Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ: Η παρέλαση στα Τζουμέρκα

 Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος //

(Επί τη επετείω της 25ης Μαρτίου. Αποσπασματική περιγραφή Ιλαροτραγωδία)

«Το φεγγάρι βγαίνει πολύ νωρίς σκοντάφτοντας στα σύγνεφα»

«Μᾶς φοβοῦνται καὶ μᾶς σκοτώνουν. Φοβοῦνται τὸν οὐρανὸ ποὺ κοιτάζουμε. Φοβοῦνται τὸ πεζούλι ποὺ ἀκουμπᾶμε, φοβοῦνται τὸ ἀδράχτι τῆς μητέρας μας καὶ τὸ ἀλφαβητάρι τοῦ παιδιοῦ μας, φοβοῦνται τὰ χέρια σου ποὺ ξέρουν νὰ ἀγγαλιάζουν τόσο τρυφερὰ καὶ νὰ μοχτοῦν τόσο ἀντρίκια, φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ λέμε οἱ δυό μας μὲ φωνὴ χαμηλωμένη, φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ θὰ λέμε αὔριο ὅλοι μαζὶ, μᾶς φοβοῦνται, ἀγάπη μου, καὶ ὅταν μᾶς σκοτώνουν νεκροὺς μᾶς φοβοῦνται πιὸ πολύ».

Τάσος Λειβαδίτης

Την επέτειον της ηρωικοτάτης και λίαν επαξίως καθορισθείσης υπό του Κράτους ημων, ως εθνικής εορτής -25ης Μαρτίου 1821-, τα Τζουμέρκα εώρτασαν με λαμπρότατον και μεγαλοπρεπέστατον τρόπον.

Τα Σχολεία αυστηρότατα συντεταγμένα και πειθαρχημένα οδηγήθηκαν υπό των κκ. δασκάλων και καθηγητών εις τον καθεδρικόν ναόν. Μετά το πέρας του ιερωτάτου καθήκοντος επακολούθησε η παρέλαση με κατάληξη την πλατείαν του χωριού, όπου εκτελέστηκαν εθνικοί χοροί υπό μαθητών και μαθητριών του Γυμνασίου και του Δημοτικού Σχολείου και η όλη εθνική τελετή έκλεισε με τον Εθνικόν Ύμνον.

Η παρέλαση διεξήχθη ούτω:

Προηγήθηκαν οι κολαούζοι, οι οδηγοί για να δείχνουν το δρόμο, «την πορεία» της παρέλασης. Αυτοί, τα ενεργούμενα, οργανέτα και υποπόδια των «κατακτητών» και «εξυγιαντών» της περιοχής των Τζουμέρκων.

Και η μπάντα παιάνιζε το εθνικόν άσμα:

«Άδειασαν τα σπίτια και τα δέντρα. Τα πουλιά δεν έχουν πού να καθίσουν. Όλη τη μέρα περνάνε οι γυρολόγοι. Τους μάθαμε. Ψεύτικα υφάσματα, ψεύτικα κοσμήματα. Το βράδυ φεύγουν. Απούλητη η πραμάτεια τους.»

Γιάννης Ρίτσος

Προχώρησαν και κατέλαβαν περίοπτη θέση, όπισθεν της εξέδρας, στο σημείο όπου υπήρχε πινακίδα που έγραφε: «τοις κείνων χρήμασι υπηρετουντες». Συνέχισαν οι «ενημερωτές» των προθέσεων των «μεγαλοεπενδυτών», «τα πληρωμένα δηλαδή γκαρσόνια», (ό,τι τους παραγγέλλεις σού το σερβίρουν), οι οποίοι κατέλαβον και αυτοί περίοπτον θέση, όπισθεν φυσικά της εξέδρας, στο σημείο όπου υπήρχε πινακίδα αναγράφουσα τα λόγια του Κ. Καβάφη:

«Αλλά, {…}, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλοθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν».

Μετά ταύτα άρχισε η επίσημη παρέλαση.

Πρώτοι παρήλασαν οι απόμαχοι της πολιτικής, παλιοί πολιτικοί που ηγωνίσθησαν αόκνως -«και την ψυχή τους έδωσαν»- για την πλήρη απαξίωση της περιοχής, για τον μηδενισμό της παραγωγής και την ανάπτυξη της εσωτερικής μετανάστευσης. Έτσι, για να στρωθεί ο τόπος με δάφνες και χρυσόδεντρα προκειμένου να πατήσουν οι χρυσοί επενδυτές. Άσχετο, αν πατούν τα όνειρα, την παράδοση και την Τζουμερκιώτικη αξιοπρέπεια.

Φτιασιδωμένες φάτσες, με περίσσευμα στενοχώριας, γιατί δεν έλαβαν όλα τα συνταξιοδοτικά – αναδρομικά, για να βολευτούν κι αυτοί. Χωρίς «αιδώ», υπηρέτες του χρήματος και της αυλής του κάθε Αρταξέρξη- επενδυτή.
Παιάνιζε η μπάντα:

«Τα κοράκια κάτι κράζανε
τ’ ανήσυχαστα κυκλογυρίσματά τους,
και ψηλάθε ξαγνάντεύαν γυπαετοί».

Κωστής  Παλαμάς

Πίσω απ’ αυτούς ακολουθούσαν πανστρατιά οι συνεργάτες τους, συνοδοιπόροι, συνδαιτυμόνες, χειροκροτητές και συνενταφιαστές κάθε ανάπτυξης των Τζουμέρκων. Η μητέρα πατρίδα τους χρωστά αμέριστη ευγνωμοσύνη. Γι’ αυτό τους προφυλάσσει από τους άγριους και βουνίσιους Τζουμερκιώτες που απειλούν να τους κρεμάσουν στο γεφύρι της Πλάκας, που αναστηλώθηκε.

Μερικές φωνές, δήθεν αγανακτισμένων Τζουμερκιωτών, ηκούσθησαν: «Ανάξιοι, ανίκανοι, πουλήσατε ό,τι πουλήσατε από την πατρίδα (δεν αφήσατε και τίποτε απούλητο) και ξεπουλάτε τώρα και τα Τζουμέρκα.» Πήραν όμως την κατάλληλη απάντηση: «Αχάριστοι, θα σας εκπολιτίσουμε…»

(Μερικές και ανάξιες λόγου παραφωνίες. Το έργο συνεχίζεται…)

Μετά ταύτα μέσα σε ένα κλίμα συγκίνησης και αναγνώρισης της προσφοράς άρχισε η παρέλαση των πανάξιων τέκνων της πατρίδας μας, των πολιτικών.

Παιάνιζε η μπάντα:

ΠΟΤΑΜΙΑ, ΒΟΥΝΑ ΚΙ ΑΠΟΣΚΙΑΟΛΑ ΘΑ ΤΑ ΔΩΣΟΥΜΕ,
όλα θα τα φράξουμε
Λίγο αέρα θα αφήσουμε,
ίσα-ίσα να αναπνέετε.
Στων πυρωμένων τούτων βράχων τη λαμπράδα
Εμείς θα στήσουμε τον Τζουμερκιώτικο Καιάδα.

Και οι Τζουμερκιώτες αγανακτισμένοι ανταπαντούσαν:

«Ευνουχισμένοι διανοούμενοι, μικροί ανίκανοι και τυφλοί κυβερνήτες.
Κύριε, όχι μ’ αυτούς.
Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου».

Γιώργος Σεφέρης

«Τήκουν τη λάσπη σε φωτεινούς ρύακες»

Μανόλης  Αναγνωστάκης

Η συμμετοχή των Τζουμερκιωτών δεν ήταν η αναμενόμενη. Απείχαν τοιαύτης εκδηλώσεως καθοδηγούμενοι από τοπικούς παράγοντες, οι οποίοι «συνιστούν τους χειρότερους πολέμιους έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας πρωτοστατώντας στον ξεσηκωμό των τοπικών κοινωνιών» και έχουν επιδοθεί σε «θεατρινισμούς με τελικό στόχο την προώθηση διαφόρων μικροσυμφερόντων».

Επιπλέον, έρριψαν και φεϊγβολάν με τα λόγια του εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά:

«Ἀγρύπνησα, ὑπηρέτησα, ἔκαμα ὅ,τι μποροῦσα,
κ᾿ εἶδα πὼς εἶχε ὁ πόνος μου συχνὰ γιὰ πληρωμὴπερίγελο.
Μὲ μάτιασε τὸ μίσος, καὶ ἀποροῦσα,
γιατὶ πολὺ καὶ ὑπόφερα καὶ δούλεψα πολύ».

Οι κκ. πολιτικοί εν ενεργεία δεν έλαβαν θέση επί της εξέδρας των επισήμων. Φοβόντουσαν έκτροπα. Μάταια. Τα Τζουμέρκα δεν έχουν νεράτζια, δεν παράγουν γιαούρτια. Ούτε καν ντομάτες και πατάτες. Τα σταφύλια είναι για άλλες εποχές. Χάθηκαν και οι αγριογκορτσιές. Μόνο ρουμπουέλατα έχουν τα οποία, όσο και να σας κάνει εντύπωση, διδάσκουν…

Διδάσκουν ότι τα Τζουμέρκα διαμορφώνουν ψυχές που θα σας το πουν για τα καλά:

«Η ζωή των ανθρώπων και, φυσικά των Τζουμερκιωτών, δεν είναι μόνο αριθμοί που απεικονίζουν τα κέρδη και τις κονόμες. Πάνω απ’ όλα είναι η αξιοπρέπεια: ατομική, οικογενειακή, εργασιακή, κοινωνική, εθνική και φυσικά Τζουμερκιώτικη. Γι’ αυτό όλοι οι Τζουμερκιώτες είναι αποφασισμένοι να αγωνιστούν δυναμικά, για να αποτρέψουν την καταλήστευση και την καταστροφή της πατρώας γης και του πανέμορφου περιβάλλοντος».

Η αλήθεια ακούραστη, τραχιά, θα σας σαρώσει!

Η πρώτη Τζουμερκιώτικη απάντηση:

«Δεν ξέχασα ποτέ τη σπουδαιότητα
της επικαιρικής ποίησης
ούτε της εύληπτης γραφής.
Να λοιπόν ένας στίχος
σημερινός, ευκολονόητος
και πανελλήνιος:

“Τί λέτε ρε μαλάκες!”» (Τίτος Πατρίκιος , από την ποιητική συλλογή: «Αντικριστοί καθρέφτες». Από το βιβλίο: Τίτος Πατρίκιος, «Ποιήματα, IV, 1988-2002», Κέδρος, Αθήνα 2007, σελ. 58.)

Οι επόμενες; Καλύτερα να μην τις γευτούν…
Αγνώμονες, διέλυσαν την παρέλαση !!!