• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Αλέκου Χατζηκώστα «Το κόκκινο λαστιχάκι» (Με αφορμή το Φεστιβάλ της ΚΝΕ)

Χρόνια τώρα είχε μετατραπεί σε … «περιπλανώμενο Ιουδαίο». Δεν ήταν μόνο οι χρόνιες απουσίες συνήθως σε χώρες του Βορρά, όπου η πανεπιστημιακή του καριέρα το επέβαλε, αλλά και οι πολιτικές του μετακινήσεις αναζητώντας το «νέο και ρεαλιστικό» που τον είχαν απομακρύνει από παρόμοιες εκδηλώσεις. Ως δικαιολογία συχνά ανέφερε σε όσους φίλους είχαν απομείνει από την παλιά του διαδρομή ότι «αφού ξέρετε , κάθε Σεπτέμβρη βρίσκομαι στη Μητρόπολη του Καπιταλισμού για τις απαραίτητες διαλέξεις μου στα εκεί πανεπιστημιακά ιδρύματα». Και αυτοί κουνούσαν με συγκατάβαση το κεφάλι τους, ενώ γνώριζε ότι οι ελάχιστοι που είχαν μείνει «πιστοί» στα ιδανικά της νιότης τους σίγουρα θα σκεφτόταν τη ρήση του μεγάλου ποιητή Κώστα Βάρναλη «Aχ, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος!»

Είχε μείνει μόνος , χωρίς οικογένεια, όλα αυτά τα χρόνια. Είχε περάσει τα 60 και δεν του έλειπαν οι κατακτήσεις στο ωραίο φίλο. Κάτι όμως σαν να τον κρατούσε και τον εμπόδιζε να κάνει το επόμενο βήμα.

«Δεν βρήκα ακόμη την κατάλληλη» συχνά δικαιολογιόταν, όμως βαθιά μέσα του γνώριζε πως μάλλον την είχε βρει πριν πολλά χρόνια, απλά δεν θέλησε, κυνηγώντας καριέρες…

Την θυμόταν . Τότε όταν την γνώρισε μαθήτρια ακόμη στο πρώτο φεστιβάλ της «νιότης και του αγώνα» στην συμπρωτεύουσα. Αυτός «μπαρουτοκαπνισμένος αγωνιστής» με αντιδικτατορική δράση και με ευθύνη σε βασικό κομμάτι των εκδηλώσεων και αυτή τελειόφοιτη. Με εκείνο το μπλουτζινάκι της που τόνιζε τη λυγερόκορμη κορμοστασιά της, με το άσπρο μπλουζάκι με την κονκάρδα στο μέρος της καρδιάς και εκείνο το κόκκινο λαστιχάκι να συγκρατεί τα μακριά της μαλλιά.

Ήταν στο δικό του «χώρο ευθύνης» και αυτό τους έφερε πιο κοντά. Πρόθυμη με εκείνο το μεγάλο χαμόγελο σαν να ήθελε να κάνει όλο τον κόσμο να χαμογελά και να ονειρεύεται ότι «αυτή η κοινωνία μπορεί και πρέπει ν’ αλλάξει» όπως του απάντησε όταν την πρωτορώτησε γιατί στράφηκε σε αυτό τον δρόμο στη ζωή της.

Μετά το φεστιβάλ οι δρόμοι τους , άρχισαν να συναντιούνται πολλές φορές. Στα γραφεία, τις καθημερινές διαδηλώσεις, τις συναυλίες της μεταπολίτευσης. Ήταν προσεκτικός. Οι καιροί δύσκολοι, τα πράγματα σε ζητήματα «ηθικής τάξης» είχαν συγκεκριμένους κανόνες, ενώ η σχεδόν 10 χρονη διαφορά ηλικίας τους ήταν μεγάλο εμπόδιο.

Να όμως που αποδείχτηκε ότι έρωτας και η επανάσταση συχνά είναι δίδυμα αδέλφια. Οι τυχαίες συναντήσεις τους μετατράπηκαν πια σε κανονικά ραντεβού για πάνω από ένα χρόνο, αν και οι σχέσεις τους ποτέ δεν ολοκληρώθηκαν.

Το στρατιωτικό του, τους χώρισε για πρώτη φορά αν και υπήρχε συχνά αλληλογραφία. Και όταν της έλεγε γιατί δεν τον επισκέπτεται στην ακριτική μονάδα που υπηρετούσε αυτή του έκανε λόγο συνέχεια «για τις ανάγκες του κινήματος» και για τις «χρεώσεις» που είχε πια στη Σχολή που είχε πια περάσει.

Τη θέση για διδακτορικό στο Παρίσι μετά τη θητεία τη χαρακτήρισε «ως λαχείο στη ζωή του». Ήθελε και να ξεφύγει με αυτό τον τρόπο σε όσα του βάραιναν το μυαλό με αφορμή τις εξελίξεις σε Αφγανιστάν, Πολωνία κ.α και που ένοιωθε ότι τα «πράγματα δεν πήγαιναν καλά και θα έχουμε άσχημες εξελίξεις» όπως έλεγε στις παρέες του. Ο αποχαιρετισμός τους στο αεροδρόμιο δεν είχε μελοδραματικό χαρακτήρα. Αυτός αποφασισμένος ν’ αλλάξει σελίδα στη ζωή του. Αυτή μαχητική αγωνίστρια, που έβαζε το «εμείς και τις ανάγκες του κινήματος» πάνω από το «εγώ και τις προσωπικές της ανάγκες». Το φιλί τους, δεν έδινε περιθώρια ξανανταμώματος…

Το τελευταίο διάστημα, ήταν φίλοι του πανεπιστημιακοί που τον έπεισαν «να ανακαλύψει επιτέλους τις δυνατότητες που ξανοίγονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης». Εδώ και 6μήνες αποφάσισε να δημιουργήσει δικό του λογαριασμό στο fb και ξεκίνησε την περιπλάνηση του στο να ξαναβρεί παλιούς φίλους από τα φοιτητικά χρόνια (μάλλον και αυτός έγινε όψιμα οπαδός ότι είναι τα πιο ευτυχισμένα χρόνια ενός ανθρώπου..) και δειλά- δειλά παλιούς συναγωνιστές του από περιέργεια ίσως κοινωνιολογική για να δει τις κατοπινές τους πορείες ιδιαίτερα μετά τις κοσμοϊστορικές ανατροπές στις χώρες «που έκτιζαν την νέα κοινωνία». Και έτσι μέσω κοινών διαδικτυακών φίλων οδηγήθηκε και στο δικό της προφίλ. Άρχισαν να συνομιλούν σχεδόν καθημερινά, λες και ήθελαν να γεφυρώσουν τον Ατλαντικό που τους χώριζε και κυρίως τα χρόνια που κύλησαν ζώντας σε «παράλληλα σύμπαντα». Χωρισμένη με ένα παιδί, παντρεμένη με εκείνον τον… «που μετά την κρίση του 1991, είδε το …φως το αληθινό και πήγε να γλύψει εκεί που έφτυνε» όπως του είπε περιφρονητικά».

«Παραμένω μάχιμη και οργανωμένη» ,, του δήλωσε και τον κάλεσε να βρεθούν «για έναν καφέ».

Σεπτέμβρης μήνας και αυτός μετά από πολλά χρόνια στην πόλη των σπουδών του. Αυτή είχε στολιστεί με τα κόκκινα χρώματα της ελπίδας και του αγώνα για μια καλύτερη ζωή. Το ραντεβού δόθηκε στο χώρο του φεστιβάλ. Πέρασε το Σαββατόβραδο τις πύλες του. Συγκινήθηκε. Στιγμές από τη νιότη του πέρασαν από μπροστά του. Τότε πολλά ήταν ασπρόμαυρα, τώρα όλα ήταν έγχρωμα και φωτεινά. Το ραντεβού τους στο χώρο του βιβλιοπωλείου, όπως τότε στην πρώτη τους συνάντηση. Έφτασε νωρίτερα. Ο χώρος οικείος και ξένος ταυτόχρονα. Δεν είδε γνωστές φάτσες. Περιεργάστηκε τα βιβλία. Αγόρασε αυτά που του φάνηκαν πιο ενδιαφέροντα. Θυμήθηκε το πρώτο βιβλίο που της είχε χαρίσει. Το αγόρασε σε νέα έκδοση πια.

Ο χρόνος ήταν φιλικός μαζί της. Η κορμοστασιά της παρέμενε λυγερή και τα μάτια της εξίσου φωτεινά ,παρά τις μικρές ρυτίδες που τα είχαν περικυκλώσει. Χαιρετήθηκαν με χειραψία, παγωμένα. Του πρότεινε να πάνε για το καθιερωμένο σουβλάκι με την απαραίτητη μπύρα.

Αμήχανα τα πρώτα λεπτά. Πώς άραγε μπορούσαν να γεφυρώσουν δεκαετίες απόστασης; Της χάρισε το βιβλίο χαμογελώντας.

«Κάνει ζέστη εδώ» του είπε και έβγαλε το μπουφάν της. Και τότε το είδε αυτό που από την πρώτη στιγμή δεν μπορούσε. Τα μακριά μαλλιά της ήταν δεμένα με κόκκινο λαστιχάκι.
Το κατάλαβε. Ήταν σε λάθος δρόμο τα χρόνια αυτά. Η αγάπη του ποτέ δεν είχε σβήσει. Τις χάιδεψε απαλά τα μαλλιά της. Τις έπιασε το χέρι και σιγοτραγούδησε μαζί της το τραγούδι του Γιάννη Ρίτσου που ακουγόταν από την εξέδρα:

«Κι έρχομαι μοναχά να σ’ αγκαλιάσω και να κλάψω αδελφέ μου, 
όπως ο ερωτευμένος που γυρνάει από χρόνια στην καλή του, 
και μ’ ένα του φιλί, της λέει όλα τα χρόνια που περίμενε, 
κι όλα τα χρόνια που τους περιμένουν, πέρα απ’ το φιλί τους.»