Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Αλέκος Χατζηκώστας: Η …σοκολάτα της κατοχής! (Ιστορία από την Αντίσταση)

Μέρες του καλοκαιριού του ’44. Η πλάστιγγα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου είχε αρχίσει να γέρνει, χάρη στην ηρωική προέλαση του Κόκκινου Στρατού. Στην Ελλάδα οι δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κυριαρχούν στο μεγαλύτερο κομμάτι της χώρας και οι Γερμανοί ετοιμάζονται να τα «μαζέψουν» όχι όμως ατουφέκιστοι, όπως θα’ θέλαν οι Εγγλέζοι «σύμμαχοί» μας.

Στο μικρό χωριό του κάμπου, οι Γερμανοί είχαν καιρό να εμφανιστούν. Το δίπατο αρχοντόσπιτο ήταν εδώ και μήνες κέντρο διερχομένων. Η απόσταση άλλωστε από τον κεντρικό δρόμο το έκανε απροσπέλαστο από τα «κακιά μάτια». Έτσι ιδιαίτερα μετά τη “Μάχη της σοδειάς” είχε γίνει το «νόμιμο» κέντρο της αντίστασης στη περιοχή. Άλλωστε και ο μπάρμπα Θόδωρος (ο ετεροθαλής πατέρας της) είχε κεντρικό ρόλο στη ευρύτερη περιοχή στην Επιμελητεία του Αντάρτη (ΕΤΑ).

Στα παιδικά της μάτια οι καπεταναίοι που μπαινόβγαιναν είχαν αποκτήσει πια μυθικές διαστάσεις. Δεν ήταν μόνο τα αρχαιοελληνικά ονόματα (ή αυτά των ηρώων του ’21) που συνήθως χρησιμοποιούσαν ως ψευδώνυμα, αλλά κυρίως ο οπλισμός τους, τα φυσεκλίκια που ήταν ζωσμένοι  αλλά και τα γένια τους που τις θύμιζαν τον παπά του χωριού που τόσο σεβόταν.

Και εκείνες οι μαζώξεις της ΕΠΟΝ στο πάνω όροφο του σπιτιού, άλλη μυσταγωγία. Άφηναν αυτή και τ’ «αδέλφια» της όπως τα’ αποκαλούσε όλα τα επόμενα χρόνια  (και ας ήταν από διαφορετική μητέρα και πατέρα) να παρακολουθούν τις συνεδριάσεις, χωρίς όμως να μιλούν. Άλλωστε τους είχαν βαφτίσει «Αετόπουλα» και αυτή όλα καμάρι έλεγε στ’ άλλα κορίτσια του χωριού τα αντάρτικα τραγούδια που μάθαινε και ταυτόχρονα συνωμοτικά στ’ αυτί τους αποκάλυπτε ότι είχε οργανωθεί στ’ «Αετόπουλα».

Τους καπεταναίους που είχαν έλθει από το πρωί δεν τους γνώριζε. Κάτι είχε ακούσει από τους «γνωρίζοντες» ότι ήταν «μεγάλοι και τρανοί στο Αντάρτικο», αν και το μπόι τους δεν τις γέμιζε και πολύ στο μάτι για κάτι τέτοιο. Μόνο όταν έκανε την παρατήρηση αυτή στο μεγάλο της αδελφό αυτός την αγριοκοίταξε και της είπε: «Δεν θα κρίνεις τους ανθρώπους από το μπόι τους. Αλλά από τις γνώσεις τους και κυρίως από τη συμπεριφορά τους».

Ο πατέρας τους φίλεψε μ’ εκείνες τις τσιγαρίδες που είχαν από τον Χειμώνα, από το γουρούνι που τότε είχαν σφάξει και τους πρόσφερε και το κρασί που είχε για έκτακτες περιπτώσεις. Η πείνα δεν είχε αγγίξει τον εύφορο κάμπο όπως σ’ άλλες περιοχές. Θυμάται ακόμη κατοίκους από τη συμπρωτεύουσα που ερχόταν με κάθε τρόπο στο χωριό εκπληρώνοντας για λίγο αλεύρι, προσφέροντας ότι είχαν και δεν είχαν στους κατοίκους του. Κάποιοι ίσως και να πλούτισαν τότε. Ποιος άραγε ξέρει από την κοσμοχαλασιά που ακολούθησε την Κατοχή σε βάρος αυτών που αντιστάθηκαν ή και σ’ εκείνες τις εποχές έδιναν και από το υστέρημά τους στους πεινασμένους…

Τα μικρά, το απόγευμα κλείστηκαν στην κάμαρη. Από τις γρίλιες είδαν τους νεοφερμένους να κουβεντιάζουν χαμηλόφωνα, ενώ στο πρόσωπά τους διέκριναν και κάποια χαμόγελα. Νάταν από το κρασί, από την νίκη που άρχισε να γλυκοχαράζει; Ποιός άραγε να ξέρει;

Τα αδέλφια της είχαν ήδη ξαπλώσει. Αλλά αυτή πού να κλείσει μάτι. Τους είδε να ανεβαίνουν στον πάνω όροφο. Αυτό που της έκανε εντύπωση ήταν ότι άφησαν στο τραπέζι κάτι περίεργα μικρά αντικείμενα, ενώ έβαλαν και φρουρά στην εξώπορτα του σπιτιού.

Είχαν φτάσει μεσάνυχτα αλλά αυτή δεν έλεγε να κοιμηθεί. Την έτρωγε η περιέργεια για το τι ακριβώς είχαν αφήσει οι καπεταναίοι στο τραπέζι. Το μυαλό της πήγε σε γλυκά, στις περίφημες σοκολάτες που της έλεγε η ξαδέλφη της ότι έτρωγε στην συμπρωτεύουσα και που ποτέ της όμως δεν είχε δει .

Άνοιξε την πόρτα και πατώντας στις μύτες των ποδιών της έφτασε στο μεγάλο τραπέζι και άρχισε να τις περιεργάζεται. Περίεργο, σκέφτηκε στο σκοτάδι, αυτές δεν ήταν μαλακές αλλά σκληρές σαν σίδερο…

Η φωνή του πατέρα της έκοψε τα ύπατα: «μη, μην τις αγγίζεις κόρη μου». Ενώ πλησιάζοντας με το κερί αναμμένο, της έδωσε και μία ξεγυρισμένη σφαλιάρα. Ήταν η πρώτη (αλλά και η τελευταία φορά που την χτύπησε…)

«Μα πατέρα, ήθελα και εγώ να δοκιμάσω πώς είναι οι σοκολάτες. Συγχώρεσε με»

Ο θόρυβος ξύπνησε εκείνον τον μελαχρινό, δασύτριχο καπετάνιο, που κατέβηκε αναμαλλιασμένος να δει τι συνέβη.

Την αγκάλιασε, της χάιδεψε το κλαμένο της πρόσωπο και της είπε: «Δεν είναι σοκολάτες γλυκό μου κορίτσι. Χειροβομβίδες Εγγλέζικες, «μιλς» τις λένε και δεν τρώγονται αλλά σκοτώνουν».

Στο μυαλουδάκι της άρχισε να σχηματίζεται πια η πραγματική εικόνα. Τώρα το δάκρυ της έγινε ..κορόμηλο!

Ο καπετάνιος την πλησίασε και έβγαλε κάτι μικρότερο τυλιγμένο σε ασημόχαρτο. «Να πάρε μία πραγματική σοκολάτα, είναι απ’ αυτές που πήραμε από τους Γερμανούς στην τελευταία μας μάχη».

(Από τις ιστορίες της μητέρας μου, που «έφυγε» πρόσφατα από κοντά μας)