Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

ΑΠΟΦΑΣΗ 21ου Συνέδριου του ΚΚΕ –Ολόκληρο το 1ο Κείμενο

Aπό τις 25 έως τις 27 Ιούνη συνήλθε το 21ο Συνέδριο του ΚΚΕ στην έδρα της Κεντρικής Επιτροπής του Κόµµατος. Το 21ο Συνέδριο ενέκρινε τα κείµενα των Θέσεων της Κεντρικής Επιτροπής, παίρνοντας υπόψη τη συζήτηση και την υπερψήφισή τους από τις Γενικές Συνελεύσεις των ΚΟΒ και τις Συνδιασκέψεις. Ενέκρινε, επίσης, την Εισήγηση της ΚΕ στο 21ο Συνέδριο, καθώς και τον Απολογισµό της Κεντρικής Επιτροπής Οικονοµικού Ελέγχου (ΚΕΟΕ). Ψήφισε Πολιτική Απόφαση µε την οποία καθορίζονται τα καθήκοντα του Κόµµατος έως το 22ο Συνέδριο. Επίσης, το 21ο Συνέδριο ψήφισε ειδική ξεχωριστή Απόφαση για τη δουλειά στην εργατική τάξη και το κίνηµά της στην προώθηση της κοινωνικής συµµαχίας και τον ρόλο των κοµµουνιστών σε αυτά.

Δηλώνουµε την αποφασιστικότητά µας µέχρι το 22ο Συνέδριό µας να µετρήσουµε βήµατα στο να γίνεται ακόµα πιο διακριτός ο ρόλος του ΚΚΕ ως ισχυρής οργανωµένης πρωτοπορίας, φορέα νέων επαναστατικών ιδεών.

Να µετρήσουµε βήµατα στην οργάνωση της εργατικής τάξης, των αυτοαπασχολούµενων της πόλης, των βιοπαλαιστών αγροτών, των νέων και των γυναικών εργατικής – λαϊκής ένταξης ή καταγωγής, στα σωµατεία τους, στους συλλόγους και τους φορείς τους, στην προώθηση του συντονισµού της δράσης τους, της αλληλεγγύης τους, της κοινωνικής τους συµµαχίας, στην ανάπτυξη της πάλης τους σε αντικαπιταλιστική – αντιµονοπωλιακή κατεύθυνση.

Είµαστε σήµερα πιο ικανοί να κλιµακώνουµε την πάλη, να περνάµε στην αντεπίθεση, να επιδιώκουµε οι καθηµερινοί αγώνες και ο τοπικός – κλαδικός συντονισµός της πάλης να µετατρέπονται στην πορεία σε ένα ενιαίο, πανελλαδικά συντονισµένο κίνηµα της εργατικής τάξης και των συµµάχων της, όσο γίνεται πιο µαζικό, εδραιωµένο στους τόπους δουλειάς, στους κλάδους, σε κάθε περιοχή, µε αντικαπιταλιστική – αντιµονοπωλιακή κατεύθυνση, εναντίωσης στο ΝΑΤΟ, στην ΕΕ. Ένα τέτοιο πανελλαδικό και διεθνιστικό ταυτόχρονα κίνηµα µπορεί να εγγυηθεί µόνο το ΚΚΕ µε τη δράση του, ως καθοδηγητική δύναµη για την ανατροπή του σηµερινού συσχετισµού, για το άνοιγµα του δρόµου για τον σοσιαλισµό.

Μέχρι το 22ο Συνέδριο µπορούµε να διευρύνουµε αποφασιστικά τους δεσµούς µας µε πλατιές εργατικές – λαϊκές δυνάµεις, µε την πιο ενεργή συµµετοχή και δράση τους µέσα στο εργατικό – λαϊκό κίνηµα, αλλά και την ένταξή τους στο δραστήριο κι ενεργό περίγυρο του ΚΚΕ, τη συµµετοχή τους σε όλες τις µεγάλες κοινωνικές και πολιτικές µάχες που έχουµε µπροστά µας τα επόµενα χρόνια.

Έως το επόµενο Συνέδριο, µπορούµε να προχωρήσουµε πιο θαρρετά και δυναµικά στην οικοδόµηση πολλών νέων ΚΟΒ του Κόµµατος και ΟΒ της ΚΝΕ, στη δηµιουργία µαχητικών πυρήνων του Κόµµατος και της ΚΝΕ παντού, σε µαζική ανανέωση των γραµµών µας µε νέες στρατολογίες από την εργατική τάξη, από τα σύµµαχά της µεσαία στρώµατα, ειδικότερα από τη νεολαία, τις γυναίκες.

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΤΡΕΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΝΕΑ ΟΞΥΝΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΦΑΣΕΩΝ ΤΟΥ

Στο διεθνές καπιταλιστικό σύστηµα, σήµερα, εκδηλώνονται όλες οι αντιθέσεις και αντιφάσεις του, µε παλιές και νέες µορφές και κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ενώ ταυτόχρονα καταρρίπτονται όλες οι αστικές θεωρίες περί νέας δυναµικής του για «νέα δίκαια παραγωγικά πράσινα µοντέλα πιο δίκαιης αναδιανοµής του πλούτου», «άµβλυνση των ανισοτήτων µέσω της ψηφιακής µετάβασης», αλλά και παλιότερες θεωρίες όπως του «ξεπεράσµατος των αντιθέσεων µέσω της παγκοσµιοποίησης», της «Ευρώπης κοινού σπιτιού των λαών» που επίσης θα εξασφάλιζε «ειρήνη και κοινή ανοδική κοινωνική ευηµερία», θεωρίες που υιοθέτησε ο οπορτουνισµός. Η κυριαρχία του καπιταλισµού σε όλο τον κόσµο, µε την ιστορικά προσωρινή νίκη του µε τις ανατροπές στην ΕΣΣΔ και τα κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόµησης στα τέλη του 20ού αιώνα, δεν µπορεί να τον απαλλάξει από τη βασική του αντίθεση και τη σήψη.

  • Η νέα καπιταλιστική οικονοµική κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου εκδηλώθηκε –νωρίτερα λόγω πανδηµίας από ό,τι αρχικά αναµενόταν– σχεδόν σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη. Η εξέλιξη αυτή επιδρά καθοριστικά, λόγω της ανισοµετρίας, ώστε να συνεχίζεται η προ 20ετίας τάση σοβαρών αλλαγών στον συσχετισµό ανάµεσα στα καπιταλιστικά κράτη, µε βασική της έκφραση την οικονοµική άνοδο της Κίνας. Ως συνέπεια, οξύνονται οι ιµπεριαλιστικοί ανταγωνισµοί και αντιθέσεις για το µοίρασµα και τον έλεγχο των αγορών, µε επίκεντρο τις πηγές Ενέργειας, τον ορυκτό πλούτο, τις Μεταφορές, τη διαχείριση της κλιµατικής αλλαγής και ό,τι σχετίζεται γενικότερα µε τη διαχείριση του περιβάλλοντος και τη γενικευµένη αξιοποίηση της ψηφιοποίησης, την ονοµαζόµενη «4η βιοµηχανική επανάσταση».
  • Είναι σε εξέλιξη τάσεις αναδιάταξης περιφερειακών και διεθνών οικονοµικών-πολιτικών και στρατιωτικών – πολιτικών συµµαχιών. Σε περιφερειακό επίπεδο, µε την παρέµβαση των πιο ισχυρών καπιταλιστικών κρατών, πυκνώνουν οι πολεµικές – στρατιωτικές ιµπεριαλιστικές συγκρούσεις και οι ανταγωνισµοί, που περικλείουν τον κίνδυνο ενός πιο γενικευµένου ιµπεριαλιστικού πολέµου. Οι συγκρούσεις αυτές εξελίσσονται –παράλληλα και ταυτόχρονα– και µε διαπραγµατεύσεις, µε διερευνητικές συναντήσεις και προσωρινούς συµβιβασµούς. Οι όποιες συµφωνίες συναίνεσης προκύψουν, µε περισσότερες ή λιγότερες υποχωρήσεις σε βάρος της µιας ή της άλλης πλευράς, αυτό που θα πετυχαίνουν είναι µια «ιµπεριαλιστική ειρήνη» µε το πιστόλι στον κρόταφο των λαών, µεταθέτοντας µόνο χρονικά έναν νέο γύρο οξυµένων αντιπαραθέσεων, στρατιωτικών απειλών, πολεµικών συγκρούσεων για το ποιος θα αποσπάσει το µεγαλύτερο µερίδιο στο µοίρασµα των αγορών, των πλουτοπαραγωγικών πηγών, στον έλεγχο των δρόµων µεταφοράς τους.
  • Τα καπιταλιστικά κράτη –τόσο οι ΗΠΑ όσο και τα µέλη της ΕΕ– παρεµβαίνουν άµεσα οικονοµικά µε βασικό εργαλείο την πολιτική της λεγόµενης «Νέας Πράσινης Συµφωνίας» («Πράσινο New Deal») προκειµένου να αντιµετωπίσουν το πρόβληµα του µεγάλου µεγέθους υπερσυσσωρευµένου κεφαλαίου. Η όποια αναφορά τους στην προστασία του περιβάλλοντος είναι προσχηµατική. Η µεγάλη κρατική παρέµβαση γίνεται για να διαµορφώνει όρους και κίνητρα νέων κερδοφόρων επενδύσεων, αξιοποιώντας την ψηφιακή τεχνολογία και την «πράσινη µετάβαση» της καπιταλιστικής οικονοµίας µε ελεγχόµενη απαξίωση σταθερού κεφαλαίου (π.χ. κλείσιµο λιγνιτικών σταθµών, απόσυρση συµβατικών µέσων µεταφοράς, αλλαγή ενεργειακών δικτύων κ.ά.). Η ΕΕ δίνει ιδιαίτερη έµφαση στην προώθηση της «πράσινης µετάβασης» γιατί, επιπλέον, τα κοιτάσµατα υδρογονανθράκων που διαθέτει είναι ανεπαρκή (σε αντίθεση µε τις ΗΠΑ και τη Ρωσία) και γιατί έχει διαµορφώσει υποδοµή για την εξαγωγή εµπορευµάτων «πράσινης τεχνολογίας».
  • Καµία πρόταση αστικής διαχείρισης, κεϊνσιανή ή φιλελεύθερη, δεν µπορεί να µαταιώσει ή να ακυρώσει τις νοµοτέλειες της καπιταλιστικής παραγωγής, το κυνήγι του κέρδους, την αναρχία, την ανισοµετρία, την αντίθεση ανάµεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσµάτων της. Τα µέτρα αστικής διαχείρισης µόνο προσωρινά µπορούν να αµβλύνουν το βάθος της επόµενης κρίσης. Ο νέος κύκλος «επενδύσεων» και οικονοµικής ανάκαµψης θα δηµιουργήσει τις συνθήκες για την εκδήλωση µιας νέας βαθύτερης κρίσης υπερσυσσώρευσης.
  • Θρυµµατίζονται οι αυταπάτες για τις δυνατότητες φιλολαϊκής διαχείρισης του συστήµατος, που θα οδηγήσει τάχα σ’ έναν πιο δίκαιο κοινωνικά, πιο φιλικό στο περιβάλλον και πιο φιλειρηνικό καπιταλισµό. Η διασφάλιση της κερδοφορίας των νέων «πράσινων επενδύσεων» και γενικότερα των µονοπωλιακών οµίλων απαιτεί αύξηση του βαθµού εκµετάλλευσης των εργαζοµένων, επέκταση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, φθηνή και χειραγωγηµένη εργατική δύναµη. Όποια προσωρινά µέτρα, µε κατεύθυνση να µην καταρρεύσει ένα βασικό επίπεδο λαϊκής κατανάλωσης και να µη διογκωθεί υπερβολικά η ανεργία, λαµβάνονται µε κριτήριο την ανάκαµψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας και την ενσωµάτωση της λαϊκής δυσαρέσκειας. Δεν συνιστούν προοδευτική στροφή. Δεν µπορούν να αντιµετωπίσουν τις εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήµατος που διογκώνονται. Οι επενδύσεις του «Πράσινου New Deal» και του «ψηφιακού µετασχηµατισµού» θα οδηγήσουν σε νέα συσσώρευση κεφαλαίων και κερδών, δεν µπορούν όµως να περιορίσουν τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, σχετικής και απόλυτης φτώχειας, γιατί δεν συνοδεύονται από γενική µείωση του εργάσιµου χρόνου µε ταυτόχρονη άνοδο του εργασιακού εισοδήµατος. Όχι µόνο δεν προστατεύουν το περιβάλλον –αφού δεν συνοδεύονται από ανάλογα µέτρα προφύλαξης από φυσικούς κινδύνους, όπως πυρκαγιές, πληµµύρες, σεισµούς– αλλά τα «πράσινα έργα» (π.χ. τα αιολικά πάρκα) συµβάλλουν στην καταστροφή δασών, ορεινών όγκων, οικοσυστηµάτων, επιφέρουν συνολικά πολλαπλές αρνητικές επιπτώσεις. Ο λαός θα κληθεί να πληρώσει τελικά τα νέα δάνεια και να σηκώσει τα νέα βάρη της κρατικής προσωρινής διάσωσης προβληµατικών οµίλων και της στήριξης γενικά της κερδοφορίας, επιβαρύνεται µε πιο ακριβό «πράσινο ρεύµα», καταδικάζεται στην ενεργειακή φτώχεια, σε νέες ανισότητες κ.λπ.
  • Η όξυνση της αντιπαράθεσης ΗΠΑ – Κίνας έχει οικονοµικό υπόβαθρο, αλλά και άµεση αντανάκλαση στο πολιτικό – διπλωµατικό και στρατιωτικό επίπεδο. Η νέα προεδρία των Δηµοκρατικών στις ΗΠΑ υπό τον Μπάιντεν αποδεικνύει ότι πρόκειται για αντίθεση που δεν εξαρτάται απ’ το ποιο κόµµα έχει την πλειοψηφία. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ δίνει τώρα µεγαλύτερη έµφαση στη διασφάλιση της συνοχής του ευρωατλαντικού στρατοπέδου µέσω της βελτίωσης των σχέσεων µε την ΕΕ.
  • Τα επιτελεία της ΕΕ αναζητούν προσαρµογές της κοινοτικής πολιτικής για να αντιµετωπίσουν τόσο την εξασθένιση της ΕΕ στον οικονοµικό ανταγωνισµό σε σχέση µε τις ΗΠΑ και την Κίνα όσο και την όξυνση της ανισοµετρίας στην καπιταλιστική ανάπτυξη των κρατών – µελών της. Μετά το Brexit οξύνεται η διαπάλη για την πρωτοκαθεδρία στον χρηµατοπιστωτικό τοµέα της Ευρώπης. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και µια σειρά από διεργασίες στροφής προς την επεκτατική πολιτική (αναθεώρηση του Συµφώνου Σταθερότητας, υιοθέτηση ευρωοµολόγων κ.ά.).

Όλα επιβεβαιώνουν ότι ο σοσιαλισµός είναι η απάντηση για τα οξυµένα λαϊκά προβλήµατα του 21ου αιώνα:

  • Δεν είναι µοιραίο να αυξάνεται καθηµερινά η απόσταση ανάµεσα στις σύγχρονες επιστηµονικές και τεχνολογικές δυνατότητες, στις δυνατότητες ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάµεων, εξασφάλισης της κοινωνικής ευηµερίας και τη σηµερινή πραγµατικότητα που χαρακτηρίζεται από την αύξηση της εκµετάλλευσης, τη σχετική και απόλυτη εξαθλίωση, την ανασφάλεια που βιώνουν οι µισθωτοί, οι άνεργοι, οι αυτοαπασχολούµενοι, οι νέοι, οι συνταξιούχοι, τις συµπληγάδες µεταξύ εργασίας και µητρότητας για τις γυναίκες.
  • Η άνοδος του επιπέδου κοινωνικοποίησης της παραγωγής και η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας δίνουν σήµερα δυνατότητες για να αυξηθεί ο µη εργάσιµος χρόνος και η δηµιουργική του αξιοποίηση, να µειωθεί η βαριά χειρωνακτική και µονότονη εργασία, να ενισχυθεί το δηµιουργικό περιεχόµενό της, να αναβαθµιστεί το γενικό µορφωτικό επίπεδο για τους εργαζόµενους που αποτελούν την κύρια παραγωγική δύναµη της εποχής µας.
  • Οι νέες δυνατότητες που γεννά η αλµατώδης επιστηµονική και τεχνολογική ανάπτυξη ενισχύουν σηµαντικά –σε σχέση µε το παρελθόν– την υλική βάση για να εξαλειφθεί πιο γρήγορα κάθε µορφή ατοµικής και οµαδικής ιδιοκτησίας.

Το πραγµατικά νέο είναι ο επιστηµονικός κεντρικός σχεδιασµός στο έδαφος της εργατικής εξουσίας και της κοινωνικής ιδιοκτησίας. Το πραγµατικά προοδευτικό είναι η κοινωνική σχέση που επιτρέπει την αξιοποίηση του συνόλου των παραγωγικών δυνάµεων: των µέσων παραγωγής, την ανάπτυξη και κατανοµή του εργατικού δυναµικού, και εκφράζεται µε επιστηµονικά καθορισµένους στόχους για τη λαϊκή ευηµερία.

ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Η θέση της Ελλάδας στο ενδοϊµπεριαλιστικό παζάρι και τους ανταγωνισµούς στην ευρύτερη περιοχή καθορίζεται από την επιθετική στάση της ελληνικής αστικής τάξης µε περισσότερες απαιτήσεις για αναβάθµιση της συµµετοχής της στη λεία και τη µοιρασιά, που είναι συνέχεια της έντασης της εκµετάλλευσης των εργαζοµένων στο εσωτερικό της χώρας. Η στάση αυτή εκδηλώνεται και µε διαθέσεις υποχώρησης σε κυριαρχικά δικαιώµατα στο πλαίσιο ενός ιµπεριαλιστικού συµβιβασµού, στον οποίο βαραίνουν ισχυρότερες δυνάµεις.

Καταρρίπτονται οι µύθοι, που προβάλλει η αστική ιδεολογία, ότι δήθεν η ελληνική αστική τάξη είναι απλά αµυνόµενη, υπερασπιζόµενη µόνο τα σύνορά της και όχι επιθετική. Στοιχεία της επιθετικότητάς της είναι:

‣ Η ίδια η συµµετοχή στο ΝΑΤΟ, οι αυξηµένες κρατικές δαπάνες για πολεµικές επιθετικές ανάγκες του ΝΑΤΟ, κατέχοντας την 1η ποσοστιαία θέση στους ΝΑΤΟικούς εξοπλισµούς σύµφωνα µε τελευταία στοιχεία.

‣ Η συµµετοχή των Ενόπλων Δυνάµεων σε αποστολές εκτός συνόρων, η εναέρια επιτήρηση συνόρων βαλκανικών κρατών, η συµµετοχή σε ασκήσεις στα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα, η συµµετοχή σε πολεµικές περιπολίες στον Περσικό, η αποστολή συστοιχίας «Πάτριοτ» στη Σαουδική Αραβία.

‣ Η νέα στρατιωτική συµφωνία µε τις ΗΠΑ, η πολιτική και κυρίως στρατιωτική συνεργασία µε το Ισραήλ, η αποστολή δυνάµεων στο Μάλι της Αφρικής, η ετοιµότητα της κυβέρνησης να στείλει στρατιωτικές δυνάµεις γενικότερα στην περιοχή του Σαχέλ.

‣ Η χρησιµοποίηση αµερικανικών βάσεων που βρίσκονται στην Ελλάδα για επιθετικές αποστολές κατά γειτονικών λαών, η συµµετοχή στην περικύκλωση της Ρωσίας κ.ά.

Επιθετικές βλέψεις έχει και η αστική τάξη της Τουρκίας, το κράτος της οποίας σε σχέση µε την Ελλάδα είναι σε υψηλότερη θέση στο παγκόσµιο ιµπεριαλιστικό σύστηµα – είναι µέλος του G20, διαθέτει στρατό κατοχής σε 3 ξένες χώρες (Κύπρο, Συρία, Ιράκ), έχει επίσης στρατιωτικές πολεµικές βάσεις και δυνάµεις σε άλλα κράτη, όπως Κατάρ, Αλβανία, Σουδάν, Λιβύη, Αζερµπαϊτζάν. Διεκδικεί εδάφη από άλλες χώρες, ανάµεσά τους η Ελλάδα, όπως νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, θαλάσσιες ζώνες, αµφισβητεί εναέριο χώρο, επιχειρεί προκλητικές ενέργειες κατά κυριαρχικών δικαιωµάτων και των συνόρων στην περιοχή, προωθεί τη στρατηγική του «νεοοθωµανισµού», αξιοποιώντας µειονοτικά και θρησκευτικά ζητήµατα.

Αυτό το πλαίσιο, σε συνδυασµό µε τους ΝΑΤΟικούς σχεδιασµούς, καθορίζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τον ανταγωνισµό µεταξύ των αστικών τάξεων των δύο χωρών στην προσπάθεια της καθεµιάς για γεωστρατηγική αναβάθµιση στην περιοχή.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο προχωράνε παζάρια, διαπραγµατεύσεις µε ορίζοντα τη συνεκµετάλλευση του Αιγαίου, την προώθηση επί της ουσίας διχοτοµικών λύσεων στο Κυπριακό, η απαράδεκτη εργαλειοποίηση του προσφυγικού – µεταναστευτικού προβλήµατος στις συµπληγάδες των ανταγωνισµών.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εναλλάσσονται οι τάσεις συµβιβασµού (µέσω της υπογραφής συµφωνιών «ιµπεριαλιστικής ειρήνης» και της προσφυγής σε διεθνείς οργανισµούς, όπως το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης) και οι τάσεις όξυνσης, εµπεριέχοντας και τον κίνδυνο θερµών επεισοδίων και πολεµικής αναµέτρησης.

Το ΚΚΕ καλεί την εργατική τάξη, τις λαϊκές δυνάµεις, τους νέους και τις νέες, να δυναµώσουν την πάλη τους πολύµορφα, ενάντια στον ιµπεριαλιστικό πόλεµο και τις αιτίες του, να σηµαδέψουν την καρδιά του προβλήµατος, την καπιταλιστική εκµετάλλευση και τους ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισµούς, να αγωνιστούν για να µη χύσουν ο λαός και τα παιδιά του το αίµα τους για τα συµφέροντα της αστικής τάξης, του ΝΑΤΟ, της ΕΕ, των ΗΠΑ. Να µη δείξουν καµιά εµπιστοσύνη στις διάφορες αστικές κυβερνήσεις που εναλλάσσονται στην εξουσία, να καταδικάσουν µαζικά την επικίνδυνη πολιτική τους που εµπλέκει τον λαό σε ιµπεριαλιστικούς σχεδιασµούς, επεµβάσεις και πολέµους. Ο ελληνικός λαός δεν έχει να χωρίσει τίποτε µε τον λαό της Τουρκίας ή της Ρωσίας, µε τους άλλους λαούς. Οι λαοί µπορούν να ζήσουν ειρηνικά αν βγάλουν από τη µέση τα συµφέροντα που τους οδηγούν σε ιµπεριαλιστικούς πολέµους ή σε απαράδεκτους συµβιβασµούς σε βάρος των δικαιωµάτων τους, που οδηγούν «από άλλο δρόµο» στο ίδιο οδυνηρό αποτέλεσµα.

Το ΚΚΕ βρίσκεται σε ανοιχτή ιδεολογική – πολιτική πάλη τόσο µε τις θέσεις του αστικού εθνικισµού που προβάλλονται από ακροδεξιές, φασιστικές και αντιδραστικές φωνές όσο και µε τις θέσεις του αστικού κοσµοπολιτισµού, ιδιαίτερα µε την προσπάθεια ρεφορµιστικών – οπορτουνιστικών δυνάµεων να καµουφλάρουν ως διεθνιστική στάση την ταύτισή τους µε την πολιτική της συνεκµετάλλευσης και του δήθεν «αµοιβαίου οφέλους» που προωθούν ισχυρά τµήµατα των αστικών τάξεων της Ελλάδας και της Τουρκίας, των ΗΠΑ και της ΕΕ, το ΝΑΤΟ.

Η εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώµατα έχουν συµφέρον να δυναµώσουν την πάλη για τις δικές τους σύγχρονες ανάγκες, ενάντια στα µονοπώλια και την εξουσία τους, να χτίσουν τη δική τους συµµαχία σε αυτήν την πάλη, ανοίγοντας τον δρόµο για τον σοσιαλισµό – κοµµουνισµό, για την οικοδόµηση αµοιβαία επωφελών σχέσεων µεταξύ των λαών, µε αποδέσµευση από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, από κάθε ιµπεριαλιστική συµµαχία.

‣ Να κλιµακωθεί ο αγώνας για την απεµπλοκή της Ελλάδας από τους ιµπεριαλιστικούς σχεδιασµούς και πολέµους, για την κατάργηση της ελληνοαµερικανικής Συµφωνίας για τις Βάσεις, να κλείσει η βάση της Σούδας, να ξηλωθούν όλες οι αµερικανοΝΑΤΟικές στρατιωτικές βάσεις, να µη δηµιουργηθεί καµιά νέα ευρωατλαντική υποδοµή, να µην εγκατασταθούν στη χώρα πυρηνικά όπλα.

‣ Καµιά αλλαγή συνόρων και των συνθηκών που τα καθορίζουν.

‣ Να επιστρέψουν οι Έλληνες αξιωµατικοί και στρατιώτες από τις ιµπεριαλιστικές αποστολές στο εξωτερικό. Οι Ένοπλες Δυνάµεις δεν έχουν καµιά δουλειά στον Περσικό Κόλπο, στο Μάλι της Αφρικής, σε άλλες περιοχές του κόσµου.

‣ Να σταµατήσουν όλες οι αµερικανοΝΑΤΟικές ασκήσεις που στοχεύουν στην περικύκλωση της Ρωσίας και σηµαδεύουν άλλους λαούς.

‣ Όχι στους στρατιωτικούς εξοπλισµούς που είναι στην υπηρεσία του ΝΑΤΟ.

‣ Να ανακληθεί η κυβερνητική απόφαση για την αύξηση της διάρκειας θητείας στο στρατό ξηράς και να ικανοποιηθούν τα δίκαια αιτήµατα των στελεχών των Ενόπλων Δυνάµεων και των φαντάρων.

‣ Παλεύουµε για Κύπρο ενιαία, ανεξάρτητη, ένα και όχι δύο κράτη, µε µία και µόνη κυριαρχία, µία ιθαγένεια, µία διεθνή προσωπικότητα, χωρίς ξένα στρατεύµατα και βάσεις, χωρίς εγγυητές και προστάτες, µε τον λαό νοικοκύρη στον τόπο του.

‣ Εκφράζουµε την αλληλεγγύη µας στον παλαιστινιακό λαό και απαιτούµε από την κυβέρνηση να προχωρήσει άµεσα στην αναγνώριση του Παλαιστινιακού κράτους, µε βάση την οµόφωνη απόφαση της Βουλής του 2015. Να καταργηθούν οι συµφωνίες οικονοµικής, πολιτικής και στρατιωτικής συνεργασίας µε το κράτος του Ισραήλ το οποίο δολοφονεί τον παλαιστινιακό λαό.

Ο ελληνικός λαός όπως και οι άλλοι λαοί είναι αυτοί που µπορούν να υπερασπιστούν την εδαφική ακεραιότητα των χωρών τους από τη σκοπιά των λαϊκών συµφερόντων, να εκφράσουν τη διεθνιστική τους αλληλεγγύη και κοινή πάλη ενάντια στους ιµπεριαλιστικούς πολέµους, για την κοινωνική ανατροπή, την ειρήνη και την ευηµερία των λαών.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ

Το Διεθνές Κοµµουνιστικό Κίνηµα εξακολουθεί να βρίσκεται σε βαθιά κρίση. Συνεχίζει να διεξάγεται οξεία ιδεολογική – πολιτική διαπάλη µεταξύ των ΚΚ. Τα περισσότερα ΚΚ δεν έχουν προχωρήσει ακόµα σε µια σε βάθος εξέταση της σοσιαλιστικής οικοδόµησης και της πείρας της ΕΣΣΔ και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών, των συνθηκών που οδήγησαν στην αντεπανάσταση και ήττα του πρώτου αυτού εγχειρήµατος καθώς και της στρατηγικής του ΔΚΚ.

Το ΚΚΕ επιδιώκει την οικοδόµηση ισχυρών κοµµουνιστικών ιδεολογικών – πολιτικών δεσµών, έκφρασης κοµµουνιστικής αλληλεγγύης, αλληλοβοήθειας σε επεξεργασίες θέσεων, σε κοινές δράσεις. Εκφράζει δραστήρια την αλληλεγγύη του µε κοµµουνιστές, λαϊκούς αγωνιστές και κινήµατα που βρίσκονται στο στόχαστρο της κρατικής καταστολής. Επιδιώκει να αξιοποιεί δηµιουργικά τη θετική πείρα, αλλά και µελετά την αρνητική πείρα άλλων τµηµάτων του ΔΚΚ, από τη διεξαγωγή της πολύµορφης ταξικής πάλης στις χώρες τους, χωρίς να αποσπάται από τις αντικειµενικές συνθήκες αλλά και τις ιστορικές ρίζες και καταβολές κάθε κόµµατος, τις συνθήκες που δηµιουργήθηκαν µετά τις µεγάλες κρίσεις και διασπάσεις τη δεκαετία του 1990.

Με αυτό το κριτήριο το ΚΚΕ προωθεί τις διµερείς επαφές και σχέσεις, τις ανταλλαγές οµάδων δουλειάς, την ανταλλαγή επεξεργασιών και ντοκουµέντων µε άλλα Κόµµατα. Συµβάλλει στις εργασίες της Συντακτικής Επιτροπής της «Διεθνούς Κοµµουνιστικής Επιθεώρησης» (ΔΚΕ), στη λειτουργία της Γραµµατείας της Ευρωπαϊκής Κοµµουνιστικής Πρωτοβουλίας (ΕΚΠ), στις Περιφερειακές Συναντήσεις ΚΚ, αλλά ακόµα και στις Διεθνείς Συναντήσεις Κοµµουνιστικών κι Εργατικών Κοµµάτων (ΔΣΚΕΚ) παρά τις µεγάλες διαφορές που υπάρχουν ανάµεσα στα κόµµατα που συµµετέχουν σε αυτές. Συµµετέχει ενεργά στην ιδεολογικοπολιτική διαπάλη που διεξάγεται, αλλά και σε ορισµένες κοινές δράσεις που είναι κατορθωτό να αποφασίζονται. Παρακολουθεί την εξέλιξη των διάφορων κοµµάτων και την ταξική πάλη στη χώρα τους, αλλά και τις διεργασίες που γίνονται στο εσωτερικό τους. Προτεραιότητα για το ΚΚΕ έχουν τα κόµµατα µε τα οποία µπορεί να αναπτύξει πιο στενή σχέση για την επαναστατική ανασυγκρότηση του ΔΚΚ, για τη δηµιουργία του κοµµουνιστικού πόλου. Ξεχωρίζουµε τα κόµµατα που συµµετέχουν στη «Διεθνή Κοµµουνιστική Επιθεώρηση» και την Ευρωπαϊκή Κοµµουνιστική Πρωτοβουλία, παρά τις όποιες διαφορές υπάρχουν.

Επιδιώκουµε στενότερη συνεργασία µε Κοµµουνιστικά Κόµµατα που µπορούν να συµβάλλουν, λιγότερο ή περισσότερο, στην επαναστατική ανασυγκρότηση του ΔΚΚ, µε τα εξής κριτήρια:

α) Υπερασπίζονται τον µαρξισµό – λενινισµό και τον προλεταριακό διεθνισµό, την ανάγκη διαµόρφωσης κοµµουνιστικού πόλου διεθνώς.

β) Αντιπαλεύουν τον οπορτουνισµό, τον ρεφορµισµό, απορρίπτουν την κεντροαριστερή διαχείριση και την οποιαδήποτε παραλλαγή της στρατηγικής των σταδίων.

γ) Υπερασπίζονται τις νοµοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης. Με αυτές κρίνουν την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόµησης, επιδιώκουν να ερευνήσουν, να αντλήσουν διδάγµατα από τα προβλήµατα και τα λάθη.

δ) Έχουν ιδεολογικό µέτωπο απέναντι σε λαθεµένες αντιλήψεις για τον ιµπεριαλισµό, ιδιαίτερα αυτές που αποσπούν τη στρατιωτική πολεµική επιθετικότητά του από το οικονοµικό του περιεχόµενο, έχουν µέτωπο απέναντι σε κάθε ιµπεριαλιστική συµµαχία.

ε) Αναπτύσσουν δεσµούς µε την εργατική τάξη, προσπαθούν να δράσουν στο συνδικαλιστικό κίνηµα, στα κινήµατα των λαϊκών τµηµάτων των µεσαίων στρωµάτων, επιδιώκουν να εντάσσουν την καθηµερινή πάλη για τα εργατικά και λαϊκά δικαιώµατα σε µια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική για την εργατική εξουσία.

Για την επόµενη περίοδο µέχρι το 22ο Συνέδριό µας, επιδιώκουµε συγκεκριµένους στόχους που θα παλέψουµε να υλοποιηθούν. Η νέα ΚΕ αναλαµβάνει το καθήκον να µελετήσει την ακριβή κατάσταση του ΔΚΚ, όπως και όλων των µορφών της συνεργασίας, µε ιεράρχηση προτεραιοτήτων και κοινών δράσεων. Και αυτό αφορά από τις ΔΣΚΕΚ, τις Περιφερειακές Συναντήσεις, τη ΔΚΕ και την ΕΚΠ µέχρι και τις διµερείς σχέσεις µας.

Ιδιαίτερο καθήκον για τη νέα ΚΕ είναι η αναγκαιότητα µελέτης και συνολικής εκτίµησης µε βάση τις εξελίξεις για τις χώρες που στην ηγεσία του κράτους εξακολουθούν να είναι κόµµατα που ονοµάζονται Κοµµουνιστικά και προέρχονται από την παράδοση του ΔΚΚ, έτσι όπως αυτό διαµορφώθηκε τον προηγούµενο αιώνα και κάτω από την επίδραση της Οκτωβριανής Επανάστασης και της ΕΣΣΔ.

ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΓΧΩΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η διεθνής συγχρονισµένη καπιταλιστική κρίση του 2019-2020 επέδρασε καθοριστικά στην εγχώρια καπιταλιστική οικονοµία. Οι εκτιµήσεις της ΕΕ προσδιορίζουν το βάθος της κρίσης για την Ελλάδα στο 8,2%, σηµαντικά µεγαλύτερο από τον µέσο όρο της Ευρωζώνης στην οποία κυµάνθηκε στο 6,6%. Η πανδηµία επέδρασε καταλυτικά στην επιτάχυνση της εκδήλωσης της κρίσης, παρόλο που τα σηµάδια της είχαν φανεί σε προηγούµενη φάση. Η εξέλιξη λοιπόν αυτή δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Το ΚΚΕ είχε έγκαιρα προειδοποιήσει για την εκδήλωση νέας κρίσης, είχε σηµειώσει στοιχεία που συνηγορούσαν σε αυτήν την κατεύθυνση: Η αναιµική ανάκαµψη, η µεγάλη συσσώρευση κεφαλαίων που δεν συνοδεύονταν από αντίστοιχες επενδύσεις, οι αρνητικές επιπτώσεις της πολιτικής της «εξωστρέφειας» της ελληνικής οικονοµίας (π.χ. µεγάλο µέγεθος του Τουρισµού), η οποία τα προηγούµενα χρόνια προβλήθηκε από τις κυβερνήσεις ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, τον ΣΕΒ και την Τράπεζα της Ελλάδας ως ένα σηµαντικό επίτευγµα µετά την κρίση, ενώ ουσιαστικά οδηγούσε σε µεγαλύτερη έκθεσή της στις διακυµάνσεις της διεθνούς οικονοµίας.

Η σηµερινή κρίση –όπως συνέβη και στην προηγούµενη– εκδηλώνεται ανισόµετρα στους διάφορους κλάδους της ελληνικής οικονοµίας, συνοδεύεται από εκτεταµένη καταστροφή του επενδυµένου κεφαλαίου στους κλάδους του Επισιτισµού και του Τουρισµού, υπό την επίδραση των περιοριστικών µέτρων λόγω πανδηµίας covid-19, αλλά και µε τη συγκεντροποίησή του.

Το βάθος της κρίσης στην Ελλάδα συγκρατήθηκε σηµαντικά απ’ το εκτεταµένο κρατικό πακέτο άµεσης στήριξης του κεφαλαίου και την αύξηση των κρατικών επενδύσεων µε αποτέλεσµα και µια µικρή αύξηση της κατασκευαστικής δραστηριότητας.

Η αστική πολιτική διαχείρισης διαφοροποιήθηκε σε σχέση µε την προηγούµενη περίοδο. Η κυβέρνηση της ΝΔ έγινε φορέας άσκησης σήµερα µιας επεκτατικής δηµοσιονοµικής πολιτικής, παρά την αρνητική ιδεολογική τοποθέτησή της απέναντι στη µεγάλη οικονοµική κρατική παρέµβαση. Αντίθετα, η προηγούµενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που ανήκει στη σοσιαλδηµοκρατία, δεν άσκησε επεκτατική πολιτική λόγω και των κοινοτικών κατευθύνσεων και περιορισµών τη συγκεκριµένη περίοδο διακυβέρνησης. Η ουσία, φυσικά, βρίσκεται στο γεγονός ότι και τα δύο αστικά πολιτικά ρεύµατα, ανάλογα µε τις ανάγκες του κεφαλαίου, εφαρµόζουν εναλλάξ και τις δύο µορφές αστικής διαχείρισης χωρίς να εµποδίζονται από τις διαφορετικές θέσεις τους για τον ρόλο του κράτους στην οικονοµική και κοινωνική πολιτική. Άλλωστε, αυτή η αστική ιδεολογική διαφοροποίηση είναι αναγκαία και για την εναλλάξ χειραγώγηση των εργατικών – λαϊκών δυνάµεων.

Η ανάκαµψη της οικονοµίας το 2021 θα είναι αρκετά µικρότερη απ’ τη συρρίκνωση του 2020, ενώ οι εκτιµήσεις της ΕΕ κάνουν λόγο για διατήρηση υψηλών επιπέδων της επίσηµης ανεργίας στην Ελλάδα τη διετία 2021 – 2022 πάνω απ’ το 16%, που στην πραγµατικότητα θα είναι µεγαλύτερη.

Η πορεία ανάκαµψης είναι επισφαλής. Μια σειρά από παράγοντες µπορούν να περιορίσουν τους προβλεπόµενους θετικούς ρυθµούς ανάπτυξης της περιόδου 2021 – 2022. Μέσα στους παράγοντες αυτούς ξεχωρίζουν:

  • Η µεγάλη διόγκωση του κρατικού χρέους λόγω της ασκούµενης επεκτατικής πολιτικής, ειδικά αν η χαλάρωση στο Σύµφωνο Σταθερότητας δεν έχει µεγάλη έκταση και διάρκεια.
  • Οι αρνητικές επιπτώσεις απ’ τις µεγάλες κρατικές εγγυήσεις, ειδικά για τα στεγαστικά δάνεια, που πολλαπλασιάζονται µε το σχέδιο ΗΡΑΚΛΗΣ.
  • Η αβεβαιότητα στην πορεία κλάδων της οικονοµίας όπως ο Τουρισµός.

Η ανάκαµψη της καπιταλιστικής οικονοµίας δεν θα είναι οµοιόµορφη. Έχει ήδη επιδεινωθεί η θέση σηµαντικού αριθµού µικρών επιχειρήσεων και υπολογίζεται πως τα «λουκέτα» θα ανέλθουν σε πολλές δεκάδες χιλιάδες, µαζί µε την αύξηση του αριθµού των ανέργων, ενώ ένα άλλο µέρος θα επιβαρυνθεί µε σηµαντικές υποχρεώσεις µόλις µειωθούν ή διακοπούν τα προσωρινά µέτρα κρατικής στήριξης (π.χ. αναστολές πληρωµών).

Οι εκτεταµένες κρατικές δαπάνες θα αυξήσουν τη δηµοσιονοµική επιβάρυνση και την επόµενη περίοδο µισθωτοί και αυτοαπασχολούµενοι θα κληθούν να σηκώσουν µεγαλύτερα φορολογικά βάρη για την απαραίτητη δηµοσιονοµική εξυγίανση.

Η πολιτική φθηνότερης εργατικής δύναµης θα κλιµακωθεί µέσα απ’ την πίεση στον πραγµατικό µέσο µισθό, που αναµένεται σε πολλούς κλάδους να µειωθεί, µε την τηλεργασία και τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, όπως και µε τη µείωση του λεγόµενου «µη µισθολογικού κόστους», µε τη νέα επίθεση στα ασφαλιστικά δικαιώµατα, στους όρους και την έκταση στην ιατροφαρµακευτική περίθαλψη, στην πρόνοια και τις συντάξεις.

Ο αστικός σχεδιασµός για την επόµενη περίοδο, είτε έχει την όψη του προγράµµατος «Ελλάδα 2.0» της ΝΔ είτε την όψη «Ελλάδα+» του ΣΥΡΙΖΑ, εστιάζει στις ίδιες κλαδικές προτεραιότητες της λεγόµενης «Πράσινης Ψηφιακής Μετάβασης», στην κατεύθυνση της ευρωενωσιακής και διεθνούς «Νέας Πράσινης Συµφωνίας», του λεγόµενου «Green New Deal».

Σήµερα, συγκρούονται δύο διαµετρικά αντίθετες στρατηγικές µε κριτήριο: «ανάπτυξη για ποιον;» Για το µονοπωλιακό κεφάλαιο ή για την εργατική τάξη και τις λαϊκές δυνάµεις; Ποια εξουσία και ιδιοκτησία χρειάζεται ο λαός; Ανάπτυξη για ποιον σκοπό, για τις ανάγκες και τα συµφέροντα ποιας τάξης; Για το κέρδος ή για την κάλυψη των εργατικών – λαϊκών αναγκών;

Στον αντίποδα της επίθεσης του κεφαλαίου, οι δυνάµεις του ΚΚΕ βρίσκονται στην πρώτη γραµµή για την οργάνωση πρωτοπόρων εστιών αντίστασης και αντεπίθεσης.

Προβάλλουµε την πραγµατικά προοδευτική πάλη για την ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών, την πάλη για αποδέσµευση απ’ την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου.

Ενισχύουµε τον καθηµερινό αγώνα ενάντια στα µονοπώλια, την ΕΕ και τις κυβερνήσεις τους, απαιτώντας την κατάργηση όλων των αντεργατικών νόµων, τόσο της περιόδου των µνηµονίων όσο και αυτών της περιόδου της ενισχυµένης εποπτείας, της πανδηµίας και όσων συνδέονται µε το Ταµείο Ανάκαµψης.

Παλεύουµε και προβάλλουµε µαχητικά θέσεις για την υπεράσπιση του εργατικού – λαϊκού εισοδήµατος, τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης, τη γενική µείωση του εργάσιµου χρόνου και τον καθορισµό σταθερού ωραρίου και αργιών, τη µόνιµη και σταθερή δουλειά για όλους και όλες. Πρωτοστατούµε στους αγώνες που αφορούν τις συνθήκες και το περιεχόµενο της Εκπαίδευσης, το δικαίωµα στη δηµόσια και δωρεάν Παιδεία για όλους, τις αποκλειστικά δηµόσιες δωρεάν υψηλού επιπέδου σύγχρονες υπηρεσίες Υγείας, πρόληψης, διάγνωσης, θεραπείας, αποκατάστασης για όλους, την προστασία της µητρότητας, της ποιότητας της ζωής σε χώρους δουλειάς και τόπους κατοικίας, για λειτουργικούς ελεύθερους χώρους πρασίνου, για µέτρα και υποδοµές προστασίας της ζωής και της υγείας των λαϊκών στρωµάτων σε χώρους δουλειάς και τόπους κατοικίας, την εξασφάλιση των αντιπυρικών, αντιπληµµυρικών, αντισεισµικών υποδοµών και έργων, τη διασφάλιση σύγχρονης λαϊκής κατοικίας. Πρωτοστατούµε στους αγώνες για τα δικαιώµατα των εργαζοµένων στον Πολιτισµό και των νέων επιστηµόνων.

Η αντεπίθεση, πέρα από τις µορφές πάλης και τα αιτήµατα-διεκδικήσεις, πρέπει να εξελίσσεται σε πανελλαδικά συντονισµένο, ενιαίο –στην πορεία– κίνηµα, µε την έννοια των κοινών θέσεων και στόχων διεκδίκησης, κίνηµα µε αντιµονοπωλιακή – αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, ενάντια στην ΕΕ, στο ΝΑΤΟ, µε πανελλαδικά, ενιαία αιτήµατα. Πρόκειται για ένα κίνηµα που αλλάζει αποφασιστικά τον συσχετισµό στο εσωτερικό του και µαζικοποιεί τη δράση του, αποκρούει, περιθωριοποιεί όσο γίνεται το εµπόδιο του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισµού, τους αντιαπεργιακούς – αντισυνδικαλιστικούς νόµους, κάθε προσπάθεια υπονόµευσης της κοινής δράσης, αποσπά κατακτήσεις και γενικότερα συµβάλλει στη βελτίωση και αλλαγή του γενικότερου συσχετισµού της ταξικής πάλης, αξιοποιεί κάθε δυσκολία ή ρήγµατα στο αστικό πολιτικό σύστηµα, ώστε να περνάει σε νέα φάση αναµέτρησης και σύγκρουσης µε την αστική τάξη και τα όργανα της εξουσίας της.

Κάτω από την παρέµβαση του ΚΚΕ και την πορεία της ταξικής πάλης, αυτό το κίνηµα θα µπορεί να βαθαίνει τον προσανατολισµό του, να εντάσσονται οι αγώνες για τα εργατικά – λαϊκά προβλήµατα στην πάλη για την εργατική εξουσία, στον αγώνα για τον σοσιαλισµό.

Ένα τέτοιο πανελλαδικό και ταυτόχρονα διεθνιστικό κίνηµα ανατροπής µόνο το ΚΚΕ µπορεί να εγγυηθεί ως καθοδηγητική δύναµη, µε τη δράση του, πολύ περισσότερο σε µελλοντικές συνθήκες που θα εµφανιστούν χαρακτηριστικά επαναστατικής κατάστασης.

ΟΞΥΝΣΗ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΠΕΓΚΛΩΒΙΣΜΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Η εναλλαγή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ από αυτήν της ΝΔ τα προηγούµενα χρόνια απέδειξε για ακόµα µια φορά ότι τα φιλελεύθερα και τα σοσιαλδηµοκρατικά κόµµατα αποτελούν «τα δύο πρόσωπα του Ιανού» του αστικού πολιτικού συστήµατος. Αυτό που δεν µπορεί να κάνει το ένα κόµµα, έρχεται να υλοποιήσει το άλλο.

Η κυβερνητική εναλλαγή παίρνει όλο και πιο καθαρά χαρακτηριστικά σκυταλοδροµίας ανάµεσα στα αστικά κόµµατα. Παρά τη φαινοµενική και συχνά οξυµένη φραστική αντιπαράθεση µεταξύ κυβέρνησης και υπόλοιπης αστικής αντιπολίτευσης, εκφράζεται µε διάφορους τρόπους το κλίµα συναίνεσης, στη Βουλή µε κοινή στάση απέναντι σε στρατηγικής σηµασίας νοµοσχέδια και τροπολογίες, µε φιλοφρονήσεις του ενός για το νοµοθετικό έργο του άλλου.

Γίνεται πιο καθαρό σήµερα ότι υπάρχει σύµπλευση του συνόλου των αστικών κοµµάτων σε βασικές στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης.

Κρίνουµε τα αστικά κόµµατα µε βάση το πρόγραµµα, τον χαρακτήρα, τη δράση τους, τη στάση στήριξης στο καπιταλιστικό σύστηµα, τις περιφερειακές και διεθνείς συµµαχίες τους, τη στάση τους απέναντι στους ιµπεριαλιστικούς πολέµους, την πολιτική τους απέναντι στην εργατική τάξη, στα λαϊκά στρώµατα, στο εργατικό – λαϊκό κίνηµα. Οι διαφορές τους µπορεί να οδηγούν σε εντάσεις και να προκαλούν σε µερικές περιπτώσεις δυσκολίες στη σταθερότητα ενός κυβερνητικού σχήµατος, παρ’ όλα αυτά αποτελούν στήριγµα του συστήµατος και παράγοντα διατήρησης και επιδείνωσης του συσχετισµού δυνάµεων, εµφανιζόµενα ορισµένα ως η εναλλακτική λύση κλπ. Ευνοούν την απρόσκοπτη συνέχιση και ένταση της αντιλαϊκής πολιτικής µε την εναλλαγή στην κυβέρνηση, είτε µονοκοµµατικών είτε κυβερνήσεων συνεργασίας.

Όλα τα αστικά κόµµατα, και πρώτα απ’ όλα η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ, ενιαία υιοθετούν:

  • Τη στήριξη της ανάκαµψης της οικονοµίας µε βάση σχέδιο κρατικής παρέµβασης για την «πράσινη ανάπτυξη», µε έµφαση στον τοµέα της Ενέργειας (ενεργειακή µετάβαση – κλείσιµο λιγνιτικών µονάδων κ.λπ.). Την ίδια ώρα που «κόπτονται» για το περιβάλλον, από κοινού ψηφίζουν µια σειρά από νοµοσχέδια µε σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, παραδίδοντας δάση, βουνά, θάλασσες, ελεύθερους χώρους στους επιχειρηµατικούς οµίλους, στηρίζοντας ανάλογες επενδύσεις (π.χ. Ελληνικό), συντηρούν εγκλήµατα στη διαχείριση απορριµµάτων (π.χ. ΧΥΤΑ Φυλής).
  • Την προώθηση της λεγόµενης «ψηφιακής µετάβασης», δηλαδή την αξιοποίηση των ψηφιακών δυνατοτήτων στις δοµές και τις υπηρεσίες του αστικού κράτους, µε στόχο κυρίως τη διευκόλυνση των επιχειρηµατικών οµίλων, αλλά και για την ταχύτερη και πιο αποτελεσµατική αντιµετώπιση και καταστολή των εργατικών – λαϊκών δυνάµεων, την παρέµβαση στη λειτουργία των οργανώσεων του κινήµατος.
  • Την προώθηση αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις µε κύριο µοχλό τη διευθέτηση του εργάσιµου χρόνου σύµφωνα µε τις ανάγκες του κεφαλαίου, µεταξύ αυτών και της τηλεργασίας.
  • Την πολιτική της «ενεργής εξωτερικής πολιτικής» στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, της στρατηγικής συµµαχίας µε τις ΗΠΑ.
  • Το πλαίσιο των σηµαντικών αλλαγών στην κατεύθυνση της πιο οργανικής σύνδεσης της Δηµοτικής και Περιφερειακής Διοίκησης µε τα κεντρικά όργανα και τους κεντρικούς κρατικούς σχεδιασµούς, µε βάση ανάλογες δοµικές αναπροσαρµογές της ΕΕ τα προηγούµενα χρόνια, που σχετίζονταν και µε τη λειτουργία των ευρωενωσιακών προγραµµάτων. Τον ειδικό ρόλο που αναλαµβάνουν σε πολιτικές διαχείρισης της ακραίας φτώχειας, της µακροχρόνιας ανεργίας µε στόχο την κοινωνική συναίνεση.

Η εργατική τάξη, οι αυτοαπασχολούµενοι, οι αγρότες, οι γυναίκες των λαϊκών οικογενειών, οι νέοι και οι νέες βρίσκονται αντιµέτωποι µε νέες προσπάθειες χειραγώγησης, παραπλάνησης, καλλιέργειας της µοιρολατρίας και των αυταπατών, µε τη διάδοση από τη µια κοσµοπολίτικων ουτοπικών αντιλήψεων ή από την άλλη εθνικιστικών, ρατσιστικών και αντικοµµουνιστικών θέσεων.

Στόχος όλης αυτής της εκστρατείας είναι να µπαίνουν εµπόδια σε όποιες τάσεις εργατικής – λαϊκής ριζοσπαστικοποίησης διαµορφώνονται, να µη συναντιούνται µε την αντικαπιταλιστική – αντιµονοπωλιακή πάλη, µε την προοπτική της ανατροπής του καπιταλιστικού συστήµατος.

Το ΚΚΕ έχει ευθύνη µε όλες του τις δυνάµεις να διεξάγει ολοκληρωµένα, αποτελεσµατικά, τεκµηριωµένα ιδεολογική – πολιτική πάλη ενάντια:

‣Στην προσπάθεια ιδιαίτερα της κυβέρνησης της ΝΔ, διάφορων αστικών επιτελείων, εκπροσώπων του κεφαλαίου να εµφανίσουν ως σύγχρονες και προοδευτικές τις βασικές στρατηγικές επιλογές του συστήµατος, την προώθηση των αντεργατικών αναδιαρθρώσεων.

‣ Στην επιχείρηση να ντυθεί ιδεολογικά, µε το πρόσχηµα της «ασφάλειας» και της υπεράσπισης των ατοµικών δικαιωµάτων, η ένταση της καταστολής και του αυταρχισµού, που εκφράζει τη συνολική τάση αντιδραστικής θωράκισης του συστήµατος απέναντι στις δικές του αντιφάσεις και αντιθέσεις, αλλά και στις προβλέψεις για ένταση της λαϊκής δυσαρέσκειας.

‣ Στην ένταση της προσπάθειας του κράτους και της εργοδοσίας για την ενίσχυση των στοιχείων διάσπασης στους κόλπους της εργατικής τάξης µε βάση µορφωτικές, µισθολογικές, ηλικιακές διαφορές, τη διαφορετική εθνική προέλευση, θρησκεία, χρώµα, φύλο, αξιοποιώντας σε αυτήν την κατεύθυνση και νέες µεθόδους εκµετάλλευσης, την πλατιά καθιέρωση ατοµικών συµβάσεων, τη διευθέτηση του εργάσιµου χρόνου.

‣ Στην προσπάθεια αναπαλαίωσης των παραδοσιακών αστικών πολιτικών και ιδεολογικών διαχωρισµών, όπως «δεξιά – αντιδεξιά», «συντήρηση – πρόοδος», «κεντροδεξιά – κεντροαριστερά», «συντηρητικός νεοφιλελευθερισµός – προοδευτικός αντινεοφιλελευθερισµός» κ.λπ.

‣ Στη θέση που προβάλλει η σοσιαλδηµοκρατία, ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ, ότι είναι δυνατή µια φιλολαϊκή «ήπια», «προοδευτική» εφαρµογή πολιτικών που στηρίζουν τις βασικές στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης. Στην παραλλαγµένη θέση που εκφράζει το ΜέΡΑ25, που ουσιαστικά αποσπά ζητήµατα της κυκλοφορίας του χρηµατικού κεφαλαίου από την καπιταλιστική σχέση ιδιοκτησίας, ανάγει ζητήµατα διαχείρισης δανείων – χρεών – νοµίσµατος αποκλειστικά σε ζήτηµα ευρωενωσιακής πολιτικής, ενώ πρόκειται για κυβερνητική πολιτική µε στόχο να εξασφαλίζει ευρύτερη εργατική – λαϊκή συναίνεση σε αυτούς τους στόχους και την ανάλογη «κοινωνική συνοχή».

‣ Στην ουσία της πολιτικής των Δηµοκρατικών του Μπάιντεν στις ΗΠΑ που προβάλλεται ως πρότυπο «δηµοκρατικής µεταρρύθµισης» του συστήµατος, αλλά και των σοσιαλδηµοκρατικών κυβερνήσεων της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Αξιοποιούµε γενικότερα την ευρωπαϊκή και διεθνή πείρα που αποδεικνύει ότι δεν µπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διαχείριση των αντιλαϊκών στόχων του κεφαλαίου.

‣ Στην προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να αξιοποιήσει στη µάχη για την κυβερνητική εναλλαγή την όποια λαϊκή δυσαρέσκεια και αγωνιστική αντίδραση στην πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ, ενώ ταυτόχρονα «απευθύνεται» προς την αστική τάξη ως πιο χρήσιµος και ικανός διαχειριστής. Να αναδειχτούν τα πεπραγµένα του ως κυβέρνησης όλη την περίοδο 2015 – 2019 που ξεµπροστιάζουν τις όποιες σήµερα «φιλολαϊκές» διακηρύξεις του. Να αποκαλυφθούν και τα πεπραγµένα του ως αντιπολίτευσης: Στηρίζει τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, τα προαπαιτούµενα των δεσµεύσεων του Ταµείου Ανάκαµψης, τα ληστρικά για τον λαό σχέδια της «πράσινης ανάπτυξης», την πολιτική εµπλοκής στα ιµπεριαλιστικά σχέδια. Αν µε τις αντιµνηµονιακές κορόνες του έφτασε να εφαρµόζει µνηµόνια, µε διακηρύξεις σαν τις σηµερινές είναι φανερό τι πρόκειται να κάνει σε µελλοντική διακυβέρνηση.

Επίσης, το ΚΚΕ µε την πάλη του:

‣ Αποκαλύπτει την ουσία της γραµµής του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία µπορεί να εκφραστεί και από άλλες, σοσιαλδηµοκρατικού και οπορτουνιστικού χαρακτήρα, πολιτικές δυνάµεις. Τη συνολικότερη, δηλαδή, προσπάθεια ενίσχυσης ενός ρεύµατος σοσιαλδηµοκρατικής ανανέωσης πατώντας πάνω στη δυσαρέσκεια και τη φθορά της κυβέρνησης, στο έδαφος των πιο φανερών επιπτώσεων από την πανδηµία.

‣ Συγκρούεται µε τις αυταπάτες ότι υπάρχει µια συνεπής φιλολαϊκή «ρεαλιστική» εναλλακτική πρόταση «δηµοκρατικής εµβάθυνσης» της ΕΕ, µε «ισότιµη» ανάληψη ευθύνης από τα ισχυρότερα κράτη – µέλη για τα δηµοσιονοµικά ελλείµατα, που προβάλλουν δυνάµεις όπως το ΜέΡΑ 25. Με τις «θεωρίες» περί «χρεο-δουλοπαροικίας» και «µετακαπιταλισµού» που δήθεν ευθύνονται για την αντεργατική επίθεση, βγάζοντας έτσι λάδι το ίδιο το καπιταλιστικό σύστηµα. Με τις αντιλήψεις που αναπαράγουν τις λογικές που αρνούνται ουσιαστικά την πάλη σε εθνικό επίπεδο, θεωρούν ξεπερασµένα τα αιτήµατα αποδέσµευσης από το ΝΑΤΟ, προβάλλοντας τον στόχο «αυτο – διάλυσής του».

‣ Αντιπαρατίθεται µε κάθε εκδοχή αναβίωσης µιας νέας «αριστερής σοσιαλδηµοκρατίας», ενός «ΣΥΡΙΖΑ του 2010 και 2012», αναβίωσης της γραµµής της «αριστερής διακυβέρνησης» που δήθεν «αυτήν τη φορά δεν θα συµβιβαστεί», «θα εφαρµόσει ένα αυθεντικό µεταβατικό κεϊνσιανό πρόγραµµα», «θα έρθει σε αντιπαράθεση µε επιλογές της ΕΕ και έτσι θα ανοίξει τον δρόµο για ριζικές ανατροπές, ακόµα και για τη σοσιαλιστική προοπτική», που προβάλλουν διάφορες οπορτουνιστικές δυνάµεις.

‣ Αντιπαρατίθεται σταθερά µε ακροδεξιές, εθνικιστικές και φασιστικές δυνάµεις (π.χ. Ελληνική Λύση, εναποµείνασα Χρυσή Αυγή (ΧΑ), Εθνική Λαϊκή Συνείδηση (ΕΛΑΣΥΝ), Έλληνες για την Πατρίδα (ΕΛΛΗΝΕΣ ΓΤΠ), Ελεύθεροι Άνθρωποι κ.ά.) που παρά την καταδίκη της Χρυσής Αυγής συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται, αξιοποιούνται ως δυνάµεις κρούσης σε βάρος ιδιαίτερα νεολαιίστικων κινητοποιήσεων, αναπαράγουν τον σκοταδισµό και τον ανορθολογισµό, επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τις εξελίξεις στα Ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό, την υλοποίηση της Συµφωνίας των Πρεσπών και τις εξελίξεις στο Προσφυγικό για να διευρύνουν την επιρροή τους.

Βάζουµε συγκεκριµένους στόχους µε το κάλεσµα για συµπόρευση µε το ΚΚΕ. Επιδιώκουµε να αγκαλιάσουµε χιλιάδες εργαζόµενους, απ’ όλες τις λαϊκές δυνάµεις, να τους εµπνεύσουµε µε την πολιτική µας, να ενισχύσουµε τους ιδεολογικούς – πολιτικούς µας δεσµούς, για να ενταχθούν στην καθηµερινή πάλη, σε όλες τις πολιτικές µάχες (στις βουλευτικές εκλογές κλπ.) µαζί µε το Κόµµα, σε όλες τις µορφές του καθηµερινού αγώνα, στην απεργία, στο συλλαλητήριο, στις αρχαιρεσίες στα σωµατεία.

Η σκέψη µας βρίσκεται και στους χιλιάδες Έλληνες µετανάστες και άλλους Έλληνες του εξωτερικού, αυτούς που αγωνιούν για την πορεία της χώρας και του λαού µας, όλους όσοι ζουν, δουλεύουν και σπουδάζουν σε χώρες της Ευρώπης, της Αµερικής, της Αυστραλίας κ.α. Το ΚΚΕ τους αντιµετωπίζει πριν απ’ όλα ως εργάτες, εργαζόµενους επιστήµονες ή φοιτητές που έχουν κοινά συµφέροντα, µιας και ζουν τις εµπειρίες και τα προβλήµατα σε άλλα καπιταλιστικά κράτη. Σε αντίθεση µε το ΚΚΕ, τα αστικά κόµµατα διαχρονικά µε την πολιτική τους βρέθηκαν ενάντια στα συµφέροντά τους και ­–όπως έδειξε το θέµα της ψήφου των αποδήµων– τους βλέπουν και τώρα εκλογικά, ψηφοθηρικά.

Οι Έλληνες µετανάστες µπορούν µε τη δράση τους να βοηθήσουν στην ανάκαµψη και τον ταξικό προσανατολισµό του κινήµατος στις χώρες που ζουν, ενισχύοντας τους δεσµούς τους µε το εργατικό – λαϊκό κίνηµα της χώρας µας.

Σήµερα υπάρχουν αρκετές εργατικές – λαϊκές δυνάµεις, µισθωτοί, αυτοαπασχολούµενοι της πόλης, αγρότες, επιστήµονες, διανοούµενοι, καλλιτέχνες, που προβληµατίζονται όλα τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο και για την πολιτική της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΡΙΖΑ. Δοκίµασαν τις συνέπειες µιας βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης, την πολιτική εµπειρία της λεγόµενης «αριστερής διακυβέρνησης» του ΣΥΡΙΖΑ, της παλιάς και νέας σοσιαλδηµοκρατίας, του ιµπεριαλιστικού ανταγωνισµού και των πολέµων, του ρόλου της ΕΕ, του ΔΝΤ, του ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα, γνωρίζουν και εκτιµούν τον ρόλο του Κόµµατος στον αγώνα, χωρίς να είναι ίσως έτοιµοι ακόµα να υιοθετήσουν ή να συµφωνήσουν σε βασικές προγραµµατικές θέσεις του Κόµµατος.

Το ΚΚΕ µπορεί και πρέπει να προσεγγίσει όλες αυτές τις δυνάµεις, να συζητάει συστηµατικά µαζί τους τις θέσεις του, να µελετά τις δικές τους απόψεις και παρατηρήσεις, να επιδιώκει να δράσουν µέσα στις γραµµές του κινήµατος, στο εργατικό – συνδικαλιστικό κίνηµα, στην κοινωνική συµµαχία, σε άλλες αγωνιστικές µορφές δράσης. Το ΚΚΕ επιδρά πιο ουσιαστικά µε την πολιτική και το Πρόγραµµά του. Είναι καθήκον που αφορά όλα τα καθοδηγητικά όργανα του Κόµµατος, από την ΚΕ έως τα Γραφεία των ΚΟΒ και όλες τις ΚΟΒ. Εφόδιό µας είναι οι θέσεις και οι επεξεργασίες µας, η πείρα που έχουµε συσσωρεύσει και που αποδεικνύουν την ουτοπία των αντιλήψεων για ένα µεταβατικό πολιτικό πρόγραµµα και την πιθανότητα µια κοινοβουλευτική κυβέρνηση να ανοίξει τον δρόµο της επαναστατικής διαδικασίας που θα οδηγήσει στην ανατροπή του καπιταλισµού.

Το ΚΚΕ µε τη στρατηγική του, τις επεξεργασίες και τη δράση του συµβάλλει στον απεγκλωβισµό εργατικών – λαϊκών δυνάµεων από τις ψευδαισθήσεις για τη δυνατότητα φιλολαϊκής πολιτικής από κυβέρνηση «αριστερών» ή «προοδευτικών» δυνάµεων που µε τη συµµετοχή µάλιστα των κοµµουνιστών µπορεί να φέρει τον λαό πιο κοντά στη ριζική αλλαγή. Απαντά στο ιδεολόγηµα ότι το ΚΚΕ µε τη στρατηγική του για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήµατος και την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας δεν προσφέρει, δήθεν, «άµεση πολιτική λύση» υπέρ του λαού. Αναδεικνύει τις ιστορικές αλλά και πρόσφατες αρνητικές εµπειρίες από την υιοθέτηση αυτής της πολιτικής σε όλον τον 20ό αιώνα και στις πρώτες δεκαετίες του 21ου. Αντίθετα, η γραµµή της «άµεσης πολιτικής λύσης» το µόνο που πέτυχε ήταν η παρεµπόδιση της ριζοσπαστικοποίησης εργατικών – λαϊκών δυνάµεων, το σµπαράλιασµα του κινήµατος, η ενσωµάτωση ΚΚ στο σύστηµα, η απώλεια της ευκαιρίας της αποφασιστικής σύγκρουσης σε δοσµένες συνθήκες.

Το ΚΚΕ απαντά στις ανάγκες και στα προβλήµατα του λαού µε τη θέση και τη δράση του για την αναζωογόνηση της ταξικής πάλης, την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήµατος, την κοινωνική συµµαχία που παλεύει να αποσπάσει κατακτήσεις, συγκεντρώνει και µαζικοποιεί δυνάµεις, ώστε να ενισχύεται ο αγώνας για την πραγµατική ανατροπή, την εργατική εξουσία.

Το ΚΚΕ έχει σήµερα, πολύ περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο, ισχυρές αποδείξεις που εδράζονται και στις εµπειρίες του ελληνικού λαού, των λαών στην Ευρώπη, παγκόσµια. Έχει τη δυνατότητα να πείσει, να επιδράσει, να προβληµατίσει για τη σηµασία που έχει ο καθηµερινός αγώνας για τα οξυµένα λαϊκά προβλήµατα να κατευθύνεται και να εντάσσεται στον αγώνα για την εργατική εξουσία, σε αντίθεση µε τη λογική του δήθεν «µικρότερου κακού» που οδηγεί στον αφοπλισµό του εργατικού – λαϊκού κινήµατος, στην υποχώρηση και χειραγώγηση. Είναι απαραίτητη και πολύτιµη η ανάδειξη της ιστορικής πείρας, µέσα και από τη µελέτη του Δοκιµίου Ιστορίας του Κόµµατος, βεβαίως και άλλες σύγχρονες επεξεργασίες.

Το ΚΚΕ δεν υποτιµά τον εξαιρετικά αρνητικό συσχετισµό δυνάµεων, επεξεργάζεται την εξειδίκευση της στρατηγικής για την ανάπτυξη του ταξικού αγώνα ανά χώρο, ανά τµήµα της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάµεων, µε επίκεντρο την προβολή και διεκδίκηση των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών, µε αναπόσπαστο στόχο η ανερχόµενη λαϊκή πάλη να διαφοροποιεί θετικά τον συσχετισµό, στοιχείο του οποίου είναι και η απόρριψη του «ρεαλισµού» της ενσωµάτωσης και υποταγής του κινήµατος.

Πιο συστηµατικά και σε βάθος χρειάζεται να παρακολουθούµε ως Κόµµα την παρέµβαση των αστικών δυνάµεων στην Τοπική Διοίκηση. Να µπει η δράση τους στο στόχαστρο και τις διεκδικήσεις του εργατικού – λαϊκού κινήµατος. Από αυτήν τη σκοπιά µεγαλώνει και η ευθύνη των κοµµατικών Οργάνων για µια πιο ουσιαστική και ολόπλευρη καθοδήγηση των εκπροσώπων µας στα όργανα Τοπικής Διοίκησης. Οι εκλεγµένοι κοµµουνιστές, όπως και οι συνεργαζόµενοι µε αυτούς και σε βάρος αυτού του αρνητικού συσχετισµού, αγωνίζονται για την ανακούφιση των λαϊκών οικογενειών µε την ανάπτυξη της πάλης και των διεκδικήσεών τους.

Η άνοδος της ιδεολογικής στάθµης του Κόµµατος, και της συλλογικής και της ατοµικής, η συνεχής µελέτη και αφοµοίωση των επεξεργασιών, η βελτίωση της καθοδηγητικής δουλειάς και της λειτουργίας των ΚΟΒ, µε ουσιαστική ενίσχυση της συλλογικότητας, της κριτικής και της αυτοκριτικής, αποτελούν βασικό όρο ώστε να αποκτήσουµε µεγαλύτερη ικανότητα, επιτελικότητα, αποτελεσµατικότητα, για να µπορούµε να δρούµε από κοινού µε εργατικές – λαϊκές δυνάµεις που δεν συµφωνούν µε το Πρόγραµµά µας, να συµβάλλουµε στην οργάνωση του αγώνα σε όλες τις συνθήκες, σε καµπές, είτε ανόδου είτε προσωρινής υποχώρησης.

Αποτελεί βασικό όρο για να διεξάγουµε την ιδεολογική πάλη µε πιο εύστοχο, εκλαϊκευτικό τρόπο, να ωθούµε µε τις θέσεις και την αγωνιστική πρωτοπόρα στάση µας σε µεγαλύτερη λαϊκή πρωτοβουλία και µαχητικότητα. Να οικοδοµούµε γερές ΚΟΒ και γερές Οργανώσεις της ΚΝΕ σε όλους τους κρίσιµους χώρους δουλειάς, εκπαίδευσης, σε κλάδους σηµαντικούς, σε εργατικές – λαϊκές γειτονιές.

Σήµερα, µπορούµε να πρωτοστατήσουµε, µε καλύτερους όρους, ώστε να κατανοείται πλατύτερα η αναξιοποίητη ακόµα πραγµατική δύναµη του κοινού οργανωµένου αγώνα της εργατικής τάξης και των λαϊκών τµηµάτων των µεσαίων στρωµάτων, όπως επίσης των νέων και των γυναικών, ενάντια στην προπαγάνδα και την ίδια την πολιτική της παθητικότητας, της αδράνειας, της µοιρολατρίας, της ενσωµάτωσης, ενάντια σε όλες τις αυταπάτες ότι το καπιταλιστικό σύστηµα µπορεί να εξανθρωπιστεί.

ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΩΣ ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΗΣ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ, ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ – ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ

Το 21ο Συνέδριο θεωρεί ότι στο επίκεντρο των καθηκόντων του επόµενου διαστήµατος βρίσκεται η ανάγκη το Κόµµα, ως ενότητα θεωρητικής δουλειάς, πολιτικής και µαζικής δράσης, να σταθεί στο ύψος των απαιτήσεων, να ενισχύσει τον ρόλο του ως πραγµατικός καθοδηγητής και οργανωτής του εργατικού κινήµατος, της επαναστατικής προοπτικής για τον σοσιαλισµό – κοµµουνισµό.

Η πρόοδος που έχει επιτευχθεί µέσα σε δύσκολες, πρωτόγνωρες, σύνθετες συνθήκες εκφράζει σε έναν βαθµό ένα νέο επίπεδο θεωρητικής και πολιτικής ωρίµανσης, συνολικά όµως πρέπει να ανταποκριθούµε στις απαιτήσεις που προσδιορίζουν οι ίδιες οι εξελίξεις, για να περάσουµε σε µια νέα ανοδική πορεία, µε βασικό κριτήριο το πώς το ΚΚΕ συµβάλλει στην προετοιµασία της εργατικής τάξης για τον ηγετικό της ρόλο στην ανατροπή του καπιταλιστικού συστήµατος, την οικοδόµηση της νέας κοινωνίας, τον σοσιαλισµό – κοµµουνισµό.

ΝΕΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΛΟΠΛΕΥΡΗ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΜΑΣ

Η θεωρητική, ιδεολογική, µορφωτική δουλειά αποτελεί κρίσιµο στοιχείο που συµβάλλει στην κατάκτηση της διαλεκτικής υλιστικής µεθοδολογίας σκέψης και σχεδιασµού δράσης.

Η συνεχής, αδιάκοπη, προγραµµατισµένη και ενταγµένη στο πρόγραµµα της κοµµατικής δράσης ιδεολογική, κοµµουνιστική µορφωτική δουλειά αποτελεί βάση για την κατάκτηση ή την ενίσχυση της µελέτης και κυρίως της ουσιαστικής αφοµοίωσης των βασικών θέσεων της θεωρίας µας για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισµού και τη σοσιαλιστική – κοµµουνιστική οικοδόµηση, µε βάση και τα συµπεράσµατα της σχετικής µελέτης που έχει ξεκινήσει και συνεχίζει το Κόµµα.

Επικεντρώνουµε στα εξής µέτωπα του ιδεολογικού αγώνα:

Στη βαθύτερη κατανόηση της εκµεταλλευτικής σχέσης, των σύγχρονων µορφών που παίρνει η καπιταλιστική εκµετάλλευση εξαιτίας της εφαρµογής και νέων τεχνολογιών και άλλων µεθόδων οργάνωσης της εργασίας, των µηχανισµών απόσπασης και µοιράσµατος της υπεραξίας, διαµόρφωσης του µέσου ποσοστού κέρδους, της εξέλιξης του εργάσιµου χρόνου και µε µορφές όπως µε τη διευθέτησή του, την αξιοποίηση της τηλεργασίας κ.λπ., ζητήµατα που πρέπει να αναφέρονται και να εξηγούνται στην αρθρογραφία µας, στις οµιλίες και δηµόσιες παρεµβάσεις µας.

Στην αντίληψή µας για τον χαρακτήρα του κύκλου της οικονοµικής κρίσης στον καπιταλισµό, την εναλλαγή φάσεων ύφεσης και ανάκαµψης, για τα οποία έχει γίνει δουλειά αρκετή, αλλά δεν επαρκεί, αφού όλα αυτά σχετίζονται µε τη σωστή εκτίµηση για τις διάφορες µορφές αστικής διαχείρισης. Στη διαπάλη, στη βάση των προγραµµατικών προτάσεων και θέσεων του Κόµµατος, µε τους βασικούς πυλώνες του εθνικού σχεδίου ανάπτυξης, του «Green Νew Deal», στην ανάδειξη της ουσίας των επιπτώσεων στον λαό από την ψηφιοποίηση και τον µετασχηµατισµό του κράτους και της παραγωγής.

Στην αντίληψή µας για τη σοσιαλιστική οικοδόµηση κατά τον 20ό αιώνα, απαλλαγµένη από την τάση εξωραϊσµού της για τις γενιές που την γνώρισαν, ενώ οι νέες γενιές ή έχουν πλήρη άγνοια ή γνωρίζουν την αστική προσέγγιση µε πολλά στοιχεία διαστρεβλώσεων και αντικοµµουνισµού. Να ενισχύσουµε την προβολή της ανωτερότητας του σοσιαλισµού, να αναδεικνύουµε τις αιτίες ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήµατος, κυρίως τις αιτίες διάλυσης της ΕΣΣΔ που αποτελούσε την πρωτοπορία αυτού του πρώτου ιστορικού εγχειρήµατος της σοσιαλιστικής οικοδόµησης, τον ρόλο και την εξέλιξη του ΚΚΣΕ.

Στον εµπλουτισµό της µελέτης και των θέσεών µας για τις εξελίξεις στο αστικό σύστηµα, στο εποικοδόµηµα, στη Δικαιοσύνη, στην Παιδεία, στο κράτος, σε όλους τους τοµείς της κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής. Ιδιαίτερα χρειάζεται να ενταχθούν στην ιδεολογική – πολιτική πάλη µας η ανάδειξη της κοινωνικής διάστασης και των φαινοµένων βίας κατά των γυναικών, των φυλετικών διακρίσεων κ.ά. Να δώσουµε βάρος στο να εξηγηθούν οι θέσεις µας για τη χειραφέτηση των γυναικών, την αποφασιστική καταδίκη κάθε ρατσιστικής, µισαλλόδοξης επιθετικότητας µε βάση την εθνική καταγωγή, το χρώµα, τη θρησκεία, το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισµό. Να αντιµετωπίσουµε τις αντιδραστικές θεωρίες του µεταµοντερνισµού και τις ανορθολογικές, ιδεαλιστικές απόψεις για το «κοινωνικό φύλο», τη «ρευστότητα της ταυτότητας φύλου», του ιδεολογήµατος του «ατοµικού δικαιωµατισµού» που απορρέουν από αυτές και που επηρεάζουν λαϊκές δυνάµεις οι οποίες δεν γνωρίζουν σε βάθος την επιστηµονική προσέγγιση του ζητήµατος. Οι απόψεις αυτές δεν έχουν καµιά σχέση µε την αγωνιστική συλλογική υπεράσπιση όλων των ατοµικών και κοινωνικών δικαιωµάτων και ελευθεριών για την εργατική τάξη, τις λαϊκές δυνάµεις, τη νεολαία και τις γυναίκες εργατικής ή λαϊκής ένταξης και καταγωγής. Η ανάδειξη της κοινωνικής – ταξικής διάστασης των παραπάνω ζητηµάτων απαιτεί µελέτη του φιλοσοφικού υπόβαθρού τους, της αντανάκλασής τους στο εποικοδόµηµα και της ανάλυσής τους υπό το πρίσµα της σχέσης οικονοµίας – πολιτικής.

Στην επεξεργασµένη προώθηση της στρατηγικής σε κάθε φάση, στον καθηµερινό αγώνα. Η πλήρης συνειδητοποίηση του ζητήµατος ότι η κάθε πλευρά της κοµµουνιστικής καθοδήγησης και δράσης ξεκινά από το Πρόγραµµά µας, από τη στρατηγική µας. Αυτό δεν έχει σχέση µε τη συνθηµατική αναφορά στον σοσιαλισµό – κοµµουνισµό και την εργατική εξουσία µέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνηµα ή στα άλλα κινήµατα, ως «επιστέγασµα» πολλές φορές µιας λεπτοµερειακής απαρίθµησης επιµέρους προβληµάτων και αιτηµάτων για άµεση δράση. Ούτε βέβαια µε την τοποθέτηση πρώτα κάποιου οξυµένου προβλήµατος και µετά στην αναζήτηση τρόπων πολιτικοποίησης αυτού του προβλήµατος, της τεχνητής σύνδεσης µεταξύ τους, µε βάση µια εδραιωµένη λαθεµένη άποψη περί δήθεν σύνδεσης της τακτικής µε τη στρατηγική, η οποία σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις καταντά µια σχηµατική συγκόλληση σκόρπιων άµεσων αιτηµάτων και στρατηγικών επεξεργασιών.

Είναι αναγκαίο να εξασφαλίζονται:

Η αποτελεσµατική και στοχευµένη διαµόρφωση γραµµής στο κίνηµα, βασισµένη στην παρακολούθηση των εξελίξεων, όπως σε µεγάλο βαθµό πετυχηµένα το κάναµε την περίοδο της δεκαετούς κρίσης που αποτυπώθηκε και µε συνθήµατα (κατάργηση αντεργατικών νόµων των µνηµονίων, µονοµερή διαγραφή του χρέους, αποδέσµευση από την ΕΕ µε τον λαό στην εξουσία). Στη φάση της περιορισµένης ανάκαµψης, µε τον προσδιορισµό της πάλης στην κατεύθυνση της ικανοποίησης των σύγχρονων αναγκών. Στην πανδηµία, µε τον συνδυασµό στόχων που προβάλλουν την άµεση ανάγκη ενίσχυσης των κρατικών δοµών και όλων των παροχών που πρέπει να προσφέρει δωρεάν το κρατικό σύστηµα Υγείας, την επίταξη του ιδιωτικού τοµέα, που ανοίγουν ταυτόχρονα τον δρόµο του προβληµατισµού και της πάλης για συνολικότερες κοινωνικές αλλαγές για την ανάγκη αποκλειστικά δηµόσιου δωρεάν συστήµατος Υγείας, στο έδαφος της κοινωνικοποίησης των µέσων παραγωγής, τον κεντρικό επιστηµονικό σχεδιασµό από την εργατική εξουσία.

Η εύστοχη εξειδικευµένη ιδεολογική – πολιτική αντιπαράθεση µέσα στο κίνηµα µε τις άλλες δυνάµεις για την κατεύθυνσή του, τον προσανατολισµό του, τους στόχους πάλης που υιοθετεί.

Η µελέτη σε σταθερή βάση των αγωνιστικών διεργασιών, η σωστή εκτίµηση διαθέσεων, η εξαγωγή νέας πείρας και γνώσης, η συλλογική αφοµοίωσή τους σε όλα τα επίπεδα, συµβάλλοντας στην αποτελεσµατικότητα και σε άνοιγµα δρόµων.

ΜΕΛΕΤΑΜΕ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΜΑΣ, ΑΦΟΜΟΙΩΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΒΑΘΑΙΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΕΣ ΜΑΣ

Το 21ο Συνέδριο επισηµαίνει την ανάγκη να ενισχυθεί συνολικά το θεωρητικό – ιδεολογικό στοιχείο στη λειτουργία όλων των καθοδηγητικών Οργάνων.

Τα οργανωµένα συστήµατα αυτοµόρφωσης, τα µαθήµατα σε Όργανα και ΚΟΒ είναι η βάση για να µπορούν τα καθοδηγητικά Όργανα και οι ΚΟΒ να συζητούν ολοκληρωµένα τα ζητήµατα της ιδεολογικής – πολιτικής πάλης που προκύπτουν από τη δράση µας σε ένα µέτωπο πάλης ή από τα ζητήµατα της επικαιρότητας.

Η εκπαίδευση στη βαθιά θεωρητική – ιδεολογική συζήτηση κάθε πολιτικού και µαζικού καθήκοντος απαιτεί ανάλογο χρόνο και προετοιµασία συζήτησης σε κάθε καθοδηγητικό Όργανο. Απαιτεί διαµόρφωση προϋποθέσεων για συλλογική συζήτηση, η οποία βέβαια θα στηρίζεται και στην –επιστηµονική και ταξική– προετοιµασία των θεµάτων, µε βάση τα ανάλογα επιτελεία του Κόµµατος. Σε αυτήν την κατεύθυνση να αξιοποιηθούν τα θετικά βήµατα που υπάρχουν από συζήτηση αρθρογραφίας του «Ριζοσπάστη» και της «ΚΟΜΕΠ» σε Όργανα, να γενικευτούν, να επεκταθούν στη συζήτηση ευρύτερων θεµάτων.

Πρέπει να αντιµετωπιστεί αποφασιστικά η τάση, όσο πάµε προς τα κάτω, να αδυνατίζουν οι σηµαντικές επεξεργασίες µας, η πλούσια πρακτική πείρα που έχουµε αποκτήσει κατά τη διεξαγωγή του ιδεολογικού – πολιτικού – µαζικού – συνδικαλιστικού αγώνα, να κατακερµατίζονται, να παίρνουν αποσπασµατικό και ευκαιριακό χαρακτήρα.

Οι ιδεολογικές – πολιτικές επεξεργασίες λειτουργούν σωστά σαν «καρδιά» της πολιτικής µας δράσης µόνο όταν εντάσσονται οργανικά στη συζήτηση, στη λειτουργία των καθοδηγητικών Οργάνων, όταν µπορούν να αξιοποιούνται στην παρακολούθηση των εξελίξεων, στην πολιτική και µαζική δράση, στην επεξεργασία της γραµµής πάλης. Το ζήτηµα αυτό αφορά τη λειτουργία των καθοδηγητικών κρίκων από πάνω µέχρι κάτω.

Εξετάζουµε την καθοδηγητική µας δουλειά υπό το πρίσµα της θετικής πορείας του Κόµµατος, των επεξεργασιών, των πρωτοβουλιών του, της ικανότητας προσαρµογής που έδειξε σε καµπές, στο πλαίσιο γενικότερων πολιτικών εξελίξεων, σε απότοµες αλλαγές, όπου ενυπάρχουν και µεγάλες δυσκολίες και µεγάλες δυνατότητες. Τέτοιες δυσκολίες αλλά και δυνατότητες που ανεβάζουν την απαιτητικότητα της καθοδηγητικής ικανότητας των Οργάνων να δώσουν ώθηση στις ΚΟΒ, σε όλους τους τοµείς, οπωσδήποτε και στην κοµµατική οικοδόµηση, για να αντιστοιχηθεί αυτή η δουλειά, όσο γίνεται, στις απαιτήσεις προώθησης του καθοδηγητικού ρόλου του Κόµµατος στην εργατική τάξη.

Τα στοιχεία που εµφανίστηκαν στην περίοδο της καραντίνας σε ειδικές συνθήκες (στην αξιοποίηση του «Ριζοσπάστη», στην καθοδηγητική δουλειά, στην αξιοποίηση πολλών µέσων µαζικής προπαγάνδας κ.α.) πρέπει να γενικευτούν ως θετική πείρα. Να επιδιώξουµε σταθερά αποφασιστική άνοδο της αξιοποίησης και κυκλοφορίας του «Ριζοσπάστη», της ΚΟΜΕΠ, της διάδοσης του βιβλίου της Σύγχρονης Εποχής.

Ειδικός και ξεχωριστός είναι ο ρόλος των Τµηµάτων της ΚΕ, αλλά και των βοηθητικών επιτροπών των ΕΠ, για τα οποία χρειάζεται µεγάλη φροντίδα για κατάλληλη και πιο προσεγµένη στελέχωσή τους, ο συνδυασµός της µελετητικής ικανότητας µε την πείρα από το κίνηµα.

Η νέα ΚΕ και οι ΕΠ µε σχέδιο και συλλογική συζήτηση να ασχοληθούν µε την πιο αποφασιστική και ουσιαστική βοήθεια προς τις ΚΟΒ. Αντίστοιχα από το ΚΣ της ΚΝΕ στις ΟΒ.

Η νέα ΚΕ να διαµορφώσει ειδικό σηµείωµα προς τις ΚΟ, παίρνοντας υπόψη τις νέες εξελίξεις και τις νοµοθετικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί από το αστικό κράτος σε µια σειρά από τοµείς, µαζί µε οδηγίες (πολιτικές, νοµικές, οργανωτικές) που αφορούν ζητήµατα ετοιµότητας, επαγρύπνησης, τήρησης αρχών λειτουργίας του Κόµµατος απέναντι στον ταξικό αντίπαλο και την προσπάθεια υπονόµευσης και επίθεσης στο Κόµµα.

ΕΓΚΑΙΡΗ ΚΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Η αναβάθµιση της καθοδηγητικής δουλειάς των Οργάνων περνάει µέσα από τη µεγαλύτερη ανάπτυξη της πρωτοβουλίας των Κοµµατικών Οργανώσεων στην ανάπτυξη της δράσης στο εργατικό – λαϊκό κίνηµα. Σε αυτήν την κατεύθυνση χρειάζεται να αναπτυχθεί το ανάλογο µαχητικό πνεύµα, ετοιµότητας, αµεσότητας, γρήγορης αντίδρασης µπροστά σε εξελίξεις σε απρόοπτα ζητήµατα που προκύπτουν. Κρίνεται άµεσα η δυνατότητα των καθοδηγητικών Οργάνων να διαµορφώνουν γραµµή στη βάση των επεξεργασιών µας, να δίνουν κατεύθυνση παρέµβασης των κοµµατικών µας δυνάµεων, να τις στηρίζουν στη διεξαγωγή της ιδεολογικής – πολιτικής διαπάλης, στην αντιµετώπιση των προσπαθειών της αστικής τάξης, του κράτους, των κοµµάτων της, των οπορτουνιστικών δυνάµεων να παρεµβαίνουν µε στόχο να δυσκολέψουν τον αγώνα.

Παράλληλα, είναι αναγκαίο περισσότερο να αφοµοιωθούν τα κριτήρια, στη βάση των οποίων συµµετέχουµε σε πρωτοβουλίες, δράσεις και κινητοποιήσεις που οργανώνονται σε τοπικό, κλαδικό ή άλλο επίπεδο και όπου πιθανόν µπορεί ο συσχετισµός να µην είναι υπέρ µας ή είναι πρωτοβουλίες που δεν ξεκίνησαν από εµάς, έτσι ώστε η Κοµµατική Οργάνωση να παρεµβαίνει µε δυναµισµό σε αυτές, αλλά και ταυτόχρονα να επαγρυπνεί για το περιεχόµενο, για την εξέλιξη του αγώνα και µε συλλογικό τρόπο κάθε φορά να εξετάζεται η στάση µας συγκεκριµένα.

Η νέα ΚΕ πρέπει να δώσει βάρος στην αξιοποίηση της πείρας των αγώνων, να ξεκαθαρίζεται η σχέση του Κόµµατος µε τις εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, µε τις άλλες οργανώσεις των αυτοαπασχολούµενων της πόλης, των βιοπαλαιστών αγροτών, της νεολαίας και των γυναικών. Να αντιµετωπίζονται µπερδέµατα και συγχύσεις που ταυτίζουν τη δουλειά για την πολιτικοποίηση µε τη συνθηµατολογική αναπαραγωγή στρατηγικών µας θέσεων ή µε την κλιµάκωση των αιτηµάτων, να αντιµετωπίζεται η µηχανιστική µεταφορά της δράσης από µια πιο ανεβασµένη µορφή µαζικής οργάνωσης (π.χ. Συνδικάτα) σε άλλες µορφές συλλογικής δράσης (π.χ. Επιτροπές Αγώνα κ.ά.).

ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΤΕΛΕΧΩΝ

Η ιδεολογική – πολιτική µόρφωση, η µετάδοση πείρας, η εναλλαγή και ανάπτυξη των στελεχών του Κόµµατος και της ΚΝΕ αποτελεί κοµβικό ζήτηµα για την ίδια την πορεία και την επαναστατική εξέλιξη του Κόµµατος.

Ξεχωρίζουµε ως βασικό τον ρόλο του Γραµµατέα κάθε καθοδηγητικού Οργάνου, όπως φυσικά και των άλλων καθοδηγητικών στελεχών µελών των Οργάνων. Ιδιαίτερα κρίσιµος είναι ο ρόλος τους σε επίπεδο Τοµεακών Επιτροπών και Γραφείων ΚΟΒ, αφού είναι οι αποφασιστικοί κρίκοι για την ενίσχυση της καθοδηγητικής ικανότητας των Οργάνων και συνολικά των Οργανώσεών τους. Στον κρίκο των Τοµεακών Επιτροπών και της λειτουργίας τους που έχουµε ξεχωρίσει ως βασικό καθοδηγητικό κρίκο, θεωρούµε ότι έχουν γίνει αρκετά βήµατα, όχι όµως ενιαία.

Χρειάζεται να ανεβάσουµε την απαιτητικότητα στην καθοδηγητική δουλειά, χωρίς όµως πνεύµα υποκειµενισµού στην εξήγηση των φαινοµένων, των ζητηµάτων που προκύπτουν στην καθηµερινή δουλειά του Κόµµατος.

Στο επίκεντρο της καθοδηγητικής δουλειάς πρέπει να βρίσκεται η διεξαγωγή της ιδεολογικής – πολιτικής διαπάλης σε όλα τα ζητήµατα, η δουλειά για τη συσπείρωση εργατικών – λαϊκών δυνάµεων, η διείσδυση των Οργανώσεων του Κόµµατος σε ένα µεγαλύτερο τµήµα της εργατικής τάξης, η επεξεργασία και διαµόρφωση στόχων πάλης γύρω από τους οποίους επιτυγχάνεται η συσπείρωση σε αντικαπιταλιστική – αντιµονοπωλιακή κατεύθυνση στο κίνηµα και φυσικά και γύρω από το Κόµµα. Ιδιαίτερη πλευρά της καθοδηγητικής δουλειάς είναι η σταθερότητα στη βελτίωση της οικονοµικής δουλειάς του Κόµµατος, συνειδητοποιώντας και τις νέες δυσκολίες που βάζει ο αντίπαλος.

Αυτά τα ζητήµατα αποτελούν κριτήριο της λειτουργίας και του περιεχοµένου δουλειάς των Οργάνων, των µορφών και των µεθόδων, του προσανατολισµού της δράσης.

Είναι κρίσιµο ζήτηµα το πώς εντάσσεται η δράση µας σε ένα γενικότερο σχέδιο δουλειάς, έναν γενικότερο προγραµµατισµό, ο οποίος βεβαίως θα προσαρµόζεται και σε αιχµές, σε εξελίξεις. Ένα σχέδιο δουλειάς που θα βρίσκει άµεση έκφραση στην Τοµεακή Επιτροπή και στην ΚΟΒ.

Η έννοια του προγραµµατισµού δεν πρέπει να γίνεται κατανοητή –ιδιαίτερα όσο πάµε προς τα κάτω, στα Τοµεακά Όργανα και τις ΚΟΒ– ως ηµεροµηνίες κινητοποιήσεων, εξορµήσεις, επετειακές εκδηλώσεις και δράσεις ή συγκεκριµένες αναφορές, όπως το άνοιγµα σχολείων, η υπογραφή ΣΣΕ, η Πρωτοµαγιά κλπ. Η έννοια του προγραµµατισµού πρέπει να συνδυάζει καθήκοντα, να κλιµακώνει δράσεις, να µελετά, να εξειδικεύει γενικά στρατηγικά καθήκοντα, ανάλογα µε τον χώρο δράσης του κάθε Τοµέα, της κάθε ΚΟΒ. Να εµπλουτίζει, να διορθώνει στοιχεία του σχεδιασµού που έρχεται από τα πάνω, κάνοντας δηµιουργικές, προσαρµοσµένες στον χώρο, προτάσεις.

Κρίσιµα ζητήµατα για την εξέλιξη του Κόµµατος είναι η σωστή ανάδειξη στελεχών µε σχέδιο και πολύπλευρη συγκεκριµένη βοήθεια, η διάταξη των κοµµατικών δυνάµεων µε βάση την πείρα που έχουµε βγάλει αυτά τα χρόνια.

Η νέα γενιά στελεχών, όσα αναδείχτηκαν κυρίως την τελευταία 10ετία, έχει σήµερα µια αφετηρία καλύτερη, κυρίως από την άποψη ότι ξεκινά τη διαδικασία της γνώσης µε επεξεργασµένες πλέον θέσεις στρατηγικής, στη βάση του νέου Προγράµµατος του Κόµµατος.

Απαιτείται όµως ένα πιο ολοκληρωµένο σχέδιο στήριξης των νεότερων στελεχών που να παίρνει υπόψη του ότι:

  • Μεγαλώνει η ευθύνη κυρίως των πιο έµπειρων συντρόφων – στελεχών στο καθήκον να µεταδώσουν γνώση και τη συσσωρευµένη πείρα, όχι αφ’ υψηλού ως δάσκαλοι αλάνθαστοι, αλλά ως σύντροφοι και συντρόφισσες ισότιµοι και διαπαιδαγωγητές µε το κοµµουνιστικό παράδειγµά τους, συµβάλλοντας έτσι στην επίπονη και µακροχρόνια δουλειά να µεταδοθεί η πείρα του κινήµατος και γενικότερα της κοµµατικής δουλειάς σε νεότερες γενιές.
  • Απαιτείται συστηµατική µελέτη των συµπερασµάτων από την Ιστορία του Κόµµατος, οργανωµένη στήριξη της προσπάθειας εµβάθυνσης στις προγραµµατικές και στρατηγικού χαρακτήρα επεξεργασίες του. Έτσι θα αντιµετωπίζεται το γεγονός ότι τα νεότερα ηλικιακά στελέχη δεν έχουν άµεση πείρα της διεξαγωγής της ιδεολογικής διαπάλης για τη διαµόρφωση των σύγχρονων Προγραµµατικών επεξεργασιών, πείρα που έχουν οι προηγούµενες γενιές. Θα ξεπερνιούνται και συγχύσεις που υπάρχουν στην κατανόηση της έννοιας της στρατηγικής, που δεν αφορά απλώς τον τελικό σκοπό, αλλά ένα ενιαίο σχέδιο αντιπαράθεσης µε το κεφάλαιο και την εξουσία του, το οποίο υπηρετείται σήµερα από την καθηµερινή δράση, από την άνοδο της ταξικής πάλης και τη θεωρητική –ιδεολογική και πολιτική– επίδραση στις εργατικές – λαϊκές δυνάµεις και το κίνηµά τους.
  • Η καλή γνώση, µόρφωση, η διαµόρφωση θεωρητικού υπόβαθρου, η τήρηση των αρχών και αξιών, η συνεχής επαγρύπνηση και ετοιµότητα είναι όροι για την αντιµετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων της καθυστέρησης στην πορεία της κοινωνικοποίησης των νέων ανθρώπων εξαιτίας αντικειµενικών συνθηκών (εργασιακές σχέσεις κ.λπ.), αλλά και της περιορισµένης πείρας από τη συµµετοχή στη λαϊκή µαζική πάλη.

Η στήριξη στην ανάδειξη των νέων στελεχών περνάει και µέσα από την ουσιαστική βελτίωση της λειτουργίας των καθοδηγητικών Οργάνων στα οποία συµµετέχουν.

Σε αυτήν την κατεύθυνση ξεχωριστή σηµασία έχει η αναγκαιότητα της εναλλαγής χρεώσεων στα στελέχη, στον καταµερισµό δουλειάς, έτσι ώστε να αποκτιέται όσο το δυνατό πιο µεγάλη, πιο πολύπλευρη πείρα από διαφορετικά καθήκοντα και χρεώσεις.

Απαιτείται:

‣ Φροντίδα και στήριξη των νέων στελεχών, ιδιαίτερα στον κρίκο των Γραµµατέων και των µελών καθοδηγητικών Οργάνων, προκειµένου να αποκτήσουν γρήγορα καλή εικόνα του χώρου ευθύνης τους και µέσω της Κοµµατικής Οργάνωσης αλλά και στον περίγυρο, µέσα στην κοινωνία, τους χώρους δουλειάς, τις γειτονιές, στους φορείς του µαζικού κινήµατος.

‣ Προσανατολισµός στην όσο το δυνατό πιο άµεση εµπλοκή των στελεχών µε τις µαζικές διαδικασίες του κινήµατος.

‣ Εξασφάλιση συστηµατικής αναλυτικής συζήτησης στα όργανα της πείρας που συγκεντρώνεται και η ανάπτυξη συγκεκριµένου σχεδίου παρέµβασης, έτσι ώστε να καταχτιέται νέα µεγαλύτερη πείρα, να αφοµοιώνεται η παλιότερη.

‣ Διαπαιδαγώγηση των στελεχών µας, έτσι ώστε να συµβάλλουν µε τη γνώµη τους όλο και περισσότερο, πιο προετοιµασµένα, µε οµιλίες και παρεµβάσεις στα Όργανα, στις συνεδριάσεις.

Με ευθύνη των Επιτροπών Περιοχής, να εξασφαλιστεί έµπρακτα ο προσανατολισµός όλων των Οργάνων και των κοµµατικών δυνάµεων, κλαδικών και εδαφικών, στη δουλειά στην εργατική τάξη και τους συµµάχους της και να εκφραστεί αυτό µε καθοδηγητική ευθύνη για τη διαµόρφωση επιτελικού σχεδιασµού αυτής της δουλειάς.

ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΗ ΝΕΟΛΑΙΑ – ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΚΝΕ

Είναι επιτακτική ανάγκη να περάσει η ΚΝΕ σε φάση σηµαντικής ανάπτυξης των δυνάµεών της, της ενίσχυσης της ικανότητας κοµµουνιστικής διαπαιδαγωγητικής δουλειάς στις γραµµές της. Η ΚΝΕ αποτελεί τον βασικό αιµοδότη του Κόµµατος, η ανάπτυξή της αποτελεί όρο για την εξασφάλιση της επαναστατικής συνέχειάς του.

Παρά τα θετικά βήµατα που υπάρχουν, συνεχίζει να είναι ζητούµενο ένα ενιαίο σχέδιο των Οργάνων του Κόµµατος και της ΚΝΕ στην παρέµβαση στη νεολαία, στους χώρους της Εκπαίδευσης και της µαθητείας και στην εργαζόµενη νεολαία, στην ανάπτυξη της ιδεολογικής – πολιτικής και µαζικής παρέµβασης γύρω από τα ζητήµατα του Πολιτισµού, του Αθλητισµού που αφορούν ιδιαίτερα τις νεότερες γενιές. Σε αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να συνεχιστεί η προσπάθεια µε τα στέκια πολιτισµού και νεανικής δηµιουργίας της ΚΝΕ.

Είναι ευθύνη του Κόµµατος να στηριχτεί αποφασιστικά η προσπάθεια που γίνεται για παρέµβαση στις µικρότερες ηλικίες της νεολαίας. Τα βήµατα που έγιναν τα προηγούµενα χρόνια πρέπει να σταθεροποιηθούν και να ενισχυθούν. Η προσπάθεια αυτή να αγκαλιάσει ακόµα περισσότερα παιδιά, στηρίζοντας τη συγκρότηση και λειτουργία οµάδων σε δήµους και πόλεις.

Να ενταθεί η προσπάθεια για στήριξη της ιδεολογικής – πολιτικής και µορφωτικής δουλειάς στις γραµµές της ΚΝΕ, για την αφοµοίωση του Προγράµµατος του Κόµµατος, των επεξεργασιών µας, των ιστορικών συµπερασµάτων, της αντίληψής µας για τον σοσιαλισµό – κοµµουνισµό.

ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Το επόµενο διάστηµα να µετρηθούν πιο ουσιαστικά βήµατα στην εξειδίκευση της κοµµατικής δουλειάς στις γυναίκες εργατικής – λαϊκής καταγωγής και ένταξης, µε στόχο να αποκτήσει αυτή η προσπάθεια σταθερά χαρακτηριστικά στα Όργανα του Κόµµατος και της ΚΝΕ.

Τα βήµατα αυτά πρέπει να εκφραστούν σε συγκεκριµένες κατευθύνσεις:

‣ Στο να αποτελέσει η ένταξη νέων γυναικών στο Κόµµα σταθερό δείκτη της δουλειάς για την κοµµατική οικοδόµηση.

‣ Στη φροντίδα για ανάδειξη και ολόπλευρη ιδεολογική – πολιτική και πρακτική στήριξη γυναικείων στελεχών, ιδιαίτερα των νεότερων ηλικιακά, σε διάφορες µεταβατικές φάσεις της ζωής τους.

‣ Στον καλύτερο προσανατολισµό των γυναικείων µελών και στελεχών του Κόµµατος στη δουλειά στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνηµα. Μέλη του Κόµµατος και της ΚΝΕ έχουν καθήκον να συµµετέχουν σε Συλλόγους και Οµάδες της ΟΓΕ, να παλεύουν για τη συµµετοχή όχι µόνο οπαδών, αλλά όλων αυτών των γυναικών που ανησυχούν και προβληµατίζονται για τα αδιέξοδα και τις διακρίσεις που συναντούν στην κοινωνική τους ζωή.

‣ Στα ιδεολογικά – πολιτικά µέτρα για τη βαθύτερη αφοµοίωση από το κοµµατικό δυναµικό της αντίληψής µας για το γυναικείο ζήτηµα και τις σύγχρονες πλευρές του συνολικά.

‣ Στο να πρωτοστατήσουν οι κοµµουνιστές και οι κοµµουνίστριες ώστε τα σωµατεία, τα συνδικάτα, οι φορείς του λαϊκού κινήµατος να εντάσσουν ειδικά αιτήµατα, στόχους πάλης για τις γυναίκες του χώρου δουλειάς, του κλάδου, του τόπου κατοικίας.

‣ Στη διαπάλη µε διάφορες ανορθολογικές και αντιεπιστηµονικές αστικές και οπορτουνιστικές θεωρήσεις σε σχέση µε το γυναικείο ζήτηµα.

ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ

Απαραίτητη προϋπόθεση για την ισχυροποίηση του Κόµµατος είναι η διεύρυνση των οργανωµένων του δυνάµεων σε µαζικούς εργασιακούς χώρους, σε όλους τους κλάδους της µισθωτής εργασίας, στους αυτοαπασχολούµενους της πόλης και της υπαίθρου.

Στην περίοδο έως το 22ο Συνέδριο παραµένει το καθήκον της ανανέωσης των κοµµατικών δυνάµεων, της διεύρυνσής τους µε ταξικά και ηλικιακά κριτήρια, της ανάπτυξης της ΚΝΕ και πάνω απ’ όλα του κοµµουνιστικού ατσαλώµατος µελών και στελεχών του Κόµµατος και της ΚΝΕ.

Η κοµµατική οικοδόµηση αποδείχτηκε τα προηγούµενα χρόνια ένα πολύ δύσκολο καθήκον µέσα σε αυτές τις σύνθετες και δύσκολες συνθήκες. Οι περισσότερες ΚΟ Περιοχής έδωσαν µια γενναία µάχη, µε αποτέλεσµα να αναπληρώσουµε απώλειες που είχαµε προηγούµενα χρόνια και στην τετραετία που µας πέρασε να έχουµε µια µικρή αύξηση των οργανωµένων δυνάµεων του Κόµµατος και της ΚΝΕ.

Τα µικρά θετικά βήµατα όµως που έγιναν τόσο στην οργανωτική ανάπτυξη του Κόµµατος όσο και στη βελτίωση της εργατικής του σύνθεσης, συνολικά στην κοµµατική οικοδόµηση σε εργοστάσια, µεγάλες επιχειρήσεις, νοσοκοµεία, δεν αντιστοιχούν στη βαρύτητα που έχουν οι ανάγκες ανασύνταξης του εργατικού κινήµατος, ειδικά στις σηµερινές συνθήκες υποχώρησής του και της πίεσης για ενσωµάτωση µεγάλων τµηµάτων της εργατικής τάξης.

Οι ανασταλτικοί παράγοντες που µπαίνουν εµπόδιο στην κοµµατική οικοδόµηση τόσο εξαιτίας αντικειµενικών συνθηκών όσο και της παρέµβασης του αντιπάλου πρέπει να υπολογίζονται, αλλά να µη γίνονται άλλοθι για υποχώρηση µπροστά στις δυσκολίες.

Η προώθηση του καθήκοντος της κοµµατικής οικοδόµησης προχωράει στον βαθµό που τα καθοδηγητικά Όργανα συνδυάζουν αποτελεσµατικά το σχέδιο οικοδόµησης µε την προσπάθεια ανάπτυξης πλατιάς ιδεολογικής – πολιτικής και µαζικής δουλειάς του Κόµµατος αυτοτελώς και µέσα στο συνδικαλισιτκό κίνηµα, διευρύνοντας µια πολιτική και συνδικαλιστική πρωτοπορία που συσπειρώνεται γύρω από το Κόµµα και τη δράση του.

Οι στόχοι της κοµµατικής οικοδόµησης χρειάζεται καλύτερα να συνδεθούν µε το σχέδιο διάταξης των κοµµατικών δυνάµεων, αξιοποιώντας την πείρα οργανωτικών αλλαγών και βελτιώσεων που πραγµατοποιήθηκαν τα προηγούµενα χρόνια, κυρίως στην κατεύθυνση καλύτερης ένταξης όλων των δυνάµεων σε κλαδική και εδαφική βάση, σε ένα ενιαίο σχέδιο που υπηρετεί την κοµµατική οικοδόµηση στην εργατική τάξη, σε κλάδους – χώρους δουλειάς, αλλά και σε σύµµαχες κοινωνικές δυνάµεις.

Αποδεικνύεται ότι είναι µια διαδικασία που απαιτεί σταθερή παρακολούθηση και έλεγχο από τα καθοδηγητικά Όργανα, σαφήνεια στόχων, υπολογισµό όλων των δεδοµένων και όχι µηχανιστικές εφαρµογές.

Η νέα Κεντρική Επιτροπή, σε συνεννόηση και µε τα καθοδηγητικά Όργανα των Περιοχών, πρέπει περαιτέρω να επεξεργαστεί µια σειρά από πλευρές –και οργανωτικές, πρακτικές– προκειµένου να επιτευχθεί ο στόχος του καλύτερου συντονισµού και της ενιαίας δράσης των κλαδικών και εδαφοπαραγωγικών Τοµεακών Οργανώσεων και ΚΟΒ.

ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΕΩΣ ΤΟ 22ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ

1. Ολοκλήρωση του β΄ µέρους της µελέτης για την ταξική διάρθρωση στην Ελλάδα.

2. Μελέτη βασικών πλευρών της µεγάλης κρατικής παρέµβασης («Πράσινο New Deal») για την έξοδο από την κρίση σε ΕΕ και ΗΠΑ, δηλαδή της στρατηγικής της «πράσινης µετάβασης» και του ψηφιακού µετασχηµατισµού της οικονοµίας και του κράτους. Ιδιαίτερα, επεξεργασία της υλοποίησης των συγκεκριµένων στρατηγικών κατευθύνσεων της ΕΕ ανά κλάδο και περιφέρεια, στην ελληνική οικονοµία.

3. Να συνεχιστεί η ερευνητική προσπάθεια για τη µελέτη της σοσιαλιστικής οικοδόµησης κατά τον 20ό αιώνα, ιδιαίτερα σχετικά µε το εποικοδόµηµα, την οργάνωση και τη λειτουργία του κράτους της εργατικής εξουσίας, τη συσχέτιση µε τις εξελίξεις στην οικονοµία: α) Ολοκλήρωση κι έκδοση της µελέτης των αλλαγών στο Σύνταγµα για τη συγκρότηση του εργατικού κράτους, για τις σχέσεις Κόµµατος και µαζικών οργανώσεων ή των αλλαγών στο Σύνταγµα της ΕΣΣΔ κλπ. β) Στο πλαίσιο των εκδόσεων της νέας σειράς για το Αστικό και Σοσιαλιστικό Δίκαιο, να προχωρήσει η κριτική αποτίµηση της θεωρητικής συζήτησης για το Δίκαιο στη Σοβιετική Ένωση. γ) Εµπλουτισµός της παραπάνω έρευνας µε την πείρα της Γερµανικής Λαοκρατικής Δηµοκρατίας και άλλων χωρών της σοσιαλιστικής οικοδόµησης.

4. Μελέτη της πείρας του 20ού αιώνα ως προς τις εργατικές – λαϊκές εξεγέρσεις, ένοπλα κινήµατα, διαµόρφωσης ή όχι επαναστατικής κατάστασης ή στοιχείων αυτής (π.χ. εµφύλιος πόλεµος στην Ισπανία, κινεζική επανάσταση, κινήµατα σε Ν/Α Ασία, Λατινική Αµερική, αλλά και σε όλη την Ευρώπη). Η γραµµή της Κοµµουνιστικής Διεθνούς ή κέντρων του Διεθνούς Κοµµουνιστικού Κινήµατος. Να δώσουµε συνέχεια στην προσπάθεια µελέτης του περάσµατος από τον καπιταλισµό στον σοσιαλισµό κατά τον 20ό αιώνα, ερευνώντας όλους τους παράγοντες: Υλικές συνθήκες (καθώς και τις αντίστοιχες προσαρµογές του καπιταλισµού), εκδήλωση κρίσης της αστικής εξουσίας, κατάσταση του επαναστατικού υποκειµένου (Κόµµα, εργατικό κίνηµα, σύµµαχες κοινωνικές δυνάµεις).

5. Αναβάθµιση της προσπάθειας στη διαπάλη µε τα αστικά πολιτικά ρεύµατα (σοσιαλδηµοκρατικό, φιλελεύθερο κ.λπ.) τόσο σε σχέση µε το ιστορικό – θεωρητικό βάθος των µελετών όσο και σε σχέση µε την τεκµηριωµένη ερµηνεία και κριτική των σύγχρονων προσαρµογών των θέσεών τους. Αντίστοιχα, στη διαπάλη µε το οπορτουνιστικό ρεύµα.

6. Επικαιροποίηση κι έκδοση των επεξεργασιών για το σύγχρονο επιτελικό αστικό κράτος.

7. Συµβολή στη διαπάλη µε την οπορτουνιστική και αστική προσπάθεια «σύγχρονων» ερµηνειών του µαρξισµού που συσκοτίζουν το επαναστατικό περιεχόµενό του, τη σηµασία των αρχών του και τη µέθοδό του, µε βάση τη δήθεν «νέα» ανάγνωση του Μαρξ, που τον αντιπαραθέτουν στο έργο του Ένγκελς και του Λένιν.

8. Αποφασιστική ενίσχυση της διαπάλης, µε βοήθεια ιδιαίτερα προς την ΚΝΕ, σχετικά µε την αστική ιδεολογική επίθεση (ιδεολογήµατα του µεταµοντερνισµού για ατοµικό αυτοπροσδιορισµό και δικαιωµατισµό, άρνηση της αντικειµενικής αλήθειας κ.λπ.), το περιεχόµενο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ξεκινώντας από τις πιο µικρές ηλικίες της νεολαίας. Αναβάθµιση της συνεργασίας και του κοινού προγραµµατισµού ανάµεσα στα Τµήµατα της ΚΕ.

9. Να ενταθεί η προσπάθεια βαθύτερης διερεύνησης των αιτιών της µακρόχρονης υποχώρησης του επαναστατικού εργατικού κινήµατος σε σχέση και µε τις αναβαθµισµένες σύγχρονες δυνατότητες ενσωµάτωσης της εργατικής τάξης, να φωτιστούν καλύτερα οι αυξηµένες απαιτήσεις για µια πιο ολοκληρωµένη ιδεολογικοπολιτική παρέµβαση.

10. Συστηµατοποίηση και ενίσχυση του συστήµατος κοµµατικής µόρφωσης (επέκταση και συστηµατοποίηση του κύκλου µαθηµάτων µε οπαδούς και νέα µέλη, παραπέρα αναβάθµιση των σχολών της ΚΝΕ, των τοµεακών, των ΕΠ και της κεντρικής κοµµατικής σχολής και των σεµιναρίων). Ειδικά θεµατικά σεµινάρια Ιστορίας του Κόµµατος και άλλα. Εξειδικευµένη ιδεολογική δουλειά, µαρξιστική µόρφωση κατά επιστηµονικό αντικείµενο σε Κοµµατικές και ΚΝίτικες δυνάµεις πτυχιακών – µεταπτυχιακών φοιτητών. Επίσης, εξειδικευµένο πρόγραµµα για εκπαιδευτικούς και καλλιτέχνες.

11. Έκδοση του Τόµου Γ2 για την περίοδο 1967-1974 του Δοκιµίου Ιστορίας του Κόµµατος.

12. Προώθηση της µελέτης για την περίοδο 1974-1991, µε το φιλόδοξο στόχο να ολοκληρωθεί µετά το 22ο Συνέδριο. Ταυτόχρονα, ένταση της προσπάθειας για έκδοση των Πρακτικών κρίσιµων Ολοµελειών της ΚΕ ή Συνεδρίων της αντίστοιχης περιόδου. Να προχωρήσει επίσης η έκδοση των Επίσηµων Κειµένων.

13. Να δοθεί αποφασιστική βοήθεια στην ΚΝΕ για την πετυχηµένη διεξαγωγή του Συνεδρίου της µε βάση το Καταστατικό της.

14. Να γίνει ειδική Σύνοδος της νέας ΚΕ για τη συγκεκριµένη κατάσταση στο ΔΚΚ και τις σχέσεις µας µε άλλα Κοµµουνιστικά και Εργατικά Κόµµατα.

15. Να προχωρήσουν τα Επιστηµονικά Συνέδρια της ΚΕ για τη λογοτεχνία.

ΙΟΥΝΗΣ 2021

Πηγή 902.gr