Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

ΑΝΟΙΞΑΝ ΟΙ ΦΛΕΓΕΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

Γράφει η Ζωή Δικταίου //

«ΑΝΟΙΞΑΝ ΟΙ ΦΛΕΓΕΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ», συνηθίζουν να λένε στο Οροπέδιο. Καθρεφτίζεσαι στο πηγάδι. Σου επιστρέφει την εικόνα σου ολοκάθαρη, θαρρείς και σε θυμάται, θαρρείς και θέλει να σου δείξει ποια είσαι. Νερό είσαι κι εσύ, μην το ξεχνάς. Το νερό έχει κι αυτό μνήμη. Μαζεύει όλη τη γνώση που συναντά στο πέρασμά του, κάπου το έχεις διαβάσει αυτό. Ύστερα ντρέπεσαι για την απληστία του ανθρώπου στο σύγχρονο κόσμο. Το νερό είναι αγαθό και πρέπει να παραμείνει δώρο.

Σκύβεις ξανά πάνω από το φιλιατρό του πηγαδιού. Διαβάζεις τις σταγόνες που πέφτουν σα συλλαβές. Το νερό σε γνωρίζει. Του έχει μιλήσει για σένα η βροχή, μια άλλη βροχή, εκείνη που την έκανες έμπνευση και πεπρωμένο σου κάποτε στο Ιόνιο.

«Βροχή, η θηλυκή αρχή της δημιουργίας. Η βροχή σε οδηγεί, όχι εκεί που θα συναντήσεις ανθρώπους δύναμης, αλλά εκεί που σκοντάφτεις πάνω στην απλότητα και τη σοφία», εσύ τα γράφεις.

«Συγκεντρώσου, άδραξε τη μέρα», κάποιος θαρρείς για σένα το χάραξε στην πέτρα, που τυχαία πήρες για ενθύμιο. Υπενθύμιση μιας ξεκάθαρης εντολής. Βρίσκεσαι εδώ και σου επιτρέπεται, με αφορμή μια σταλαγματιά, ν’ ανάβεις το λευκό κεράκι της αναπόλησης.

«Κρύφτηκα μες στην καταιγίδα, κρύφτηκα σ’ αυτά που μου κρύβεις, στις σκέψεις που δεν έγιναν λέξεις, εκεί κρύφτηκα, δεν το κατάλαβες, φλυαρούσε η άγρια βροχή το ξημέρωμα κι ήταν τόσο γλυκό το μεσονύχτι των ματιών σου, γι’ αυτό δε σε ξύπνησα, να μην τρομάξω τα κρυμμένα σου…

»Ήθελα να μου χαρίσεις το φυλαχτό της βροχής, να το φτιάξεις με τα χέρια σου, να έχει κάτι από κανέλα και φως, να έχει και μια δαχτυλιά απ’ τα όνειρά σου, να το φορώ και να βρέχει μέσα μου όποτε θέλω, να μην αλλάξω τον κόσμο μου». Επιστρέφεις. Όλα είναι πατρίδα εδώ. Έχουν νόημα κι ας λείπουν κάποιοι.

«Δώσ’ μου μια στιγμή…», μονολογείς.

Φτάνει μονάχα μια στιγμή μάτια να κοιταχτούνε
και είναι αφορμή να μην μπορούν ποτέ να ξεχαστούνε.

Τ’ ομολογεί δίκια η μαντινάδα. Πού ξεχάστηκες;

«Ναι, η νοσταλγία της ευγένειας είναι μια μορφή συνείδησης, μα τώρα έχουμε αφήσει το παραμύθι στη μέση, στην άκρη, δεν ξέρω πού. Τι λες; Θα γράψουμε εκείνο το γράμμα; Το γράμμα για το νερό, με τους πολλούς παραλήπτες…».

Ένα γράμμα διαμαρτύρησης. Κοιτάζεις τον καινούριο κοντυλοφόρο και την άσπρη σελίδα. Δεν ξέρεις από πού και πώς ν’ αρχίσεις. Μετά κάτι θυμάσαι, κοιτάζεις την κορφή, αισθάνεσαι τα βήματα και το λυγμό της κοντά σου.Λασήθι τόπος μέγας

«Ω ΔΙΚΤΥΝΝΑ ΛΙΜΝΑΙΑ!»

Οι λέξεις έρχονται φορτωμένες καθαρό νερό, νερό από το δικό της.
Κορφή ψηλή και φανερή, πηγή της φαντασιάς μου
λάμπει η χαρά ολόχρυση
οκτώσχημη ασπίδα,
ξομπλιάζει η Πούλια ουρανό
άστρα κεντά ο Εντίχτης,
διπλός κόμπος η ζώνη μου στις άκριες τα κουδούνια.

Ξέστηθη, ναι, δε ντρέπομαι,
η πάχνη στα μαλλιά μου
φέρνει περίσσιες μυρωδιές
ξυπνήσανε τα φίδια
και μια ανεξήγητη γραφή απ’ τη λερή την πέτρα,
στα μάτια φανερώνεται, στα μάτια πεταλούδες.

Κατράμι βάφει τα βουνά εκείνα που απαρνιέσαι
κι ύστερα φταίνε οι κεραυνοί
και τα βαθιά κρυμμένα.

Η Όστρια το μολογά, τα νέφαλα πλανεύει
χορεύει η απάρθενη ψυχή
όμορφη,αλαφροπόδα,
στην Έργανο ονειρεύεται
στην Τσίβη αγαπιέται
και στη Σελένα προσκυνά
νιοφτέρουγο φεγγάρι.

Μεθά ο ήλιος
στο Σπαθί οι άγνωροι ίσκιοι τρέμουν
γυρνά τα’ αδράχτι η ζωή
με τ’ αργυρό σφοντύλι.

Στο φιλντισένιο χτένι σου
στον αργυρό αργαλειό σου
σαν ψιχαλίζει τ’ όνειρο
σαν ο καημός νικιέται
σαν ο πρωτόφαντος ανθός απ’ τον παλιό μου πόνο
πίνει νερό και ξεδιψά, το θάνατο μαλώνω.

Βουίζει τ’ άγριο πέλαγο στην απλωσιά του Νότου
βογκούν στοιχειά και κύματα
εφάρδυνε η καρδιά μου
μιλώ για σενα, κελαηδούν οι πέρδικες στα πλάγια
κι ο αλαργινός ορίζοντας γοργά κοντοσιμώνει.

Άβατη σκέψη
απρόσιτα
περάσματα του νου μου
να λαμπαδιάσει το κορμί σε άγρια καταιγίδα.

Ευλογημένη η πρώτη αρχή
σημάδια ξεβαμμένα
απ’ τα παλιά πατήματα και την αρχαία γέννα.

Έλα κοντά, φλούδα σκουριάς
φως και φωνή στο χώμα
μιας ξεχασμένης εποχής κρίνα λευκά στο σώμα.

Σαλεύει ο νους
τα μάτια ογρά, μάτια γεμάτα ρόδα
κυλά παμπάλαιο το νερό
τρέχει και δε γυρίζει
συλλαβιστά χαρίζεται και μυστικά ξορκίζει.

Εδώ τελειώνει η ζωή, εδώ και ξαναρχίζει.
Εσένα θέλω να σωθώ, με λέξεις αναπνέω
κι αν δε σωθώ δε σώζεσαι
τη μια σου λέξη καίω.

Το κροσσωτό μαντήλι μου και τα σφιγμένα χέρια
λύνω στο βραδινό ουρανό σ’ αληθινό σκοτάδι,
εγώ εδώ γεννήθηκα σ’ ένα βαθύ πηγάδι.

Μεστώνει ο νους την πεθυμιά ανθίζουν μαντηλίδες,
μια διψασμένη μέλισσα οκτώ χρυσές σφραγίδες,
φωνάζω, απαντά η σιωπή
κι ύστερα η Κεραζώζα
ψιχαλιστά, ζωγραφιστά το βλέμμα σου κερδίζει
μίτο καινούριο η ζωή απόψε σου χαρίζει.

Φλόγα ζεστή που σε καλεί ν’ ανάψεις τα σκοτάδια
στην πυρωμένη άβυσσο
γυπαετός γεννιέται
ακούω τον πρώτο μου εαυτό
σπαράζει από αγάπη.

Δίκτη, ποια κόρη αθώρητη στο δώμα σου χορεύει
ποια την καρδιά μου άγγιξε
κι ανοίξανε τα μάτια,
βαστά μαντάτα
και χρυσές
περγαμηνές στα χέρια;

Γλυκός ο πόθος την αυγή καίγεται πριν με κάψει.
Τα λόγια, στάχυα αθέριστα
δάκρυα πετρωμένα
ήταν γραμμένα κι άγραφτα πριν γίνουν πεπρωμένα.

Πλήθια του ανέμου τα προικιά
μου τάζουν απ’ αλάργα
μα δε μ’ αφήνει η ρίζα μου
μήτε η βαθιά πληγή μου.

Άτρεμη η λίμνη των ματιών,
στα μάτια χελιδόνια.

Γυναίκα χαλκογόνατη, Δίκτυννα, αρχαία κόρη,
γλιστρούν οι ομίχλες χαμηλά
στο σάλεμα της ρίζας
σε πέτρας σπλάχνο η ελιά.

Δίκταμο ο αέρας μύρισε
άχραντη αγάπη, όπως παλιά
γεννιέται κάθε άνοιξη, του νου άγια κατάνυξη.

Να δοξαρέψω το κορμί
γυρεύω αιτία κι αφορμή,
ο πόθος παραστράτησε
κι ο έρωτας ξεστράτισε.

Κόκκινο μήλο και κρασί
εσύ τ’ αγκάθι μου, εσύ.

Πικρά ηλιοβασιλέματα
βυθίζονται στα βλέμματα.

Καινούρια η περπατησιά
του τόπου και τ’ ανθρώπου.

Στη μυστική σου δέηση η λίμνη της ψυχής μου
ανάσα δεντρολίβανο
τ’ αηδόνια ζευγαρώνουν
αγρύπνησε ο λεμονανθός, ξεφάντωσε το κλήμα
η ώχρα πέταξε βλαστούς κι ο βράχος παπαρούνες.

Βροχές και χιόνια και νερά απ’ τ’ ακριβά σου μάτια
αστέρευτα, ω Δίκτυννα!

Ω Δίκτυννα Λιμναία! Ο κόσμος ξαναγύρισε
ποτίζονται και οι λέξεις
χείλη βροχής και προσευχής
αφίλητα τα χείλη
παραφυλούν στ’ απόκρυφα
μετράς τα καλοκαίρια.

old 101 Χ Β Ζ Δ

Τώρα νομίζεις πως ξέρεις. Κάνεις την πρώτη κίνηση.

«Αν δεν εσκεφτότανε ο καθαείς μόνο τον εαυτό ντου, αλλά ήνιωθε το χρέος απέναντι στα κοπέλια και στα κοπέλια των κοπελιώ ντου και στω κοπελιώ των κοπελιώ ντου τα κοπελάκια», κάπως έτσι θα το έγραφε ο παππούς σου ο Κοκολιός ο Γρύνιας, μα όχι εσύ.

Πάλι χάνεσαι, ξοπίσω του παππού πας, γύρισε πίσω. Άντε καλά, πες το κι αυτό.

Όσο αλαργεύω απ’ τη ζωή κοντοζυγώνω εσένα,
λύχνο ν’ ανάψεις τ’ άστρο μου
και στ’ αντιφέγγισμά του
γλυκό θιαμπόλι να γροικώ, ας είναι κι απ’ αλάργα
και στον καθρέφτη του νερού όσα έχω καμωμένα
να ξαναδώ μιαν αστραπή τα μάτια πριν σφαλίξω.

Παλιά  ’ναι η δίψα μου, παππού,
όλο μισεύγει η βρύση.

Εδώ σπιθίζουνε φωτιές, οι ποταμοί στεγνώσαν
και τ’ άφαντα πουλιά της γης πήραν φτερά και πάνε.

Αφήσανε τον πόθο μου αφτέρουγο αηδονάκι
κι εθέρισε τη νιότη μου και θέλει την ψυχή μου
ανέσπλαχνα
και βρόντηξαν οι πέτρες στην αυλή μας,
τα  δυο μου χείλη δάγκωσα και τρέχουνε το αίμα.

Σε πονούν οι θύμησες. Περηφανεύεσαι, ωστόσο, ότι με φροντίδα και αγάπη μπορούμε ν’ αποτρέψουμε το χαμό μιας αξίας, μιας ιδέας, μιας κοινωνίας, ενός τόπου˙ τη ζωτική τους α­νάγκη επίκειται να νοσταλγήσουμε αργότερα ή πολύ αργά…

Οι άνθρωποι εδώ πάνω στο Οροπέδιο δεν έχουν απολέσει ούτε το φιλότιμο, ούτε την περηφάνια τους. Η πρόοδος που διαλαλείται, χωρίς την ευγένεια, είναι μια ξύλινη γλώσσα στην καρδιά σου. Επιστρέφεις εδώ με βουρκωμένα μάτια για μία «συγγνώμη» κι ένα «ευχαριστώ». Εδώ κερνάς κανέλα το φεγγάρι όταν χαμηλώνει στο δώμα κι εκείνο σε φιλοδωρεί μ’ ένα τριαντάφυλλο, πριν προλάβεις να μετρήσεις παρόν και παρελθόν στον ίδιο καθρέφτη.

«Όλο σε χάνω…», η φωνή του χρέους απαιτητική σε ανεβάζει στην κορφή, εκεί που είχες συναντηθεί με την αρχαία Δίκτυννα τον περασμένο Αύγουστο. Ύστερα, πονετικά, σου υπαγορεύει να το γράψεις αλλιώς εκείνο το γράμμα, να έτσι:

«Το νερό, η αιώνια πηγή και η αρχή του κόσμου, είναι μια κατάσταση της ίδιας της φύσης, γι’ αυτό και δεν μένει σε καμιά κορφή για πολύ καιρό και δεν αγαπά τη μοναξιά. Του αρέσει να κυλά, να κάνει κύκλους από τα μάτια στον ουρανό, να ταξιδεύει και να φτάνει παντού, καθαρό και πολύτιμο. Άφησέ το να τρέξει ελεύθερο για να σε συναντήσει, να σου μιλήσει, να σε ξεδιψάσει πρώτα, κι ύστερα να σου δείξει το δρόμο της αληθινής προσφοράς και της πραγματικής αγάπης. Σαν το νερό και η αγάπη, δώρο.
Οκτώ, μπορεί και δέκα χιλιάδες πηγάδια, γέμιζαν και γεμίζουν και θα γεμίζουν μέχρι αύριο, στην απαρχή της αιωνιότητας, νερό. Οι βρύσες στα δεκαοκτώ χωριά πάντα θα τρέχουν και οι νερομάνες θα γεννούν σερπετά και μύθους. Δεκαοχτώ χιλιάδες Δρυάδες και Ναϊάδες νύμφες φυλάνε τα γλυκά νερά και τα δάκρυα του τόπου, μαζί με τα παιδιά, για να συνεχίσει, όπως λέει κι ο Ηράκλειτος, να είναι η “πρώτη αρχή”, το πλαστουργό των πάντων στοιχείο, για να παραμείνει ο “Μεγάλος Ποταµός”, που διασχίζει τον κάμπο, ζωντανός και ανεξάντλητος.

Erich Lessing Στη βρύση

Erich Lessing – Στη βρύση

Και κάτι ακόμα, εκεί κάτω στην Πεδιάδα, εκεί στα λιόφυτα που χαρίζομαι, δεν είναι το φράγμα του Αποσελέμη, όχι, οι λίμνες των ματιών μου είναι κι αν σκύψεις να καθρεφτιστείς θα δεις αλήθειες και θεούς και φταίχτες, θα δεις και το παράπονο στεγνωμένο στο δικό μου βυθό ».
Στο Οροπέδιο οι άνθρωποι του παλιού καιρού πίστευαν πως ακόμη και το νερό κοιμάται κάποιες ώρες. Αν τύχει και βρεθείς μπροστά σε κοιμισμένο νερό, μείνε στη σιωπή και μη μιλήσεις. Κι αν θελήσεις να πιεις, άγγιξε απαλά µε το χέρι σου την ατάραχη επιφάνεια, πες και μια μαντινάδα να το καλοπιάσεις, για να ξυπνήσει και να σε ξεδιψάσει. Ύστερα γείρε να κοιμηθείς  στο πλάι του, να μάθεις τα μυστικά του και τ’ αδιάβαστα του έρωτα.

Τι θα πει «σύγχρονος» και «παλιός» τρόπος ζωής; Υπάρχει μόνο η ζωή, μαγική και ρέουσα.

Απαλλαγμένα τα παιδιά του Λασιθιού από ψεύτικες κι επίπλαστες ομορφιές βλέπουν καθαρά, καταλαβαίνουν πως ο «πολιτισμός» του σύγχρονου κόσμου μπορεί και να μην τα οδηγήσει στο φως. Στα όνειρά τους δεν χωράνε εργοστάσια, πλαστικά, ανεμογεννήτριες, κεραίες, απορρίμματα, καυσαέριο. Τα παιδιά παλεύουν να σου δείξουν το δρόμο που έχασες, να ημερώσουν και να γαληνέψουν τον κόσμο, ακουμπώντας το χέρι στην καρδιά. Τα παιδιά αγαπούν τους ήχους της βροχής, που πέφτει στα κεραμίδια, στο χώμα, στην πέτρα, περνάει μέσα από το φύλλωμα ενός δέντρου…

Τα παιδιά αναγνωρίζουν πως το νερό έχει τη δική του αρμονία, γιατί το νερό είναι η πιο ζωντανή μουσική της φύσης.

Στριφογυρίζουν, χωρίς φόβο, στο χορό της βροχής και του ανέμου, χορεύει η πλάση κι ανασταίνεται. Μακριά από τα τσιμέντα και τα πολυώροφα κτήρια, οι μέρες τους είναι μέρες χαράς. Όλα τα θαυμαστά γύρω τους είναι έργα θεών και ανθρώπων, δεν τα περιφρονούν. Για όλα έρχεται η Όστρια και τραγουδά μαζί τους.

Καμιά φορά, όταν οι βροχές πληθαίνουν και λιώνουν τα χιόνια, το νερό δεν προλαβαίνει να ακολουθήσει τις υπόγειες διαδρομές από τις καταβόθρες του Χώνου και ο κάμπος μεταμορφώνεται σε μια απέραντη λίμνη. Τότε το τοπίο µε το νερό, τις σκιές και τις αντανακλάσεις του, που αλλάζουν κάθε στιγμή απ’ το αντιφέγγισμα τ’ ουρανού, είναι αληθινή μαγεία.

Δίκτυννα ακρυλικό 60Χ90 Ρουσσέτος Παναγιωτάκης

Δίκτυννα, ακρυλικό 60Χ90 Ρουσσέτος Παναγιωτάκης

ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΛΙΑ στέκεσαι κι απολαμβάνεις το θέαμα από ένα μπαλκόνι. Πίσω από τις φωνές γύρω σου ψάχνεις εκείνη τη μία φωνή που σε κάλεσε να γυρίσεις πίσω. Κάποιος σου κρατά το χέρι κι αυτό σίγουρα δεν αποτελεί ασήμαντη λεπτομέρεια. Τούτο το διακριτικό άγγιγμα δεν είναι μια λάθος κίνηση, όχι, είναι κάτι απροσδόκητα υπέροχο.

«Με το χρόνο και µε το νερό όλα αλλάζουν, Ζωή», ο φίλος σου, ο ιατροφιλόσοφος Χουρδέσιος, σου ρίχνει μια κλεφτή λοξή ματιά.

«Εμείς, όποιος κι αν είναι ο χρόνος, υποκλινόμαστε με τα ελαττώματά μας στη φύση ως να είναι αυτή η μεγάλη μητέρα και δασκάλα που συγχωρεί, διορθώνει και διδάσκει. Εμείς ζούμε στον καιρό της αγάπης», του λες στο αφτί κι αφήνεις τη φεγγαρόσκονη του νου να βρει τη θέση της πάνω στο κλειδί της μνήμης, πριν κλέψει τη σκέψη σου ο μικρός βοριάς κι αφού τη μαρτυρήσει φύγει κατά τη θάλασσα από το Σελί της Αμπέλου.

Γυρίζει ο Χουρδέσιος σταθερά το βλέμμα. Η πόρτα πίσω του κλειστή. Το σκουριασμένο κλειδί κρέμεται στο καρφί του πέτρινου τοίχου, πλάι στη γλάστρα με τα γαρύφαλλα. Θα τον φιλήσεις στο μέτωπο. Η μαθητεία σου στην αθωότητα τελείωσε. Στο πρόσωπό του διαγράφεται μελαγχολικά μια ξεχασμένη προσδοκία. Θα αναρωτιέται αν θυμάσαι την πρώτη του εκείνη επίσκεψη στο Λασίθι, τότε παιδί ακόμη στο σχολείο.

Το θυμάσαι εκείνο το λίγο μεγαλύτερο από εσένα παιδί, ένα ψηλό λεπτό αγόρι με ωραίο κοστούμι, που έδειχνε κάπως καχύποπτο με τα άλλα παιδιά, αλλά καθόλου μαζί σου, που ήταν δύσπιστο για τις δικές του αρετές, γιατί η καλοσύνη τού υπαγόρευε να βλέπει μόνο τις δικές σου.

Ένα σμήνος πουλιών σηκώνεται από τις καρυδιές. Το ακολουθείς με τα μάτια. Ψηλώνει ο νους. Ο λογισμός βγάζει κι αυτός φτερά.

Ο λασιθιώτικος ήλιος έχει δικά του περάσματα. Απ’ αυτά η καρδιά γυρίζει πίσω στο χαμένο παράδεισο. Κρατάς γερά τα σχοινιά του ονείρου. Ανεμίζουν τα μεταξωτά πανιά της αγάπης. Τούτο το ψηλό πέταγμα δεν έχει λιγοψυχιά. Το κάνεις με την καρδιά σου. Το αγαπάς τούτο το πέταγμα, γιατί στο ρίσκο του υπάρχει αλήθεια και ειλικρίνεια, γιατί ξέρεις πως μπροστά στον κίνδυνο το φως γίνεται πιο τρυφερό και σε φιλάει στα βλέφαρα.

«Εμάς, ούτε το παρελθόν, μα ούτε και το μέλλον μπορεί να μας αποχωριστεί», συλλογίζεσαι. «Αύριο το Οροπέδιο πιο ψηλά θα φτάσει, πιο ψηλά από τα οκτακόσια εξήντα έξι μέτρα του κάμπου και τα δυο χιλιάδες εκατόν σαράντα οχτώ της κορφής».

Εδώ ξαναγεννιούνται τα αισθήματα. Το νιώθεις, πάλλεται καθαρό το παλιό σου όνειρο, φορτωμένο χρυσά στίγματα και σημάδια, που παλεύουν να σβήσουν στην αγκαλιά σου ή στο φως. Λογαριάζεις τις στιγμές, όλες πολύτιμες. Με τ’ ακροδάχτυλα συλλαβίζεις την πιο ακριβή διαδρομή της μνήμης μέσα στην πιο βαθιά ρυτίδα στο μέτωπο. Οι ώρες που αγάπησες χτυπούν ξανά στη φλέβα του λαιμού. Κατά δω καλπάζει η αιωνιότητα, τραγουδώντας.

«Αυτά είναι όσα έχω κι όσα μπορώ να θυμηθώ», ο μοιρονόμος ήλιος σού κλείνει το μάτι. Εδώ αφήνεσαι στο άγγιγμά του, μια σεμνή περηφάνια κορυφώνεται στην καρδιά.


Αύριο, εν ονόματι της αγάπης
Ζωή Δικταίου – Κέρκυρα

Από το βιβλίο «Λασίθι, Τόπος Μέγας»


Χαρούλα Βερίγου Ζωή Δικταίου Bio Βιογ

Χαρούλα Βερίγου [Ζωή Δικταίου]

🔹  Γεννήθηκα στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης το 1962 και μεγάλωσα στο Τζερμιάδων του Οροπεδίου Λασιθίου. Εκεί έμαθα τα πρώτα μου γράμματα. Δεν έγινα δασκάλα όπως ονειρευόμουν. Η ζωή με έφερε στην Κέρκυρα, όπου για τριάντα τρία χρόνια εργάστηκα ως Διοικητικός Υπάλληλος στη Σχολή Τουριστικής Εκπαίδευσης.

🔹  Με γοητεύουν τα γιασεμιά, τα φεγγάρια, τα βλέμματα, τα δακρυσμένα μάτια, τα κιτρινισμένα χαρτάκια της θύμησης, οι ξεχασμένοι δρόμοι, τα βουνά, τα ξέφτια από τις δαντέλες το παλιού καιρού. Όπως αναπνέω, μιλάω, ονειρεύομαι, συμφιλιώνομαι με τη ζωή και τον θάνατο, έτσι και γράφω. Ακουμπώ στο παρελθόν κι όμως η λέξη που με ορίζει είναι το «Αύριο». Πιστεύω στην αγάπη.

🔹  Αγαπώ τον πεζό λόγο κι ας επιστρέφω πάντοτε στην ποίηση. Ως «Χαρούλα Βερίγου» γοητεύομαι από τη μνήμη της Όστριας και την περηφάνια της Κρήτης. Ως «Ζωή Δικταίου» επιστρέφω την ευγνωμοσύνη μου στο Ιόνιο φως και στη βροχή.

Στίχοι μου έχουν μελοποιηθεί από τον Νίκο Ανδρουλάκη, τον Γιώργη Κοντογιάννη, τον Ανδρέα Ζιάκα, τον Γιάννη Νικολάου, τον Αλέξανδρο Χατζηνικολιδάκη και τον Θοδωρή Καστρινό.

Εργογραφία

  • Εκδόσεις Φίλντισι – Αθήνα
  • Αύριο, αφή αλμύρας οι λέξεις, Ποιητική συλλογή- Νοέμβριος 2020,
  • Αθιβολή γαρύφαλλο και θύμηση κανέλλα, Διηγήματα – Νοέμβριος 2019
  • Αύριο στάχυα οι λέξεις, Ποιητική συλλογή – Σεπτέμβριος 2018
  • Οι άλλες ν’ απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα, Διηγήματα – Φεβρουάριος 2018
  • Μια κούρσα για τη Χαριγένεια, Μυθιστόρημα – Μάιος 2017
  • Αύριο, νυχτώνει φθινόπωρο, Μυθιστόρημα – Ιούνιος 2015
  • Εκδόσεις: Έψιλον, 1996, Αθήνα
    Ιστορίες για φεγγάρια, Παιδική Λογοτεχνία,

Συμμετοχές σε συλλογικά έργα

facebook logo click