Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Αλμύρα, λαθρεπιβάτης στη νοσταλγία…

Γράφει η Ζωή Δικταίου //

Τα σεντόνια τους, το πρωί πριν ξεκινήσουν, τα είχαν διπλώσει προσεκτικά, τόσο που ούτε οι ίδιοι μπορούσαν να καταλάβουν αν έσταζαν περισσότερο το λάθος, από το πάθος  ή το αντίστροφο. Με το πέρασμα του χρόνου κάποιοι αισθάνονται πιο ελεύθεροι, ούτε η ζωή τους στενεύει, ούτε οι αναμνήσεις τους στοιχειώνουν. Αφήνουν τις στιγμές να κυλούν, να ψηλώνουν και αφήνονται σε αυτές, χωρίς να μετρούν παλιούς καημούς και παράπονα, επενδύοντας στην αξία της συντροφικής σχέσης, εκείνης που όχι μόνο απαλύνει τον φόβο, αλλά επειδή δεν έχει μυστικά, η νοσταλγική αναμέτρηση των παλαιών ημερών πηγαίνει από χάδι, σε χάδι.

ΚυπάρισσοςΕίχαν περάσει όλο το απόγευμα μαζί, στην παραλία μέχρι αργά, αρχές Μάρτη του 2020. Η μυρωδιά των κέδρων ερέθιζε φαντασία και όσφρηση. Με φόντο την απεραντοσύνη της θάλασσας, σε μια ζεστή αγκαλιά απολάμβανε τη μοναδικότητα της στιγμής. Όταν ο ήλιος άρχισε να φωτίζει στο χαμήλωμα του, τα σύννεφα από την κάτω πλευρά, τα χρώματα από το φωτεινό πορτοκαλί ως το κόκκινο, το χρυσό και το κίτρινο έκλεψαν θριαμβευτικά την παράσταση. Το θέαμα συναρπαστικό, μπορεί να μην διαρκεί πολύ, αλλά η ανάμνησή του μένει. Η ομορφιά του δειλινού ουρανού, ο πελαγίσιος άνεμος, ένα χαμόγελο, ένα άγγιγμα τρυφερό στο πρόσωπο, μια ψιχάλα, καμιά φορά ανοίγουν την πόρτα στη χαρά της ζωής. Είναι που η φύση ξέρει ν’ αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές.

Το διάλειμμα από τη φασαρία της πόλης, το έβλεπε πάντα σαν την ευκαιρία να συμπληρώσει την ανάγνωση στη ζωή, που δεν σού δίνεται με χάρτες και οδηγίες χρήσης για το πώς θα ζήσεις ευτυχισμένος, σού δείχνει όμως πού μπορείς να σταθείς περιμένοντας τη χαρά, μια ακτή, μια θάλασσα, ένα δάσος, ένα λιβάδι, ένα φεγγάρι, ένα λουλούδι…

Με αφορμή τους εξαιρετικούς περιπάτους στην Κέρκυρα, υπενθύμιζε πάντα στον εαυτό της την αξία τού να εκτιμά την κάθε μέρα, να φροντίζει να μην χάνει τη μαγική παράσταση κάθε εποχής σαν να είναι η τελευταία και κάθε φορά να αφήνεται, να νιώθει πως σταματά ο χρόνος για να της δώσει ένα ακόμη μάθημα, μέχρι ο έρωτας να τα μηδενίσει όλα και να ξεκινά ξανά από την αρχή, για το νιόγερμα ή το λιόγερμα  της επόμενης μέρας.

Από τη χρυσή αμμουδιά, εγκαταλείποντας τη μαγεία της ένωσης ήλιου και θάλασσας και έχοντας προσθέσει μια ακόμη σελίδα αιωνιότητας στο ημερολόγιο της, πεζοί ανέβαιναν με τον σύντροφό της τις πλαγιές του καταπράσινου λόφου. Ελιές διάσπαρτες παντού. Αιωνόβια δέντρα συνυφασμένα με τη ζωή των κατοίκων, σύμβολα ειρήνης, σοφίας, γονιμότητας, ευημερίας, τύχης. Είναι αλήθεια πως κανένα καρποφόρο δέντρο δεν υμνήθηκε, δεν ζωγραφίστηκε και δεν τραγουδήθηκε όσο η ελιά, σκεφτόταν απολαμβάνοντας το τοπίο.

Από τη σκέψη της πέρασαν δεκάδες πίνακες ζωγραφικής που είχε θαυμάσει με θέμα την ελιά. Μονέ, Νταλί, Ελ Γκρέκο, Ματίς, Βαν Γκογκ, αλλά η συγκίνηση την κάλεσε με συγγενική οικειότητα να κλείσει τα μάτια και να σταθεί στα έργα του Άγγελου Γιαλλινά και του Βικέντιου Μποκατσιάμπη. Αγαπούσε αυτό το δέντρο που βυθίζει πολλές φορές τις ρίζες του στη θάλασσα του Ιονίου, ερωτεύεται τον μεσογειακό ήλιο, παραδίδεται στον άνεμο καταφέρνοντας να μεγαλώνει ακόμα και σε άγονα, πετρώδη εδάφη. Σε εποχές δύσκολες με πολέμους και φτώχεια, αλλά και σε εποχές ευμάρειας άφηνε ισχυρό το αποτύπωμα της, η ελιά, στην πολιτισμική ιστορία της Κέρκυρας. Τηρώντας την ελληνική παράδοση, είχε φυτέψει και η ίδια με τη γέννηση των παιδιών της από μια ελιά στον κήπο, με την ευχή να μένει και να βρίσκεται, για να θυμίζει τη συνέχεια και την εξέλιξη της ζωής, μακάρι και στους αγέννητους ακόμη αιώνες.

Είχαν φτάσει στην κορυφή, βραδάκι πια, εκεί που άλλοτε βρισκόταν χτισμένο το παλιό χωριό Μαραθιάς, αυτό που είχε εγκαταλειφτεί μετά από επιδημία πανώλης εκείνα τα παλιά χρόνια που μπορεί να είχαν περάσει έχοντας πάρει μαζί τους και τις συμφορές, άφηναν όμως την τραγικότητα τους στις σελίδες της ιστορίας και στη μέσα ραφή της ψυχής των ανθρώπων.

Ένα ρίγος διαπέρασε το σώμα της. Έκλεισε το φερμουάρ στο αντιανεμικό μπουφάν και έβαλε τα χέρια στις τσέπες. Από το βαθύ της μνήμης ανακάλεσε γρήγορα μια ανάγνωση, ναι είχε κάπου διαβάσει ότι ο στρατηγός Τζέιμς Κάμπελ εντολοδόχος των συμμάχων, τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων του έτους 1815 μαζί με την ανακοίνωση της επιδημίας έδωσε και την εντολή να ληφθούν ακραία μέτρα για την προστασία της Κέρκυρας. Το χωριό πυρπολήθηκε ολόκληρο. Μάλιστα, μέρες και νύχτες οι φλόγες έγλειφαν τοίχους, σκεπές, δέντρα, ζώα, αυλές χωρίς έλεος. Οι κάτοικοι απαγορεύτηκε να έχουν επικοινωνία με κατοίκους άλλων χωριών και τρεις μέρες μετά το διάταγμα, συγκροτήθηκε ειδικό οκταμελές στρατοδικείο, με έδρα τη Μεσογγή, που εκδίκαζε τις παραβάσεις. Η εντολή ήταν η προσαγωγή των παραβατών στο στρατοδικείο και σε κάποιες ειδικές περιπτώσεις υπήρχε εξουσιοδότηση για επί τόπου τουφεκισμό των παραβατών…

ΑνεμώνεςΤης φάνηκε πως αν χαμήλωνε κοντά στα ξεριζωμένα θεμέλια των άλλοτε κατοικιών θα άκουγε τον θρήνο εκείνων των ανθρώπων να σβήνει αργός, μακρόσυρτος στις βραδινές ώρες μεταγράφοντας τη θλιβερή απόγνωση και την βαριά του θανάτου ανάσα στον ίδιο λυγμό, που πληθαίνει όταν ξαναπατούν οι έγνοιες, τα σημάδια και οι ψυχές διαβαίνουν ανέλπιδα μαζί με τις χαρές.

Την ίδια νύχτα ήταν που πετάχτηκε στον ύπνο της τρομαγμένη από ένα εφιαλτικό όνειρο. Σα να είχε γυρίσει λέει σ’ εκείνη την εποχή, στην ίδια ηλικία που βρισκόταν ώριμη πια, έτσι είχε δει τον εαυτό της. Σάμπως να ζούσε στο Μαραθιά, έτσι της φάνηκε. Είχε ένα δρεπάνι στο χέρι, μ’ αυτό  έκοβε τα βάτα καθαρίζοντας το έδαφος γύρω από τις ελιές. Κάπου – κάπου, έσκυβε και μάζευε μάραθο και άγρια χόρτα. Μα όταν σήκωνε το κεφάλι, έβλεπε από μακριά, εκεί πάνω στην κορυφή του λόφου να κάθεται μια γυναίκα που άπλωνε το στήθος της και τί παράξενο αλήθεια, βύζαινε όλο το χωριό.

Κάποιος που δεν είχε πρόσωπο, ήξερε όμως την τέχνη να μαυλίζει ψυχές, έσπρωχνε μικρούς και μεγάλους να κρεμαστούν στις θηλές της. Το ξάφνιασμα έγινε πιο δυνατό όταν είδε τα παιδιά, τον πατέρα και τον άντρα της να κατευθύνονται προς την κορφή. Τότε λέει, οδηγημένη από ένα ένστικτο που ποτέ δεν την είχε προδώσει, πέταξε το καλάθι με τα χόρτα και με το δρεπάνι στο χέρι άρχισε να τρέχει ξεμαλλιασμένη να προφτάσει. Να προφτάσει τί; Δεν είχε καταλάβει. Μόνο τον κίνδυνο καταλάβαινε. Όταν πλησίασε αρκετά, με την ψυχή στο στόμα, πρόλαβε να δει πως από αυτό το στήθος με τις δεκάδες θηλές δεν έτρεχε γάλα, αλλά ένα κιτρινοπράσινο πηχτό υγρό που μύριζε λιωμένο θειάφι και αίμα. Και τα μάτια της γυναίκας, τη μια στιγμή έφεγγαν ξεγελώντας όσους την κοίταζαν και την άλλη παραδίδονταν στη σκοτεινιά αφήνοντας να πετάξουν χιλιάδες νυχτερίδες. Και το δέρμα της όμως, τη μια στιγμή λευκό, ροδαλό και την άλλη σαρανταπληγιασμένο.

Στ’ όνειρό της, έβλεπε πως με το δρεπάνι στο χέρι, είχε μπει μπροστά από τα παιδιά της και την κοίταζε εκείνη τη γυναίκα κατάματα. Μια ένιωθε να την φοβάται και μια νόμιζε πως έκανε λάθος και της χαμογελούσε με συμπάθεια, δεν άφηνε όμως τα παιδιά να πλησιάσουν, μήτε τον πατέρα, μήτε τον άντρα της, μέσα της βούιζε το κροτάλισμα της Μοίρας που καταπίνει τις μορφές μαζί με τα κρίματα, αυτό δεν την άφηνε, ώσπου αυτή οργίστηκε πραγματικά και τότε λέει, σηκώθηκε όρθια με το αληθινό της πρόσωπο και ανοίγοντας ένα τεράστιο στόμα…

Εκεί, στο άγγιγμα του μαρμαρωμένου χρόνου ξύπνησε. Τα χέρια της έτρεμαν. Ο φόβος την είχε κυριεύσει. Στα χείλη, γεύση σκουριάς.

Λίγες μέρες μετά. Καραντίνα…

Στο άκουσμα της λέξης θυμήθηκε τ’ όνειρο. Ο αέρας που έμπαινε από το παράθυρο της φάνηκε πως ακόνιζε μαχαίρι πάνω στην καρδιά της. Έμεινε ακίνητη στη μέση του διαδρόμου, παγωμένη, άψυχη σαν άγαλμα και η μνήμη ταξίδεψε πιο πίσω στον χρόνο. Σαν αστραπή πέταξε σε μια φωτογραφία.

Παιδί στη δεκαετία του 1970, μα καταλάβαινε πόσο βαρύ φορτίο ήταν η απώλεια στην ψυχή και στη σκέψη των δύο ηλικιωμένων που την ακριβοχαιρετούσαν κάθε φορά καλώντας την να παίξει στο ανθισμένο μποστάνι τους.

Τρία όμορφα κορίτσια κλεισμένα μέσα στο ασημένιο ρολόι τσέπης του μπάρμπα Μιχάλη του Μεϊμάρη, τα ίδια κορίτσια που είχε και η γυναίκα του η θειά Μαρία κρεμασμένα στο λαιμό μέσα στο χρυσό της μενταγιόν. «Οι θυγατέρες μας», έλεγαν και τα δάκρυα έτρεχαν βροχή. Εκείνοι τις είχαν ντύσει στ’ άσπρα, οι ίδιοι έστρωσαν τα προικιά τους στο μαύρο χώμα σαν να ήταν ο τάφος νυφική παστάδα, μονάχοι είχαν πει τις μαντινάδες του γάμου και τις έστειλαν αφίλητες κι ανέγγιχτες, νύφες του «Μεγάλου Δρεπανιάρη» , από τη λίγωση ίσαμε τη γέμιση του φεγγαριού το Δεκέμβρη του 1918. Το μοιρολόι τό ’λεγε η ψυχή για όλα τα υπόλοιπα χρόνια που έζησαν με τη δική τους ανάμνηση.

Η ισπανική γρίπη ήταν που είχε σημαδέψει τη ζωή τους, αυτή που στο πέρασμα της, δίχως να λογαριάζει πλούσιους και φτωχούς έσπερνε το θανατικό στις γειτονιές του κόσμου, αυτή που εκατό χρόνια πριν είχε καταφέρει σκορπίζοντας τη φρίκη να τον αλλάξει τον κόσμο, και τώρα η καινούργια επιδημία με την ίδια φόρα και τις ίδιες κακές προθέσεις χτυπούσε ξανά τις ίδιες πόρτες κι ας ήταν ανεπιθύμητη και απρόσκλητη.

Δυσκολευόταν να πιστέψει όσα άκουγε. Η αναπνοή της, ένα λαχάνιασμα αρχικά γρήγορο και μετά ανάσα βαριά με φανερή δυσκολία. Έτσι το χρόνιο άσθμα της ξαφνικά έγινε μεγαλύτερη απειλή. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη αναζητώντας σημάδια. Όχι, δεν είχε μελανιάσει, είδε όμως τις κόρες των ματιών της να διαστέλλονται, τα φρύδια ζαρωμένα θαρρείς και ήθελαν να σμίξουν το ένα με το άλλο. Μα και τα χείλη της τεντώθηκαν οριζόντια σε μια γραμμή άχρωμη. Κρύος ιδρώτας κύλησε στις παλάμες, η ραχοκοκαλιά μια στήλη πάγου, οι παλμοί της καρδιάς μονότονος πένθιμος καλπασμός.

«Κραυγή» του Έντβαρτ Μουνκ

Μια φοβισμένη γυναίκα όπως εκατομμύρια άλλες γυναίκες, μια μάνα όπως εκατομμύρια άλλες μανάδες, αυτή ήταν. Μέσα στην αμηχανία της κολακεύτηκε στην ιδέα πως μπορούσε να προστατεύσει τους αγαπημένους της, αυτή, που άντεξε τους πόνους της γέννας και γνώριζε το ακριβό μέτρημα της ζωής που ανασταίνεται μέρα με τη μέρα, αυτή που ήξερε τα βοτάνια και τα γιατροσόφια, θα τα κατάφερνε…

Έφτιαξε ένα καφέ, περίλυπη. Ο ουρανός βάραινε. Ήταν αλήθεια όλα όσα διαπερνούσαν τα αυτιά της και όρθωναν εφιάλτες στα μάτια της. Το επιβεβαίωσαν τα παιδιά, ο σύντροφος, οι φίλοι της. Και ο πατέρας της, προχωρημένης ηλικίας, θορυβημένος της είχε τηλεφωνήσει να μάθει την αλήθεια, αφού δεν του ήταν εύκολο να πιστέψει πως αυτά που είχαν συμβεί στο παρελθόν μπορούσαν να ξανάρθουν το ίδιο ή και περισσότερο απειλητικά. Τον άκουγε αναστατωμένο, φωνή τρεμάμενη λες κι ήταν ένα μικρό παιδί που ζητούσε μια καραμέλα και την ασφάλεια μιας αγκαλιάς για να μην φοβάται.

Μόνο που οι αγκαλιές ήταν πια απαγορευμένες… Αυτή η απαγόρευση αποτέλεσε την αφορμή σε μια ποιητική απόπειρα, για να γράψει τον πρώτο μονόλογο εν μέσω πανδημίας με τίτλο «Με την ανάσα του φόβου».

[..] Αβάσταχτα θλιβερό ν’ αλαργεύεις από τον άνθρωπο
να κλείνεσαι πίσω από τοίχους και παράθυρα
για να σωθείς μόνος,
ακούγοντας ένα κρεσέντο
από θανάσιμες οδύνες στην τηλεόραση
παρακολουθώντας σκοτεινές
ορατές και αόρατες σκιές πρώτη φορά,
έλα, μην τρελαίνεσαι, άφησε ν’ ανθίσει ένα γιασεμί
στην καρδιά, στη σκέψη σου, όπου μπορείς,
να δεις, θα μυρίσει ομορφιά η ζωή! [..]

Στις επόμενες μέρες, ως τιμωρία της φύσης άρχισε να το βλέπει. Άκουγε να επαναλαμβάνεται κάθε μέρα, ένας κρυμμένος ψίθυρος αγωνίας πίσω από τα τραγούδια στο Δεύτερο πρόγραμμα του ραδιοφώνου, παρατηρούσε μια σύγχυση στο βλέμμα των παρουσιαστών στα δελτία ειδήσεων και ο πανικός στα ψιλά γράμματα των επιστημονικών αναλύσεων καταλάμβανε περίοπτη θέση. Πίσω από τις λέξεις έβλεπε δάση να καίγονται, πάγους να λιώνουν, τόνους σκουπιδιών σε ανοιχτές χωματερές, μολυσμένα νερά, αρρωστημένες θάλασσες, εκατομμύρια χρωματιστά πλαστικά να ζωντανεύουν ταξιδεύοντας πάνω σε σάπιες σανίδες θαρρείς και έστηναν χορό όταν έφευγαν οι άνθρωποι. Και το όνειρο, δεν έφευγε από το μυαλό της…

ΕλιάΚοίταζε γύρω της. Οι ηλιόλουστες μέρες περνούσαν πια από το παράθυρο όπως και οι μικρές ζεστές νύχτες, αργότερα και οι φθινοπωρινές βροχές και οι νιφάδες με τις παγωνιές του χειμώνα.  Ξαφνικά ο τόπος έδειχνε ξένος και οι άνθρωποι όμως το ίδιο, όλοι έμοιαζαν ξένοι μέσα στην απέραντη μοναξιά που σκόρπισε ο πανικός του νέοι ιού. Παραδέρνονταν οι ψυχές, άλλες αμήχανες, άλλες θλιμμένες και άλλες φορτωμένες θυμό. Τις περισσότερες φορές ο καθαρός καιρός και το απέραντο γαλάζιο την έκαναν να μελαγχολεί. Όλα ίδια και όλα αλλιώς. Πηγαινοερχόταν από δωμάτιο, σε δωμάτιο μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από παλιές άγνωστες εποχές.

Ο φόβος, ένας ίσκιος που ήθελε να υψωθεί και να καταπιεί τ’ άστρα της, την έχρηζε διπλωματούχο του…

Μετά έβαλε τη λογική μπροστά κρίνοντας πως ήταν επιτακτική η ανάγκη να μείνει ψύχραιμη, να σκέφτεται φρόνιμα, να αποφύγει λάθος κινήσεις όπως να αφεθεί σε παρορμητικές αποφάσεις ή , να υποτιμήσει την κατάσταση και να αμφισβητήσει την επιστήμη γυρίζοντας πίσω στο μεσαίωνα, γυρεύοντας ξόρκια και κατάρες. Ο υπερβολικός φόβος θολώνει καμιά φορά το νου.

Και συνέχιζαν να περνούν οι μέρες, οι νύχτες, οι στιγμές, αλλιώς. Την έβρισκαν και την άφηναν τις πιο πολλές φορές τυλιγμένη στη ρόμπα της, πότε στην κόκκινη, πότε στην κίτρινη, άλλοτε στη μπλε, καμιά φορά στη μωβ ή στην πράσινη.  Απ’ τα μανίκια πάντα πρόβαλαν τα μακριά χέρια της με τα λεπτά δάχτυλα θαρρείς να συνηγορήσουν κι αυτά στις ιστορίες που έφτιαχνε για να μην τρελαθεί. Μιλούσε και με τα χέρια της, μια άλλη γλώσσα που γνώριζε να κολακεύει τον σύντροφό της, να υπόσχεται στα παιδιά της, να προειδοποιεί το σκύλο και τις γάτες της, να προστατεύει τους αγαπημένους της, να υπενθυμίζει στον εαυτό της το σκοπό της ζωής και την αντοχή της αγάπης.

Με τον καιρό παρατηρούσε γύρω της συμπεριφορές ανώριμες, τόσο μα τόσο παιδιάστικες που την έφερναν σε δύσκολη θέση. Σήκωνε τους ώμους αμήχανα. «Κρητικιά εσύ και φοβάσαι…» , το άκουσε πολλές φορές. Τι κι αν επέμενε πως δεν είναι γενναιότητα ν’ αγνοείς τον κίνδυνο, αλλά καθαρή απερισκεψία. Εκείνη δε ντρεπόταν να παραδεχτεί πως ήταν μια φοβισμένη γυναίκα, αφού η νέα εμπειρία γινόταν η αφορμή που ξέθαβε μια – μια όλες τις περασμένες συμφορές της οικουμένης και στοίχειωναν τον ύπνο της.

Γνώριζε πως τα ανθρώπινα συναισθήματα κορυφώνονται σε ακραίες καταστάσεις, μα ως εκεί, δεν γνώριζε πώς να τα διαχειριστεί, τα δικά της. Μια ακραία κατάσταση που μέρα με τη μέρα χειροτέρευε. Ευχόταν ο θυμός και η άγνοια να μην παρακινούσαν τους ανθρώπους σε λάθος κατεύθυνση, αλλά δεν φτάνουν οι ευχές. Ο χαρακτήρας συνήθως παραμένει σταθερός. Έτσι άρχισε να αμφισβητεί την ικανότητα των ανθρώπων για αυτογνωσία, χωρίς να σταματήσει να εκφράζει αμφιβολία για την ευθυκρισία, την ειλικρίνεια και την εντιμότητα της εξουσίας, πολιτικής και εκκλησιαστικής, ώσπου αποστασιοποιήθηκε από όλους, φυσικά και από τους προδομένους θεούς…

Ζήλευε την ακατέργαστη, την εντελώς αφιλτράριστη συμπεριφορά της Λούλας, που είχε το ψαράδικο στη γειτονιά. Αδούλευτη, με μια σκληρή ειλικρίνεια, χωρίς ν’ αγγίζει τα όρια της προσβολής, έβαζε τα πράγματα στη θέση τους.

«Άμε μάτια παρέκει, μηνήπως βήξεις και κολλήσουνε τίποτις οι ζαργάνες με το κακό ντεφέτο που μας έβρηκε και μείνουνε στην καναβέττα, άμε που σού λέω, δεν είναι για εσένανε ψυχή μου, εχτός κι αν κοπιάσεις και μού τσι χαλέψεις επίσημα, με τα όβολα στην απαλάμη και τη μουσαριόλα σου φορεμένη σεστάδα, όπως εδιάταξε το γκουβέρνο…»,
έτσι είχε ακούσει πως έλεγε η Λούλα, στριμωγμένη στη δική της ανάγκη, ξεστομίζοντας λέξεις που μπορούσαν να σκοντάψουν στον άνθρωπο χωρίς ειρωνεία.

Διαβάζοντας μάθαινε πως η καραντίνα δεν ήταν κάτι καινούργιο αφού είχε αρχίσει να εφαρμόζεται από τον 15ο αιώνα και το υποστήριζε στους αρνητές, μάταια…  Ολόκληρη η ανθρωπότητα πάλευε ακόμη μια φορά, λες και οι μολυσματικές ασθένειες κάνουν κύκλους από τους προϊστορικούς χρόνους στο σήμερα. Ήταν σίγουρη πως η επιστήμη μόνο θα μπορούσε να βρει λύση, αλλά η ανεπάρκεια της πολιτείας έσπερνε εμπόδια κι έτσι οι άνθρωποι μιλούσαν για συμφέροντα, κερδοσκοπία, συνωμοσίες, ώστε συχνά κι εκείνη έδειχνε δυσπιστία.

Η διάψευση του μεταφυσικού και η επιβεβαίωση τής εκδίκησης τής φύσης έδωσαν άλλες διαστάσεις στον εφιάλτη. Τα παιδιά της, συζητούσαν πως αυτή ίσως ήταν η τελευταία ευκαιρία και η αφορμή για να σκεφτεί κάθε άνθρωπος ότι έχει έρθει η ώρα να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με τη φύση, να την αγαπήσουμε γιατί είναι το σπίτι όλων μας, να φροντίσουμε για την υγεία των οικοσυστημάτων, να δημιουργήσουμε προϋποθέσεις για ένα καλύτερο περιβάλλον ενισχύοντας τη δική μας ποιότητα της ζωής.

Κι όμως, ένα νιοφτέρουγο ασημένιο φεγγάρι πάνω από το μικρό λιμανάκι στου Μπούκαρη της έκλεισε ένα βράδυ το μάτι.  Παντάνασσα σιωπή. Μόνο ο φλοίσβος του νερού. Τα κυπαρίσσια  ύψωσαν ολόισιες τις κορφές να χαιρετίσουν το καινούργιο φως που έδειχνε αδιάφορο για τη νέα παγκόσμια απειλή. Ολόγυρα του ένας μεγάλος γαλακτόχρωμος κύκλος σαν αλώνι και πιο μακριά ένα μόνο άστρο. Σήκωσε τα μάτια θαυμάζοντας το ασημένιο δρεπάνι, αυτό που έχει πάντα τον τρόπο του να σε κάνει ν’ αρχίζεις να μιλάς, να ομολογείς τα κρυφά και τ’ αφανέρωτα, να θέλεις ν’ ανοίξεις την καρδιά σου, να ξυπνήσεις τις μαραγκιασμένες σκέψεις.

«Τι να θερίζει άραγε» αναρωτήθηκε και ο νους της πήγε πρώτα στο δρεπάνι του εφιάλτη της και μετά στο αληθινό, το δικό της δρεπάνι με την ξύλινη λαβή αυτό που είχε αφήσει στην Κρήτη, χρήσιμο εργαλείο στον καιρό της παιδικής της ηλικίας, για την περίοδο του θερισμού. Από τα μάτια της παρέλασαν τα χωράφια με τα χρυσά στάχυα του Λασιθιώτικου κάμπου. Έφερε το χέρι της και το κοίταξε μπροστά στο φως. Της φάνηκε πως φορούσε την λεπτή παλαμαριά, έτσι την έλεγαν εκείνη την ξύλινη κατασκευή που προσαρμοζόταν στα δάχτυλα και στην παλάμη και την χρησιμοποιούσαν κυρίως οι γυναίκες, όχι μόνο για να μπορούν να πιάνουν περισσότερα στάχυα, αλλά και για προστασία από τα φίδια. Μετά γύρισε στα λιόδεντρα της Κέρκυρας.

μιας βόλταςΦλερτάρεις αγιάτρευτα με το Νότο, παραδέχτηκε και συνέχισε την αναπόληση μιλώντας στον μέσα της εαυτό. Χρόνια τώρα ανασκελώνεις τα χέρια να βασκάνεις αλαζόνες καιρούς πριν σού χαλάσουν την πεθυμιά της καρδιάς με άχρωμες ιστορίες σε άσωτα λόγια. Στο Νότο η βλαστερή σου νιότη, η ραγισμένη αθωότητα, το κοντανάσεμα του πόθου, στο Νότο ο ανεκπλήρωτος έρωτας ο πάντα απών και μονίμως παρών. Ριζωμένες οι θύμησες στο μυαλό σαν δέντρα, απλώνουν κλωνάρια, πετούν φύλλα, σταλάζει η μελιχρή τους οδύνη στην ψυχή όταν φτάνεις στην άκρη του φόβου, άκρη του γκρεμού… Οι σφιχτές αγκαλιές, τα πλεγμένα χέρια, τα φιλιά, βρήκαν τέλος. Τα δευτερόλεπτα του αποχωρισμού, ένας μικρός θάνατος που έκρυβε από όλους, για να κρατήσει λίγο από τις εικόνες, λίγο από τις ανάσες, λίγο από τα δάκρυα γητεύοντας με τ’ αλάτι στα βλέφαρα, το πολύ από το λίγο της ζωής.

Ένα σπασμένο ρόδι, δεκάδες κόκκινα ρουμπίνια πάνω στον ξύλινο δίσκο, οι σκέψεις αράζουν και στριμώχνονται στο στενό μπαλκόνι. Ένα κορίτσι τρέχει στη ρούγα, ένας σύγχρονος Δον Κιχώτης ο κυρ Σπύρος, με γερασμένο του άλογο στον ελαιώνα, δυο ψωμιά αχνιστά  στο τραπέζι με το καρό τραπεζομάντιλο και η Τάντα με την αρχετυπική εμφάνιση, στο απέναντι μπαλκόνι. Η Τάντα με τα πλούσια κατάξανθα μαλλιά, το πληθωρικό μπούστο, τα κόκκινα μάγουλα, το καλόκαρδο χαμόγελο, η Τάντα πρώτη στο τραγούδι:

«Κάτω στον Άη Γιώργη στο κρύο το νερό/σκοτώσαν’ το Γιαννάκη τον ακριβό υιό,
Τούρκοι τον (ε)σκοτώσαν’ Ρωμιοί τον κλαίγανε/τα δυο του τ’ αδερφάκια τον (ε)γυρεύανε,
Πάνε και τον (ε)βρίσκουν μέσα σε μια λακιά/ εκεί τον (ε)σκοτώσαν οι Τούρκοι τα σκυλιά,
Σήκω μωρέ Γιαννάκη να πάμε σπίτι μας/που κλαίει η αδερφή μας κλαίει κι η νύφη μας» 

Από μπαλκόνι σε μπαλκόνι, μιλάμε, γελάμε, τραγουδάμε, κλαίμε… Κάπως έτσι βουβά ζούσαν οι περισσότεροι. Ευτυχώς, μια Τάντα σε κάθε γειτονιά τραγουδούσε ακόμη…

Έκλεισε τη μπαλκονόπορτα, μπήκε μέσα. Ήταν αποφασισμένη, ούτε ν’ αγοράσει, ούτε να πουλήσει την πραμάτεια της άδικης μοίρας. Στο φτωχό μυαλό της στροβιλίστηκαν κάποιες σπίθες αισιοδοξίας. Πήρε μερικές βαθιές αναπνοές. Σε κάθε εκπνοή, υπενθύμιζε στον εαυτό της ότι είχε χρέος να διώχνει όλες τις αρνητικές σκέψεις.

Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, να φιλέψει τη μνήμη. Τον τελευταίο καιρό ζούσε μετρώντας τις ώρες, τις μέρες, τις νύχτες, την αγωνία σπιθαμή προς σπιθαμή πότε στο κεντημένο τραπεζομάντηλο,  πότε στα άδεια παιδικά δωμάτια και πότε στο λευκό κατωσέντονο με την όραση ασκημένη σε ό,τι ξοδεύτηκε. Ας αρχίσουμε να ξεφυλλίζουμε σελίδες, να συλλαβίσουμε λέξεις που ξεχάσαμε, να σπαταλήσουμε τις αισθήσεις στην ανάγνωση, ν’ αγγίξουμε νεκρούς και ζωντανούς και τους λησμονημένους, μπορεί και να ξανακερδίσουμε τον κόσμο μας, μονολογούσε και παίρνοντας ένα βιβλίο, μαγικά άνοιξε στην τύχη την πρώτη σελίδα.

«Ο Απολλώνιος, ονόμασε το νησί “Δρέπανο”,  από τη λέξη δρεπάνι, με υπόνοιες ότι κάτω από το νησί κρύβεται το δρεπάνι με το οποίο ο Κρόνος σύμφωνα με την παράδοση έκοψε τα γεννητικά όργανα του πατέρα του Ουρανού, από το αίμα του οποίου κατάγονται οι Φαίακες. Σε μια εναλλακτική παράγραφο αναγνωρίζει το θαμμένο δρεπάνι κάτω από το νησί και τονίζει ότι αυτό ανήκει στη θεά Δήμητρα, χάρη στο δρεπάνι σχηματίστηκε η Κέρκυρα, αφού η ίδια η θεά ήταν αυτή που παρακάλεσε τον ανιψιό της Ήφαιστο να της φτιάξει ένα δρεπάνι για να το χρησιμοποιήσει ο πατέρας της Κρόνος εναντίον του πατέρα του Ουρανού. Όμως επειδή η Γαία δεν είχε προφτάσει να ελευθερώσει τα φυλακισμένα αδέρφια του Κρόνου, η Δήμητρα, για να μην αντιληφθεί την ύπαρξη του δρεπανιού ο Ουρανός, το έκρυψε. Ο Πόντος, ο αδερφός του Ουρανού που από περιέργεια την παρακολουθούσε, άρχισε να σκάβει με μανία πετώντας το χώμα στη θάλασσα. Έτσι φαγώθηκε η φλούδα της γης σ’ εκείνο τμήμα της που πήρε σιγά – σιγά το σχήμα του κρυμμένου δρεπανιού. Με αυτό τον τρόπο θέλει τη γέννηση της Κέρκυρας, και ο Λυκόφρων ο Χαλκιδεύς.  Από το σχήμα της λαβής του δρεπανιού δημιουργήθηκε το βόρειο τμήμα του νησιού και το άλλο κομμάτι, το μεταλλικό έδωσε το σχήμα του στο νότιο και έτσι η «Δρεπάνης Άκρα», σχημάτισε τη Λευκίμμη.» 

Έφερε στο νου της τις γειτονιές του κερκυραϊκού νότου,  ενός τόπου που διατηρούσε ακόμη σε μεγάλη έκταση τον αγροτικό του χαρακτήρα. Η κεκτημένη εμπειρία της περιήγησης που ξαναρχόταν ως θύμηση, κατάφερνε να την ταξιδεύει στα ίδια τοπία, στη θάλασσα και στην ακτογραμμή με τους αμμόλοφους του Ίσσου και το μοναδικό κεδρόδασος δίπλα στη λίμνη Κορισσίων. Τα γραφικά χωριά με τα λιθόστρωτα δρομάκια και την επτανησιακή αρχιτεκτονική, όλα ένιωθε στη φαντασία της, να της απευθύνουν ένα διαφορετικό κάλεσμα. Ναι, όταν θα περνούσε ο εφιάλτης…

Με την αυστηρότητα των μέτρων, νοστάλγησε αυτές τις διαδρομές περισσότερο. Τα χωριά, αλλά και τους ανθρώπους με την έμφυτη κουλτούρα του Νότου που τους κάνει χαλαρούς, ανεξάρτητους, πιο γελαστούς, πιο οικείους. Στο Νότο, δεμένοι με τη γη τους, συνήθιζαν να ακολουθούν περισσότερο τις προσταγές της φύσης και να πορεύονται με αυτή. Δεν προσπαθούσε να υποκριθεί πως δεν φοβόταν, όχι, η άφατη αίσθηση της καινούργιας απειλής έκανε τα παιδιά να ζαρώνουν τα φρύδια θυμωμένα που δεν έπαιζαν όπως παλιά και πολλούς ενήλικες να χλευάζουν πολιτικές τακτικές, ιατρικά ανακοινωθέντα και θρησκευτικούς παραλογισμούς, όσο εκείνη αφουγκραζόταν την αδόξαστη ευτυχία του παρελθόντος που ζητούσε δικαίωση…

Ακολούθησε νοερά τη φλέβα του νερού στο ποτάμι της Λευκίμμης, περνώντας μαζί του ανάμεσα στους στενούς δρόμους και τα παραδοσιακά ψηλά σπίτια. Από μακριά οι καλησπέρες…  Τα ίδια χρώματα είχαν οι ψαρόβαρκες και τα μικρά καΐκια αραγμένα στις όχθες. Στο φύσημα του αέρα μια θλίψη πέρασε από τις  γνώριμες ρούγες πριν χαθεί στη Μπούκα.

Έμενε άγρυπνη πολλές νύχτες. Προσπαθούσε να κρατά το βλέμμα αθόλωτο, να βλέπει όλα τα σκοτάδια, μετρώντας το δικό της καρδιοχτύπι στους παλμούς της νέας εποχής που δεν άφηνε τη ζωή ν’ ανθίσει. Δεν ήθελε πια αγκαλιές, είχε καταργήσει χειραψίες, εγκαταλείψει παρέες. Με την κατανόηση που της υπαγόρευε η αγάπη και εγκαταστημένο το ψυχικό κατάλοιπο του φόβου, αφέθηκε, συγκινήθηκε πολλές φορές, οργίστηκε άλλες τόσες μαντεύοντας την άβυσσο που ερχόταν καταπίνοντας ό,τι έβρισκε στο πέρασμά της, αναγνώρισε την αξία λήψης αποφάσεων στο εδώ και τώρα. Τώρα τι γίνεται…

Πάνω στο γραφείο της φώτιζε αμυδρά μια υδρόγειος σφαίρα. Μόλις την άγγιζε με τ’ ακροδάχτυλα έκανε το γύρο του κόσμου σε δευτερόλεπτα. Κάποια νύχτα προσπάθησε να εντοπίσει στην ανάγλυφη επιφάνεια της, την Κέρκυρα, μάταια. Άνοιξε το συρτάρι και γύρεψε το μεγεθυντικό φακό σίγουρη πως έτσι θα τα κατάφερνε, δύσκολα. Στο τέλος άγγιξε ένα σημείο και βάφτισε μια κουκίδα Κέρκυρα, αυτός ήταν ο δικός της κόσμος. Έμεινε με τα μάτια καρφωμένα, εκεί στην κουκίδα, ώσπου την είδε να παίρνει τις πραγματικές της διαστάσεις. Γέλασε, το νησί που αγαπούσε απλωνόταν σε ολόκληρη την υδρόγειο, μπορούσε όχι μόνο να σχεδιάσει, μα και ν’ αρχίσει αμέσως νέες αποδράσεις…

Να εδώ, στο Περιβόλι είναι ωραία. Όμορφο το καντούνι. Είχε ξαναπεράσει, παλιά. Ένα ποτήρι δροσερή σπιτική τσιτσισμπύρα στο σιδερένιο τραπεζάκι, όπως τότε. Η Λισσαβέτα με πολλή χαρά φέρνει τη ρετσέτα τση νόνας, ν’ αντιγράψει τη συνταγή:

Τσιτσιμπύρα α λα παλαιά,
ρετσέτα τση μάμας, από τη νόνα και τη μπισνόνα

Μαργαρίτες

«Αμπονόρα, ανοίγεις τα μάτια, γοδέρει η ματιά, καντούνι, θάλασσα κι ουρανό. Λες δόξα σοι το φως κι έπειτα απλοχερίζεις στη λεμονιά, κόβεις ίσιαμε εννιά λεμόνια, ψυχή μου, ζύφεις δελέγκου τα οχτώ και ρίχνεις το ζύμα στο καλικούνι ή σ’ αγγειό πήλινο και στενό, να παίρνει ίσαμε οχτώ καρτούτσα και νά ’ναι κάντιο.
Βάνεις μια κουταλιά πιπερόριζα και μισό ρακογυάλι μαγιά. Θέλει κι ένα μεγάλο λεμόνι κομμένο σε φέτες φτενές, για τ’ άρωμα δύγιο αροδαμούς αζόερα και μετά δύγιο  πίντες νερό και μία ζάχαρη.
Κλιείς καλά με το  κούπωμα το καλικούνι, βάζεις κι ένα πέζο απανωθιό, και το αφήνεις εδεκεί στη μπάντα, τρεις μέρες ίσιαμε να κάμει φουσκαλίδες.
Τσι τέσσερις μέρες, θα ζιάσεις άλλη μία πίντα ζάχαρη, άλλη μία κουταλιά πιπερόριζα τριμμένη και μια κίτολα νερό.
Τσι οχτώ μέρες που λένε δηλοί το μιράκολο, είναι έτοιμο, έχει και το σπίρτο του, το σουρώνεις σ’ ένα μποτσόνι, σεστάδα να μη σού ριπιστεί κι αλιμπουρδώσεις το τουβαέλι. 

Άιιντε σύρε πάλε στη λεμονιά, να κόψεις οχτώ λεμόνια να κάμεις άλλη μια ζυψιά,  έπειτα τραβετζάρεις το μποτσόνι στο καλικούνι, βάνεις το ζυμένο λεμόνι και τ’ αποδέλοιπο νερό, αλλά όχι ίσιαμε την κορφή, ν’ αφήκεις λίγο, τότσο απλιχώρια να κάμει τσι κόνξες του, μα να μη ξεθυμάνει και ύστερις από καμπόση ώρα, να το τερμινάρεις και να το βάλεις τσι μποτήλιες και τσι μπουκαλίνες.
Την πρώτη κούπα, μάτια, να την επιείς εις υγείαν, τη δεύτερήνε για τ’ αβάσκαμα και την τρίτα τσ’ αλεγρίας. Εούτο ψυχή μου, είναι το τραταμέντο οπού εμάθαμε από τσου Εγγλέζους την εποχή τση νόνας μου και τση μπισνόνας μου, καλύτερο φρεσκαμέντο δεν έχει γεννήσει η φύση…»

Ένιωσε πως μασούσε τα φυλλαράκια του δυόσμου, αυτά που της είχε βάλει στο ποτήρι με την τσιτιμπύρα η Λισσαβέτα και όσο να επαναλάβει «δυο αροδαμούς αζόερα»  όπως έγραφε η ρετσέτα, είχε κάνει κιόλας κάμποσα χιλιόμετρα πιο χαμηλά στο Νότο. Ριγγλάδες, Αναπλάδες, τα παραδοσιακά αρχοντικά με την ιδιαίτερη λαϊκή αρχιτεκτονική δικαίως κλέβουν τις εντυπώσεις κάθε περιηγητή. Μες την ησυχία άκουγε φωνές, τη μουσική από τη φιλαρμονική και τις γάτες που νιαούριζαν στα κεραμίδια.  Μετά βρήκε πρόθυμους ακροατές και μοιράστηκε την ιστορία της. Ο Γιάννης ο Γατσούλης, ως να μην είχε χρόνια πεθάνει, της έδειξε παλιές φωτογραφίες των κτηρίων έτσι όπως ήταν στην περίοδο της ακμής τους. Σ’ αυτές τις ξεθωριασμένες εικόνες ξαναζωντάνευε ένας ολόκληρος κόσμος, διαφορετικός και ωραίος! Μπορούσε να διαβάσει το μέλλον της κοινωνίας κωδικοποιημένο στη φθορά και στις διαφορές βλέποντας το πριν, λογαριάζοντας το παρόν, τρέμοντας το μετά…

Λαχτάρησε ένα περίπατο, σαν εκείνους που είχε κάνει τότε στον καιρό της νιότης, γύρευε τις πρώτες στιγμές, αυτές που θέτουν τα θεμέλια για ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει και ήταν όμορφες εκείνες οι πρώτες στιγμές στο Νότο της Κέρκυρας. Κατευθύνθηκε στα Μελίκια, εκεί βάλθηκε να χτυπήσει μια από τις πιο παλιές καμπάνες του νησιού, ξεκουφαίνοντας και ξεσηκώνοντας τον κόσμο, να ξυπνήσουν όλοι, να τρέξουν σαν να ήταν πανηγύρι, αυτό, πριν συναντήσει, νοερά πάντα, τις λιομαζώχτρες στο Νεοχώρι και το Παλαιοχώρι”, όλα στο παραλήρημά της, στην προσπάθεια της να κρατηθεί όρθια, κρατώντας και τον δικό της κόσμο απείραχτο.

Από το φεγγίτη, πρόσεξε με λύπη τα σπασμένα κλαδιά της κουκουναριάς, κατόρθωμα του προχτεσινού δυνατού αέρα, σπασμένα κλαδιά μιας χαμένης χαράς της φάνηκαν. Παρηγορήθηκε στην ιδέα πως οι ρίζες έμεναν απείραχτες. Ένα δάκρυ όμως που βρήκε αφορμή κύλησε στο μάγουλο της. Βάλθηκε να χαϊδεύει ευλαβικά κορνιζωμένες φωτογραφίες, παιδικά παιχνίδια, μπιμπελό, βιβλία, θαρρείς να μην πιάσουν σκόνη οι αναμνήσεις της, να μη σκουριάσουν οι φωνές που αγάπησε, να μη χαθούν οι πρώτες συλλαβές…  Μετά ξανάνοιξε τα φτερά της φαντασίας και ρεμβάζοντας γύρισε μια σβούρα την υδρόγειο…

Στα Κρητικά τη φίλεψαν ρακή, οπότε ήταν πιο εύκολο να δεχτεί την εκδοχή ό,τι Κρήτες μετανάστες, συντοπίτες της, ήταν εκείνοι που έχτισαν το χωριό τον 160 αιώνα. Θαύμασε τη θέα μέχρι το ακρωτήρι του Αρκουδήλα, έτρεξε στην ξανθή άμμο στο Μικρό Νησί με τη σκέψη ελεύθερη να τερματίζει στη ζωή, όχι αυτήν που τελειώνει, μα αυτή που δεν έχει ποτέ τέλος. Έκλεισε τα μάτια. Πήρε ανάσα. Στα Δραγωτινά οι λόφοι της φάνηκαν απότομοι, μα το ίδιο καλά θα τα κατάφερνε να σκαρφαλώσει. Όταν έφτανε στα Σπαρτερά κάλεσε κι άλλους στην παρέα. Η Νικολέτα η Πανδή, πρώτη έκλεισε το φαρμακείο κι έτρεξε με χαρά στις γνώριμες γειτονιές της παιδικής της ηλικίας. Ο Βλάσσης, με τον Μάριο και τον Αντρέα, χανόταν κιόλας στα στενά δρομάκια, ο Αντώνης όπου έβλεπε σπάρτο ανθισμένο στεκόταν κι ανάσαινε βαθιά ως την ψυχή. Ο Αλέξανδρος απαθανάτιζε ακροκέραμα, καμπαναριά, παρτέρια, στιγμές. Με την άκρη του ματιού της είδε την Τότα ν’ ανοίγει την πόρτα στο πατρικό της, την Ασπασία να συγκινείται μπροστά στο εγκαταλειμμένο  πέτρινο σπίτι της νόνας, τον Θεοδόση να πίνει ούζο με τον Μιχάλη στο καφενείο της πλατείας.

Κι ύστερα βρέθηκε με την αγαπημένη της φιλενάδα, την Βαγγελιώ, να μετρούν δυο κουταλάκια καφέ και τέσσερα σιωπή στο μπακιρένιο μπρίκι. Και μετά, κάποιος λέει φώναξε από μακριά  “έρχεται, το κουρσάρικο του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, έρχεται” και τότε όλα χάθηκαν. Με τα μάτια γεμάτα αλμύρα ξαναγύρισε στη μικρή κουκίδα στην υδρόγειο…

Έριχνε αλάτι στην πληγή, να την κρατά καθαρή, να θυμάται. Τι το ήθελε και άνοιγε την τηλεόραση…  Όσο οι αληθινές ειδήσεις δεν ξεχώριζαν από τις ψεύτικες, όσο οι ειδήμονες δεν συμφωνούσαν, όσο η πολιτεία δεν τα κατάφερνε τόσο καλά όσο ευαγγελιζόταν, το μπέρδεμα δεν είχε τέλος. Το άλλοτε ανοικτό της σπίτι, τώρα κρατούσε τους φίλους μακριά. Σε απόσταση είχε και τα παιδιά της, ούτε έτρωγε μαζί τους, ούτε τα αγκάλιαζε. Και ο φόβος άπλωνε ρίζες, κλαδιά, φύλλα, αγκάθια… Τον πατέρα της, συνήθιζε να τον παρηγορεί λέγοντας του, πως ο φόβος είναι ριζωμένος μέσα σε κάθε ψυχή, και πως είναι φυσικό να μην μπορεί να ξεριζωθεί, μπορούσε όμως να μας οδηγήσει στην αρετή.

Οι δύσκολες στιγμές βέβαια είχαν και κάτι καλό, αφού μπορούσαν να την οδηγήσουν στον μέσα της εαυτό επισπεύδοντας την ώρα του απολογισμού. Εκείνη η ευάλωτη, ευτυχώς δεν είχε ενοχές. Η ανάληψη ευθύνης είναι θέμα παιδείας, συζητούσε με τον σύντροφό της κάθε φορά που άκουγαν για συμπεριφορές επιπόλαιες. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σε βλάψει, μια αράχνη, ένα φίδι, ένας σκύλος, ένας λύκος, ένας άνθρωπος, ή κάτι που δεν μπορείς να το δεις με γυμνά μάτια και δεν ξέρεις πού είναι κρυμμένο, οπότε προσέχεις, αυτό το «να προσέχεις» είχε γίνει μια κραυγή μέσα της. Ήθελε να υπολογίζει και να σέβεται τους ανθρώπους, αλλά αφουγκραζόταν και το ένστικτό της, αυτή την εσωτερική φωνή που επαναλάμβανε, «όσο δεν προσέχουν όλοι το ίδιο, πρόσεχε, εσύ πρόσεχε! » Ήθελε να παραμείνει αισιόδοξη, γι’ αυτό έδινε κουράγιο στους πιο αδύναμους. Με τη βεβαιότητα ότι η αντιξοότητα αυτή ήταν η ευκαιρία να γίνει καλύτερος άνθρωπος, συνέχισε να διαβάζει, να γράφει και να ονειρεύεται.

Έριχνε αλάτι στη φωτιά, έτσι έκανε κι εκείνη τη νύχτα, να ξορκίσει το κακό όπως η γιαγιά της. Ο νους της δεν έφευγε από το Νότο. Με αφορμή το χοντρό αλάτι θυμήθηκε τις Αλυκές της Λευκίμμης, μια όμορφη λιμνοθάλασσα που χρησιμοποιήθηκε από την εποχή των Ανδεγαυών για την συλλογή αλατιού. Τον 16ο αιώνα υπήρχαν ογδόντα τηγάνια τα οποία επικοινωνούσαν μεταξύ τους με θυρίδες ελεγχόμενης ροής. Έτσι ονόμαζαν τους χώρους που φιλοξενούσαν την πηχτή άλμη, όπως την υποδεχόταν από τις αβαθείς λεκάνες, γνωστές ως θερμάστρες, στις οποίες με την ακτινοβολία του ήλιου γινόταν η πρώτη εξάτμιση. «Ο λευκός χρυσός» , όπως τον έλεγαν, αφού κρυστάλλωνε, στέγνωνε σε σωρούς, έμπαινε στις πέτρινες βενετσιάνικες αποθήκες. Πολύ αργότερα, μετά το 1860, δημιουργήθηκαν οι τάφροι και οι διάδρομοι που βλέπει κανείς μέχρι σήμερα.

Εκεί είχε περπατήσει και η ίδια.  Ερωτευμένη κρατούσε το χέρι του κι όταν του ξέφευγε τρέχοντας κρυβόταν στις βουρλιές και τα καλάμια που είχαν φυτρώσει ανάμεσα στα εγκαταλειμμένα τηγάνια κι ύστερα τρόμαζε όταν την ξάφνιαζε το βιαστικό πέταγμα  μιας αγριόπαπιας, ενός κορμοράνου ή κάποιου εξωτικού φοινικόπτερου κι έτρεχε ξανά στην αγκαλιά του. Αλμύρα, αλισάχνη, αλάτι, της άρεσαν αυτές οι λέξεις, αυτές ψιθύριζε και μετά τον άφηνε να φιλάει τα χέρια και τα μάτια της…

Οι αλυκές, αυτή η σπουδαία κληρονομιά μπορεί να ήταν πια μια ανάμνηση, ένα σημαντικό κεφάλαιο της καθημερινής ζωής του παρελθόντος, όμως τα χρόνια που πέρασαν αποκρυσταλλώθηκαν μαζί με τις στιγμές των ανθρώπων για να γίνουν ανεξίτηλα σημάδια και στοιχεία πολιτισμικού χαρακτήρα, αυτά που φροντίζει να κρατά ζωντανά στη μνήμη μας το κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Λευκίμμης.

Γεράνια

Αλμύρα, λαθρεπιβάτης στη νοσταλγία…
Αλισάχνη, ο καιρός στις αναμνήσεις…
Αλάτι, αλήθεια η μόνη επανάσταση…

Οι σπίθες από το τζάκι την είχαν κάπως  ζαλίσει. Έτσι πίστεψε πως έβλεπε τον φάρο των Αλυκών. Το φως στο σκοτάδι γεννά την ελπίδα. Αναρωτήθηκε αν μέσα στη δεινή κατάσταση που συνέχιζε να βιώνει η ανθρωπότητα, ήταν πολλοί εκείνοι που μπορούσαν να ισχυριστούν πως είχαν βρει τον σωστό προσανατολισμό με τη βεβαιότητα να βγουν αλώβητοι.

Στην προσπάθειά της να ορίσει τη ζωή από την αρχή με βάση τα νέα δεδομένα, ένιωθε να πνίγεται. Εκεί που άπλωνε άσπρα πανιά, μια κακή είδηση, μια σκέψη, μια απώλεια κατάφερνε να ρίξει πάνω τους όλα τα μελάνια της νύχτας. Ερμηνεύοντας τα  γεγονότα έφτανε ν’ ασφυκτιά  κι όσο πλήθαιναν οι απουσίες στο φιλικό περιβάλλον τόσο η κορύφωση του φόβου ξέσκιζε τα μέσα της. Κι όταν οι κρίσεις άσθματος έγιναν πιο συχνές έχανε ακόμη και τις λέξεις. Έμαθε έτσι να κλειδώνει την ψυχή της κρύβοντας επιμελώς αγωνίες, αδυναμίες και τα χνάρια που άφηνε το άγχος στο πρόσωπό της.  Μακάρι να βρισκόταν ένας φάρος  να υποσχόταν το ποθητό λιμάνι, ένα λιμάνι σύμβολο της σιγουριάς, της ασφάλειας, της παρηγοριάς, της αγκαλιάς, μακάρι να  γινόταν ένα θαύμα και να ξαναγύριζε τη δική της πυξίδα στο Νότο ίσαμε κάτω στην Γαύδο του Λιβυκού πελάγους.

Ένα χρόνο μετά κι ούτε κουβέντα να βγει από το καβούκι της, κι ούτε ιδέα για κοινωνικές συναναστροφές. Τα ψώνια πάντα παραδοτέα μετά από τηλεφωνική παραγγελία στο σπίτι. Οι αποστάσεις ακόμα μεγαλύτερες. Οι μάσκες με διπλό ύφασμα, χωρίς λογότυπο οι δικές της…  Κομμάτια κάποιες μέρες, περιορισμένη εκουσίως με διπλά τα αντισηπτικά, άχρωμη και ανέτοιμη να διανύσει ολόκληρη τη γραμμή της ζωής σε λίγα λεπτά ή σε λίγες μέρες, μα και ποιος αλήθεια είναι ποτέ προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο. Μια εικόνα λανθάνουσα, μια γυναίκα κυριολεκτικά θλιβερή μα και τόσο γενναία ταυτόχρονα, κάποιες φορές όταν το άσθμα την υποχρέωνε να βλέπει την απειλή με τόσο καθαρή ματιά. Δυσκολευόταν να ξεκουραστεί πραγματικά, σωματικά και ψυχικά και ο ύπνος της, να διαταράσσεται γιατί στο μυαλό της έπρεπε να είναι προετοιμασμένη, να προλάβει, να μην είναι το επόμενο θύμα. Μα δεν ήταν η μόνη σε όλη τη γη, φυσικά όχι, η ζωή είχε μετατραπεί για τους περισσότερους σε έναν ατέρμονο αγώνα, σε μια κατάσταση συνεχούς ανησυχίας και επιφυλακής.

Ένας περίπατος στη φύση, αυτή ήταν η μοναδική έξοδος. Καμιά φορά έπαιρνε βαθιές εισπνοές, κρατούσε τον αέρα στα πνευμόνια της, μετά πλάνταζε στον βήχα, θαρρείς και δεν γνώριζε πως υπάρχει και η εκπνοή.  Όσο βρισκόταν στο σπίτι έκανε τις τυπικές δουλειές, λίγο στον κήπο με τα λουλούδια, λάτρα, μαγείρεμα, έβγαζε τη στάχτη από το τζάκι, για σιδέρωμα ούτε λόγος, το σωστό άπλωμα έφτανε και περίσσευε, σε όλα εκτός από τη μάσκα…

Ευτυχώς ο εγκλεισμός δεν την έκανε ψυχοπαθή νοικοκυρά, «αφήνω τη σκόνη μήπως μού γράψουν σ’ αγαπώ τα φαντάσματα» έλεγε με αυτοσαρκασμό. Διάβαζε όμως πιο πολύ, λες και θά ’δινε πανελλήνιες. Έβλεπε ταινίες συμφιλιωμένη με τις νύχτες, τους παράξενους ήχους, την κραυγή απελπισίας μέσα της και δεν σταμάτησε να  συμπληρώνει τακτικά το ημερολόγιο της. Διατηρούσε μια στοιχειώδη τηλεφωνική επικοινωνία με τον πατέρα της και δυο τρεις φίλους, ίσως για να θυμάται να μιλάει.

Όσο η τραγικότητα της κατάστασης δεν μπορούσε να κρύψει και τη γελοία της πλευρά, όταν τα μέτρα ήθελαν τα μικρά μαγαζιά κλειστά αλλά ανοικτές τις βιομηχανίες, όταν γέμιζαν περιπολικά οι άδειοι δρόμοι για να επιβάλλουν πρόστιμα, αλλά άνοιγαν οι εκκλησίες, όταν μπορούσες να περπατάς αλλά όχι να σταματήσεις να ξεκουραστείς, ένιωθε πως κάτω από τη σπασμένη της φτερούγα θρηνούσαν τα πουλιά. Τότε πύκνωνε ο ψίθυρος στις παλιές ιστορίες, τότε στη μελαγχολία των κεριών προσπαθούσε να ξορκίσει φόβο και θάνατο.

Με τα σχολεία στο άνοιξε κλείσε, τις περίφημες σχολικές δωρεάν μάσκες σε μέγεθος κιλότας, τα καλά εμβόλια και τα κακά εμβόλια, τις κλειστές παιδικές χαρές, τα απαγορευμένα άλση και πάρκα, παρακαλούσε να επιστρέψει η καθημερινή ζωή αυτή που μετριέται σε μικρές φράσεις, τι θα φάμε, πόσες μετρήσαμε στιγμές, πόσες ώρες λείπεις, πόσα χρόνια πέρασαν, που θα πας και άλλα. Ικέτευε να γυρίσουν οι εικόνες της παλιάς ζωής, αυτές που διαδέχονται ορμητικά η μία την άλλη, με την ίδια λαχτάρα και νοσταλγία μετουσιώνοντας το απλό σε σημαντική και σπουδαία πράξη.

Στις επισημάνσεις της, με λύπη είχε προσθέσει και μια μερίδα της επιστημονικής κοινότητας παρατηρώντας πως κάποιοι τόσο φανερά λειτουργούσαν  ως εκτελεστικά όργανα, ενώ το ζητούμενο ήταν να δεσπόζει η δύναμη της αγάπης στον άνθρωπο, να μένουν οι τόνοι χαμηλά, χωρίς έπαρση και μακριά από συμφέροντα. Εκείνη με το pulmoton στα χέρια,  επέστρεφε στο φως, αναγκαίο ακόμη και στα μικρά πράγματα που συνήθως παίρνουν τρυφερή διάσταση και γλυκαίνουν τον πόνο.

Ένα βράδυ άκουσε για τους αντάρτες του κλήρου με τα επικίνδυνα κελεύσματα, ένα άλλο βράδυ σημειώνοντας την άθλια συμβολή της τηλεόρασης, πήρε δύο εισπνοές aerolin και γύρισε στις λέξεις, στις εικόνες, στα πρόσωπα, στα γεγονότα, σε όλα τα δικά της, αυτά που αποτελούσαν εξομολόγηση κι ερχόταν άμεσα από την ψυχή με το αχ και το παράπονο.

Τα σύννεφα μαζευόταν απειλητικά, τα πουλιά δεν χόρευαν πια στο συρματόπλεγμα, ανάσαινε δύσθυμα περιμένοντας την μπόρα. Ακούστηκε σαν γαλλικό λικέρ, θα πάρω ένα modulaire είπε με προφορά  εννοώντας το χάπι που είχε προσθέσει στη φαρμακευτική της αγωγή, ο Γιάννης ο καλός της φίλος, ο γιατρός της καρδιάς της, ο αδερφός της. Αντιλήφθηκε τα κατεπείγοντα νομοσχέδια, που ψηφιζόταν και περνούσαν ερήμην ενός ολόκληρου λαού, από τους ελάχιστους… , ενώ αψευδέστατα ακόμη μια φορά δραματοποιημένη η απώλεια της ζωής μέσα από την προσωπική εμπειρία αναδείκνυε την ανθρωπιά, την αρετή, την ειλικρίνεια, την αλληλεγγύη, έτσι απλά για ένα μινόρε της ψυχής, για να φέγγει το ανάστημα των απλών ανθρώπων.

Με αφορμή τη μάσκα στο θέατρο του παραλόγου, την ελπίδα σε αναμονή και τον κόσμο περίκλειστο από φόβο, ένα ξημέρωμα ολοκλήρωσε άλλον ένα μονόλογο με τίτλο αυτή τη φορά «Πίσω από τις μάσκες».

[..]
Φτάνει πια, με το χαλασμένο σου εγώ, μην με πλησιάζεις
σιχαίνομαι τις μάσκες,
δεν θέλω να ακούσω άλλα μπαγιάτικα ψέματα,
όσο κι αν μιλάς δεν θα καταφέρεις να με τρομάξεις,
ξέρω να χορεύω, δεν θα σταματήσω να χορεύω.

Η καρδιά χτυπά δυνατά, υπερβολικά αδάμαστη
ελεύθερη, ο νους ασκητής,
στην ανάγνωση της παγκόσμιας θλίψης
ανάσες λιγοστές στον δρόμο της αγάπης που στεφανώνει
και σταυρώνεται.
[..]

Κόντευε τα εξήντα, το πλέον της ζωής της το είχε ζήσει και είχε μάθει πολύ καλά πια, πως χωρίς πόνο δεν μιλάμε για την αγάπη, χωρίς την δυστυχία δεν εκτιμούμε εκείνες τις φευγαλέες στιγμές ευτυχίας, χωρίς την λύπη δεν κάνουμε ανάγνωση στη χαρά και χωρίς την απειλή του θανάτου δεν βγαίνει σωστό το ακριβό μέτρημα της ζωής. Ζωή μπορεί να είναι όλα μαζί, ταυτόχρονα, καθώς το ένα παραδίδει τη σκυτάλη στο άλλο ανά πάσα στιγμή, συλλογιζόταν την ώρα που η ξαφνική καταιγίδα την βρήκε ένα απόγευμα στο λόφο. Κοίταξε, μια στον ορίζοντα που έλιωνε όλο το μολύβι τ’ ουρανού και μια στο κυπαρίσσι που φωτογράφιζε κάθε φορά όταν περνούσε από κοντά του. Η καταιγίδα δυνάμωνε κι άλλο. Μακριά από το σπίτι της, στην ερημιά, ούτε ομπρέλα, ούτε αδιάβροχο.

κυπαρίσσιΛες και αντάμωσε φίλο το καλησπέρισε, το κυπαρίσσι. Ύστερα της φάνηκε πως είδε κάποιον να πλησιάζει σαν σκιά. Ξανακοίταξε στις μακρινές δεντροστοιχίες που είχαν τυλιχτεί στην ομίχλη. Φοβήθηκε… Η σκιά πλησίασε κι άλλο. Φοβήθηκε ακόμη πιο πολύ. Αγκάλιασε το δέντρο. Και τότε, σαν κάποιος της κράτησε απαλά το χέρι και σκυμμένος στον ώμο της ψιθύρισε:

«Όταν φοβάσαι, ο φόβος διακλαδώνεται σε αναρίθμητες γενεές και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου.» (Ν. Καζαντζάκης)

Ντράπηκε. Είχε έρθει η ώρα να περάσει από τη μία κατάσταση στην άλλη, το πήρε απόφαση.

Εγώ έχω την ευθύνη της μικρής μου ζωής, είπε θαρρετά στον εαυτό της και συνεχίζοντας να περπατά στην καταιγίδα, εκείνο το απόγευμα του Μάρτη του 2021, ήταν σίγουρη πως είχε ακόμη ένα σκοπό, υπήρχε κάτι που άξιζε πολύ να περιμένει.

«Αν και περαστική, όπως όλοι από τούτη τη φλούδα της γης, τίποτα δεν σε εμποδίζει να ονειρεύεσαι πως…  Αύριο, θα γίνεις γιαγιά!» , ορκιζόταν πως πρόλαβε τη σκέψη της το όμορφο κυπαρίσσι που αγάπησε τόσο μα τόσο πολύ σ’ εκείνη την ξαφνική καταιγίδα.


Μονόλογοι

Με την ανάσα του φόβου
Never Fear The Few, by Kris Gebhardt

Never Fear The Few Painting by Kris Gebhardt

Το τριανταφυλλί του ουρανού
παραδίδει τη θέση του στο χρυσό, ώρες που κερδίζει
η σιωπή στον ορίζοντα και η ανάμνησή σου στο βλέμμα.
Εκστατικό ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, και κατάκοπο,
έτσι θέλω να σε σκέφτομαι, τώρα που δεν επιτρέπεται
να φτάσω ως εκεί, να χτυπήσω την πόρτα σου
να ζητήσω να με κρατήσεις,
να ξορκίσεις σε ένα φιλί τον φόβο,
να με παρηγορήσεις, όντας και εσύ απαρηγόρητος,

Τώρα, πριν το ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο
πόσο ήθελα να χτυπήσω απαλά το ρόπτρο
να ραγίσει ο ήχος το άσωτο σκοτάδι
να βγουν στα παραθυρόφυλλα οι γείτονες,
να μου χαμογελάσουν
να αγγίξω τα γεράνια στις γλάστρες σου,
να μυρίσω τα κρινάκια στο παρτέρι
με την ανθισμένη λεμονιά
να αφήσω να με ξεγελάσουν όπως παλιά
τα παιδιά στο καντούνι…

Αθώες παιδικές φωνές που σε τρομάζουν
και ας είναι στη Μεγάλη Πλατεία με τις αγριοκαστανιές
και τις ανθισμένες μανόλιες στο Φρούριο,
δεν θα ήθελες να σε πλησιάσουν,
άλλος ένας εφιάλτης γεννιέται,
δεν θ’ ανοίξεις την αγκαλιά σου από χαρά
κι ας φτερουγίζει η ψυχή
ανοίγεις το βήμα πιο πολύ,
κάνεις πως δεν ακούς, πως δεν βλέπεις,
τώρα έμαθες να κρατάς συντροφιά στις άπιαστες χίμαιρες,
να κουβεντιάζεις μαζί τους,
και με τις φλόγες που γλιστρούν στην καμινάδα
πιάνεις κουβέντα
εκείνες που έχουν κάψει τις άκαρπες ελπίδες
και τη νόθα λήθη
για να μείνει τραγική η αλήθεια.

Αναπάντεχα μια κραυγή μέσα σου σε κάνει να τρέχεις,
δεν έχεις δικαίωμα σε ανεξήγητες περιέργειες,
σε μικρές χαρές,
δεν θα σου μιλήσουν για παραμελημένες ιδέες,
ούτε για προδομένες αξιοπρέπειες,

Αυτή η Άνοιξη δεν ήρθε σαν τις άλλες
στο σκληρό ανάγλυφο στην άμμο σκάει μόνο το κύμα, έρημο
οι αιώνιοι απόντες μόνο
εξαιρούνται από αυτούς τους κανόνες.

Αβάσταχτα θλιβερό ν’ αλαργεύεις από τον άνθρωπο
να κλείνεσαι πίσω από τοίχους και παράθυρα
για να σωθείς μόνος,
ακούγοντας ένα κρεσέντο
από θανάσιμες οδύνες στην τηλεόραση
παρακολουθώντας σκοτεινές
ορατές και αόρατες σκιές πρώτη φορά,
έλα, μην τρελαίνεσαι, άφησε ν’ ανθίσει ένα γιασεμί
στην καρδιά, στη σκέψη σου, όπου μπορείς,
να δεις, θα μυρίσει ομορφιά η ζωή!

Μακριά διαγράφονται οι κορφές πέρα από τη θάλασσα,
ήθελες να λύσω τη σιωπή μου, μα δεν είναι καιρός
όχι τώρα που ο φόβος κυκλώνει από παντού την πόλη,
όχι τώρα που μια άγρια πλήξη μαστιγώνει το νου,
πληγώνοντας τις αισθήσεις,
όχι τώρα που τα νοήματα του μέλλοντος μας
μοιάζουν φρικτά,
εφτά γενιές θα κρατήσει λένε τούτη η καινούργια κατάρα,
θα το πεις και εσύ, σηκώνεις έναν έρωτα ανήμπορο,
μα η ψυχή, η ψυχή ανεμίζει αλλιώς
σαν πεταλούδα που ετοιμάζεται να σκίσει το κουκούλι,
να γνωρίσει το φως…

Ζήσε αυτό το δειλινό, κανείς δεν μπορεί να σου υποσχεθεί
πως θα είσαι εδώ, για να το ζήσεις και αύριο,
ζήσε, πριν ο ουρανός πάρει να χλομιάζει περισσότερο
κι ας αυλακώνει η αγωνία το μέτωπό σου,
ζήσε, ακόμη και στο σκοτεινό σου θεωρείο, βρες έναν τρόπο,
να τραγουδάς, να ονειρεύεσαι εκείνο το απελπισμένο χάδι
δεν είναι ο θάνατος ένα άσπρο ξέφτι που πέφτει
απαλά στο νερό,
ζήσε, ψιθυρίζοντας ονόματα και το δικό μου,
μην το ξεχάσεις,
θα τελειώσει η ωδή στο παράλογο, θα τελειώσει
έλα να ονειρευτούμε εσύ από εκεί κι εγώ από εδώ
κοίτα με πόση  συμπόνεση πέφτει η βροχή στα κεραμίδια
κάνε κουράγιο, κι αυτό θα περάσει.

Αύριο, μια διαφορετική αφή στο καινούργιο άγγιγμα,
μέχρι τότε σου γράφω φιλιά…

Σε σκέφτομαι περιμένοντας ένα ολόφωτο φεγγάρι
να τυλίξει σε μια λάμψη σαν φλόγα,
σαν πυρκαγιά που δεν καίει
τα βουνά, αυτά που αγάπησες.

Όμως, ακόμη και η ανάμνηση, δεν είναι πια τόσο ακίνδυνη…
Πόσο γρήγορα μαθαίνεις να ζεις χωρίς οικογένεια,
χωρίς φίλους, χωρίς σύντροφο, χωρίς εχθρούς.

Αδρές οι γραμμές στο πρόσωπο
φωτίζουν τα ίχνη μιας αθωότητας
και μιας εικόνας που έχει κερδηθεί μόνο
για να σε παρηγορήσει.

Υπόσχεση μιας άλλης ζωής, ποιας ζωής αλήθεια,
τώρα δεν μπορείς να δεις τον κόσμο όπως ήταν χτες
όχι πια, η άγρια μυστικότητα του αόρατου φόβου σε κυριεύει
πυκνή πάχνη πάνω στους ανθούς,
η Άνοιξη πορεύεται ερήμην σου
για να μην λάβεις μερίδιο, να μην πεις,
«εγώ το φως μετάλαβα»,
η κορόνα της απαγόρευσης υψώνεται αδιάβαστη
με έναν μόνο πρωταγωνιστή και χιλιάδες κομπάρσους.

Άφησέ με να σου πω πως θα περάσει και αυτή η θύελλα
πως θα σου κρατήσω το χέρι ξανά,
περπατώντας στο μονοπάτι
χορεύοντας στις συνάξεις του καλοκαιριού, τραγουδώντας.

Μέσα από τις κουρτίνες, δαντελωτά σχέδια στο πάτωμα
αλλάζεις συνήθειες,
δάχτυλα νευρικά, ακόμη και πάνω στο πιάνο
ζητάς να μάθεις,
δεν σου αρέσει όλο αυτό το θέατρο στην παράνοια
ρωτάς σαν αγράμματος, πλησιάζεις νοερά εκείνους
τους μύστες από το βυζί της μάνας τους
παμπάλαια η ανάσα του φόβου παγωμένη στο σβέρκο
σύμβολο μια περασμένης τυραννίας.

Κελαηδούν τα πουλιά στις φυλλωσιές του κήπου
άσπιλα μαργαριτάρια στα μάτια σου
κι όμως δεν επιτρέπεται να τ’ αγγίξω
χαμένες προσδοκίες σ’ έναν κόσμο ανάπηρο.

Και οι πρώτες παπαρούνες ντύθηκαν στα κόκκινα
όπως πάντα, πολύ ψηλά πάνω στο μαντρότοιχο του σχολείου
αδιάφορες που δεν έχει παιδιά στην αυλή,
αδιάφορες λιτανεύουν το γέλιο τους στο φύσημα του ανέμου
βλέπεις δεν γνωρίζουν πως φεύγουν οι άνθρωποι,
κάποιοι  άνθρωποι μόνοι στο μεγάλο ταξίδι
δίχως αποχαιρετιστήριες τελετές, δίχως αντίο…
Ούτε χαλάσματα, ούτε πόλεμος, ούτε ερείπια, ούτε βόμβες
κι όμως φεύγουν, φεύγουν οι άνθρωποι μόνοι…

Και σου είναι τόσο δύσκολο
να αισθάνεσαι πως θυμούνται τις παλιές στιγμές
πως αναπολούν τις παλιές συνήθειες
πως φοβούνται, αδάκρυτοι όχι,
βουλιάζουν από αλμύρα τα βλέμματα.

Πώς γίνεται το όνειρο εφιάλτης, πόσο εύκολα,
η απομόνωση ενισχύει τις αδέξιες κινήσεις
ακούς βήματα, μηχανικά απομακρύνεσαι να κρυφτείς
προτιμάς να δίνεις ζωή, ακίνδυνη για τη δική σου,
ζωή στις χρωματιστές φιγούρες και σε φωτογραφίες
και στη φαντασία σου,
και τις αγκαλιάζεις με ασφάλεια, αυτές μόνο,
με τη λαβή των ματιών κρατάς τις φευγαλέες εικόνες
εδώ στο προάστιο της νόθας λήθης…

Όμορφα πρόσωπα, έξω, μακριά από το δικό σου κελί
αυτό το μέλλον σε πικρό καιρό ακροβατεί
οι καινούργιοι νεκροί δυσκολεύονται να βρουν δρόμο
θολός πολύ ο Αχέροντας
πήρε μαζί του σημάδια και περάσματα,
ούτε ο Αχέροντας πια… Δεν προλαβαίνει…

Αβάσταχτα θλιβερό να σταματήσουμε ν’ αγκαλιαζόμαστε
να σταματήσουμε να ελπίζουμε
να σταματήσουμε να πιστεύουμε στην αγάπη.

Αβάσταχτα θλιβερό να φεύγουμε μόνοι
για εκείνο τον παράξενο τόπο, τον χωρίς αυγή…

Όχι, εσύ δεν θα συμπληρώσεις ούτε μια συλλαβή απόγνωσης
Όχι, οι φανοστάτες της αγάπης θα νικήσουν στο τέλος
Όχι, μη φοβάσαι το ποτάμι της πόλης
θα κυλήσει γεμάτο φωνές,Αύριο…

Υποκλίνομαι και στη δική σου θλίψη,
προσκυνώ την ανάγκη σου
ξεφυλλίζω το συναξάρι των άστρων κάθε νύχτα
για να συλλαβίσω την αγωνία σου,
χτυπούν τα μελίγγια μου, όπως και τα δικά σου φαντάζομαι,
εχθρεύομαι όπως και εσύ τούτη την κορόνα του θανάτου,
μα θέλω να ξέρεις,
στο τελευταίο βαγόνι του φόβου
έχω ζωγραφίσει μια κερκόπορτα
από εκεί, πίστεψέ με, θα μπει ξυπόλητη η αγάπη
και θ’ ανάψει το καινούργιο φυτίλι της χαράς
αυτός ο ήλιος των παιδιών δεν μετρά σκαλοπάτια στον Άδη
αυτός ο ήλιος μ’ ένα τσέρκι, κυνηγώντας μια χρυσόμυγα
θα γυρίσει στις γειτονιές,
σημαδεύοντας την καρδιά του θανάτου.

Αύριο, μαζί κατάπλωρα στη ζωή.


Πίσω από τις μάσκες
Freedom, Justin Kinney

Θρησκείες και τέχνη, όρια ανύπαρκτα επιμένω,
όχι δυσδιάκριτα,
με την ωριμότητα της γυναίκας,
που δεν καταπίνει λόγια χαλίκια
στο τριμμένο πουκάμισο έχω κεντήσει περιστέρια,
με την αθωότητα και
τη μελαγχολία του παιδιού, με την αφόρητη απόγνωση
μπροστά στην βαριά κλειδωμένη πόρτα
μ’ ένα τριαντάφυλλο να ματώνει στα χείλη
ίδιο παραμένει το ερώτημα αιώνες.

Freedom

Λοξές απαγορευμένες ματιές, εσωτερικές παρηχήσεις
το φως, πρώτα στο βλέμμα, μετά στο νερό,
πριν γλιστρήσει απ’ τα χέρια στη λευκή σελίδα
η ποίηση ζωντανός παλμός,
στο αργαστήρι μιας τόσο φιλήσυχης ενασχόλησης,
κι εσύ φοβάσαι, εσύ, μην τυχόν και σε βλάψω,
μα, εσύ πιστεύεις σε ιδρωμένες φωνές,
εσύ έχεις ωραία φανταχτερή στολή για να αρέσεις,
ίσως να φοράς χρυσά γαλόνια και στον ύπνο σου…
για να αρέσεις, ή να εξουσιάζεις…

Ας γελάσω, ποια όνειρα…
Ποια όνειρα έχουν μέλλον χωρίς τα παιδιά
αυτά που σκοτώνονται στο βωμό σου,
που πνίγονται στα λασπωμένα ποτάμια
που πεθαίνουν από πείνα και δίψα
που κρέμονται έρημα κορμάκια σε συρματοπλέγματα.

Το δικό μου ποίημα, ας γελάσω, ένα ποίημα δεν μπορεί
να ορίζει το δικό σου μετρήσιμο χώρο και χρόνο,
ο δικός μου κόσμος είναι πάντα ο ίδιος και πάντα ένας,
ένα κερί στο παράθυρο ανάβει το σκοτάδι…

Φτάνει πια, με το χαλασμένο σου εγώ, μην με πλησιάζεις
σιχαίνομαι τις μάσκες,
δεν θέλω να ακούσω άλλα μπαγιάτικα ψέματα,
όσο κι αν μιλάς δεν θα καταφέρεις να με τρομάξεις,
ξέρω να χορεύω, δεν θα σταματήσω να χορεύω.

Η καρδιά χτυπά δυνατά, υπερβολικά αδάμαστη
ελεύθερη, ο νους ασκητής,
στην ανάγνωση της παγκόσμιας θλίψης
ανάσες λιγοστές στον δρόμο της αγάπης που στεφανώνει
και σταυρώνεται.

Θέλω να ζήσω, χωρίς κίβδηλες αισθητικές συμφιλιώσεις
χωρίς τα καλογυαλισμένα σου είδωλα
διψά η ψυχή, ακόμη διψά,
μα δεν σου ζητώ να ξορκίσεις τον φόβο μου,
όχι, δεν θέλω να τον σπείρεις αλλού, όχι,
να με κρατήσεις από το χέρι, να τον γνωρίσουμε μαζί,
να τον ξεσκεπάσουμε ίσως,
να δούμε ποιος κρύβεται πίσω από τη μάσκα,
αφού συμφωνούμε, εσύ το λες,
απροστάτευτος και εκτεθειμένος είσαι όταν δηλώνεις
«φταίνε οι λίγοι για τις συμφορές των πολλών…»

Θα μπορούσες;

Να γίνεις εσύ το πρόσφορο στη μεγάλη σύναξη,
ν’ αντικρίσεις με σπινθηροβόλα μάτια την αλήθεια…
Όχι, δεν μπορείς, δεν θέλεις να πας κόντρα,
να γιατί αφήνω τον δικό μου θεό να ξαποστάσει
να πλυθεί από τα αίματα στο δάκρυ μου
να τινάξει τις στάχτες από το κεφάλι του,
να γιατί προτιμώ την τέχνη, εννοείται με γοητεύει,
εκεί να ξέρεις δεν κινδυνεύω, δεν φοβάμαι,
τις θρησκείες τις φοβάμαι, μαζί μ’ εσένα και αυτές,
όλες οι θρησκείες μου προκαλούν φόβο
δεν αντέχω να ακούω κηρύγματα, ούτε υποσχέσεις
ότι προσεγγίζουν τα έσχατα ερωτήματα
ότι έχουν απαντήσεις, ότι έχουν σωτήρες
ποια θρησκεία και πότε θα φέρει την πολυπόθητη ειρήνη
μαζί με την ειρήνη της ψυχής …

Όχι, εγώ θέλω να τραγουδήσω,
ξέρω να τραγουδώ, δεν θα σταματήσω το τραγούδι
το απόβραδο όταν το δειλινό χαρίζει ουρανούς
το πρωί, όταν ο ήλιος δικαιώνει το ταξίδι του
ατρικύμιστη αφήνομαι στη μέθη της ζωής,
θέλω να ζήσω, γι’ αυτό θα συνεχίσω το τραγούδι
γι’ αυτό θα κρύψω τον δικό μου θεό
σ’ ένα κύμα στη θάλασσα ν’ αγαπιέται στην ακτή
και στα βράχια όταν σκορπίζεται στο φεγγαρόφωτο.

Το ξέρεις κι εσύ,
χρησιμοποιούν τον μύθο για να επιβιώσουν
και τα σύμβολα για να δράσουν,
οι θρησκείες, όλες οι θρησκείες…

Αγαπώ, αυτό το μείζον, το άπειρο της τέχνης
αυτό που δίνει άλλη διάσταση στο πεπερασμένο
αγαπώ την ποίηση, αυτή την αριστοκρατική ηδονή
που διεκδικεί περισσότερο τη μύηση,
τη βίωση στο μυστήριο του κόσμου,
παρά την απάντηση.

Θρησκείες, κατά περίσταση υπναγωγές
ή, πάλι κατά περίσταση διεγερτικές,
πολύπλευρα συμφέροντα,
άπειρες συμφεροντολογικές συσπειρώσεις
καταπιεστικοί μηχανισμοί, ψηφοθηρίες,
προσευχές σε θεούς
θεοί που σωπαίνουν, θεοί που δεν απαντούν
στη βία της ανοησίας, της ηλίθιας φλυαρίας,
της κατασκευασμένης δυστυχίας
στο δράμα της απειλής που επανακάμπτει πιο ζοφερή
και υπόσχεται για όλους, άκουσέ το αυτό,
για όλους έναν άλλο Μεσαίωνα…

Η στείρα ζωή σου βυζαίνει θειάφι στα χαλάσματα,
η δική μου λεμονανθό στην ανοικτή πληγή του κόσμου.

Άφησέ με να αμφιβάλλω, θέλω να ζήσω,
να αγαπώ το απέριττο, τις ρευστές πινελιές
στις εξαϋλωμένες μορφές του Γκρέκο,
να με συγκινεί η δραματική λυρικότητα στα πρόσωπα,
το φως, το φως σε μια μικρή αμφιβολία,
το φως όταν πέφτει πάνω στη λερωμένη αγιοσύνη
των φτωχών αμαρτωλών.

Άφησέ με, αμφιβάλλοντας να μείνω ελεύθερη,
να παρατηρώ με δέος,
την ανάρμοστη «Παναγία του Ελέους»
να αισθάνομαι την οδύνη της τέχνης εκείνου
του Δομήνικου,
να στοχάζομαι το δάκρυ του αξεθύμαστο
κι ανερμήνευτο στο πρόσωπο μιας Μαγδαληνής.

Μόνο η ποίηση έχει μείνει, αρμονία ανείπωτη
μόνο στην ποίηση τα πράγματα δεν γερνούν
δεν ξεθωριάζουν, δεν αρρωσταίνουν τα λουλούδια
στην ποίηση δεν φοβάσαι τις λέξεις,
οι λέξεις γίνονται φωνές, είναι φωνές,
όταν ξημερώνει στα φτερά του κύκνου,
όταν βραδιάζει στα λησμονημένα μνήματα
η ποίηση είναι φωνή.

Μ’ ακούς;
Όχι, δεν ακούς,
προτιμάς τις μεταλλικές φωνές, αυτές μεγεθύνουν το μίσος
αυτές τις άχρωμες της τηλεόρασης που σε τρελαίνουν,
την ίδια ώρα ένα αηδόνι κελαηδεί στον καλαμιώνα
και κάπου αλλού,
κάποιο άλλο θρηνεί σ’ ένα σιδερένιο κλουβί
μα εσύ, δεν θέλεις να χαλάσεις την εύκολη ρέμβη σου
σ’ αρέσουν οι κουρδισμένες κάργιες.

Οι λέξεις μαχόμενες, πάντα αιώνιες,
οι λέξεις γνωρίζουν μόνο ν’ ανατέλλουν,
ακόμη και στο ηλιοβασίλεμα,
οι λέξεις ατσαλάκωτες, αρυτίδωτες,
οι λέξεις γεννούν ιδέες,
οι λέξεις στην ποίηση, ηχηρή διαμαρτύρηση,
οι λέξεις, αυτές έμειναν να θυμίζουν
την χωρίς φωτοστέφανο καθημερινότητα
τόσων γενναίων καταφρονεμένων ανθρώπων.

Το υποψιάζεσαι και εσύ,
έχεις και μια άλλη πλευρά του εαυτού σου, σκοτεινή,
αυτή θέλουν να σου ξυπνήσουν,
να επιτρέψεις στο τέρας να εκδηλωθεί ξανά,
δεν με προσέχεις, δεν προαισθάνεσαι τίποτα
ούτε αυτό τον ορυμαγδό που έρχεται
καβάλα στην άβυσσο.

Ποτίζουν λήθη την ψυχή σου, αύριο άπνοος
και άβουλος, θα φτάσεις στο θάνατο
εκεί στα καπνισμένα ερείπια που βλέπεις τώρα μακριά,
αύριο, εδώ
κι εσύ μορφάζεις αδιάφορα, φτάνει να μην ξεβολευτείς
σ’ αρέσουν οι κουρδισμένες κάργιες.

Ποια σωστή λέξη, ποια αληθινή εικόνα,
ο όχλος είναι ικανοποιημένος, ο όχλος χειροκροτεί
ζαλισμένος θα φορέσει άλλη μια φορά το σάβανο
της ίδιας ολέθριας δύναμης, ο όχλος…

Ο λαός έχει λόγο και άποψη, ο λαός της οικουμένης
ο άυλος ποταμός που γνωρίζει πότε να κυλήσει
θα κυλήσει ερήμην σου…

Ανθίζουν τα γεράνια στο περβάζι.

Ποίηση, μια αόριστη ώθηση στην ψυχή
ο ενδόμυχος συγγενής θεός σε πλησιάζει
ταλαντούχος θεός, γελάει μαζί σου, κλαίει μαζί σου
«φύλαξέ με», ψιθυρίζει ,  «φύλαξέ με»,
από την παραφωνία που κατασπαράσσει την αγάπη
«φύλαξέ με» ψιθυρίζει και χάνεται…

Σε ώρα μοναχική, σε ώρα απομόνωσης,
μαζί σου κλαίει, για εσένα κλαίει.
Γύρισαν τα χελιδόνια στην ίδια φωλιά.

Τώρα, τα μισά φύλλα στα δέντρα θα γίνουν πουλιά
Αύριο, θα φέρουν την Άνοιξη, την πιο ακριβή Άνοιξη,
τα άλλα μισά θα μείνουν
να γητέψουν τη ζωή στον καιρό της αγάπης.

Ξύπνα ν’ ανάψουμε μαζί τα σκοτάδια,
ξύπνα ανίδεη ψυχή, ξύπνα κι εσύ
στην ασυλία της μητρικής σου γλώσσας να βρεις λέξεις
αυτές που καρποφορούν, κόκκινα μήλα στο άνυδρο τοπίο,
ξύπνα να μεταλάβουμε μαζί φως κι ουρανό.


Αύριο, εν ονόματι της αγάπης
Ζωή Δικταίου
Κέρκυρα, 13 Μάρτη του 2021

Από το υπό έκδοση βιβλίο «Οιστρήλατος, Ιόνιος πλους»

Ευχαριστώ για την πολύτιμη βοήθεια ως προς την σωστή απόδοση του γλωσσικού ιδιώματος της Κέρκυρας, την Κρίστι Μουμούρη.

Κέρκυρα 18 Φλεβάρη του 2021


Χαρούλα Βερίγου Ζωή Δικταίου Bio Βιογ

Χαρούλα Βερίγου [Ζωή Δικταίου]

🔹  Γεννήθηκα στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης το 1962 και μεγάλωσα στο Τζερμιάδων του Οροπεδίου Λασιθίου. Εκεί έμαθα τα πρώτα μου γράμματα. Δεν έγινα δασκάλα όπως ονειρευόμουν. Η ζωή με έφερε στην Κέρκυρα, όπου για τριάντα τρία χρόνια εργάστηκα ως Διοικητικός Υπάλληλος στη Σχολή Τουριστικής Εκπαίδευσης.

🔹  Με γοητεύουν τα γιασεμιά, τα φεγγάρια, τα βλέμματα, τα δακρυσμένα μάτια, τα κιτρινισμένα χαρτάκια της θύμησης, οι ξεχασμένοι δρόμοι, τα βουνά, τα ξέφτια από τις δαντέλες το παλιού καιρού. Όπως αναπνέω, μιλάω, ονειρεύομαι, συμφιλιώνομαι με τη ζωή και τον θάνατο, έτσι και γράφω. Ακουμπώ στο παρελθόν κι όμως η λέξη που με ορίζει είναι το «Αύριο». Πιστεύω στην αγάπη.

🔹  Αγαπώ τον πεζό λόγο κι ας επιστρέφω πάντοτε στην ποίηση. Ως «Χαρούλα Βερίγου» γοητεύομαι από τη μνήμη της Όστριας και την περηφάνια της Κρήτης. Ως «Ζωή Δικταίου» επιστρέφω την ευγνωμοσύνη μου στο Ιόνιο φως και στη βροχή.

Στίχοι μου έχουν μελοποιηθεί από τον Νίκο Ανδρουλάκη, τον Γιώργη Κοντογιάννη, τον Ανδρέα Ζιάκα, τον Γιάννη Νικολάου, τον Αλέξανδρο Χατζηνικολιδάκη και τον Θοδωρή Καστρινό.

Ζωή Δικταίου FaceBook

Εργογραφία

  • Αύριο, αφή αλμύρας οι λέξεις, Ποιητική συλλογή- Νοέμβριος 2020,
  • Αθιβολή γαρύφαλλο και θύμηση κανέλλα, Διηγήματα – Νοέμβριος 2019
  • Αύριο στάχυα οι λέξεις, Ποιητική συλλογή – Σεπτέμβριος 2018
  • Οι άλλες ν’ απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα, Διηγήματα – Φεβρουάριος 2018
  • Μια κούρσα για τη Χαριγένεια, Μυθιστόρημα – Μάιος 2017
  • Αύριο, νυχτώνει φθινόπωρο, Μυθιστόρημα – Ιούνιος 2015
  • Εκδόσεις: Έψιλον, 1996, Αθήνα
  • Ιστορίες για φεγγάρια, Παιδική Λογοτεχνία,

Συμμετοχές σε συλλογικά έργα


facebook logo click