Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΚΟΡΩΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ COVID

Φιλοξενούμενος ο Γεώργιος Λιανός //

Πόση ανοησία ακόμη; Ακόμα και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης επιστρατεύεται στην υπηρεσία της κυβερνητικής πολιτικής. Το απόσπασμα που αναφέρεται στο παρακάτω άρθρο[1] μια μείξη από το διήγημα  «Οι ελαφροίσκιωτοι» (1892), και το διηγημα.  «Η χολεριασμένη» (1901).

 “..Μένουμε διαιτώμενοι εις την οικία μας, στραβοπατούντες από δωμάτιον εις δωμάτιο, ως ποταμιαία καβούρια, αλιβάνιστοι, αλειτούργητοι, ακοινώνητοι, με την ελπίδα ότι σύντομα θα ανθρωπέψουμε και πάλι…”

Το πρώτο, από αυτά δεν αναφέρεται σε καθόλου σε ασθένεια, αλλά στις δεισιδαιμονίες και τα νεραιδικά που προξενούσαν φόβο σε μια οικογένεια, που έμενε μακριά από το χωριό και στη γιαγιά τους που τους προειδοποιούσε για την έναρξη της Θείας Λειτουργίας στο εξωκλήσι του προφήτη Ηλία τα Χριστούγεννα. Το δεύτερο σε επιδημία χολέρας που έπεσε στη Σκιάθο κατά την Αγγλική και Γαλλική κατοχή και το ναυτικό αποκλεισμό της Ελλάδας, αλλά και στην έντονη έλλειψη νερού που υπήρχε στο νησί εκείνη την εποχή.

Μάλιστα στην τρίτη περίπτωση η λαθροχειρία είναι πιο έντονη και εμφανής στο διήγημα “Βαρδιάνος στα σπόρκα” (1893), το οποίο αναφέρεται στην χολέρα του 1865 στην Αθήνα κατά τον Αγγλικό και Γαλλικό ναυτικό αποκλεισμό, την ίδια στην οποία αναφέρεται και το διήγημα. «Οι ελαφροίσκιωτοι”.

Το απόσπασμα του εν λόγω άρθρου, είναι αντλημένο από ένα υποτιθέμενο διήγημα του Παπαδιαμάντη με τον τίτλο  «Την εποχήν της επιδημίας». Ο Παπαδιαμάντης, όπως αποδεικνύεται και από την επίσκεψη στην ιστοσελίδα της Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών, δεν έγραψε ποτέ τέτοιο διήγημα[2]. Απλά έχει γίνει συνένωση αποσπασμάτων από τα εν λόγω διηγήματα με στόχο να δικαιολογηθεί η κυβερνητική πολιτική, αλλά και φανεί η επιλογή του lockdown ως κάτι συνηθισμένου και όχι πρωτόγνωρου.

Το συγκεκριμένο απόσπασμα του διηγήματος “Οι ελαφροϊσκιωτοι” αναπτύσσεται ως εξης [3] :

«…» Τῷ ὄντι ἡ γραῖα, ἀντὶ νὰ μείνῃ εἰς τὸ χωρίον νὰ κάμῃ Χριστούγεννα, μαθοῦσα ὅτι ὁ παπα-Κωνσταντὴς ὁ Μπρικόλας ἔμελλε ν᾽ ἀνέλθῃ τὸ πρωί, κατὰ πρόσκλησιν ποιμένων καὶ γεωργῶν τινων, εἰς τὸ βουνὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ ἐξωκκλήσιον τοῦ Προφήτου Ἠλία, ἐπροτίμησε νὰ ὑπάγῃ εἰς τῆς Κεχρεᾶς τὸ ρέμα, νὰ πειθαναγκάσῃ τὴν κόρην της καὶ τὰ ἐγγονάκια της νὰ σηκωθῶσι τὸ πρωὶ ν᾽ ἀνέλθωσι εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ δρόμου, ἐπὶ ὀροπεδίου γείτονος τῆς κορυφῆς τοῦ βουνοῦ, μίαν ὥραν ἀπὸ τὸ χωρίον καὶ μίαν ὥραν ἀπὸ τὴν Κεχρεάν, διὰ νὰ λειτουργηθοῦν καὶ μεταλάβουν, διὰ νὰ τοὺς ἀνθρωπέψῃ ὀλίγον, ἔλεγε, καθόσον ἔμενον ἐπὶ μῆνας ἀλειτούργητοι κάτω εἰς τὸ βαθὺ τὸ ρέμα. «…»

Εἰς τὸν ναΐσκον τῆς Κεχρεᾶς, παλαιὸν διαλυμένον μονύδριον, προσηρτημένον ὡς μετόχιον εἰς τὸ κοινόβιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, σπανίως ἤρχετο ἱερεὺς νὰ λειτουργήσῃ, καὶ ἂν ἤρχετο, οἱ ἐντὸς τοῦ ρεύματος διαιτώμενοι καὶ ὡς ποταμαῖα καβούρια στραβοπατοῦντες, ὁ Ἀγάλλος, ἡ Ἀφέντρα καὶ τὰ δύο τέκνα των, δυσκόλως θὰ ἔπαιρναν εἴδησιν ν᾽ ἀνέλθωσι διὰ ν᾽ ἀκούσωσι τὴν λειτουργίαν. Ἀφότου ὁ Ἀγάλλος εἶχε πωλήσει τὴν πατρικὴν ἐν τῇ πολίχνῃ οἰκίαν του, καὶ κατῴκει ἔκτοτε διαρκῶς εἰς τὸν νερόμυλον, ἅπαξ μόνον τοῦ ἔτους ἐλειτουργοῦντο, καὶ τοῦτο κατὰ τὴν 23 Αὐγούστου, ὅτε ὁ ναΐσκος τῆς Κεχρεᾶς ἑώρταζε τὰ ἐννιάημερα, ἤτοι τὴν μετάστασιν τῆς Θεοτόκου.

Εδώ και το πραγματικό απόσπασμα το  διήγημα «Η χολεριασμένη»[4]

«…» Εἶχαν ἰδεῖ πὼς δὲν εἶχα πλέον ἄσκημα συπτώματα, ἡ ὄψη μου φαίνεται νὰ εἶχε σιάξει, καὶ δὲν ἔδειχναν μεγάλο φόβο. Ἡ ἀνδραδέλφη μου μοῦ ἔρριξε μιὰ ματιά, σὰν νὰ μ᾽ ἐλυπήθη.

― Ἂς ἔρθῃ κι αὐτή, ἡ καημένη, Στάθη, εἶπε τοῦ ἀνδρός της.

Κοντολογῆς, ὁ ἄντρας μου, ὁ Λευθέρης, ἔκαμε κουράγιο, ἐπῆγε μόνος του ὣς τὸ σπίτι, ηὗρε τὸ παιδί μας ποὺ ἔκλαιε, τὸ ἐπῆρε καὶ μοῦ τὸ ἔφερε, κι ὀλίγα ρουχικὰ μαζί.

Μπαρκάραμε ὅλοι ἀντάμα στὴν καρότσα.

Ἐμείναμε δυὸ-τρεῖς μῆνες, μὲ τὸν ἄνδρα μου, σ᾽ ἕνα περιβόλι μιανῆς συγγένισσάς μας, κοντὰ στὸν Ἁι-Γιάννη τοῦ Ρέντη.

Ἐκεῖ ἤρχοντο συχνὰ Ἀγγλογάλλοι. Εἶχαν σταθμοὺς ἐκεῖ κοντά. Τοὺς ἔπλυνα τὰ ροῦχα, καὶ μοῦ ἔδιναν ἀσημένια φράγκα. Ἔβλεπαν τὸ κορίτσι μου, τὴν Κατίγκω μου, ποὺ μεγάλωνε σιγὰ-σιγά, κ᾽ ἐκόντευε νὰ χρονίσῃ. Τὴν ἐχάδευαν κ᾽ ἔλεγαν: «Πίκκολο*! πίκκολο!».

Ὣς τόσο, ὅταν ἦταν ὅλοι τους μαζί, καβαλαρία, μὲ τὶς περικεφαλαῖές τους, ἐφαίνονταν φοβεροί· χωριστὰ κι ὀλίγοι-ὀλίγοι, ἐφαίνονταν κι αὐτοὶ καλοὶ ἄνθρωποι.

Περάσαμε καλά. Ἡ χολέρα ἔφυγε σὲ λίγο. Κοντὰ στὰ Χριστούγεννα, ἤρθαμε στὸ σπίτι μας, στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, τὸ ηὕραμε ἀπείραχτο, κ᾽ ἐκαθίσαμε μὲ ἀγάπη καὶ εἰρήνη.

Ὄχι μόνον εἴχαμε περάσει καλά, ἀλλὰ καὶ κάτι λεφτὰ μοῦ περίσσεψαν ἀπὸ τὶς ὑπηρεσίες ποὺ ἔκανα στοὺς Ἀγγλογάλλους. Ὅταν ἐγυρίσαμε στὴν Ἀθήνα, μέσα, εἶχα σωστὰ ἑκατὸν δέκα φράγκα ἀσημένια.

Μοῦ φάνηκε, τὰ ἕνδεκα σβάντζικα, ποὺ εἶχα δώσει τρεῖς μῆνες μπροστὰ στὸν καροτσιέρη, πὼς τὰ εἶχα σπείρει στὴ γῆς κ᾽ ἐκαρποφόρησαν τὸ δεκαπλάσιο.”

Και τα αποσπάσματα από το διήγημα «Βαρδιάνος στα σπόρκα» [5]

«…»  Ἀμφότερα τὰ ἐπιτηδεύματα ταῦτα τὰ μετέφερον εὐκόλως εἰς τὸν φοῦρνον, ὅστις ἦτο περίπου ὅ,τι τὸ καφενεῖον διὰ τοὺς ματαιοσχόλους τῶν ἀνδρῶν, κ᾽ ἐκεῖ ἀβγάτιζαν ὅλας τὰς μικρὰς διαδόσεις, καὶ ἀπόσωναν ὅλας τὰς ἀτελεῖς διηγήσεις. Ἡ δεῖνα ἐμάλωσε μὲ τὸν ἄνδρα της. Ἡ δεῖνα πρόκειται ν᾽ ἀρραβωνιασθῇ μὲ τὸν δεῖνα, ἀλλὰ τί ἐζήλευσε κι αὐτὸς νὰ πάρῃ ἀπὸ κείνη-δὰ κλπ. Ἡ δεῖνα ἀπασσάλωτη*, δὲν ἠξεύρει νὰ βολέψῃ τὸ νοικοκυριό της. Ἀφήνει τὰ παιδιά της ἄνιφτα, κακομοιριασμένα, κλπ. Ἡ ἄλλη ἀκόμη δὲν ἐχρόνισεν ὁ ἄνδρας της, κ᾽ ἑτοιμάζεται νὰ ξαναπανδρευθῇ. Τοιαύτας ἱστορίας, καὶ ἄλλας πολὺ σκανδαλωδεστέρας ἠδύνατο ν᾽ ἀκούσῃ τις καθημερινῶς, ἂν συνέβαινε νὰ διέλθῃ ἀπὸ τὸ σταυροδρόμι.

Συμπερασματικά η ανοησία (ηθελημένη ή μη)  δεν έχει πυθμένα, μη διστάζοντας να αλλοιώσει και την λογοτεχνική κληρονομιά της σύγχρονης Ελλάδας και του πολιτισμού της, με στόχο να εξυπηρετήσει τα κυβερνητικά συμφέροντα της Ν.Δ και των δορυφόρων της. Ναι και παλαιότερα είχαν υπάρξει ασθένειες με μεγαλύτερη επικινδυνότητα και θνησιμότητα. Αλλά ποτέ τους δεν αποτέλεσαν ένα αναβατόριο που θα ανεβάσει την κυβέρνηση ΝΔ και τον κύριο Μητσοτάκη στις πύλες της αιώνιας ευτυχίας. Πόσο μάλλον το αντίθετο. Ο Παπαδιαμάντης σε όλο του το έργο  καταγγέλλει και στηλιτεύει την φτώχεια, την ανέχεια και την κοινωνική αδικία, την αναλγησία και τον πλουτισμό της ολιγαρχίας και της εξουσίας. Αποτελεί πρόκληση να κατασκευάζονται ψεύτικα κείμενα με αποσπάσματα των διηγημάτων του με στόχο την δικαιολόγηση της προβληματικής κατάστασης του lockdown.

[1] https://limnosnea.gr/apopseis/15638/alexandros-papadiamantis-tin-epochi-tis-pandimias/

[2] http://papadiamantis.net/aleksandros-papadiamantis/syggrafiko-ergo/diigimata

[3] http://papadiamantis.net/…/dii…/360-o-lafroiskiotoi-1892 Οι μαυρισμένες σειρές αποτελούν τα αποσπάσματα που αλλοιώθηκαν  για να προκύψει το κατασκευασμένο διήγημα.

[4] http://papadiamantis.net/aleksandros-papadiamantis/syggrafiko-ergo/diigimata/319-xoleriasmeni-1901

[5] http://papadiamantis.net/aleksandros-papadiamantis/syggrafiko-ergo/diigimata/357-vardianos-st-sporka-1893