Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Από την «ευφορία» για την «ελευθερία» στα δεσμά της φτώχειας και της απελπισίας

Εκτοπισμός εκατομμυρίων, θλίψη, φόβος και παραίτηση ακολούθησαν την «επανένωση», αφήνοντας μέχρι σήμερα το στίγμα τους

Ανατολικογερμανοί διαδηλώνουν μετά την επανένωση. «Από εργαζόμενος λαός, λαός χωρίς δουλειά», γράφει το πανό
Ανατολικογερμανοί διαδηλώνουν μετά την επανένωση. «Από τον εργαζόμενο λαό, λαός χωρίς δουλειά», γράφει το πανό

Πριν από 30 χρόνια, στις 9 Νοέμβρη 1989, έπεσε το τείχος του Βερολίνου, σηματοδοτώντας την ανατροπή της σοσιαλιστικής εξουσίας στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία (ΓΛΔ) μετά από δεκαετίες στοχευμένης ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης.Σε αυτήν τη «στρογγυλή» επέτειο – παρά τα πανηγυρικά αφιερώματα για την «επανένωση» και τις φωτογραφίες ανθρώπων που γιορτάζουν στους δρόμους του Βερολίνου – ο απολογισμός των υποσχέσεων για τα «ανθισμένα τοπία» που περίμεναν τους Ανατολικογερμανούς και για «μια ανοιχτή χώρα με ελεύθερους ανθρώπους», είναι αναπόφευκτος, ιδιαίτερα στη Γερμανία.

Μόλις λίγες μέρες μετά την πτώση του τείχους μπροστά σε εκατομμύρια Ανατολικογερμανούς υψώθηκαν ανυπέρβλητα ταξικά τείχη. Προσέκρουσαν πάνω στη σκληρή πραγματικότητα της «επανένωσης», δηλαδή της κυριαρχίας των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής σε όλη τη Γερμανία: Πετάχτηκαν έξω από τις δουλειές τους, στα δεσμά της φτώχειας και της απελπισίας. Ταυτόχρονα, αντεργατικά μέτρα σάρωσαν όλη τη χώρα.

Τριάντα χρόνια μετά, γερμανική κυβέρνηση, ρεπορτάζ, αφιερώματα και αναλύσεις δεν γίνεται να προσπεράσουν αυτήν την πραγματικότητα και να γιορτάσουν την καπιταλιστική παλινόρθωση, χωρίς να αναφερθούν στις «άνισες συνθήκες διαβίωσης» σε όλη τη χώρα και στην «ελεύθερη ζωή για όλους», που παραμένει «ζητούμενο».

Με φόντο τη λαϊκή δυσαρέσκεια για τη φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων του γερμανικού λαού, την ανησυχία για τους οξυμένους διεθνείς ανταγωνισμούς και τη δυναμική επανεμφάνιση νεοναζιστικών και ακροδεξιών οργανώσεων, ιδιαίτερα φέτος υπογραμμίζονται στον γερμανικό Τύπο η υποτονική συμμετοχή στις πολυήμερες εκδηλώσεις, η «στοχαστική διάθεση», η απουσία από τους εορτασμούς ηγετών ή κυβερνητικών αξιωματούχων ισχυρών δυτικών καπιταλιστικών κρατών που πρωτοστάτησαν στην αντεπανάσταση.

Ακόμη και η καγκελάριος, Αγκελα Μέρκελ, σε συνέντευξη στο «Der Spiegel», παραδέχτηκε πως υπάρχει νοσταλγία για τη ΓΛΔ («Ostalgie») και πως «η άποψη για τη ΓΛΔ εξαρτάται επίσης από το πού βρίσκεται σήμερα και πώς ζει ένας πρώην Ανατολικογερμανός». Χαρακτήρισε αυτήν τη νοσταλγία ένα «είδος ρομαντικής εξιδανίκευσης» που «συμπυκνώνεται στο σύνθημα: ” Τη ζωή μας στην DDR κανείς δεν μπορεί να μας την πάρει». Υπογράμμισε ότι «η 9η Νοέμβρη 1989 παραμένει μια ευτυχισμένη στιγμή στη γερμανική ιστορία», επειδή «τόσοι άνθρωποι στη ΓΛΔ ονειρεύονταν την ελευθερία και ξαφνικά μπορούσαμε να υψώσουμε τη φωνή μας»! Για να συμπληρώσει αμέσως μετά ότι «για πολλούς Ανατολικογερμανούς η ζωή έγινε μεν ελεύθερη, αλλά όχι πάντα ευκολότερη»…

Εκτοπισμός, φτώχεια, φόβος και παραίτηση

«9 Νοέμβρη 1989: Στο Βερολίνο οι άνθρωποι γιορτάζουν την πτώση του τείχους, που υποτίθεται ότι – μεταξύ άλλων – θα σταματούσε τη διαφυγή Ανατολικογερμανών προς τη Δυτική Γερμανία. Σχεδόν κανείς δεν φανταζόταν τότε ότι πολλές περιοχές της πρώην Ανατολικής Γερμανίας θα αντιμετώπιζαν ένα τεράστιο κύμα μετανάστευσης», αναφέρει αφιέρωμα της γερμανικής εφημερίδας «Die Zeit». Η έρευνα της εφημερίδας επεξεργάστηκε τα δεδομένα για εκατομμύρια μεταναστών από την Ανατολική στη Δυτική Γερμανία, το διάστημα 1991 – 2017, αναδεικνύοντας μία από τις λιγότερο γνωστές περιόδους της γερμανικής μεταπολεμικής ιστορίας.

«Μετά την επανένωση σχεδόν το 1/4 του πληθυσμού της πρώην ΓΛΔ – πάνω από 3,5 εκατ. άνθρωποι – μετακόμισε στη Δυτική Γερμανία. Μόνο το έτος 1989 – 90 εγκατέλειψαν την Ανατολική Γερμανία περίπου 800.000 άνθρωποι, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων αναγκάστηκε να μεταναστεύσει, επειδή έκλεισαν επιχειρήσεις και η ανεργία αυξήθηκε δραστικά», αναφέρεται. Υπολογίζεται ότι χάθηκαν τουλάχιστον 4 εκατ. θέσεις εργασίας έως το 1992. Η τάση αυτή συνεχίζεται και τα επόμενα χρόνια, με εκατοντάδες χιλιάδες μετεγκαταστάσεις προς τη Δύση κάθε χρόνο. Τα πρώτα χρόνια του 2000 περίπου 500.000 εργαζόμενοι εξακολουθούν να μεταναστεύουν, αναζητώντας δουλειά σε κάποια δυτική πόλη.

«Ο κοινωνιολόγος Πάουλ Βίντολφ εκτιμά ότι τα πέντε χρόνια μετά την επανένωση, έως και το 80% των εργαζόμενων Ανατολικογερμανών έχασαν προσωρινά ή μόνιμα τη δουλειά τους (…) σε πολλά μέρη εξαπλώθηκαν η φτώχεια, ο φόβος και η παραίτηση», αναφέρεται.

Οι ιδιωτικοποιήσεις «σάρωσαν» επιχειρήσεις, εργοστάσια, γη, κτίρια, όλο τον πλούτο της χώρας, που μέχρι τότε ήταν λαϊκή περιουσία. Δυτικογερμανικά μονοπώλια – μέσω του διαβόητου Οργανισμού «Treuhand» – πήραν στον έλεγχό τους ανάμεσα σε άλλα: 8.500 βιομηχανικά συγκροτήματα και εργοστάσια, 20.000 μικροεπιχειρήσεις, 7.500 εστιατόρια, 3,68 εκατ. εκτάρια αγροτικών και δασικών εκτάσεων, 25 δισ. τ.μ. οικοπέδων και κτιρίων. Σύμφωνα με το γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών, ακολούθησε μια έντονη αποβιομηχανοποίηση στην Ανατολική Γερμανία και παρέμεινε μόνο το 20% – 25% των θέσεων εργασίας στη βιομηχανία.

Τον Μάρτη του 1991, δεκάδες χιλιάδες διαδηλώνουν στη Λειψία ενάντια στην «Treuhand» και τη μαζική ανεργία, ενώ διαδηλώσεις έγιναν σε δεκάδες άλλες πόλεις. «Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η δουλειά στη ΓΛΔ ήταν κάτι περισσότερο από μια θέση εργασίας. Ηταν το λίκνο της κοινωνικής ζωής», γράφει η «Zeit».

«Γιατί δεν μου επιτρέπετε να δουλέψω;»

Ξαφνικά, οι Ανατολικογερμανοί ήταν «ελεύθεροι» να βρουν τον δρόμο τους στην «αγορά εργασίας». Εκεί ήρθαν αντιμέτωποι με μια απαγόρευση που δεν μπορούσαν να φανταστούν. Την ανεργία. Ενα από τα κυρίαρχα αισθήματα όσων είχαν ζήσει στη ΓΛΔ, ήταν η ματαίωση, η αίσθηση ότι πλέον δεν μπορούν να προσφέρουν μέσω της εργασίας τους.

Λίγο μετά την επανένωση, το γερμανικό Ινστιτούτο ερευνών «Emnid» διεξήγαγε μια δημοσκόπηση, ρωτώντας τους Ανατολικογερμανούς για την κατάσταση της ζωής τους, αναφέρεται στην «Zeit»: «Οι δημοσκόποι διαπίστωσαν ότι στους Ανατολικογερμανούς κυριαρχούσε μια καταθλιπτική διάθεση, όπως δεν είχε μετρηθεί “ποτέ πριν και πουθενά”. Πάνω από το 1/3 του ενήλικου πληθυσμού ένιωθε ότι “δεν είναι χρήσιμοι πλέον σε αυτήν την κοινωνία”».

Η Εύα – Μαρία Γκέλερ, γεννημένη το 1952 στο Γκέρλιτζ (Ανατολική Γερμανία), διηγείται στη «Sueddeutsche Zeitung» τη …σταδιοδρομία της στα «mini jobs» («μίνι τζομπς») και τα διαβόητα προνοιακά επιδόματα «Χαρτζ 4».

Από το 1994, όταν έκλεισε το ορυχείο λιγνίτη, άρχισε μια πολυετής περιπλάνηση σε πολλές προσωρινές δουλειές, ακόμη και με 1 ευρώ την ώρα, στις οποίες εξωθούνταν για να μην κοπούν οι …«παροχές ανεργίας».

«Μόλις το 2008 κατάφερα να πιάσω μια κάπως σταθερή δουλειά στο “Μουσείο Χωριού”. Μεγάλο μέρος της αμοιβής μου επιδοτούνταν από την Υπηρεσία Ανέργων. Στο μουσείο, πραγματοποιούσα προγράμματα για μαθητές. Επιτέλους είχα βρει μια δουλειά “με νόημα”», αναφέρει.

Οταν μετά από δύο χρόνια έληξε το πρόγραμμα της Υπηρεσίας Ανέργων και απολύθηκε, έστειλε επιστολή στην τότε υπουργό Εργασίας (CDU) και σημερινή πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν: «Γιατί δεν μου επιτρέπετε να δουλέψω; Αφού το θέλω!», της είχε γράψει.

«Εκτοτε ποτέ δεν μπόρεσα να έχω μια κανονική δουλειά, αυτό ήταν μια μεγάλη πίκρα. Να θέλει να δουλέψει κανείς και να μην τον αφήνουν… Ετσι βγήκα όσο πιο σύντομα μπορούσα στη σύνταξη. Είχα μπουχτίσει από την “επαιτεία”. Τουλάχιστον απαλλάχτηκα από το άγχος για κάθε ραντεβού στην Υπηρεσία Ανέργων. Ειλικρινά θα προτιμούσα να δουλεύω έως τη σύνταξη σε λατομείο…», είναι μερικά από τα λόγια της.

«Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν οι αυταπάτες»

«Η πολιτική “επικοινωνία” (σ.σ. προπαγάνδα) στη Γερμανία την εποχή εκείνη ήταν ότι με την επανένωση όλοι θα πάρουν από ένα “Volkswagen”, θα κάνουν μακρινά ταξίδια και θα χτίσουν ένα σπίτι… Το μεγαλύτερο πρόβλημα των Ανατολικογερμανών ήταν οι αυταπάτες τους. Πολλοί πίστευαν πραγματικά ότι θα ζήσουν ως “ίσοι πολίτες” σε μια ενωμένη Γερμανία», λέει στην «Zeit» ο πολιτικός επιστήμονας, Αλεξάντερ Κλάρκσον, ερευνητής στο «Κing’s College» του Λονδίνου στη Γερμανία και άλλες χώρες της Ευρώπης.

«Οι Ανατολικογερμανοί έπεσαν από αυτή την ουτοπική ιδέα της ενωμένης γερμανικής κοινωνίας στην πραγματικότητα, όπου έπρεπε να ξεκινήσουν από το μηδέν», αναφέρει. Η υπόσχεση του τότε καγκελάριου, Χέλμουτ Κολ, για «εξίσωση των συνθηκών διαβίωσης» σήμαινε για τους περισσότερους «το κατώτατο επίπεδο της ιεραρχίας» της καπιταλιστικής Γερμανίας.

Η ατμόσφαιρα χαρακτηρίζεται από «σκεπτικισμό»

«Το πνεύμα αισιοδοξίας που είδαμε πριν από 30 χρόνια, ή ακόμα και πριν από 10 χρόνια, δεν είναι αντιληπτό σήμερα», αναγκάζεται να παραδεχτεί ο αντιδήμαρχος Πολιτισμού του Βερολίνου, Κλάους Λέντερερ, αρμόδιος για τη διοργάνωση των εορτασμών της πρωτεύουσας. Η διάθεση είναι «στοχαστική, αλλά γιορτάζουμε (…) Επιστρέφουμε στην ιστορία και μιλάμε για το μέλλον».

Ο ίδιος αναφέρει ότι τα 30χρονα δεν θα γιορταστούν πανηγυρικά, αλλά κυρίως είναι μια «στάση για σκέψη»: Πρώτον, για τις «παραλείψεις και ελλείψεις στη διαδικασία ενοποίησης» και δεύτερον για να αποφευχθεί η εκμετάλλευση των «αναμνήσεων» από «εθνικιστικές συλλογικότητες».

Αντίστοιχες είναι οι αναφορές σε πολλές γερμανικές εφημερίδες: «Η δημοτική αρχή οργανώνει περίπου 200 εκδηλώσεις που εντυπωσιάζουν ελάχιστα» και «η κατάσταση είναι συγκεχυμένη», αναφέρει η βερολινέζικη εφημερίδα «bz-berlin». «Σκοτεινή διάθεση» στην 30χρονη επέτειο, τιτλοφορείται το ρεπορτάζ του «france 24», όπου σημειώνεται πως «έχουν χαθεί η ευφορία και η αισιοδοξία για τη φιλελεύθερη δημοκρατία και την ελευθερία».

Πηγή |> Ριζοσπάστης


Επιμέλεια  Ομάδα ¡H.lV.S!

Επικοινωνία – [ FaceBook |>1<|-|>2<| ] – Blog