• [Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί/με μάτι αριστερό το βλέπω./Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί,/οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι (Κ. Βάρναλης)]
Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Από τη «δημιουργική καταστροφή» στη δημιουργική ανάπλαση της Ανατολικής Αττικής

Γράφει ο Θανάσης Αλεξίου //
 Καθηγητής Κοινωνιολογίας/Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Σε μεγάλο βαθμό η καταστροφή της φύσης και η έκθεση της ανθρώπινης ζωής σε θανάσιμο κίνδυνο, όπως έγινε αυτές τις ημέρες στην Ανατολική Αττική με τους δεκάδες νεκρούς και αγνοούμενους, αλλά και αλλού, είναι μέρος της κοινωνικής μηχανικής του καπιταλισμού (“δημιουργική καταστροφή”, J. Schumpeter). Μέρος αυτής της λογικής του κεφαλαίου, -«κυκλώματα του κεφαλαίου» (D. Harvey)- είναι, τη μια η «αναβάθμιση» των ανθρώπινων και φυσικών πόρων και την άλλη η καταστροφή τους (καταστροφή οργανικού κεφαλαίου). Επομένως δεν έχουμε να κάνουμε, ούτε με «θεοδικία» (ως ο θεός να τιμωρεί), ούτε με «ασύμμετρο φαινόμενο», καθώς οι συνθήκες δόμησης (φυσικές και κοινωνικές) και «ανάπτυξης» της Ανατολικής Αττικής ήταν γνωστές τόσο στη πολιτική εξουσία και στο κράτος, όσο και στο κεφάλαιο ή τέλος πάντων σε μερίδες του κεφαλαίου (κατασκευαστικό, ξενοδοχειακό κ.λπ.), ακόμη και στα ίδια τα άτομα.

Ωστόσο για να αποφύγουμε την αναπαραγωγή και το αναμάσημα δημωδών αντιλήψεων για το πρόβλημα που το εντοπίζουν στα άτομα, στις συμπεριφορές τους, στο φαντασιωτικό τους κ.λπ., αφήνοντας στο απυρόβλητο τη δομή (κεφάλαιο, κράτος, πολεοδομικά εργαλεία κ.λπ.), επιβάλλεται η μεγαλύτερη δυνατή εκλογίκευση του ζητήματος για να περιγράψουμε πρώτα το πρόβλημα (αιτίες, συμφέροντα κ.λπ.). Και στη συνέχεια να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε, μέχρι πού μπορούμε να φτάσουμε και με ποια κοινωνικά υποκείμενα. Επειδή η κοινωνία είναι σύστημα κοινωνικών σχέσεων που έχει αυτονομηθεί από τα άτομα, επομένως αυτή δεν είναι άθροισμα ατομικών στρατηγικών (σκοποθεσιών) οφείλουμε να αναδείξουμε, όσον αφορά την Ελληνική κοινωνία, την ιστορικότητα αυτών των σχέσεων που μας έφεραν εδώ αλλά και το κοινωνικό υποκείμενο (κοινωνική συμμαχία) που μπορεί να θέσει σε μια άλλη βάση το ζήτημα της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Σε μεγάλο βαθμό οι ατομικιστικές προσεγγίσεις του ζητήματος βρίσκονται σε αντιστοιχία με το καπιταλιστικό αξίωμα που ορίζει τη κοινωνική αναπαραγωγή (υγεία, στέγη, εκπαίδευση, διατροφή κ.λπ.) ως ιδιωτική υπόθεση. Βεβαίως για μια περίοδο (κρίση του ΄29) που συμπίπτει με την ανάπτυξης του κράτους πρόνοιας, το κράτος ανέλαβε στη μορφή των δημόσιων αγαθών μέρος της κοινωνικής αναπαραγωγής. Τα πλεονάζοντα κεφάλαια διοχετεύτηκαν στην ανάπλαση των πόλεων (εξευγενισμός, προάστια κ.λπ.), στη κατασκευή κοινωνικών υποδομών (νοσοκομεία, σχολεία, αντιπλημμυρικά έργα κ.λπ.) ως προσπάθεια υπέρβασης της κρίσης (βλ. κεϋνσιανισμός). Πέρα από τον αντικυκλικό (οικονομικό) χαρακτήρα αυτού του εγχειρήματος επιχειρήθηκε επίσης να προσδιοριστούν οι κοινωνικές ανάγκες και να εκλογικευτούν οι καταναλωτικές συμπεριφορές (βλ. «συλλογική κατανάλωση»). Στην περίπτωση της χώρας μας μέρος του κοινωνικού πλεονάσματος (κρατικές επενδύσεις) συνέβαλε, κυρίως στις δεκαετίες του ’50 και του ΄60 στη δημιουργία των όρων της κεφαλαιακής συσσώρευσης (εξηλεκτρισμός, επικοινωνίες, μεταφορές κ.ο.κ.).

Εξάλλου η εμπειρία των κοινωνιών με τις οικονομικές κρίσεις, ας αναφέρουμε το μεγάλο κραχ του ΄29, έδειξε πως κάθε άλλο παρά αυτές επιτρέπεται να εναποθέτουν μια κρίσιμη κοινωνική λειτουργία (όπως είναι η κοινωνική αναπαραγωγή) στις ατομικές στρατηγικές ή, στην αγορά. Κοντολογίς στο τυχαίο και στο συμπτωματικό. Καταδείχτηκε επίσης ο ιδεολογικός χαρακτήρας του φιλελεύθερου δόγματος που αναγορεύει τα άτομα σε «δρώντα υποκείμενα» (μεθοδολογικός ατομισμός, φαινομενολογία κλπ.), καθώς αυτά, εκ των πραγμάτων, δεν μπορούν να δουν πέρα από τα ατομικά τους συμφέροντας, πέρα «από τη μύτη τους». Αυτό είναι το ανορθολογικό που προσκρούει εκ των πραγμάτων στο δημόσιο συμφέρον και σε μια ορθολογική διαχείριση (ικανοποίηση) των κοινωνικών αναγκών και κατ’ επέκταση στη διασφάλιση της κοινωνικής αναπαραγωγής. Μετά το μεγάλο κραχ και τις στρατιές των ανέργων διαπιστώθηκε επίσης πως «το αόρατο χέρι της αγοράς» (A. Smith) δεν μπορεί να διασφαλίσει ούτε τη φυσική επιβίωση, πόσο μάλλον τη κοινωνική αναπαραγωγή του πληθυσμού.

Εδώ είμαστε λοιπόν. Και από εδώ ξεκινάμε, αφού λάβουμε υπόψη πως συγκροτήθηκε η Ελληνική κοινωνία τις τελευταίες δεκαετίες (χαρακτήρας ανάπτυξης, κοινωνικές συμμαχίες, κράτος κ.λπ.); Αυτό αφορά πολύ περισσότερο τη κοινωνική συγκρότηση των μικροαστικών στρωμάτων που στην «ανέλιξή» τους εποίκισαν με δραστηριότητες, -όπως και το ξενοδοχειακό κεφάλαιο-, (τις περισσότερες φορές με αυθαίρετο τρόπο), έχοντας μάλιστα την κάλυψη της πολιτικής εξουσίας και του κράτους, την Ανατολική Αττική και τις περιοχές που τώρα καίγονται (εξοχική κατοικία, οικιστικοί συνεταιρισμοί, μαγαζιά, ξενοδοχεία κ.λπ.). Κατά κάποιο τρόπο η υλική και ιδεολογική συγκρότηση αυτών των στρωμάτων δημιουργούν, όπως και άλλες κοινωνικές πρακτικές (οικοδομικοί συνεταιρισμοί, «οικοπεδοφάγοι», «καταπατητές» κ.λπ.), τα «κατάλληλα αποτελέσματα», -ας δεχτούμε για αναλυτικούς λόγους αυτό τον ορισμό του Ν. Πουλαντζά-, μια αίσθηση κοινωνικής αυτορρύθμισης, συμβάλλοντας στην ιδεολογική και πολιτική τοποθέτηση τους.

Κατά κάποιο τρόπο το κράτος συνέβαλε στη σύμπηξη μιας «άτυπης» κοινωνικής συμμαχίας ανάμεσα στα μικροαστικά στρώματα και στο μεγάλο κεφάλαιο με τα πρώτα (μικροαστικά στρώματα κ.ά.) να προσφέρουν ιδεολογική και κοινωνική νομιμοποίηση στις πρακτικές του κεφαλαίου (κατασκευή, εξόρυξη, βιομηχανία κ.ο.κ.) αλλά και στις «νόμιμες» απαλλαγές του από απόδοση εισφορών, φόρων κ.λπ. Συνεπώς οι «συντεχνιακές», οι «πελατειακές» πρακτικές έχουν κοινωνικό βάθος, βασίζονται σε συμμαχίες κοινωνικών τάξεων και φωλιάζουν στον τρόπο με τον οποίο παράγεται ο κοινωνικός πλούτος και στήνεται το σύστημα διανομής του. Αυτές δε μένουν σε επίπεδο κράτους και «κοινωνικών ομάδων», όπως υπονοεί ο κορπορατισμός, ως ο κοινωνικός πλούτος να παράγεται και να γίνεται αντικείμενο ιδιοποίησης εδώ, στη σφαίρα της πολιτικής εξουσίας.

Ωστόσο χωρίς οργάνωση του χώρου (φυσικού και δομημένου), χωρίς κοινωνικές υποδομές, χωρίς πολεοδομικά εργαλεία κ.λπ., η περιοχή της Ανατολικής Αττικής θα αποτελεί «ανοχύρωτη πόλη», παρόλο που κάθε καλοκαίρι υποδέχεται μια δεύτερη Αθήνα (παραθεριστές, κατοίκους, παιδικές κατασκηνώσεις κ.λπ.). Αυτό, το γεγονός ότι η Ανατολική Αττική έχει μετατραπεί σε ζώνη αναψυχής και αναζωογόνησης μεγάλου μέρους του πληθυσμού της Αθήνας, καθιστά την απαλλοτρίωση (με αποζημιώσεις) μεγάλων τμημάτων της περιοχής που ανήκουν σε ιδιοκτήτες (νόμιμους και «παράνομους»), δηλαδή τη μερική κοινωνικοποίηση της κοινωνικής αναπαραγωγής, αναγκαίο όρο για τη πρόσβαση του πληθυσμού σε βασικά κοινωνικά αγαθά.  Μόνο έτσι θα αποκτήσει ο πληθυσμός της Αθήνας την αναγκαία φυσική ενδοχώρα για παραθέριση, ψυχαγωγία, αναψυχή κ.ο.κ. αλλά και τη πρόσβαση στη θάλασσα που τώρα εμποδίζεται παντοιοτρόπως (ιδιωτικές μάντρες, αποκλεισμός παραλιών κ.λπ.) και ήταν ένας από τους κύριους λόγους που χάθηκαν τόσοι άνθρωποι. Μόνο με αυτό τον τρόπο μπορούμε να περάσουμε από τις ανορθολογικές ατομικές στρατηγικές στη οργανωμένη κοινωνική αναπαραγωγή διασφαλίζοντας μάλιστα απασχόληση και εισόδημα.

Ο καθένας/μία αντιλαμβάνεται πως αυτό αντιστρέφει τις κοινωνικές και οικονομικές προτεραιότητες. Θέτει επίσης στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα ανεύρεσης μέσων και πόρων (πως και από πού;). Αν αυτό συνιστά σε μικρότερο ή, μεγαλύτερο βαθμό «τεχνικό» ζήτημα, όπως είναι σε ένα βαθμό και η διαχείριση του φυσικού πλούτου και του οικιστικού συμπλέγματος, το πλέον κρίσιμο είναι ποιο κοινωνικό υποκείμενο, ποια κοινωνική συμμαχία θα αγωνιστεί για την πραγμάτωσή του; Έτσι, επανερχόμαστε στο κεντρικό ερώτημα που μας απασχολεί ξανά και ξανά. Σε κάθε περίπτωση η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δε μπορεί να αναβάλλεται εσαεί, καθώς ο καπιταλισμός έχει τη «κυβερνητική τεχνογνωσία» να διαλύει εν τη γενέσει τους εστίες συλλογικής δράσης (απορρύθμιση εργασιακών σχέσεων, αντιαπεργιακή νομοθεσία, υπονόμευση συλλογικών συμβάσεων κ.λπ.), να υποσκάπτει μέτωπα αντίστασης (διαμαρτυρία κατά των εξορύξεων, κινήματα για την προστασία της φύσης κ.λπ.), να εργαλειοποιεί αντιθέσεις ανάμεσα σε τάξεις και στρώματα και να δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την ανάληψη κοινωνικής δράσης.

Μέρος μιας οργανωμένης απάντησης στο παραπάνω ερώτημα θα είναι και ο έλεγχος των συνθηκών κοινωνικής αναπαραγωγής ώστε να αποδεσμευτούν τα μικροαστικά στρώματα από τη συμμαχία τους με το κεφάλαιο αλλά και να προσεταιριστούν τα μεσαία στρώματα που σε μεγάλο βαθμό εκφράζουν ταξικές καταστάσεις της μισθωτής εργασίας. Το να περιμένει κανείς σε καπιταλιστικές συνθήκες ευνοϊκότερες ευκαιρίες δράσης, αναβάλλοντας τις αναγκαίες πρωτοβουλίες σύμπηξης κοινωνικών συμμαχιών, είναι σα να αφήνει το ζήτημα στο συμπτωματικό, εν τέλει, στο φαταλισμό. Οι καλύτερες προτάσεις για την προστασία της φύσης και της ζωής αλλά και για την ανάπλαση των πληγέντων περιοχών χωρίς προσδιορισμό του φορέα δράσης, έχουν μόνο «κοινοβουλευτική» σημασία.

Θα ήταν αστείο αυτά τα αιτήματα να απευθύνονται στη Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ως να μπορούσε (ακόμη και να ήθελε) να τα ικανοποιήσει. Όπως δείχνει μάλιστα η εξέλιξη των πραγμάτων θα χειροτερέψουν και οι συνθήκες κοινωνικής δράσης. Εξάλλου εδώ, στο κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος, για να αποτραπεί ο «κόσμος της εργασίας» να βρει το ταξικό του ισοδύναμο (κοινωνικό και πολιτικό) και στη διάλυση των κοινωνικών υποδομών (εμπορευματοποίηση δημόσιων αγαθών κ.λπ.) για να υποσκαφτούν οι συνθήκες δράσης του αποβλέπει, εκτός των άλλων, ολόκληρη η μνημονιακή νομοθεσία των τελευταίων ετών («εγχώρια» και ευρωπαϊκή).