• [ «Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί» οι φασίστες]
Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Αλέκος Χατζηκώστας: Στη Γρίτσα (Διήγημα)

(Διήγημα με αφορμή τις κινητοποιήσεις πριν 20 χρόνια ενάντια στην ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία)

Έβραζε ο τόπος τις μέρες εκείνες. Η επέμβαση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στη Σερβία είχε ξεσηκώσει τον ελληνικό λαό σε ολόκληρη τη χώρα.

Και αυτός δεν θα μπορούσε να λείψει. Από κινητοποίηση σε κινητοποίηση, από μπλόκο σε μπλόκο στις στρατιωτικές φάλαγγες θέλοντας να βάλει και αυτός το δικό του λιθαράκι στο να ορθωθεί ένα φράγμα στα όσα αποτρόπαια συνέβαιναν. Με την ορμή των τριών δεκαετιών της ζωής του αψηφούσε χρόνο και φόβο.

Όπως τότε που συμμετείχε στο σταμάτημα της φάλαγγας κοντά στην παραμεθόρια ζώνη που παλιότερα είχε υπηρετήσει ως στρατιώτης. Όταν επιχείρησαν με αλυσίδα να εμποδίσουν στην εθνική οδό στρατιωτική φάλαγγα πάνοπλων στρατιωτών ξένης χώρας και εκείνοι δεν δίστασαν να στρέψουν τα γεμάτα όπλα εναντίον τους μαρσάροντας ταυτόχρονα τα τεράστια φορτηγά τους…

Οι πληροφορίες ήταν ασφαλείς και η αποστολή σύνθετη. Είχαν επιλέξει το λιμάνι της Γρίτσας για να αποβιβάσουν τις δυνάμεις τους. Και αυτός στο Λιτόχωρο να παρακολουθεί τις κινήσεις τους. Η θέα άλλωστε ήταν εξαιρετική και η ενεργοποίηση των διαδηλωτών στο λιμάνι θα μπορούσε να ήταν άμεση.

Η εμφάνιση από ψηλά του αποβατικού θύμιζε πολυώροφη πολυκατοικία. Με τα φώτα να δίνουν μία γιορτινή ατμόσφαιρα και ας ήταν γνωστό ότι κουβαλούσε πάνοπλους στρατιώτες έτοιμους να σκορπίσουν τη φωτιά και το θάνατο σε βάρος του λαού της Σερβίας.

Οι διαδηλωτές από όλη την περιοχή είχαν ήδη καταφθάσει και άρχισαν να τοποθετούν τα πολύχρωμα πανό τους και τις κόκκινες σημαίες της αλήθειας, της αξιοπρέπειας και του δίκιου. Το βράδυ έφτασαν και διαδηλωτές από την πρωτεύουσα ανεβάζοντας τον ενθουσιασμό στα ύψη. Τι και αν κάτι τέτοιο απαιτούσε πρόσθετη φροντίδα για την τροφοδοσία τους. Και εδώ βρέθηκε λύση και η πείνα και δίψα της νύχτας αντικαταστάθηκε από το τραγούδι και το χορό όπως τότε που οι μελλοθάνατοι έστησαν χορό στις φυλακές λίγο πριν τους οδηγήσουν στην εκτέλεση.

Ο …Μορφέας δεν έκανε διακρίσεις και έτσι η κούραση της μέρας τον οδήγησε να γύρει στην καρέκλα κλείνοντας τα μάτια του. Ένιωσε ένα σκούντημα

Άνοιξε απότομα τα μάτια του. Πρώτα είδε ένα χέρι απλωμένο να του προσφέρει ένα φλιτζάνι καφέ (πώς άραγε ήξερε ότι έπινε μόνο ελληνικό καφέ;) . Στη συνέχεια ένα ψηλό κορίτσι (φοιτήτρια θα’ταν σίγουρα) με μακριά μαλλιά και κυρίως υπέροχα μάτια, μ’ένα τεράστιο χαμόγελο, λες και ήθελε να προσφέρει χαρά σε ολάκερο τον κόσμο.

«Πάρε σύντροφε, θα το χρειαστείς. Αργεί να ξημερώσει ακόμη».

«Και δεν μου λες, πώς ήξερες ότι πίνω μόνο ελληνικό;» την ρώτησε νιώθοντας να τον μαγνητίζει με το βλέμμα της.

«Α, ήταν εύκολα. Ρώτησα και έμαθα για τις προτιμήσεις σου, τους κοινούς γνωστούς μας»

Η συζήτηση μεταξύ τους ήταν ενδιαφέρουσα. Τα δέκα χρόνια ηλικιακής διαφοράς καλύφτηκαν γρήγορα, μαζί με το αρχικό τρακ, μέσα από τα κοινά ενδιαφέροντα. Μουσική, κινηματογράφος και κυρίως αγάπη για το διάβασμα.

Υποσχέθηκε ότι στην επόμενη συνάντησή τους θα της χάριζε σίγουρα ένα βιβλίο «έτσι για να τον θυμάται» με την κρυφή ελπίδα ότι και σε κάποια διαδήλωση θα ξανασυναντιόταν.

Με το πρώτο χάραμα, όλοι βρέθηκαν στις θέσεις τους. Φτιάχνοντας ανθρώπινες αλυσίδες πίστευαν ότι τα ΝΑΤΟικά στρατεύματα ίσως θα σταματούσαν έστω και προσωρινά. Η αστυνομία όμως είχε άλλη γνώμη.

Οι πληροφορίες ότι από τις προηγούμενες μέρες είχαν εγκατασταθεί σε όλα τα ξενοδοχεία επιβεβαιώθηκαν.

Πολυάριθμα τμήματα άρχισαν να καταφτάνουν από κάθε μεριά περικυκλώνοντας τους διαδηλωτές. Ο συσχετισμός ήταν δραματικά υπέρ τους. Ο σχεδιασμός ήταν στις πρώτες σειρές να βρίσκονται μόνο άντρες εργαζόμενοι και μάλιστα εύσωμοι, ενώ στις πίσω σειρές γυναίκες και φοιτητές. Σε κάποια φάση ένιωσε να σπρώχνεται για να περάσει στην πρώτη σειρά και να σταθεί δίπλα του. Την έδιωξε ευγενικά:

« Είπαμε , τα γυναικόπαιδα πίσω» Τον κοίταξε- τρυφερά πίστεψε- και απομακρύνθηκε στις πίσω σειρές.

Ο αστυνομικός διοικητής ήταν σαφής. «Έχουμε εντολή να σας εμποδίσουμε με κάθε τρόπο»

Και όμως. Συντεταγμένα, οι διαδηλωτές έκαναν ένα βήμα μπροστά, για να αποδείξουν ότι έμπρακτα αμφισβητούν τις εντολές αυτών που ήθελαν τον τόπο «πεδίο βολής φτηνό»

Οι αστυνομικές δυνάμεις, αναδιπλώθηκαν, περιμένοντας τη διαταγή να επιτεθούν. Οι διαδηλωτές αγέρωχα τους κοιτούσαν αποφασισμένοι για τη σύγκρουση αν χρειαζόταν.

Ένιωσε τα πόδια του να τρέμουν, προσωρινός φόβος, όπως για πρώτη φορά στη ζωή του αντιμετώπισε ΜΑΤ και αύρες στη διαδήλωση για το Πολυτεχνείο το 1980 στην Αθήνα ως φοιτητής . Έσφιξε τα δόντια του. Θυμήθηκε τις προτροπές του αντιστασιακού πατέρα του. «Εμείς τους γερμανούς τότε δεν φοβηθήκαμε. Εσύ να μην φοβάσαι σήμερα τους μπασκίνες. Όπως τα σκυλιά μυρίζουν τον φόβο σου και αποθρασύνονται»

Η διαταγή δόθηκε. Οι πάνοπλες δυνάμεις των κάθε είδους αστυνομικών δυνάμεων, σχηματίζοντας τείχος με τις ασπίδες τους σπρώχνοντας απομάκρυναν ασκώντας πίεση με τον όγκο τους διαδηλωτές μέχρι τον εθνικό δρόμο. Και εκεί πράττοντας το καθήκον του απέναντι σε μία κυβέρνηση που με την «υπερήφανη εξωτερική της πολιτική» είχε δώσει γη και ύδωρ στους ΝΑΤΟικούς επικυρίαρχους, παρακολουθούσε με δέος τα χόβερκραφτ να αποβιβάζουν στην ακτή στρατιώτες και θωρακισμένα οχήματα.

Πρόβαλε και έβαλε στην τσέπη του ένα κοχύλι για να θυμάται…

Την ξαναβρήκε στην εθνική οδό, όταν επιβιβαζόταν στο λεωφορείο μαζί με άλλους διαδηλωτές , για να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη. Να συνεχίσει τις σπουδές της, στο 4έτος, της Φιλοσοφικής, όπως τον είχε ενημερώσει. Του χαμογέλασε και τον φίλησε σταυρωτά.

«Στην επόμενη διαδήλωση» του είπε και του έκλεισε όλο νάζι το μάτι

Την κοίταξε για λίγο. Έβγαλε από τη τσέπη το κοχύλι που είχε μαζέψει και τις το πρόσφερε

«Να το κρατήσεις για να θυμάσαι τη γνωριμία μας».

Οι διαδηλώσεις συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση σε κάθε γωνιά της Βόρειας Ελλάδας με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη. Και αυτός να συμμετέχει αδιάκοπα σ’αυτές με την ελπίδα ότι θα την ξανάβλεπε.

Η συγκέντρωση το βράδυ της Παρασκευής στο λιμάνι της συμπρωτεύουσας ήταν μεγάλη. Είχε πάει και αυτός φεύγοντας από την επαρχιακή του πόλη.

Μία γλυκιά αγωνία μαζί με την ελπίδα ότι επιτέλους θα την συναντούσε μετά από την πρώτη του γνωριμία τον έκανε απρόσεκτο. Χαιρετούσε τυπικά τους γνωστούς από τους διάφορους γειτονικούς νομούς ενώ το βλέμμα διαρκώς εξερευνούσε. Είχε αρχίσει να απογοητεύεται.

Ένα χτύπημα στην πλάτη και μία γυναικεία φωνή τον έκανε να γυρίσει.

«Να πώς το έφερε πάλι η ζωή να συναντηθούμε σε λιμάνι» του είπε με χάρη. Τον αγκάλιασε , τον φίλησε πάλι σταυρωτά (από σεβασμό ίσως λόγω διαφοράς ηλικίας) και οδηγώντας τον στο γειτονικό περίπτερο του πρόσφερε ένα ποτό που δεν είχε ξαναδοκιμάσει.

«Gordon space το λένε. Να αλλάξεις και λίγο γεύσεις, από τη ρετσίνα, που μου είπες ότι σ’ αρέσει».

Αφού θυμόταν , ακόμη και τι έπινε , μετά την ολιγόωρη συνάντησή τους, σίγουρα σήμαινε ότι δεν της ήταν αδιάφορος σκέφτηκε.

Το τέλος της διαδήλωσης τούς βρήκε σε γνωστό ταβερνάκι στην Άνω Πόλη, να κουβεντιάζουν. Αφέθηκε.

Οι συναντήσεις τους άρχισαν να πυκνώνουν. Περίμενε πώς και πώς το Σάββατο για να βρεθεί κοντά της. Έξι μήνες ζευγάρι, έξι μήνες κάθε Σάββατο εκεί, για να είναι μαζί της.

«Τελικά είμαι το αγόρι του Σαββατοκύριακου» της έλεγε και αυτή του απαντούσε:

Μπορεί να σε βλέπω μόνο τα Σαββατοκύριακα, όμως όλες τις άλλες μέρες δεν ξεφεύγεις από το μυαλό μου»

Η επιβολή της «Νέας Τάξης Πραγμάτων» στη Γιουγκοσλαβία, ολοκληρώθηκε, οι διαδηλώσεις λιγόστεψαν, μαζί και με τις μέρες για την ολοκλήρωση των σπουδών της.

Έφυγε στην πατρίδα της, στην Πελοπόννησο. Σιγά – σιγά χάθηκαν τα ίχνη της. Ο καθένας φαίνεται να είχε τραβήξει τον δρόμο του.

Αυτός «νοικοκυρεύτηκε» απέκτησε οικογένεια, δύο παιδιά. Μάχιμος, σταθερά στις λαϊκές κινητοποιήσεις, κάπου – κάπου την θυμόταν να κρατά το πανό και με ανεμισμένα τα μαλλιά της να φωνάζει με όλη τη δύναμη της νιότης της εκείνα τα αξέχαστα και πάντα επίκαιρα συνθήματα.

Η είδηση ότι με μια σειρά εκδηλώσεις στη συμπρωτεύουσα θα τιμόταν η μνήμη των 20 χρόνων από εκείνες τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις τον συνεπήρε. Δεν θα μπορούσε να λείψει από αυτή τη συνάντηση τιμή και μνήμης.

Παρά τη γκρίνια της συζύγου του, «πού θα πας Σαββατιάτικα» αποφάσισε να κατέβει στη Θεσσαλονίκη.

Πολλές φάτσες άγνωστες στη συγκέντρωση. Και οι γνωστοί, από τις τότε διαδηλώσεις ουσιαστικά αγνώριστοι. Με λιγοστά μαλλιά, γκριζαρισμένοι, με περίσσια κιλά.

Το βίντεο με τις τότε κινητοποιήσεις εντυπωσιακό, ξυπνούσε μνήμες. Και αυτός είχε ιδιαίτερες…

Δεν υπήρχε θέμα να περάσει απαρατήρητη. Μπορεί να είχε αλλάξει το χτένισμα στο μαλλί της, όμως η κορμοστασιά της παρέμεινε όπως τότε, όπως και η λάμψη στα υπέροχα μάτια της.

Μόνο να η προφορά της λίγο σαν να έχει αλλάξει.

«Να λοιπόν που μετά από 20 χρόνια, συναντιόμαστε πάλι σ’ένα λιμάνι. Έκανα ολόκληρο ταξίδι από τη Γερμανία, όπου μένω τα τελευταία 10 χρόνια για να είμαι εδώ. Τιμώ τη νιότη μου, γιατί εκείνα τα χρόνια τα θεωρώ τα σημαντικότερα της ζωής μου»

Κάθισαν αμίλητοι σε όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης. Συγκίνηση, αμηχανία, ποιος άραγε ξέρει;

Αποφάσισαν να πάνε μετά στο ταβερνάκι του πρώτου ραντεβού. Πολλά είχαν αλλάξει εκεί. Το ντεκόρ, το παλιό αφεντικό που είχε πια πεθάνει, μόνο η ρετσίνα που ήπιαν δεν έλεγε ν’ αλλάξει γεύση.

Ο καθένας τους είχε φτιάξει τη ζωή του, οικογένειες, καριέρα, παιδιά Όνειρα τακτοποιημένα, σε ετήσιους απολογισμούς.

Τον φίλησε γλυκά ατέλειωτα στο στόμα, όπως τότε. Του έβαλε στο χέρι το κοχύλι που της είχε χαρίσει και επαναλαμβάνοντας τα λόγια του αγαπημένου τους σκηνοθέτη Θόδωρου Αγγελόπουλου απομακρύνθηκε:

«Κανένας δεν μπορεί να χτίσει για λογαριασμό σου το γεφύρι απ’ όπου χρωστάς να περάσεις το ρεύμα της ζωής. Κανένας, εκτός από σένα τον ίδιο.»