Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Αντάρτες, “κατσαπλιάδες” και ο πόνος των αστικών ΜΜΕ

Γρά­φει ο \\ Αστέ­ρης Αλα­μπής _Μίδας

Το 2017 κυκλο­φό­ρη­σε το βιβλίο — αφιέ­ρω­μα στον καπε­τά­νιο του ΕΛΑΣ και ταγ­μα­τάρ­χη του ΔΣΕ Νάκο Μπελ­λή (Σύγ­χρο­νη Επο­χή, ΤΕ Φθιώ­τι­δας του ΚΚΕ ISBN: 978–960-451–255‑3) «Εγώ είμαι ο Νάκος ο Μπελ­λής, καμά­ρι της Ομβρια­κής»

«Εγώ είμαι ο Νάκος ο Μπελ­λής, καμά­ρι της Ομβριακής
Εγώ κι αν βγή­κα στο κλα­ρί, βγή­κα για αιτία σοβαρή
Εχω γυναί­κα και παι­διά, μα βγή­κα για τη λευτεριά
Κλά­ψε με μάνα μου γλυ­κιά, κλά­ψε τα έρμα μου παιδιά
Τρέ­μου­νε σαν ακούν Μπελ­λή, προ­δό­τες, βλά­χοι κι Ιταλοί»

Το τρα­γού­δι ανα­φέ­ρε­ται σ’ έναν από τους θρύ­λους του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, «κλα­ρί­τη» πριν ακό­μα φου­ντώ­σει για τα καλά το αντάρ­τι­κο στην πρώ­τη κατο­χή. Μια από τις σπου­δαί­ες μορ­φές του λαϊ­κού αγώ­να, που ενώ έχουν γίνει θρύ­λος και τρα­γού­δι δεν έχουν βρει ακό­μα τη θέση τους στην έντυ­πη Ιστορία.

Άνοι­ξη 1941, πάνω από 50 κομ­μου­νι­στές στη Λαμία, όλοι αυτοί που είχαν χάσει την επα­φή τους με το Κόμ­μα στη διάρ­κεια της 4ης Αυγού­στου και μετά το χτύ­πη­μα της Οργά­νω­σης απ’ την ασφά­λεια το 1938, δρα­στη­ριο­ποι­ή­θη­καν απ’ τις πρώ­τες ακό­μη μέρες της Κατοχής.

Στα μέσα του Μάη ξεκι­νά­ει στη Λαμία από πέντε — έξι κομ­μου­νι­στές, ανά­με­σα στους οποί­ους ο Γιώρ­γος Φρά­γκος κι ο Γιώρ­γος Χου­λιά­ρας (Περι­κλής), μια προ­σπά­θεια ανα­συ­γκρό­τη­σης των Οργα­νώ­σε­ων του ΚΚΕ στη Φθιώ­τι­δα, που κατά τη μετα­ξι­κή δικτα­το­ρία 1936 — ’39 υπέ­στη­σαν βαρύ πλήγ­μα με τους διωγ­μούς, τις εξο­ρί­ες και τις φυλα­κί­σεις εκα­το­ντά­δων μελών και στε­λε­χών τους.

Με πλή­ρη μυστι­κό­τη­τα δημιουρ­γού­νται οι πρώ­τοι κομ­μα­τι­κοί πυρή­νες στη Λαμία και γίνε­ται μια μεγά­λη και γεμά­τη κιν­δύ­νους προ­σπά­θεια ανα­συ­γκρό­τη­σης των Οργα­νώ­σε­ων της υπαί­θρου και πρώ­τα απ’ όλα των Οργα­νώ­σε­ων της επαρ­χί­ας Δομο­κού, που είχε καλή κομ­μου­νι­στι­κή παράδοση.

Τον Ιού­νη που επέ­στρε­ψε στη Λαμία, δρα­πε­τεύ­ο­ντας απ’ την εξο­ρία του στη Φολέ­γαν­δρο, ο Γιώρ­γος Για­τα­γά­νας πήρε εντο­λή απ’ την ΚΕ του ΚΚΕ να βοη­θή­σει στην ανα­συ­γκρό­τη­ση των ΚΟ αλλά και στη συγκρό­τη­ση του ΕΑΜ στην περιο­χή της Φθιώ­τι­δας. Συγκρο­τή­θη­κε η Περι­φε­ρεια­κή Επι­τρο­πή Φθιω­τι­δο­φω­κί­δας του Κόμ­μα­τος με γραμ­μα­τέα τον Για­τα­γά­να, που για το λόγο αυτό εγκα­τα­στά­θη­κε στη Λαμία, και το καθή­κον της ανα­συ­γκρό­τη­σης των Οργα­νώ­σε­ων της υπαί­θρου ανέ­λα­βαν ο Χου­λιά­ρας με τον Φράγκο.

Ακο­λού­θη­σε περιο­δεία του Άρη (Θανά­ση Κλά­ρα), στο τέλος του Νοέμ­βρη του 1941 στην ίδια περιο­χή Δομο­κού, που είχε πάρει εντο­λή απ’ την ΚΕ του ΚΚΕ να κατα­πια­στεί με την προ­πα­ρα­σκευή του ένο­πλου αγώ­να στη Ρού­με­λη αλλά και στη Θεσσαλία.

(αυτά είναι ιστο­ρι­κά στοι­χεία ‑περισ­σό­τε­ρα στο βιβλίο)

Γιώρ­γος Χου­λιά­ρας, ο καπετάν-Περικλής.

Για την ιστο­ρία (πλη­ρο­φο­ρί­ες Ριζο­σπά­στη) ο αγω­νι­στής της Εθνι­κής Αντί­στα­σης Γ. Χου­λιά­ρας (Περι­κλής) οργα­νώ­θη­κε στις αρχές της 10ετίας του ’30 στην ΟΚΝΕ και, αμέ­σως μετά την κατά­κτη­ση της χώρας από τους Γερ­μα­νούς ναζί, πήρε μέρος στην οργά­νω­ση του αντι­στα­σια­κού κινή­μα­τος από τους πρώ­τους μέσα από τις γραμ­μές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ.

Ήταν στην επι­χεί­ρη­ση ανα­τί­να­ξης της Γέφυ­ρας του Γορ­γο­πό­τα­μου, ενώ, μετά την απε­λευ­θέ­ρω­ση, συμ­με­τεί­χε και στον αγώ­να του ΔΣΕ, για να βρε­θεί μετά την ήττα πολι­τι­κός πρό­σφυ­γας στη ΛΔ της Πολω­νί­ας. Με τη διά­σπα­ση του ΚΚΕ το 1968, προ­σχώ­ρη­σε στο λεγό­με­νο «ΚΚΕ Εσωτερικού».

Επα­να­πα­τρί­στη­κε το 1977 και εγκα­τα­στά­θη­κε στη Λαμία, όπου έζη­σε μέχρι τέλους της ζωής του (πέθα­νε τον Νοέμ­βρη του 2001 σε ηλι­κία 87 χρό­νων και κηδεύ­τη­κε, στη Λαμία)

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΗ αλλη­λο­ε­κτί­μη­ση δύο εχθρών του Εμφυ­λί­ου

Η εφη­με­ρί­δα, με το γνω­στό ρόλο της (από τη Βλά­χου της «αντι­δι­κτα­το­ρι­κής εθνι­κής αστι­κής τάξης» στον Αλα­φού­ζο το 1988, στον Θέμο Ανα­στα­σιά­δη το 1991–1992 και στον Αλέ­ξη Παπα­χε­λά από το 2007 μέχρι σήμε­ρα), στη στή­λη γράμ­μα­τα ανα­γνω­στών φιλο­ξε­νεί σημεί­ω­μα που μπο­ρεί­τε να βρεί­τε στο δια­δί­κτυο, όπου κάποιος από τα Καστέλ­λια Παρ­νασ­σί­δος, μιλά­ει για τον “εξά­δελ­φο της μάνας μου”, καπε­τάν Περικλή.

(θαυ­μά­στε ήθος και ύφος)

Αφού ανα­φέ­ρει εισα­γω­γι­κά πως «υπήρ­ξε ένας αγνός πατριώ­της ιδε­ο­λό­γος κομ­μου­νι­στής» αυτός ο κύριος θυμή­θη­κε εν έτει 2023 …46 χρό­νια μετά «τα παλιά»: όταν –όπως γρά­φει «μόλις επα­να­πα­τρί­στη­κε από την Πολω­νία, γυρί­σα­με τα χωριά της Ρούμελης».

Στο Λιδω­ρί­κι, στην πλα­τεία ‑λέει, βλέ­πω απέ­να­ντι στην κεντρι­κή οδό, να φέρει το όνο­μα του ταξιάρ­χου Μαρ­κό­που­λου. Ήξε­ρα την ιστο­ρία από τα απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα του καπε­τά­νιου «Ο δρό­μος είναι άσω­τος», αλλά από περιέρ­γεια ρώτη­σα τα γερο­ντά­κια δίπλα, ποιος ήταν αυτός ο Μαρ­κό­που­λος. «Τον αιχ­μα­λώ­τι­σε ο καπε­τάν Περι­κλής μέσα στο γρα­φείο του». «Ολό­κλη­ρο ταξί­αρ­χο του ελλη­νι­κού στρα­τού τον αιχ­μα­λώ­τι­σε ένας κατσα­πλιάς;» ‑και τα γερο­ντά­κια δεν αποκρίθηκαν.

Από την ώρα εκεί­νη ο ταξί­αρ­χος –είχε ασφα­λώς τα χρο­νά­κια του– ακο­λου­θού­σε τους αντάρ­τες κατά πόδας αγόγ­γυ­στα σε όλες τις επι­χει­ρή­σεις και τις κακου­χί­ες. Είχαν συν­δε­θεί με τον καπε­τά­νιο με αισθή­μα­τα εκτί­μη­σης και αμοι­βαί­ου σεβασμού.

Μετά την πτώ­ση του Γράμ­μου και την ορι­στι­κή ήττα, ο καπε­τάν Περι­κλής, παρά την εντο­λή του κόμ­μα­τος να συνε­χί­σει τον αγώ­να στην Παρ­νασ­σί­δα, διέ­φυ­γε στην Πολω­νία μέσω Αλβα­νί­ας, Βουλ­γα­ρί­ας, παρα­δί­δο­ντας τον ταξί­αρ­χο στα μετό­πι­σθεν, αλλά οι σύντρο­φοι τον εκτέ­λε­σαν. «Για­τί, μωρέ, έναν τέτοιον άνθρω­πο;» αγα­νά­κτη­σε ο καπε­τά­νιος. Αυτά και άλλα τον έρι­ξαν στη δυσμέ­νεια του κόμ­μα­τος. Από­λυ­σαν και την καπε­τά­νισ­σα απ’ τη δου­λειά (sic!!). Οι Πολω­νοί έφερ­ναν κρυ­φά γάλα για τα παι­διά. Σύντρο­φοι, που είχαν φάει ψωμί κι αλά­τι, έκα­ναν πως δεν τον γνώ­ρι­ζαν. «Καλά τα αγό­ρια, αλλά τα κορί­τσια για­τί τα παίρ­να­τε; Πώς θα γύρι­ζαν μετά στο χωριό να παντρευ­τούν και να κάνουν οικο­γέ­νεια;» τον είχα ρωτή­σει. Αντί για ευθεία απά­ντη­ση διη­γή­θη­κε το εξής περιστατικό:

«Είχα­με μαζέ­ψει καμιά εικο­σα­ριά κορί­τσια από χωριά της Φθιώ­τι­δας. Μια μάνα μας ακο­λου­θού­σε, νύχτα μέρα, σαν σκύ­λα. Πάρ­τε εμέ­να, αφή­στε το κορί­τσι. Τη διώ­χνα­με, αυτή τίπο­τε. Ένα βρά­δυ, που πήγα παρα­πέ­ρα προς νερού μου, η μάνα μπρο­στά. “Καπε­τά­νιο”, μου λέει, “από­ψε να κοι­μη­θείς με το κορί­τσι κι ύστε­ρα να το απο­λύ­σεις. Θα περι­μέ­νω να το πάρω”. Για­τί αγω­νί­ζο­μαι; Αναρωτήθηκα».

Τα σχό­λια περιττεύουν.

Δεν είναι και­νούρ­γιο πως όλα τα σφυ­ριά των αστών είναι συντο­νι­σμέ­να στη λεπτο­μέ­ρεια με δια­πα­σών _κατανέμοντας ρόλους και στα ΜΜΕ.

Αλλά όπως είπε ο Λένιν πριν τον Γκράμ­σι «η αλή­θεια είναι αντι­κει­με­νι­κή και επα­να­στα­τι­κή»! …

«Η γνώ­ση μπο­ρεί να είναι βιο­λο­γι­κά ωφέ­λι­μη, ωφέ­λι­μη στην πρά­ξη του ανθρώ­που, στην ίδια τη ζωής του, μόνο όταν αντα­να­κλά την αντι­κει­με­νι­κή αλή­θεια, την ανε­ξάρ­τη­τη από τον άνθρωπο».

ΥΓ. Ένα ακό­μη σημείο γρα­φής (χτε­σι­νού) “γράμ­μα­τος ανα­γνώ­στη” της Καθη­με­ρι­νής: «Ω ξειν αγγέλ­λειν…» σε μνη­μείο της Σεούλ_

Ευρε­θείς (Καθη­γη­τής Διε­θνούς Δικαί­ου ε.τ.) στη μακρι­νή Νότια Κορέα (την Γην της Εωθι­νής Γαλή­νης) και συγκε­κρι­μέ­να στη Σεούλ, πρω­τεύ­ου­σα αυτής, επι­σκέ­φθη­κα το εκεί­σε καλ­λι­μάρ­μα­ρο ελλη­νι­κό μνη­μείο, το οποίο ανή­γει­ρε η ελλη­νι­κή κυβέρ­νη­ση προς τιμήν και ανά­μνη­ση των ηρω­ι­κώς πεσό­ντων Ελλή­νων στρα­τιω­τι­κών, κατά τον Κορε­α­τι­κό Πόλε­μο του 1950.

Η ελλη­νι­κή ψυχή συγκι­νεί­ται, αλλά και υπε­ρη­φα­νεύ­ε­ται, ανα­γι­γνώ­σκου­σα το επί της μετό­πης του εν λόγω μνη­μεί­ου ανα­γε­γραμ­μέ­νο Σιμω­νί­δειο από­φθεγ­μα: «Ω ξειν, αγγέλ­λειν Λακε­δαι­μο­νί­οις ότι τήδε κεί­με­θα τοις κεί­νων ρήμα­σι πειθόμενοι».

Υπο­μι­μνή­σκε­ται, ακρο­θι­γώς, ότι η Ν. Κορέα, υπο­στά­σα ένο­πλον επί­θε­ση (εισβο­λήν) από τη Β. Κορέα, προ­σέ­φυ­γε ενώ­πιον του Συμ­βου­λί­ου Ασφα­λεί­ας του ΟΗΕ, αιτού­σα τη βοή­θεια αυτού, ως του κατ’ εξο­χήν αρμό­διου οργά­νου του ΟΗΕ, διά τη δια­τή­ρη­ση της διε­θνούς ειρή­νης και ασφα­λεί­ας. Λόγω αδιε­ξό­δου λήψε­ως απο­φά­σε­ως παρά αυτού, το ζήτη­μα παρε­πέμ­φθη ενώ­πιον της Γενικής Συνε­λεύ­σε­ως ΟΗΕ, η οποία έλα­βε την ιστο­ρι­κή από­φα­ση: Ηνω­μέ­νοι διά την Ειρή­νην (United for peace resolution) (…)

Ο Μαρξ και η αισθη­τι­κή, του Μιχα­ήλ Λίφσιτς

 

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο