Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Αποχαιρετισμός του Θάνου Μικρούτσικου από συγγενείς και φίλους

Με λόγια που σκόρπισαν συγκίνηση αποχαιρέτησαν τον Θάνο Μικρούτσικο συγγενείς και φίλοι στην πολιτική κηδεία του μεγάλου μουσικού δημιουργού.

Επικήδειο – ύστατο χαίρε εκφώνησε ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας (δείτε εδώ αναλυτικά)

Τον αγαπημένο φίλο αποχαιρέτησαν ο ηθοποιός Γιώργος Κιμούλης και ο στιχουργός Οδυσσέας Ιωάννου. Δακρυσμένη τον αποχαιρέτησε η κόρη του Αλεξάνδρα και έπειτα η σύζυγος του Μαρία.

Ο Γιώργος Κιμούλης ανέφερε:

«Φίλε μου. 43 χρόνια δίπλα. 43 ολόκληρα χρόνια μαζί. Κι όμως τώρα νιώθω, πως δεν σου είπα, όσες φορές ήθελα και έπρεπε να σου πω, πόσο σ’ αγαπάω. Πόσο σημαντικός ήσουν για μένα! Δε σου είπα, όσες φορές έπρεπε, πως απ’ την πρώτη στιγμή, σ’ εκείνο το σπίτι στο Πολύγωνο, το 1976, που σε άκουσα στο πιάνο, να τραγουδάς το “Με όλη μου τη φωνή”, δε σου είπα, πως τότε ήταν που… “άλλαξε εντός μου ο ρυθμός του κόσμου”. Δε σου είπα όσες φορές έπρεπε, πως η δική μου η φωνή κι ο δικός μου ήχος από τότε έως τώρα ήταν δικά σου δώρα. Δώρα που -όσοι ζήσαμε δίπλα σου και περπατήσαμε μαζί σου- βλέπαμε πόσο απλόχερα χάριζες σε όλους. Γιατί αν υπήρχε κάτι που σε χαρακτήριζε πάνω απ’ όλα ήταν η αρίφνητη γενναιοδωρία σου. Κι όταν τολμούσε κάποιος να σου πει, πως “οι δωρεές ξεχνιούνται”, δε θύμωνες. Χαμογελούσες παιχνιδιάρικα, μ’ εκείνο το πατρινό χαμόγελο, και σχεδόν καρναβαλικά απαντούσες: “Τίποτε που δεν έχεις χαρίσει, δεν θα είναι ποτέ πραγματικά δικό σου”. Δε σου είπα όσες φορές έπρεπε πόσα μου έχεις μάθει. Ούτε κι εσύ ο ίδιος ήξερες πόσα. Σ’ ακολούθησα όμως. Όπου πήγαινες σ’ ακολουθούσα κι ένοιωθα πάντα περήφανος γι’ αυτό. Ήμουν σίγουρος για το δρόμο που μου έδειχνες. Όταν χάνεις τους γονείς σου νιώθεις, πως φεύγει από πάνω σου η στέγη που είχες. Όταν χάνεις όμως τον καλύτερο σου φίλο, νιώθεις πως είσαι πλέον τελείως ανυπεράσπιστος. Είχαμε ορκιστεί και οι δύο, πως ο στίχος του Κώστα: “Θα σε υπερασπιστώ”, θα ήταν -πέρα απ’ όλα τ’ άλλα- η βάση της προσωπικής μας σχέσης. Και το είχαμε κάνει πράξη. Το είχαμε καταφέρει! Πολλές φορές. Πάρα πολλές φορές! Και εσύ κι εγώ. Βρεθήκαμε απέναντι σε πολλούς υπερασπίζοντας ο ένας τον άλλον μέχρις εσχάτων. Τώρα φίλε; Τώρα νιώθω πως με το φευγιό σου, πέρα απ’ τη μοναξιά, τον πόνο και το κενό, φεύγει μαζί σου και μια ολόκληρη εποχή Και η εποχή που έρχεται, είναι πολύ δύσκολη, φίλε, γιατί είναι ακραία θολή. Θολή και να ‘ναι σούπα ο κόσμος και ο νους τρύπιο κουτάλι. Τεράστια λοιπόν η ανάγκη απ’ το δικό σου φως. Τεράστια η ανάγκη της Δύναμης που έχεις και της Πίστης σου σ’ Αυτό που τόσοι και τόσοι πλέον το λένε αστειευόμενοι: Ουτοπία. Τεράστια η ανάγκη ενός ανθρώπου, σαν κι εσένα, που χρησιμοποίησε αμείλικτα τον ίδιο του τον εαυτό, για να καταλάβει και να μάθει. Και να δώσει και σ’ εμάς να καταλάβουμε, πως η Συμμετοχή -η συμμετοχή με όλο μας το είναι!- είναι κι η πιο σημαντική αξία της ζωής μας, ιδίως σ’ αυτήν την εποχή της φοβισμένης Απόστασης. Είμαι σίγουρος πως αυτή τη συμμετοχή την έχεις μεταλαμπαδεύσει στη Μαρία, τη Σεσίλ, την Κωνσταντίνα, την Αλεξάνδρα και τον Στέργιο. Τυχεροί όσοι έζησαν μαζί σου, φίλε.

Λίγες μέρες πριν, στο νοσοκομείο, σου είχα υποσχεθεί, πως το καλοκαίρι θα πάμε μαζί στα Καπετανιανά της Κρήτης και θα κοιτάμε το πέλαγος, όπου πάνω στα κύματα, καθισμένος στο φτερό ενός καρχαρία, ο Νοπφλερ θα μας τραγουδά: “εκεί κάτω χαμηλά στο νότο”. Έκλαιγες. Το ήξερες. Δε θα βρεθούμε εκεί. Σου είχα όμως και κάτι άλλο υποσχεθεί εκείνο το βράδυ: πως δε θα σταματήσω να πιστεύω στην αξία της φράσης, που σου άρεσε και επίμονα επαναλάμβανες: “είμαστε ρεαλιστές, ας κατακτούμε το αδύνατον λοιπόν”! Ναι. Θα το κατακτήσουμε, φίλε μου. Στο υπόσχομαι για άλλη μία φορά, πως θα ακολουθώ αυτή τη φράση, μέχρι να κλείσω κι εγώ τα μάτια μου. Κι αν δεν το καταφέρουμε εμείς, θα το κάνουν οι επόμενοι από εμάς, γιατί δε θα σταματήσουμε να τους το υπενθυμίζουμε εμείς. Κι εκείνοι με τη σειρά τους θα κάνουν το ίδιο στους δικούς τους επόμενους, μέχρι αυτό που θεωρείται αδύνατο, να γίνει πραγματικότητα και να μη νιώθει πια κανείς… λαθρεπιβάτης σ’ ένα πλοίο παροπλισμένο.

Μακρόθυμε πρίγκηπα μου, απόλυτε νικητή του διαγωνισμού του Μπλουά, καληνύχτα. Δεν μπορώ να σου πω καλή αντάμωση, γιατί εμείς δεν τα πιστεύουμε αυτά – μπορώ όμως να σου πω πως, μέχρι να φύγω κι εγώ, κάθε στιγμή θα σε συναντώ, θα είσαι εκεί, παρών – θα είσαι δίπλα, μαζί μου, όταν συνέχεια θα μιλάω για σένα. Σ’ αγαπάω και θα σ’ αγαπάω πάντα, γιατί σου οφείλω τα πάντα».

 

Για τον Θάνο «της σπουδαίας τέχνης», μίλησε στη συνέχεια ο Οδυσσέας Ιωάννου και σημείωσε μεταξύ άλλων: «Αγάπησε πολύ τους ποιητές, τα ταξίδια και τα παιδιά. Όλα τα παιδιά, ολονών μας. Ήταν τόσο γοητευτικός στα μάτια τους. Η φύση τον προίκισε και με αυτά τα μάτια της καλοσύνης, αυτά τα μούσια, αυτό το γέλιο και αυτά τα παραπάνω κιλάκια, που τον έκαναν να είναι όλον τον χρόνο ένας Άγιος Βασίλης με πολιτικά. Έζησε ωραία, νοιάστηκε πολύ, έφυγε μέσα σε μια φάτνη αγάπης όπως είχε μετατραπεί το δωμάτιο του νοσοκομείου τις τελευταίες εβδομάδες». Πρόσθεσε ότι «η πιο βαριά ευθύνη που άφησε ο Θάνος σε όλους μας είναι “Μην αφήσετε κανέναν να σας πείσει πως ο κόσμος δεν μπορεί να γίνει ομορφότερος”.”Και να ζείτε, την κάθε μέρα σας, το κάθε λεπτό σας, τρυφερά και γενναία”. Όπως ήταν κι ο ίδιος ακόμα και στις τελευταίες του στιγμές».

Ενώ κλείνοντας τον αποχαιρετισμό του σε πιο προσωπικό τόνο, πρόσθεσε: «Η οικογένειά μου έχασε μία από τις βασικές σταθερές της. Η Σοφούλα μας έχασε τον νονό της, και κάποτε Θα καταλάβει πόσο περήφανη πρέπει να νιώθει, που τον κέρδισε για όλη τη ζωή της. Θα συνεχίσω να τον συμβουλεύομαι για τη ζωή μου, για τα όνειρά μου. Μου έχει αφήσει όλες τις απαντήσεις. Φρόντισε και γι αυτό. Έχει αφήσει απαντήσεις για όλους. Ψάξτε τις. Όσο μεγαλώνουμε αποχαιρετούμε φίλους. Μετά το αρχικό κάταγμα, το αποδεχόμαστε και συνεχίζουμε τη ζωή μας. Θα τη συνεχίσω κι εγώ, αλλά αυτόν το Θάνατο δεν πρόκειται να τον αποδεχτώ ποτέ».

 

Η κόρη του Αλεξάνδρα με δάκρυα στα μάτια αποχαιρέτησε τον πατέρα της, τον «καπετάνιο» της όπως τον αποκάλεσε. «Και αν αυτή τη στιγμή βρίσκεσαι σε ένα παράλληλο σύμπαν, κάπου στο Σταυρό του Νότου κράτησέ μου ζεστό το πιάνο, για όταν ξανασυναντηθούμε»…

 

 

Η Μαρία του θυμήθηκε τότε που πρωτοσυναντήθηκαν, για τις ευτυχισμένες και τις γεμάτες αγάπη στιγμές που έζησαν. Και μετά για τα τελευταία 2,5 χρόνια, τα πιο δύσκολα, τα πιο πονεμένα. Οι δύσκολοι μήνες στο νοσοκομείο…

«Ο γύρος του κόσμου έγινε μια εκδρομή στη θάλασσα. Μια βόλτα στο διάδρομο… Ύστερα… Το μυαλό σου να τρέχει, η καρδιά σου να χτυπά, καθηλωμένος στο κρεβάτι. Τότε μου έβαλες το χέρι στην καρδιά μου. Κάποτε μου λες θα χτυπά και για τους δυο μας. Μην τρομάξεις τότε, μην κάνεις πίσω, μόνο μπροστά. Να κυνηγάς την ουτοπία. Και εκείνη την κόκκινη πολιτεία που όλοι θα τα μοιραζόμαστε με όλους. Δεν ξέρω αν θα γιατρέψω ποτέ την πληγή μου, ξέρω όμως ότι με μπόλιασες με τη χαρά της ζωής και της δημιουργίας – αντίδοτο σε κάθε μιζέρια, κάθε μικρότητα, κάθε αναβολή.

Σου ζητώ συγνώμη που λύγισα και ευχήθηκα να γίνεις αετός και να πετάξεις. Το μόνο που σου υπόσχομαι είναι ότι πάντα θα πορεύομαι στο δρόμο σου. Και θα ονειρεύομαι ότι κάποτε θα πετάξω».