και της ομάδας που συνεργαζόταν με το λογοτεχνικό και πολιτιστικό περιοδικό Orígenes. Όταν, το 1959, ο Φιντέλ Καστρο ανέλαβε την εξουσία, μετά το κίνημα που ανέτρεψε τον Μπατίστα, ο Φερνάνδες Ρεταμάρ έγινε εκπρόσωπος τύπου του νέου καθεστώτος. Αυτό τον έφερε σε διάσταση με τους ποιητές του Orígenes, τους οποίους επέκρινε επειδή δεν είχαν ενεργή ανάμειξη στην επανάσταση.

Το 1965 ανέλαβε ως εκδότης του περιοδικού της “Κάσα ντε λας Αμέρικας”, ενός οργανισμού που ιδρύθηκε τέσσερις μήνες μετά την Κουβανική επανάσταση με σκοπό την ανάπτυξη των κοινωνικών και πολιτιστικών σχέσεων με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, κυρίως. Από το 1986, ο Φερνάνδες Ρεταμάρ είναι ο τρίτος πρόεδρος του οργανισμού ενώ, παράλληλα συμμετέχει και στο 31/μελές Κρατικό Συμβούλιο της Κούβας.

Επίσης, ίδρυσε το 1977 και διεύθυνε μέχρι το 1986 το Κέντρο Μελετών Μαρτί και την ετήσια έκδοσή του. Εξελέγη το 1995 μέλος της Κουβανικής Ακαδημίας της Γλώσσας, της οποίας ήταν επικεφαλής μεταξύ 2008 και 2012.

Για τις εξαιρετικές του αρετές βραβεύτηκε με το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 1989 και η Unesco του απένειμε το Διεθνές Βραβείο Χοσέ Μαρτί στις αρχές του 2019.

Ήταν βουλευτής της Εθνικής Συνέλευσης της Λαϊκής Εξουσίας και μέλος του Κρατικού Συμβουλίου της Δημοκρατίας της Κούβας.

Τιμήθηκε με το μετάλλιο Γραμμάτων και Τεχνών στην Γαλλία, το 1998, όπως και με πολλά ποιητικά βραβεία, μεταξύ των οποίων το Εθνικό Βραβείο Ποίησης, το 1951, το βραβείο Ρουμπέν Δαρίο, το 1980, το διεθνές βραβείο Νίκολα Βαπτσάροφ της Βουλγαρίας και το Perez Bonalde της Αργεντινής. Τίτλοι επίτιμου καθηγητή και διδάκτορα, του έχουν απονεμηθεί στα Πανεπιστήμια της Λίμας, της Σόφιας και του Μπουένος Άιρες.

Η ποίησή του, συνεπής στις επιταγές του συμπατριώτη του αγωνιστή-ποιητή Χοσέ Μαρτί, εμπνέεται από την ιστορία, τους αγώνες του νησιού, αλλά και από την ιστορία, τον έρωτα και τη ζωή των άλλων λαών της ηπείρου. Δεν στερεί την αλληλεγγύη της σε μακρινούς λαούς, όπως ο βιετναμικός, και δεν μένει ξένη όπου και όταν το επιτάσσουν οι στιγμές. Είναι μια ποίηση μαχητική όταν το θέλει η ιστορία αλλά και λυρική, σατυρική, ελεγειακή ή περιπαικτική, για να εμπνευσθεί από τα μικρά ή μεγάλα γεγονότα της καθημερινότητας. Αφιερώνεται, σε ένα μεγάλο μέρος της, στη ζωή στο νησί μετά την επικράτηση της Επανάστασης του Φιντέλ Κάστρο, στο σπίτι, τις θυγατέρες, τις απώλειες φίλων, τον εγγονό του που τον λένε Φωκά, ή την ανέχεια σε δύσκολους

roberto3

Από το βιβλίο Roberto Fernández Retamar, Πέντε Ελληνικά και άλλα ποιήματα εκδ. Εκάτη, 2009 (μτφ: Ρήγας Καππάτος) παρουσιάζουμε τρία ποιήματά του:

Επίδαυρος

Αν ανάψεις ένα σπίρτο στην Επίδαυρο
Η ανάφλεξη ακούγεται στις πρώτες κερκίδες,
Και στις άλλες πιο πάνω
Και στις τελευταίες εκεί που απ’ την απόσταση
Οι άνθρωποι μοιάζουν ασαφείς πιθανότητες.
Αν χτυπήσεις στην Επίδαυρο,
Ο χτύπος ακούγεται πιο ψηλά, μέσα στα δέντρα
Στον αέρα. Αν τραγουδήσεις στην Επίδαυρο,
Το γνωρίζουν τα βουνά, τα σύννεφα, ο κόλπος
Τα νησιά στήνουν αυτί.
Οι άλλες χώρες γέρνουν λίγο
Ν’ ακούσουν που τραγουδάνε στην Επίδαυρο.

roberto5

Εν πλω Ιθάκη

Ρωτήσαμε το μεγαλόσωμο ναύτη στο καράβι
Για την πελώρια και γρέτζελη πέτρα
Που κάπως θολή από κυπαρίσσια ξενέριζε απ’ τη θάλασσα.
Την λένε Ιθάκη. Θέλαμε να μάθουμε
Πού έζησε ο πανούργος, πού έκαιγε
Τα λιπαρά πλευρά από τις δαμάλες, πού
Τάνυζε το τόξο του για να διαλύσει τα σανίδια,
Για να φροντίσει εκείνον που φύλαε το λινάρι.
Όλα βγαλμένα με χώμα και χαρτιά απ’ τα μάτια.
Αλλά ο ναύτης, που ταξίδεψε μακριά,
Ριγμένος σαν ξερό ψωμί από το τραπέζι,
Που είδε την Αβάνα ένα απόγεμα
Και την Ιαπωνία χρωματισμένη με βιολετί τρέμουλο σαράντα
Μέρες μετά, από την κουπαστή του πλοίου μας λέει:
Ο Οδυσσέας πέθανε.
Και στο αναμεταξύ
Οι μετανάστες επιβιβάζονταν σαν άλογα.

roberto7

Επανόρθωση στον Φεδερίκο

Σ’ ένα ποίημα, (εξ’ άλλου πολύ κακό) μόλις διάβασα, και μου έκανε εντύπωση,
Ότι δε μαγνητοφωνήθηκε η φωνή σου, που τόσα έχουν να πουν γι αυτή όσοι σε γνώρισαν’
Ότι δε μαγνητοφωνήθηκε η φωνή σου, και πως εκείνοι οι νέοι γερόντοι,
Εκείνοι που έχουν περάσει τα εξήντα κι αρχίζουν τώρα να εκλείπουν μαζικά,
Και που ήταν οι έκθαμβοι σου συνομήλικοι,
Παίρνουν πεθαίνοντας μαζί τους, εξαφανίζοντας από τη Γη την τελευταία θύμηση της φωνής σου.
Μέσα σε λίγον καιρό (ας πούμε άλλα τριάντα χρόνια),
Δεν θα μείνει κανείς πάνω στη Γη
Που να θυμάται πώς μιλούσες,
Τραγουδούσες,
Γελούσες,
Και πιθανώς έκλαιγες.
Η φωνή σου θα έχει λησμονηθεί για πάντα.

Έτσι και όλος εσύ θα έχεις λησμονηθεί
Σε τριακόσια,
Τρεις χιλιάδες
Ή τριάντα χιλιάδες χρόνια.
Μπορεί να έχει λησμονηθεί κι η ίδια η ιδέα της ποίησης,
Αυτή που εσύ ήσουν ο αφέντης της,
Που από το ένα μέρος φρόντιζες τις λέξεις
Κι από το άλλο την ψυχή.
Πρέπει, λοιπόν, να βιαστούμε
Να επανορθώσουμε αυτό που σου έγινε,
Όσο είναι ακόμα νωπός ο θάνατος σου.

Γιατί μετά από μια νεανική διαφώτιση,
Που σε περνούσαμε από χέρι σε χέρι, καμωμένο μόνο άνθρωπο, όπως ο Σωκράτης ή ο Λεονάρδο
(Οι άλλοι ήταν οι Ματσάδο, Ουναμούνο, Μαρτί, Νερούδα, Αλμπέρτι.
Μόνο ο Χουάν Ραμόν κι εσύ
Ήταν ο Χουάν Ραμόν κι ο Φεδερίκο)•
Μετά από τότε,
Έφτασαν οι άλλοι
Κι ήρθαν οι μέρες που σε αρνήθηκαν.
Τι αδικία, Φεδερίκο,
Τι αδικία -μπορεί αναγκαία: οι ζωντανοί να τρέφονται από τους πεθαμένους,
Αλλά χωρίς να το δηλώνουν.

Τώρα χρειάζεται να σου αποδώσουνε τιμές
Όχι μονάχα οι διαλέλτες
Κι αυτοί που γράφουν βιογραφίες και μελέτες,
Αλλά οι υπέροχοι νέγροι που αγάπησες και που αψηφούνε τους λευκούς και τα σκυλιά,
Οι δέκα χιλιάδες πόρνες που απειλούν να παρελάσουν στο Σαντιάγο της Χιλής,
Τα φτωχά διφορούμενα αγόρια, οι πενταποδαρούσες σαλαμάνδρες, ριγμένα έξω από τον κόσμο,
Οι πλεονάζοντες, οι εμβρόντητοι.
Και οι ποιητές.

Τώρα που θα έχουμε την ηλικία
Που είναι για πάντα η δική σου,
Αποτελεί μια πράξη δικαιοσύνης
Τόσο μοιραίας, τόσο απαραίτητης, όσο και η άλλη αδικία,
Να πούμε πως είχαμε δίκιο τότε, που μόλις βγαίναμε από την παιδική ηλικία,
Όταν το Φεδερίκο ήταν ένα ηλεκτρισμένο όνομα,
Μια φλόγα που αναβοσβήνει στο σκοτάδι,
Ένας θησαυρός, ένας αλησμόνητος φίλος που τον άρπαξε η νύχτα που μ’ αυτή άρχισε ο χειμώνας.
Γνώριζες περισσότερα, ήσουν καλύτερος. Και η ειλικρίνεια ή η αθωότητα
Η απληστία ή η εγκατάλειψη
Σε ανακάλυπταν για να μεγαλώσουν.

Σπάνιε, εκθαμβωτικέ πρωτότοκε αδελφέ,
Πριν εξαφανιστείς για πάντα,
Με τους αστράγαλους σπασμένους, περίπλοκα μουσικά όργανα περασμένα στο λαιμό σου,
Τα μάτια ερημωμένα από το κλάμα,
Το στήθος και το κεφάλι διάτρητα•
Πριν εξαφανιστούμε για πάντα,
Θα σε αγκαλιάσω, μάλλον συγκινημένος,
Σ’ αυτό τον άνεμο που μας έμαθες να ονομάζουμε
Με λέξεις που έβγαζες απ’ το τσεπάκι,
Παρ’ όλο που τότε ήσουνα κιόλας πεθαμένος, πεθαμένος,
Και δεν ήσουν άλλο από σελίδες, κι είχαν κιόλας αρχίσει να χάνονται
Οι λέξεις από σάρκα και οστά που έκαναν να ανατριχιάσει ο κόσμος
Ίσαμε τον Αύγουστο του 1936, πριν τριάντα χρόνια,
Όπου τα θηρία που πάντα καραδοκούν σε τουφέκισαν γιατί ναι,
Γιατί όλα,
Γιατί έτσι τελειώνουν οι ποιητές.