Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Από το Στάλινγκραντ στην D-day _απόβαση στη Νορμανδία: ο ρόλος της ΕΣΣΔ στην Αντιφασιστική Νίκη

Για το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου στη Δυτική Ευρώπη.
Η “υπόγεια” σύγκρουση σοσιαλισμού-καπιταλισμού

(Δοκίμιο Ιστορίας ΚΚΕ τ.Β1)
Στις 18 Ιούλη 1941, ο Στάλιν απέστειλε προσωπικό μήνυμα προς τον Τσόρτσιλ, στο οποίο τόνιζε ότι «η πολεμική κατάστασις της Σοβιετικής Ενώσεως, όπως εξ ίσου και της Μεγάλης Βρετανίας, θα εκαλυτέρευε σημαντικά εάν εδημιουργείτο μέτωπον εναντίον του Χίτλερ εις την Δύσιν (Βόρεια Γαλλία) και εις τον Βορράν (Αρκτική)». Το ίδιο αίτημα, του ανοίγματος δεύτερου μετώπου εναντίον της Γερμανίας, ο Στάλιν έθετε επιτακτικά σε όλες τις μετέπειτα επικοινωνίες του με τον Τσόρτσιλ, τόσο στη διάρκεια του 1941 όσα και αργότερα, όπως, για παράδειγμα, στις 23 Ιούλη 1942, καθώς και στις 13 Αύγουστου 1942. 53

Επίσης, στις 6 Δεκέμβρη 1942, ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης απέστειλε στον Ουίνστον Τσόρτσιλ εμπιστευτικό μήνυμα στο οποίο επαναλάμβανε ακόμα μια φορά τη σχετική απαίτηση της ΕΣΣΔ. Τόνιζε: «Περιμένω απάντησίν Σας εις το προηγούμενον μήνυμά μου επί του σημείου που αφορά το άνοιγμα του δευτέρου μετώπου εις την Δυτικήν Ευρώπην κατά την άνοιξιν του 1943

Στις 12 Δεκέμβρη, ο Τσόρτσιλ απάντησε στον Στάλιν: «Εις το μήνυμά Σας της 6ης Δεκέμβρη ερωτάτε ιδιαιτέρως περί του δευτέρου μετώπου διά το 1943. Δεν είμαι εις θέσιν να απαντήσω επί της ερωτήσε- ως αυτής παρά μόνον από κοινού με τον Πρόεδρον των Ηνωμένων Πολιτειών (…) Εγώ διατηρώ συνεχώς επαφήν με τον Πρόεδρον διά να γνωρίζω τι είναι δυνατόν να γίνει.»™

Στις 16 Φλεβάρη 1943, ο Στάλιν απέστειλε νέο μήνυμα προς τον Τσόρτσιλ, κυρίως για το ίδιο θέμα, όπου ανέφερε: «Όσον αφορά το άνοιγμα του δευτέρου μετώπου εις την Ευρώπην, ειδικώτερον εις την Γαλλίαν, τούτο, όπως προκύπτει από τας πληροφορίας Σας, ορίζεται μόλις διά τον Αύγουστον με Σεπτέμβριον (…) Η σημερινή κατάστασις απαιτεί όπως αι προθεσμίαι αυταί συντομευθούν εις το μάξιμουμ, ώστε (…) το κτύπημα από τη Δύσιν (…) να καταφερθεί την άνοιξιν ή τας αρχάς του θέρους»52

Τα γεγονότα έδειχναν ότι η αμερικανοβρετανική πλευρά κωλυσιεργούσε.
Στις 15 Μάρτη 1943, ο Στάλιν απάντησε επιθετικά στον Τσόρτσιλ:

«Από τας πληροφορίας Σας φαίνεται ότι αι αγγλοαμερικανικαί επιχειρήσεις εις την Βόρειαν Αφρικήν όχι μόνον δεν επισπεύδονται, αλλά αναβάλλονται διά το τέλος Απρίλη. Μάλιστα, και αυτή η προθεσμία δεν αναφέρεται ως εντελώς οριστική. (…) Η αγγλο-αμερικανική επίθεσις εις την Βόρειαν Αφρικήν όχι μόνο δενενετάθη, αλλά και γενικώς δε διεξήχθη (…) Εν τω μεταξύ, η Γερμανία επρόλαβε να μεταφέρη από τη Δύσιν εναντίον των Σοβιετικών στρατευμάτων 36 μεραρχίες (…) Ως και πρότερον, θεωρώ σπουδαίον ζήτημα την επιτάχυνσιν του δευτέρου μετώπου εις τη Γαλλίαν. Όπως θα ενθυμήσθε, (…) τηνεθεωρού- σατε δυνατήν ακόμη διά το 1942 και εν πάση περιπτώσει όχι βραδύτερον από την άνοιξιν του έτους τούτου (…) Η αοριστία των δηλώσεώνΣας (…) προκαλεί εις εμέ ανησυχίας, τας οποίας δε δύναμαι να αποσιωπήσω.»

Στις 11 Ιούνη 1943, ακολούθησε νέο μήνυμα του Στάλιν προς Τον Πρόεδρο των ΗΠΑΦραγκλίνο Ρούζβελτ: «Το Μάιον του 1943, Σεις και ο κ. Τσώρτσιλ λαμβάνετε απόφασιν που αναβάλλει την αγγλο-αμερικανικήν εισβολήν εις την Δυτικήν Ευρώπην, διά την άνοιξιν του 1944. Δηλαδή το άνοιγμα του δευτέρου μετώπου εις την Δυτικήν Ευρώπην, αναβληθέν ήδη μίαν φοράν από το 1942 διά το 1943, αναβάλλεται και πάλιν διά την άνοιξιν τώρα του 1944…»

Ο Τσόρτσιλ απάντησε στον Στάλιν ότι δεν ήταν δυνατό να γίνει το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου εκείνο το διάστημα, λόγω του συσχετισμού δυνάμεων που ήταν υπέρ της Γερμανίας. Ακολούθησε νέα, σε έντονο ύφος ανταπάντηση του Στάλιν (24 Ιούνη 1943), δίχως το θέμα να λήξει εδώ: «Η Σοβιετική Κυβέρνησις δεδύναται να παραδεχθή παρομοίαν αδιαφορίαν έναντι των ζωτικών συμφερόντων της.. .»

Ναζί απειλούν, με προτεταμένα τα όπλα τους, τα γυναικόπαιδα στην Πολωνία

Από τα μέσα Ιούλη του 1943 και επί ένα περίπου χρόνο, τα γεγονότα όσον αφορά τις πολεμικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ – Μ. Βρετανίας στο ευρωπαϊκό μέτωπο εξελίχτηκαν ως εξής:

  • Στις 10 Ιούλη 1943 άρχισε στη Νότια Σικελία η απόβαση στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας, που είχε αποφασιστεί στη Διάσκεψη της Καζαμπλάνκα (14-23 Γενάρη 1943) ανάμεσα στους Τσόρτσιλ-Ρούζβελτ. Στις24 Ιούλη 1943 το Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο, που πρόεδρός του ήταν ο στρατάρχης Πιέτρο Μπαντόλιο, ζήτησε από τον Μουσολίνι να παραιτηθεί και να παραδώσει την αρχιστρατηγία στο βασιλιά. Την επομένη ο Μουσολίνι συνελή φθη. Στις 17 Αύγουστού καταλήφθηκε ολόκληρη ή Σικελία, ενώ την ίδια μέρα συνήλθε η Διάσκεψη του Κεμπέκ (Ρούζβελτ-Τσόρτσιλ) που διήρκεσε ως τις 25 Αυγούστου. Σ’ αυτήν αποφασίστηκεν’ αναβληθεί το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου και ν’ αρχίσει επίθεση στην Ηπειρωτική Ιταλία.
  • Στο μεταξύ διεξάγονταν μυστικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους Αγγλο- αμερικανούς και τον Ιταλό στρατάρχη Πιέτρο Μπαντόλιο, που οδήγησαν στην υπογραφή συμφωνίας συνθηκολόγησης της Ιταλίας στις 3 Σεπτέμβρη. Στις 8 Σεπτέμβρη ο γερμανικός στρατός εισέβαλε και κατέλαβε τη Βόρεια και Κεντρική Ιταλία, αποκατέστησε τον Μουσολίνι κι εγκαθίδρυσε τη λεγάμενη Κοινωνική Δημοκρατία του Σαλό.
  • Στις 28 Νοέμβρη -1 Δεκέμβρη 1943 πραγματοποιήθηκε η Διάσκεψη της Τε-χεράνης. Επικεφαλής των τριών αντιπροσωπιών ήταν οι Στάλιν, Ρούζβελτ και Τσόρτσιλ. Ο τελευταίος επέμενε στη θέση της διεύρυνσης των πολεμικών επιχειρήσεων στη Μεσόγειο και αρνιόταν να ορίσει ακριβή ημερομηνία της απόβασης στη Γαλλία. Η ΕΣΣΔ αντιτάχτηκε στις επιδιώξεις της Μ. Βρετανίας και επέμεινε στο γρήγορο άνοιγμα του δεύτερου μετώπου στη Δυτική Ευρώπη, θέση με την οποία συμφώνησαν και οι ΗΠΑ.

Τελικά, η απόβαση των αγγλοαμερικανικών στρατευμάτων στη Νορμανδία ξεκίνησε τη νύχτα της 5ης προς 6η Ιούνη 1944. Όταν έγινε, είχε προηγηθεί η απελευθέρωση σχεδόν ολόκληρης της Σοβιετικής Ένωσης από τον Κόκκινο Στρατό, που ετοιμαζόταν να προελάσει προς Ρουμανία, Πολωνία, Βουλγαρία και σε άλλες χώρες, με προορισμό το Βερολίνο.

Στις 4 Ιούνη 1944 απελευθερώθηκε η Ρώμη, στις 25 Αύγουστου το Παρίσι, ενώ την ίδια μέρα συνθηκολόγησε η Φινλανδία, από την οποία τα γερμανικά στρατεύματα έφυγαν στις 15 Σεπτέμβρη. Στις 3 Σεπτέμβρη απελευθερώθηκαν οι Βρυξέλλες. Στα τέλη Γενάρη του 1945 ο γερμανικός στρατός υποχώρησε από τις Αρδένες, ενώ στις 5 Μάη απελευθερώθηκε η Ολλανδία.

Η μάχη του Στάλινγκραντ
και ο συσχετισμός δυνάμεων

Το καλοκαίρι του 1942, τα γερμανικά στρατεύματα εξαπέλυσαν μεγάλη επίθεση στο Νότιο Τομέα του Ανατολικού Μετώπου. Ένα τμήμα κινήθηκε προς το Στάλινγκραντ και στις 17.7.1942 έφτασε στα άκρα της πόλης κι ένα άλλο τμήμα έφτασε στον ποταμό Ντον, στην περιοχή της πόλης Ροστόβ, με κατεύθυνση τον Καύκασο. Την επίθεση αυτή η Γερμανία τη σχεδίαζε από τα τέλη του 1941, αλλά οι σχεδιασμοί έλαβαν ολοκληρωμένη μορφή στρατιωτικού σχεδίου στις 5 του Απρίλη του 1942, όταν το γερμανικό στρατιωτικό επιτελείο εξέδωσε τη διαταγή No 41, βάσει της οποίας κύριος στόχος των γερμανικών στρατευμάτων ετίθετο η συντριβή της σοβιετικής αντίστασης και η κατάληψη του μεγαλύτερου μέρους των βασικών στρατιωτικών και οικονομικών κέντρων της ΕΣΣΔ.

Βλέποντας κανείς το συσχετισμό δυνάμεων εκείνης της εποχής, ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και στη Γερμανία, δεν μπορεί παρά να μιλήσει για θαύμα, αναλογιζόμενος ότι στο τέλος νικητής βρέθηκε ο Κόκκινος Στρατός. Στις 31 του Γενάρη του 1943, εκδίδεται το ανακοινωθέν της Ανώτατης Διοίκησης των Σοβιετικών Ενόπλων Δυνάμεων για τη συντριβή των Γερμανών στο Βόλγα. Την ίδια μέρα παραδόθηκε η νότια ομάδα των γερμανικών δυνάμεων με επικεφαλής το διοικητή της 6ης στρατιάς, Φ. Πάουλους, ο οποίος μόλις είχε προαχθεί από τον Χίτλερ σε στρατάρχη. Το ανακοινωθέν είναι ουσιαστικά η αναγγελία της νίκης στη μάχη του Στάλινγκραντ, η οποία τυπικά ολοκληρώνεται στις 2 του Φλεβάρη του 1943, με την παράδοση των τελευταίων υπολειμμάτων της βόρειας ομάδας των γερμανικών δυνάμεων.

13_2_1945 Ο Κόκκινος Στρατός απελευθερώνει την κατεστραμμένη Βουδαπέστη

Στις 3 του Φλεβάρη του 1943, η Ανώτατη Διοίκηση Ενόπλων Δυνάμεων της Γερμανίας εξέδιδε ένα ειδικό ανακοινωθέν, στο οποίο αναφερόταν: «Η μάχη του Στάλινγκραντ ετελείωσε. Πιστοί στον όρκον των να πολεμήσουν μέχρι τελευταίας πνοής, οι άνδρες της Έκτης Στρατιάς, υπό την υποδειγματικήν ηγεσίαν του στρατάρχου Πάουλους, καταβλήθηκαν υπό της υπεροχής του εχθρού και υπό των δυσμενών συνθηκών που αντιμετωπίζουν αι δυνάμεις μας». Της ανάγνωσης της ανακοίνωσης από το γερμανικό ραδιόφωνο προηγήθηκε τυμπανοκρουσία σε χαμηλό τόνο και μετά την ανάγνωση παίχτηκε το δεύτερο μέρος της Πέμπτης Συμφωνίας του Μπετόβεν. Στη συνέχεια, γνωστοποιήθηκε πως με εντολή του Χίτλερ είχε κηρυχτεί τετραήμερο εθνικό πένθος, στο διάστημα του οποίου όλα τα θέατρα, οι κινηματογράφοι και τα κέντρα διασκέδασης της χώρας θα παρέμεναν κλειστά.

Ακριβώς αντίθετη ήταν η εικόνα στη Σοβιετική Ένωση. Μια μέρα πριν, στις 2 του Φλεβάρη, ο Ι. Β. Στάλιν απηύθυνε ημερήσια διαταγή προς τα στρατεύματα του Ντον, όπου έλεγε: _Στον αντιπρόσωπο του Αρχηγείου της Ανώτατης Διοίκησης του στρατού, στρατάρχη του πυροβολικού σ. Βορόνοφ \ Στον διοικητή των στρατευμάτων του μετώπου του Ντον, στρατηγό σ. Ροκοσόφσκι.

Συγχαίρω εσάς και τα στρατεύματα του μετώπου του Ντον για το επιτυχημένο ξεκαθάρισμα των εχθρικών στρατευμάτων που είχαν κυκλωθεί κοντά στο Στάλινγκραντ. Εκφράζω τις ευχαριστίες μου σε όλους τους μαχητές, διοικητές και πολιτικούς καθοδηγητές του μετώπου του Ντον για τις εξαιρετικές αυτές πολεμικές επιχειρήσεις. Λίγες μέρες αργότερα, στην 25η επέτειο της ίδρυσης του Κόκκινου Στρατού, ο Στάλιν θα χαρακτηρίσει τη μάχη του Στάλινγκραντ «τη μεγαλύτερη στην ιστορία των πολέμων». Ήταν άραγε έτσι τα πράγματα;

Για να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα, οφείλουμε να δούμε με περισσότερες λεπτομέρειες τι ήταν αυτό που έγινε στο Στάλινγκραντ, που υποχρέωνε τους Γερμανούς να πενθούν και τους Σοβιετικούς να παραληρούν από ενθουσιασμό.
Η μάχη του Στάλινγκραντ άρχισε στις 17 του Ιούλη του 1942 και διαιρείται σε δύο περιόδους: Την αμυντική μάχη (17.7.42 – 18.11.42) και την επιθετική (19.11.42 – 2.2.43). Στη διάρκεια της σοβιετικής αντεπίθεσης καταστράφηκαν δύο γερμανικές, μια ιταλική και δύο ρουμανικές στρατιές. Εξοντώθηκαν ολοκληρωτικά 32 γερμανικές μεραρχίες και 3 ταξιαρχίες. Άλλες 16 μεραρχίες έχασαν το 50%-75% της δύναμής τους και έπαψαν να είναι αξιόμαχες. Οι απώλειες των φασιστικών στρατευμάτων στην περίοδο της σοβιετικής αντεπίθεσης ξεπέρασαν τους 800 χιλιάδες νεκρούς και τεράστιες καταστροφές πολεμικού υλικού. Το μέγεθος των απωλειών επέδρασε αποφασιστικά στη γενική στρατηγική κατάσταση, συγκλόνισε όλη την πολεμική μηχανή της ναζιστικής Γερμανίας.
Έως τη μάχη του Στάλινγκραντ, στην Ιστορία δεν υπήρχε περίπτωση κύκλωσης και ολοκληρωτικής καταστροφής τόσο μεγάλης στρατιωτικής δύναμης. Η συντριβή των Γερμανών στο Βόλγα σήμανε την αρχή της αποφασιστικής στροφής στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο του σοβιετικού λαού και σε όλο το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αρχιζε η εκδίωξη των εισβολέων από το σοβιετικό έδαφος και η απελευθέρωση των λαών της Ευρώπης από το χιτλεροφασιστικό ζυγό.

Η εποποιία του Στάλινγκραντ

Αγγλία και ΗΠΑ
εγκαταλείπουν την ΕΣΣΔ στην τύχη της

Παρά τη σημασία που είχε η μάχη του Στάλινγκραντ για την έκβαση ολόκληρου του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η ΕΣΣΔ έδωσε αυτή τη μάχη εντελώς μόνη και αβοήθητη, εγκαταλειμμένη από τους «συμμάχους» της στην αντιχιτλερική συμμαχία, φτάνοντας πολλές φορές στο χείλος της καταστροφής, από την οποία σώθηκε χάρη στα τεράστια αποθέματα δύναμης του σοβιετικού λαού και στις απεριόριστες δυνάμεις που έκρυβε το σοσιαλιστικό καθεστώς.

Οι δυτικές δυνάμεις, οι ΗΠΑ και η Αγγλία, έβλεπαν στη μάχη του Στάλινγκραντ τη δυνατότητα να υπάρξει, το λιγότερο, μια αμοιβαία εξασθένηση της ΕΣΣΔ και της Γερμανίας, που θα τους έδινε τη δυνατότητα να ξεμπερδεύουν με το σοσιαλισμό και να μοιράσουν τις παγκόσμιες αγορές μεταξύ τους, χωρίς να μπλέκεται στα πόδια τους ένας μεγάλος ανταγωνιστής, όπως ήταν η Γερμανία. Ετσι αρνήθηκαν ν’ ανοίξουν ένα δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη κατά των δυνάμεων του γερμανικού φασισμού κι έδωσαν τη δυνατότητα στον Χίτλερ να συγκεντρώσει στο ανατολικό μέτωπο τεράστιο αριθμό δυνάμεων και πολεμικού υλικού. Μάλιστα, ο Τσόρτσιλ ταξίδεψε ο ίδιος στη Μόσχα για να ξεκαθαρίσει στον Στάλιν ότι μέσα στο 1942 οι ΗΠΑ και η Βρετανία δεν επρόκειτο να προχωρήσουν στο άνοιγμα του δεύτερου μετώπου. Στα απομνημονεύματά του ο Βρετανός πρωθυπουργός ξεκαθάρισε με άκρως αποκαλυπτικό τρόπο πως το σαμποτάζ στο άνοιγμα του δεύτερου μετώπου ήταν συνέχεια της ίδιας αντισοβιετικής πολιτικής, που ο ίδιος εφάρμοσε στην προπολεμική περίοδο. Να τι γράφει, αναφερόμενος στις σκέψεις που έκανε μέσα στο αεροπλάνο που τον πήγαινε στην ΕΣΣΔ: «Σκεπτόμουν την αποστολή που μ’ έφερνε στο θλιβερό αυτό μπολσεβικικό κράτος. Αλλοτε είχα προσπαθήσει με όλες τις δυνάμεις μου να το στραγγαλίσω στη γέννησή του και ως την εμφάνιση του Χίτλερ το θεωρούσα θανάσιμο εχθρό της ελευθερίας και του πολιτισμού. Ποιο ήταν τώρα το καθήκον μου; Ο στρατηγός Ουέιβελ, που είχε φιλολογική διάθεση, τα ανακεφαλαίωσε όλα σε ένα ποίημα με πολλές στροφές, που τελείωνε με τις λέξεις: “Οχι δεύτερο μέτωπο το 1942″».

Η υπονομευτική στάση των Δυτικών απέναντι στην ΕΣΣΔ είχε κι άλλες πλευρές. Από τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας αποκαλύπτεται πως οι Αγγλοαμερικανοί ήταν έτοιμοι να καταλάβουν τις πετρελαιοπηγές του Καυκάσου, σε περίπτωση νίκης των ναζί, μη διστάζοντας ακόμη και να προχωρήσουν σε μια πλατιά αντισοβιετική συμμαχία με τους Γερμανούς, εφόσον δεν μπορούσαν να πράξουν αλλιώς. Το μόνο που τους ανησυχούσε για το πώς θα δράσουν ήταν το ενδεχόμενο νίκης της ΕΣΣΔ.

Μετά τη μάχη του Στάλινγκραντ ο σοβιετικός στρατός αποσπά τη στρατηγική πρωτοβουλία και δεν την αφήνει μέχρι την οριστική συντριβή της ναζιστικής Γερμανίας. Ο ηρωικός αγώνας των κατοίκων του Στάλινγκραντ και του σοβιετικού στρατού απέσπασε τον παγκόσμιο θαυμασμό. Τόσο η βρετανική, όσο και η αμερικανική ηγεσία αναγνώρισαν με τον πιο επίσημο τρόπο τον καθοριστικής σημασίας αγώνα των υπερασπιστών του Στάλινγκραντ για την τελική έκβαση του πολέμου.

Χαιρετάμε το Στάλινγκραντ!… Τις νίκες του Σοβιετικού Στρατού! Τη συντριβή των χιτλερικών!… Την αιχμαλωσία της στρατιάς του Πάουλους. Ακούμε τα νέα απ’ το ραδιόφωνο και πανηγυρίζουμε το μέγα γεγονός. Αυτό που το περιμέναμε. «Εγινε το θαύμα»! Οι εξάρσεις, οι χαρές, οι ενθουσιασμοί ξεπερνούν κάθε όριο. Είναι σαν να αποχτήσαμε φτερά και να πετάμε στα ύψη! Ετσι νιώθουμε μεγάλοι και μικροί.

Αλλάζει η διεθνής κατάσταση. Σημειώνεται στροφή στην πορεία του πολέμου. Το γενικό κλίμα είναι καλό. Αλλη ψυχολογία έχει τώρα κι ο κόσμος. Παίρνουμε δύναμη και θάρρος. Να συνεχίσουμε πιο αποφασιστικά τον αγώνα. Μέχρι την τελική νίκη.

Το «Στάλινγκραντ» είναι στο νου, στη σκέψη και στο στόμα όλων. «Στρατηγικής σημασίας» η επιτυχία αυτή. Πιο μεγάλο δώρο δε θα μπορούσε να χαρίσει η μεγάλη πατρίδα του Λένιν και του Στάλιν στους σκλαβωμένους λαούς της Ευρώπης.

Του Νίκου ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ* στελέχους του ΚΚΕ
σσ. ο σύντροφος δε ζει πια, “έφυγε” Δεκ-2010

ΑΠΟΒΑΣΗ ΣΤΗ ΝΟΡΜΑΝΔΙΑ
Γιατί καθυστέρησε
το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου

Οι χρονιάτικες σχετικές εκδηλώσεις για τον Ιούνη του 1944 και το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου κατά των χιτλερικών στην Ευρώπη, προβάλεται σαν το πιο σημαντικό γεγονός και πάντως αυτό που έκρινε το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού, γίνεται συστηματική προσπάθεια από τα επιτελεία του ιμπεριαλισμού για παραχάραξη της ιστορίας και το ξαναγράψιμό της από τη δική του σκοπιά. Εδώ φαίνεται ότι εντάσσεται και ο γιορτασμός της απόβασης στη Νορμανδία. Ποια όμως είναι η αντικειμενική πραγματικότητα, η πραγματική ιστορία;

Η επιχείρηση άρχισε τα μεσάνυχτα της 5ης προς 6η Ιούνη του 1944, έξι μεγάλα ανεμοπλάνα «Χόρσα» της 6ης αερομεταφερόμενης βρετανικής μεραρχίας, πέρασαν τη γαλλική ακτή πάνω από το Ουλγκάτ. Το ένα από αυτά «κάθισε» πάνω στα συρματοπλέγματα που προστάτευαν τη γέφυρα της Μπενουβίλ στο κανάλι της Καν. Αλλά δύο «κάθισαν» πλάι στη γέφυρα της Ρανβίλ στον ποταμό Ορν. Στη μία το πρωί το μεγαλύτερο μέρος της 6ης βρετανικής αερομεταφερόμενης μεραρχίας άρχισε να «γλιστρά» από τον ουρανό προς τη γαλλική γη. Ταυτόχρονα στην άλλη άκρη του μετώπου των δυνάμεων που διενεργούσαν έφοδο στο Κοταντέν άρχιζε η αμερικανική επιχείρηση αεραγημάτων. Οι ανιχνευτές της 101ης αερομεταφερόμενης μεραρχίας πήδησαν πρώτοι στις 12.15′ τα μεσάνυχτα. Σε λίγο ο ουρανός θα γέμιζε αλεξίπτωτα, αλλά καθότι ήταν συννεφιασμένος, δύσκολα μπορούσε να γίνει αντιληπτό τι συνέβαινε. «Στη 1 και 11′ -γράφει ο Ρεμόν Καρτιέ1– το 84ο γερμανικό σώμα στο Σεν Λο, πήρε από την Καν ένα σήμα της 716ης μεραρχίας πεζικού “Αλεξιπτωτιστές στα ανατολικά των εκβολών του Ορν, στην περιοχή Ρανβίλ – Μπρεβίλ, στις βόρειες παρυφές του δάσους Μπαβάν”. Στις 1 και 45′ πήρε από τη Βαλόν ένα σήμα της 709ης μεραρχίας πεζικού: “Αλεξιπτωτιστές του εχθρού στα νότια του Σεντ – Ζερμέν ντε Βαρεβίλ και κοντά στη Σεντ – Μαρί – ντι Μον. Δεύτερη ομάδα στα δυτικά της μεγάλης οδού Καραντάν – Βαλόν, από τις δύο πλευρές του Μερντερέ”. Οι δύο περιοχές που υπεδείκνυαν τα σήματα βρίσκονταν στις δύο πτέρυγες του σώματος στρατού. Η επιχείρηση είναι λοιπόν σοβαρή»…

Ιατρική περίθαλψη και συσσίτιο από τον Κόκκινο Στρατό στους επιζήσαντες Βερολινέζους

Χωρίς αμφιβολία η επιχείρηση ήταν όντως σοβαρή. Επρόκειτο για την απόβαση στη Νορμανδία, μία από τις σημαντικότερες πολεμικές επιχειρήσεις στην ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η σημαντικότερη σύμφωνα με τη δυτική μεταπολεμική προπαγάνδα, που γίνεται ακόμη πιο προκλητική στις μέρες μας.

Για τους Σοβιετικούς ιστορικούς «η απόβαση των αγγλοαμερικανικών στρατευμάτων στη Νορμανδία, η οργάνωση και η διεύρυνση του προγεφυρώματος είναι η μεγαλύτερη αποβατική επιχείρηση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, επιχείρηση που σήμαινε το άνοιγμα του δευτέρου μετώπου στην Ευρώπη»2. Εντούτοις ήταν μια επιχείρηση που ερχόταν πολύ καθυστερημένα, ύστερα από σκληρές πιέσεις χρόνων της ΕΣΣΔ προς τους Δυτικούς συμμάχους της. «Στα πρώτα χρόνια του πολέμου -γράφει ο Σοβιετικός ιστορικός Γ. Α. Ντεμπόριν3-, όταν η φασιστική Γερμανία διέθετε μεγάλη στρατιωτική υπεροχή, στην Ευρώπη δε δημιουργήθηκε δεύτερο μέτωπο, μ’ όλο που η πράξη αυτή θα είχε εξαιρετική στρατιωτικο-πολιτική σημασία. Οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Αγγλίας δε δημιούργησαν δεύτερο μέτωπο ούτε στα 1941, ούτε στα 1942. Ακόμη και στα 1943, ύστερα από τη ριζική ανατροπή της πορείας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η Γερμανία έχανε πια τη στρατιωτική της υπεροχή, και πάλι δε δημιουργήθηκε δεύτερο μέτωπο. Και μονάχα όταν ο πόλεμος μπήκε πια στο τελικό του στάδιο, τα αγγλικά και τα αμερικανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στις ακτές της Βόρειας Γαλλίας. Αυτό έγινε στις 6 Ιουνίου του 1944».

Πριν λοιπόν δούμε με περισσότερες λεπτομέρειες την απόβαση στη Νορμανδία, ας σταθούμε στη στρατιωτικο-πολιτική της σημασία, στο άνοιγμα δηλαδή του δεύτερου μετώπου στη Δυτική Ευρώπη, ούτως ώστε να κατανοήσουμε γιατί ένα τέτοιο γεγονός δε συνέβη νωρίτερα, αλλά αφότου ο πόλεμος έτεινε να συμπληρώσει το πέμπτο έτος από την έναρξή του4.

Η αναγκαιότητα του δεύτερου μετώπου

Η αναγκαιότητα να ανοίξει δεύτερο μέτωπο κατά των δυνάμεων του άξονα στη Δυτική Ευρώπη εμφανίστηκε ευθύς εξαρχής με τη στροφή του κέντρου βάρους του πολέμου προς την Ανατολική Ευρώπη, δηλαδή στις 22 Ιούνη 1941, όταν η χιτλερική Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στη Σοβιετική Ενωση. Μέχρι εκείνο το σημείο ήδη είχε παραχωρηθεί από τις δυνάμεις της Δύσης μεγάλη ελευθερία κινήσεων στα γερμανικά στρατεύματα. Θεωρητικά οι δυτικές δυνάμεις είχαν κηρύξει τον πόλεμο κατά του φασιστικού άξονα από το Σεπτέμβρη του 1939, όταν η Γερμανία εισέβαλε στην Πολώνια. Εντούτοις δεν πήραν την παραμικρή πρωτοβουλία για να εμποδίσουν την εφαρμογή των πολεμικών σχεδίων του Χίτλερ στην Ευρώπη, έχοντας την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να τον στρέψουν προς ανατολάς, ούτως ώστε να αχρηστεύσουν ή να εξασθενίσουν τη γερμανική απειλή στο πλαίσιο των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ταυτόχρονα να λύσουν τους ταξικούς τους λογαριασμούς με την ΕΣΣΔ, πνίγοντας τη σοβιετική εξουσία. Ετσι μέχρι την επίθεση στην ΕΣΣΔ, η Γερμανία ανενόχλητη ή σχεδόν ανενόχλητη είχε καταφέρει να βάλει στο χέρι την Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία, τη Νορβηγία, την Ολλανδία, το Βέλγιο, τη Γαλλία, τα Βαλκάνια, ενώ ενίσχυσε τις συμμαχίες της με άλλες ευρωπαϊκές -και μη- χώρες. Στην πραγματικότητα οι Αγγλοαμερικανοί είχαν παραχωρήσει στον Χίτλερ και το έδαφος και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές ούτως ώστε να συνεχίσει τον πόλεμο, αρκεί να έστρεφε -όπως και έκανε- την πολεμική του μηχανή προς την ΕΣΣΔ. Από την άλλη η χιτλερική Γερμανία δε συνιστούσε απειλή κατάλυσης της κρατικής οντότητας της Βρετανίας – πόσο μάλλον των ΗΠΑ, που βρίσκονταν πολύ μακριά. Σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες, από το στρατιωτικό του επιτελείο ο Χίτλερ συνέκρινε τη Μ. Βρετανία με την Καθολική Εκκλησία θεωρώντας και τις δύο «ουσιώδη στοιχεία σταθερότητος εις τον κόσμον»5.

Την ίδια τακτική, την τακτική δηλαδή της παραχώρησης στον Χίτλερ της αναγκαίας γι’ αυτόν ελευθερίας κινήσεων, οι Δυτικοί ακολούθησαν και μετά την επίθεση της Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση. Κι αυτό, παρά και ενάντια στο γεγονός ότι δήλωναν την αλληλεγγύη τους στην ΕΣΣΔ κατακεραυνώνοντας το φασισμό σε όλους τους τόνους. Η περίεργη αυτή στάση των Δυτικών και ιδιαίτερα της Αγγλίας είχε εντυπωσιάσει ακόμη και αυτούς τους Γερμανούς στρατιωτικούς, οι οποίοι έβλεπαν πως η επίθεση στην ανατολή άφηνε ακάλυπτα τα νώτα του γερμανικού στρατού στη δύση, χωρίς όμως να αναλαμβάνεται εναντίον του από τη Βρετανία η κατάλληλη πολεμική δράση. Αναφερόμενος σε μια συζήτησή του, μετά τον πόλεμο, με το Γερμανό αρχιστράτηγο, στρατάρχη Ρούντστετ, ο B. H. Liddell Hart (Λίντελ Χαρτ) γράφει τα εξής αποκαλυπτικά: «Ηρώτησα τον στρατάρχην εάν είχεν αναμείνει μίαν συμμαχικήν απόβασιν εις την Δύσιν εις άλλας χρονολογίας προ εκείνης, καθ’ ην αυτή έλαβε πράγματι χώραν. Μου απάντησε: “Εξεπλάγην διατί δεν επιχειρήσατε απόβασιν το 1941, όταν οι στρατοί μας είχον προχωρήσει βαθέως εντός της Ρωσίας”». Και ο B. H. Liddell Hart σχολιάζει: «Η μνεία, την οποίαν έκαμεν ο Ρούντστετ της απόψεώς του, του 1941, φαίνεται ότι είχε δώσει λαβήν εις παλαιοτέρας εκθέσεις καθ’ ας ούτος είχεν εκνευρίσει τον Χίτλερ με τας υποδείξεις του ότι είχον αφεθεί τα νώτα των Γερμανών εκτεθειμένα – κίνδυνον τον οποίον ο Χίτλερ επεζήτησε να καλύψη αποστείλας τον Ρούντστετ ν’ αναλάβη την διοίκησιν εις την Δύσιν»6.

Απόβαση των δυτικών δυνάμεων οι Γερμανοί στρατιωτικοί περίμεναν και το 1942 και το 1943, αλλά μάταια, γεγονός βεβαίως που δεν τους στενοχωρούσε καθόλου. Ηταν όμως ένα ζήτημα που προκαλούσε τεράστια προβλήματα στην ΕΣΣΔ, υποχρεώνοντάς τη, στην ουσία, να βγάλει μόνη της τα… κάστανα από τη φωτιά, να αντιμετωπίσει δηλαδή τη γερμανική πολεμική μηχανή αποκλειστικά με τις δικές της δυνάμεις.

Οι κυνικές ομολογίες του Τσόρτσιλ

Η σοβιετική ηγεσία κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες, στο πλαίσιο, ακόμη, των διαπραγματεύσεων για τη συγκρότηση της αντιχιτλερικής συμμαχίας, ώστε να αποσπάσει από τους Αγγλοαμερικανούς μια σαφή δέσμευση, αναφορικά με το χρόνο που το δεύτερο μέτωπο θα γινόταν πραγματικότητα. Επρόκειτο για ένα ζήτημα που ήτανε πάντοτε στην επικαιρότητα -αν και σε τελματώδη κατάσταση- αλλά από την άνοιξη του 1942 φάνηκε πως υπήρχαν βάσιμες ελπίδες για μια θετική εξέλιξη. Στις 12 Απρίλη του 1942 η σοβιετική κυβέρνηση πήρε από τον πρόεδρο Ρούσβελτ πρόσκληση να στείλει στην Ουάσιγκτον ειδική αντιπροσωπεία, ώστε να συζητηθούν οι τρόποι παροχής στρατιωτικής βοήθειας στην ΕΣΣΔ. «Εχω υπ’ όψιν μου -έγραφε ο Αμερικανός πρόεδρος7μίαν πολύ σπουδαίαν στρατιωτικήν πρότασιν, που έχει σχέσιν με τη χρησιμοποίησιν των ενόπλων μας δυνάμεων κατά τρόπον ώστε να ελαφρυνθή η κρίσιμος κατάστασις εις το ειδικόν σας δυτικόν μέτωπον. Εις τούτο αποδίδω τεραστίαν σημασίαν. Διά τον λόγον αυτόν θα ήθελα όπως εξετάσετε το ζήτημα της δυνατότητος αποστολής, εις το αμέσως εγγύτατον μέλλον, εις Ουάσιγκτον του κ. Μολότοφ κι ενός εμπίστου στρατηγού. Ο χρόνος έχει μεγάλη σημασίαν εάν έχομεν σκοπόν να βοηθήσωμεν σοβαρώς».

Για την πρωτοβουλία του αυτή ο Αμερικανός πρόεδρος επικαλούνταν την πίεση της αμερικανικής κοινής γνώμης, κάτι που εξομολογούνταν σε επιστολή του προς τον Τσόρτσιλ στις 3 Απρίλη 1942. «Ο λαός σας και ο ιδικός μου -έγραφε ο Ρούσβελτ προς τον Βρετανό πρωθυπουργό- απαιτούν τη δημιουργία ενός νέου μετώπου για να αλαφρύνουν τους Ρώσους από την πίεση που δέχονται, και οι λαοί μας είναι αρκετά πληροφορημένοι επίσης για να καταλαβαίνουν ότι οι Ρώσοι σκοτώνουν σήμερα περισσότερους Γερμανούς και καταστρέφουν περισσότερο υλικό από όσο εσείς και εμείς ηνωμένοι»8.

Η σοβιετική κυβέρνηση ανταποκρίθηκε αμέσως στο αμερικανικό κάλεσμα και δεδομένου ότι η στρατιωτική ανάλυση των πραγμάτων οδηγούσε αβίαστα στο συμπέρασμα πως το δεύτερο μέτωπο μπορούσε να ανοίξει μόνο με τη συνεργασία των ΗΠΑ και της Βρετανίας και με βάση προετοιμασίας και εκκίνησης τα βρετανικά νησιά, έστειλε την ίδια αντιπροσωπεία και στο Λονδίνο.

Η σοβιετική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον υπουργό Εξωτερικών Β. Μολότοφ έφτασε στη βρετανική πρωτεύουσα το δεύτερο δεκαήμερο του Μάη 1942, αλλά σε πρώτη φάση δεν κατάφερε να αποσπάσει μια σαφή δέσμευση από τον Τσόρτσιλ για άνοιγμα του δευτέρου μετώπου μέσα στο 1942. Αντίθετα στην Ουάσιγκτον το κλίμα ήταν πολύ καλύτερο. Οι συζητήσεις ξεκίνησαν στις 29 Μάη και την επομένη ο πρόεδρος Ρούσβελτ ανακοίνωσε στη σοβιετική πλευρά πως οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες να ανοίξουν το δυτικό μέτωπο μέσα στο 1942. Στο σοβιετοαμερικανικό ανακοινωθέν που δημοσιεύτηκε στις 12 Ιούνη 1942 αναφερόταν επί λέξει: «Στις διαπραγματεύσεις οι δύο πλευρές κατέληξαν σε πλήρη συμφωνία ότι είναι επιτακτικό καθήκον να δημιουργηθεί στα 1942 δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη». Ύστερα από αυτή την εξέλιξη ο Μολότοφ επέστρεψε στο Λονδίνο και συνέχισε τις διαπραγματεύσεις με τον Άγγλο πρωθυπουργό, ο οποίος βλέποντας την αμερικανοσοβιετική προσέγγιση υποχρεώθηκε να δεχτεί να μπει και στο βρετανοσοβιετικό ανακοινωθέν ίδια διατύπωση για το δυτικό μέτωπο με αυτή που περιείχε το σοβιετοαμερικανικό9. Ταυτόχρονα όμως, με μυστικό του υπόμνημα προς τη σοβιετική κυβέρνηση, αναιρούσε αυτή του τη δέσμευση αφήνοντας καθαρά να φανεί πως δεν ήταν στις βρετανικές προθέσεις να ανοίξει μέτωπο στη Δυτική Ευρώπη μέσα στο 1942. «Προετοιμαζόμεθα -έγραφε το υπόμνημα10για απόβαση στην ηπειρωτική Ευρώπη τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο 1942. Οπως ήδη έχει εξηγηθεί, το κυριότερο εμπόδιο που περιορίζει τον αριθμό των αποβατικών δυνάμεων είναι η έλλειψις ειδικών αποβατικών σκαφών. Είναι όμως φανερό ότι η ρωσική υπόθεσις, καθώς επίσης και η γενική συμμαχική υπόθεσις, δε θα κερδίσουν τίποτε αν, αποκλειστικά και μόνον από επιθυμία δράσεως διακινδυνεύσωμε μια επιχείρηση που θα ετελείωνε με καταστροφή και θα έδινε στον εχθρό την ευκαιρία να χαρή για την αποτυχία μας. Είναι αδύνατον να βεβαιώσωμε εκ των προτέρων κατά πόσον η κατάστασις θα μας επιτρέψη να πραγματοποιήσωμε την επιχείρηση αυτήν την προβλεπομένη στιγμή. Δεν ημπορούμε λοιπόν να υποσχεθούμε τίποτε σχετικά με το ζήτημα τούτο, αν όμως θεωρήσωμε την επιχείρηση δικαιολογημένη και σκόπιμη, δε θα διστάσωμε να εφαρμόσωμε τα σχέδιά μας». Ο κυνισμός του Τσόρτσιλ σ’ αυτό το υπόμνημα είναι απαράμιλλος. Δεν αρκείται μόνο στα ήξεις – αφήξεις, ούτως ώστε να αρνηθεί το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου μέσα στο 1942. Ταυτόχρονα δηλώνει προς τη σοβιετική ηγεσία πως αυτή η επιχείρηση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τις ανάγκες του Κόκκινου Στρατού στην πάλη του κατά των ναζιστικών στρατευμάτων, αλλά από κάποιες άλλες ανάγκες. «Αν όμως θεωρήσωμε την επιχείρηση δικαιολογημένη και σκόπιμη, δε θα διστάσωμε να εφαρμόσωμε τα σχέδιά μας», λέει ο Τσόρτσιλ προς τους Σοβιετικούς. Με ποια κριτήρια όμως θα προέβαινε σε μια τέτοια θεώρηση της επιχείρησης;

Οι μάσκες πέφτουν μπροστά στο Στάλινγκραντ

Τη μεγαλύτερη ανάγκη του δεύτερου μετώπου στη Δυτική Ευρώπη η Σοβιετική Ενωση την ένιωσε στη διάρκεια της μάχης του Στάλινγκραντ, που κράτησε από τον Ιούλη του 1942 ως το Φλεβάρη του 1943. Η μάχη αυτή είχε αποφασιστική σημασία όχι μόνο για την ΕΣΣΔ, αλλά και για ολόκληρο τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Για την ΕΣΣΔ ήταν και μάχη ζωής ή θανάτου. Για τον πόλεμο ήταν η μητέρα όλων των μαχών. Κι ακριβώς γι’ αυτό το λόγο κερδίζοντας αυτή τη μάχη η Σοβιετική Ενωση άλλαξε ολόκληρη τη ροή του πολέμου. Οι Δυτικοί… σύμμαχοι της ΕΣΣΔ γνώριζαν τη σημασία που είχε η μάχη του Στάλινγκραντ. Κι ακριβώς γι’ αυτό το λόγο άφησαν τους Σοβιετικούς αβοήθητους, να τη δώσουν μόνοι τους.

Οι ΗΠΑ και η Αγγλία, έβλεπαν στη μάχη του Στάλινγκραντ τη δυνατότητα να υπάρξει, το λιγότερο, μια αμοιβαία εξασθένηση της ΕΣΣΔ και της Γερμανίας, που θα τους έδινε τη δυνατότητα να ξεμπερδεύουν με το σοσιαλισμό και να μοιράσουν τις παγκόσμιες αγορές αναμεταξύ τους, χωρίς να μπλέκεται στα πόδια τους ένας μεγάλος ανταγωνιστής, όπως ήταν η Γερμανία. Ετσι αρνήθηκαν να ανοίξουν ένα δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη, κατά των δυνάμεων του γερμανικού φασισμού κι έδωσαν τη δυνατότητα στο Χίτλερ να συγκεντρώσει στο ανατολικό μέτωπο τεράστιο αριθμό δυνάμεων και πολεμικού υλικού. Μάλιστα ο Τσόρτσιλ ταξίδεψε ο ίδιος στη Μόσχα για να ξεκαθαρίσει στον Στάλιν ότι μέσα στο 1942 οι ΗΠΑ και η Βρετανία δεν επρόκειτο να προχωρήσουν στο άνοιγμα του δεύτερου μετώπου. Στα απομνημονεύματά του ο Βρετανός πρωθυπουργός ξεκαθαρίζει με άκρως αποκαλυπτικό τρόπο πως το σαμποτάζ στο άνοιγμα του δεύτερου μετώπου ήταν συνέχεια της ίδιας αντισοβιετικής πολιτικής που ο ίδιος εφάρμοσε την προπολεμική περίοδο. Να τι γράφει αναφερόμενος στις σκέψεις που έκανε μέσα στο αεροπλάνο που τον πήγαινε στην ΕΣΣΔ11: «Σκεπτόμουν την αποστολή που με έφερνε στο θλιβερό αυτό μπολσεβικικό κράτος. Αλλοτε, είχα προσπαθήσει με όλες τις δυνάμεις μου να το στραγγαλίσω στη γέννησή του και ως την εμφάνιση του Χίτλερ το θεωρούσα θανάσιμο εχθρό της ελευθερίας και του πολιτισμού. Ποιο ήταν τώρα το καθήκον μου; Ο στρατηγός Ουέιβελ που είχε φιλολογική διάθεση τα ανακεφαλαίωσε όλα σε ένα ποίημα με πολλές στροφές, που τελείωνε με τις λέξεις: “Οχι δεύτερο μέτωπο το 1942″».

Ο Βρετανός πρωθυπουργός είχε μια αρκετά δυσάρεστη συνάντηση με τον Στάλιν, τον οποίο δεν κατάφερε να πείσει -παρά τη βοήθεια που του πρόσφερε ο Αμερικανός πρεσβευτής στη Μόσχα, Χ. Χάριμαν- για το αδύνατον του ανοίγματος δεύτερου μετώπου στη Δυτική Ευρώπη μέσα στο 1942. Ταυτόχρονα έδειξε ετοιμότητα να στείλει βρετανικές δυνάμεις σε βοήθεια του σοβιετικού στρατού στον Καύκασο, πρόταση την οποία ο Σοβιετικός ηγέτης απέκρουσε με αδιαφορία12. Ηταν φανερό πως εκείνο που απασχολούσε περισσότερο τους Δυτικούς ήταν να «βάλουν πόδι» στη σοβιετική γη. Μάλιστα, προετοιμάζονταν προσεκτικά για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Από τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας αποκαλύπτεται πως οι Αγγλοαμερικανοί ήταν έτοιμοι να καταλάβουν τις πετρελαιοπηγές του Καυκάσου σε περίπτωση νίκης των Ναζί στο Στάλινγκραντ, μη διστάζοντας ακόμη και να προχωρήσουν σε μια πλατιά αντισοβιετική συμμαχία με τους Γερμανούς, εφόσον δεν μπορούσαν να πράξουν αλλιώς13.

Τελική συμφωνία στη διάσκεψη της Τεχεράνης

Οπως ήταν φυσικό, το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου συνέχισε να έχει κεντρική θέση στον πόλεμο και δεσπόζουσα σημασία στις σχέσεις της ΕΣΣΔ με τους συμμάχους της, στο πλαίσιο της αντιχιτλερικής συμμαχίας. Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους δεν είναι καθόλου περίεργο που ουσιαστικά μονοπώλησε το ενδιαφέρον στη Διάσκεψη της Τεχεράνης, της πρώτης διάσκεψης στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μεταξύ των ηγετών της Βρετανίας, των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ενωσης.

Η διάσκεψη της Τεχεράνης διάρκεσε τέσσερις ημέρες, από 28 Νοέμβρη έως 1 Δεκέμβρη του 1943. Το σύνολο των συνομιλιών των ηγετών των τριών χωρών που πήραν μέρος, είτε εν ολομελεία, είτε ανά δύο -μαζί και των υπουργών Εξωτερικών, καθώς και των στρατιωτικών τους επιτελείων, που είχαν και ξεχωριστές συζητήσεις- έφτασε περίπου τις 35 ώρες. Απ’ αυτές, οι δεκαοχτώ ώρες συζήτησης αφιερώθηκαν στο ζήτημα του ανοίγματος του δεύτερου μετώπου στη Δυτική Ευρώπη14. Εκδηλώθηκαν δύο στρατηγικές. Αυτή της ΕΣΣΔ, που ήθελε να ανακουφιστεί από το να σηκώνει μόνη της το κύριο βάρος του πολέμου και η στρατηγική των Αγγλοαμερικανών, που τώρα πια δεν επιδίωκαν -γιατί δεν μπορούσαν- να εξασθενήσουν την ΕΣΣΔ, αλλά να είναι σε θέση στην κατάλληλη χρονική στιγμή να ανακόψουν την προέλαση του Κόκκινου Στρατού στη Δυτική Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής ο Τσόρτσιλ προσπάθησε να πάρει τη συγκατάθεση των συμμάχων του -και κυρίως της ΕΣΣΔ- για πολεμικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο και στα Βαλκάνια, στέλνοντας ουσιαστικά στις καλένδες το ζήτημα του δεύτερου μετώπου στη Δυτική Ευρώπη. «Η Σοβιετική Ενωσις -γράφει ο Α. Κοραντής15ανεφαίνετο ως ο μέλλων μέγας νικητής του πολέμου. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ποίας φιλοδοξίας θα τρέφη τότε; Εάν οι Αγγλοαμερικανοί επετύγχανον από τούδε να εξασφαλίσουν ισχυράν θέσιν εις τα Βαλκάνια θα ήσαν ικανοί να αντιτάξουν ένα φραγμό εις τας φιλοδοξίας ταύτας».

Τελικά τα αντισοβιετικά σχέδια των ιμπεριαλιστών δεν πέρασαν. Ο Τσόρτσιλ δεν κατάφερε να πάρει έγκριση για τα πολεμικά του σχέδια στα Βαλκάνια. Ετσι ΗΠΑ και Μ. Βρετανία υποχρεώθηκαν να έρθουν σε συμφωνία με την ΕΣΣΔ, που προέβλεπε ότι το Μάη του 1944 θα άνοιγαν το δεύτερο μέτωπο στη Γαλλία16.

Αυτή τη φορά τα συμφωνηθέντα τηρήθηκαν κι έτσι φτάσαμε στην απόβαση στη Νορμανδία. Ας επιστρέψουμε επομένως εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε κι ας δούμε εν συντομία ορισμένα από τα βασικά σημεία αυτής της επιχείρησης.

Η απόβαση στη Νορμανδία

Το σχέδιο της αποβατικής επιχείρησης στη Νορμανδία εγκρίθηκε το Φλεβάρη του 1944 και προέβλεπε την απόβαση από τη θάλασσα και τον αέρα αγημάτων, στην παραλία του κόλπου του Σηκουάνα, στον τομέα από τον όρμο Βέι μέχρι τις εκβολές του ποταμού Ορν, σε μήκος 80 χλμ περίπου και την οργάνωση προγεφυρώματος σε βάθος 15-20 χλμ. Αργότερα οι δυνάμεις που είχαν αποβιβαστεί θα καταλάμβαναν τη χερσόνησο Κοταντέν με το λιμάνι του Χερβούργου και την εικοστή ημέρα της επιχείρησης θα έφταναν στη γραμμή Αβράνς, Ντομφρόν, Φαλέζ. Ημέρα της επιχείρησης ορίστηκε η 6η Ιούνη 1944 που πήρε και την κωδική ονομασία «Ημέρα D». Για την απόβαση οι Αγγλοαμερικανοί θα χρησιμοποιούσαν 36 μεραρχίες. Δέκα ακόμη μεραρχίες θα χρησιμοποιούνταν για απόβαση στη Νότια Γαλλία και άλλες 40 μεραρχίες θα έμεναν ως εφεδρεία. Επίσης στη διάθεση του Αϊζενχάουερ -που ήταν ο επικεφαλής της επιχείρησης- υπήρχαν 5.049 καταδιωκτικά, 1.467 βαριά βομβαρδιστικά, 1.645 μεσαία και ελαφρά βομβαρδιστικά, 2.316 μεταγωγικά αεροπλάνα και 2.591 ανεμοπλάνα. Τέλος, για την εισβολή είχαν συγκεντρωθεί οι στόλοι -πολεμικοί και εμπορικοί- της Αγγλίας, των ΗΠΑ, του Καναδά, της Ολλανδίας, της Νορβηγίας, της Πολωνίας, της Γαλλίας και της Ελλάδας, συνολικά 6.483 πλοία.17

Απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις οι Γερμανοί είχαν συντριπτικό μειονέκτημα. Συνολικά στη Δυτική Ευρώπη είχαν 60 μεραρχίες αφού ο κύριος όγκος των δυνάμεών τους βρισκόταν στην Ανατολική Ευρώπη και πολεμούσε κατά του Κόκκινου Στρατού. Στη Νορμανδία, δηλαδή στην περιοχή που έγινε η απόβαση, βρίσκονταν 9 μεραρχίες πεζικού και μία μεραρχία αρμάτων μάχης. Επιπλέον οι γερμανικές δυνάμεις στη Δυτική Ευρώπη αποτελούνταν κατά 70% από άνδρες παλαιών υλικών, το πολεμικό υλικό τους ήταν εξαιρετικά περιορισμένο και στο σημείο της απόβασης στην αρχή υπήρχαν 300 και αργότερα 600 γερμανικά αεροπλάνα18. Το πόσο τραγική ήταν η κατάσταση των Γερμανών προκύπτει αβίαστα από τα όσα είπε ο επικεφαλής των στρατιωτικών τους δυνάμεων στη Δυτική Ευρώπη, στρατάρχης Ρούντστετ, στον Λίντελ Χαρτ: «Είχον να καλύψω μιαν γραμμήν ακτών πλέον των 3.000 μιλίων από τα ιταλικά σύνορα εις τον νότον μέχρι των γερμανικών συνόρων εις τον βορράν και μόνον 60 μεραρχίας, με τας οποίας να την υπερασπισθώ. Αι πλείσται εξ αυτών ήσαν χαμηλής αξίας μεραρχίαι, τινές δε απλοί σκελετοί»19.

Σε τέτοιες συνθήκες πραγματοποιήθηκε η απόβαση στη Νορμανδία και θα ήταν απίθανο να μη στεφθεί με επιτυχία. Χρειάστηκε όμως ως τις 24 Ιούλη για να ολοκληρωθεί. Την ίδια στιγμή τα γερμανικά στρατεύματα έδιναν τιτάνιο αγώνα στο ανατολικό μέτωπο για να εμποδίσουν την προέλαση του Κόκκινου Στρατού Κάθε λεπτό του πολέμου στο μέτωπο αυτό υπήρχαν κατά μέσο όρο 9 νεκροί, κάθε ώρα 507 και κάθε μέρα 1.400. Ετσι φτάσαμε στον απολογισμό οι δύο στους πέντε νεκρούς του πολέμου να είναι Σοβιετικοί πολίτες, με τελικό αποτέλεσμα η ΕΣΣΔ να έχει πληρώσει τον πόλεμο με το φοβερό αριθμό των 20.000.000 και πάνω νεκρών.

  1. Ρεμόν Καρτιέ: «Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου», εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ, τόμος Β’, σελ. 254.
  2. Υπουργείον Αμύνης ΕΣΣΔ: «Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος 1939 – 1945», εκδόσεις ΚΥΨΕΛΗ, τόμος Γ’, σελ. 12-13.
  3. Γ. Α. Ντεμπόριν (Υπουργείο Αμύνης της ΕΣΣΔ): «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος», εκδόσεις ΚΑΔΜΟΣ, Αθήνα 1959, τόμος Β’ σελ. 139-140.
  4. Ως ημερομηνία έναρξης του πολέμου δεχόμαστε την κοινά αποδεκτή, δηλαδή την 1η Σεπτέμβρη του 1939, όταν η Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία.
  5. B. H. Liddell Hart: «Η άλλη πλευρά του λόφου», εκδόσεις Σ. Α. ΤΖΗΡΙΤΑ, σελ. 250.
  6. B. H. Liddell Hart, στο ίδιο, σελ. 469-470.
  7. «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος/ Η Αλληλογραφία Στάλιν – Τσόρτσιλ – Ατλι – Ρούσβελτ – Τρούμαν», εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ, τόμος Β’, σελ. 21.
  8. Ουίν. Τσόρτσιλ: «2ος Παγκόσμιος Πόλεμος», εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, τόμος Δ’ σελ. 212.
  9. Ιβάν Μάισκι: «Ο πόλεμος», ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ (ΠΛΕ), σελ. 331-333.
  10. Ουίν. Τσόρτσιλ: «2ος Παγκόσμιος Πόλεμος», εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, τόμος Δ’ σελ. 230.
  11. Ουίν. Τσόρτσιλ: στο ίδιο, σελ. 317.
  12. Βαλεντίν Μπερεζκόφ: «Ημουν διερμηνέας του Στάλιν», εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, τόμος Α’, σελ. 208.
  13. Υπουργείο Αμύνης ΕΣΣΔ: «Β’ Παγκόσμιος πόλεμος», εκδόσεις 20ος ΑΙΩΝΑΣ, Αθήνα 1959, σελ. 246-248.
  14. Α. Κοραντή: «Τεχεράνη – Γιάλτα – Πότσδαμ», εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, σελ. 116.
  15. Α. Κοραντή, στο ίδιο, σελ. 115-116.
  16. «Τεχεράνη – Γιάλτα – Πότσδαμ: Ντοκουμέντα», εκδόσεις ΣΕ, σελ. 95.
  17. Γ. Α. Ντεμπόριν (Υπουργείο Αμύνης της ΕΣΣΔ): «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος», εκδόσεις ΚΑΔΜΟΣ, Αθήνα 1959, τόμος Β’ σελ. 142.
  18. Υπουργείο Αμύνης ΕΣΣΔ: «Β’ Παγκόσμιος πόλεμος», εκδόσεις 20ος ΑΙΩΝΑΣ, Αθήνα 1959, σελ. 343.
  19. B. H. Liddell Hart, ο.π., σελ. 470.

Ο καθοριστικός ρόλος της ΕΣΣΔ
στη συντριβή του φασισμού

Πρόκειται για ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα αυτού του πολέμου. Από την πλευρά της αστικής ιστοριογραφίας το ζήτημα του δεύτερου μετώπου (απόβαση των Αγγλοαμερικανών στη Νορμανδία) παρουσιάζεται ως εκείνο το γεγονός που έκρινε την έκβαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Συνειδητά διαστρεβλώνοντας και ουσιαστικά αντιστρέφοντας τα ιστορικά δεδομένα επιχειρούν να υποβαθμίσουν το ρόλο μεγάλων μαχών που έδωσε ο Σοβιετικός Κόκκινος Στρατός (Στάλινγκραντ, Κουρσκ κ.α.) και που χάρη σ’ αυτές συντελέστηκε η στροφή στην πορεία του πολέμου σε βάρος των δυνάμεων του Άξονα στην Ευρώπη. Επίσης, αποσιωπάται το γεγονός ότι η απόβαση στη Νορμανδία (Ιούνης 1944) έγινε τη στιγμή που ο γερμανικός στρατός βρισκόταν ήδη επί ενάμιση χρόνο σε συνεχή υποχώρηση, ενώ τον Ιούνη του 1944 είχε σχεδόν εγκαταλείψει τη Σοβιετική Ενωση καταδιωκόμενος από τον Κόκκινο Στρατό.

Δίχως να είναι γνωστό ολόκληρο το παρασκήνιο του «δευτέρου μετώπου», με σειρά ντοκουμέντων τεκμηριώνεται το εξής γεγονός: Οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ – Μ. Βρετανίας όχι μόνο δεν βιάζονταν να ανοίξουν το δεύτερο μέτωπο στη Δ. Ευρώπη, αλλά, παρότι διέθεταν επαρκείς στρατιωτικές δυνάμεις, σκόπιμα καθυστερούσαν, αναμένοντας την εξέλιξη στο Ανατολικό Μέτωπο. Αυτή η στάση των ΗΠΑ – Μ. Βρετανίας ήταν φυσική απόρροια του χαρακτήρα τους ως καπιταλιστικών κρατών. Η αντιπαράθεση καπιταλισμού – σοσιαλισμού συνεχιζόταν και στον πόλεμο «υπογείως». Οι ΗΠΑ – Μ. Βρετανία, για να νικήσουν τους ανταγωνιστές τους Γερμανο-ιταλούς και Ιάπωνες ιμπεριαλιστές στο μοίρασμα της λείας, είχαν υποχρεωθεί λόγω του συσχετισμού δυνάμεων να συμπράξουν τελικά με την ΕΣΣΔ, παρότι επιδίωξή τους ήταν η αμοιβαία αποδυνάμωση τόσο της Γερμανίας όσο και της ΕΣΣΔ.

Από την πλευρά της, η σοβιετική ηγεσία πίεζε τις ΗΠΑ – Μ. Βρετανία (και σωστά έκανε) να ανοίξουν το δεύτερο μέτωπο το γρηγορότερο, απαιτώντας να δείξουν συνέπεια στα μεταξύ τους συμφωνημένα.

Ας παρακολουθήσουμε τα σχετικά με το δεύτερο μέτωπο καθώς και το ρόλο της ΕΣΣΔ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με βάση ορισμένα αποσπάσματα και ιστορικές πηγές που περιέχονται στο υπό έκδοση Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, περιόδου 1918 – 1949, που θα κυκλοφορήσει στις 25 Νοέμβρη.

Τι προηγήθηκε μέχρι
το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου

Στις 18 Ιούλη 1941, ο Στάλιν απέστειλε μήνυμα προς τον Τσόρτσιλ, στο οποίο τόνιζε την ανάγκη να δημιουργηθεί μέτωπο κατά της Γερμανίας στη Βόρεια Γαλλία και στην Αρκτική (υπουργείο Εξωτερικών της ΕΣΣΔ, «Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η αλληλογραφία Στάλιν – Τσόρτσιλ – Ρούζβελτ – Τρούμαν», τόμ. Α΄, εκδ. «Μέλισσα», Αθήνα, 1957, σελ. 15). Το αίτημα του ανοίγματος δεύτερου μετώπου ο Στάλιν έθετε επιτακτικά σε όλες τις μετέπειτα επικοινωνίες του με τον Τσόρτσιλ, τόσο το 1941, όσο και τον Ιούλη και Αύγουστο του 1942.
(…) Στις 12 του Δεκέμβρη, ο Τσόρτσιλ απάντησε στον Στάλιν: «…Εις το μήνυμά Σας της 6 Δεκέμβρη ερωτάτε ιδιαιτέρως περί του δευτέρου μετώπου διά το 1943. Δεν είμαι εις θέσιν να απαντήσω επί της ερωτήσεως αυτής παρά μόνον από κοινού με τον Πρόεδρον των Ηνωμένων Πολιτειών (…) Εγώ διατηρώ συνεχώς επαφήν με τον Πρόεδρον διά να γνωρίζω τι είναι δυνατόν να γίνει» (ό.π. σελ. 99).

Στις 16 Φλεβάρη 1943, ο Στάλιν απέστειλε νέο μήνυμα προς τον Τσόρτσιλ (…) Τα γεγονότα έδειχναν ότι η αμερικανοβρετανική πλευρά κωλυσιεργούσε. Στις 15 Μάρτη 1943, ο Στάλιν απάντησε επιθετικά στον Τσόρτσιλ: «…Αι αγγλοαμερικανικαί επιχειρήσεις εις την Βόρειαν Αφρικήν όχι μόνον δεν επισπεύδονται, αλλά αναβάλλονται διά το τέλος Απρίλη. Μάλιστα, και αυτή η προθεσμία δεν αναφέρεται ως εντελώς οριστική (…) Εν τω μεταξύ, η Γερμανία επρόλαβε να μεταφέρη από την Δύσιν εναντίον των σοβιετικών στρατευμάτων 36 μεραρχίες (…) Θεωρώ σπουδαίον ζήτημα την επιτάχυνσιν του δευτέρου μετώπου (…) Οπως θα ενθυμήσθε (…) την εθεωρούσατε δυνατήν ακόμη διά το 1942 και εν πάση περιπτώσει όχι βραδύτερον από την άνοιξιν του έτους τούτου (…) Η αοριστία των δηλώσεών Σας (…) προκαλεί εις εμέ ανησυχίας, τας οποίας δεν δύναμαι να αποσιωπήσω» (ό.π. σελ. 127 – 128).

Στις 11 Ιούνη 1943, ακολούθησε νέο μήνυμα του Στάλιν προς τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Φραγκλίνο Ρούζβελτ: «…Τον Μάιον του 1943, Σεις και ο κ. Τσώρτσιλ λαμβάνετε απόφασιν που αναβάλλει την αγγλο-αμερικανικήν εισβολήν εις την Δυτικήν Ευρώπην, διά την άνοιξιν του 1944. Δηλαδή το άνοιγμα του δευτέρου μετώπου εις την Δυτικήν Ευρώπην, αναβληθέν ήδη μίαν φοράν από το 1942 διά το 1943, αναβάλλεται και πάλιν διά την άνοιξιν τώρα του 1944…» (ό.π. σελ. 157 – 158). Ακολούθησε νέα, σε έντονο ύφος ανταπάντηση του Στάλιν (24 Ιούνη 1943), δίχως το θέμα να λήξει εδώ: «…Η Σοβιετική Κυβέρνησις δεν δύναται να παραδεχθή παρομοίαν αδιαφορίαν έναντι των ζωτικών συμφερόντων της…» (ό.π. σελ. 165).

  • (…) Στις 10 Ιούλη 1943 άρχισε στη Νότια Σικελία η απόβαση στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας, που είχε αποφασιστεί στη Διάσκεψη της Καζαμπλάνκα (14 – 23 Γενάρη 1943) ανάμεσα στους Τσόρτσιλ – Ρούζβελτ.
  • (…) Στις 17 Αυγούστου συνήλθε η Διάσκεψη του Κεμπέκ (Ρούζβελτ – Τσόρτσιλ) που διήρκεσε έως τις 25 Αυγούστου. Σε αυτήν αποφασίστηκε να αναβληθεί το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου και ν’ αρχίσει επίθεση στην ηπειρωτική Ιταλία.
  • (…) Στις 28 Νοέμβρη – 1 Δεκέμβρη 1943 πραγματοποιήθηκε η Διάσκεψη της Τεχεράνης. Ο Τσόρτσιλ αρνιόταν να ορίσει ακριβή ημερομηνία της απόβασης στη Γαλλία. Η ΕΣΣΔ αντιτάχθηκε και επέμεινε στο γρήγορο άνοιγμα του δεύτερου μετώπου στη Δυτ. Ευρώπη, θέση με την οποία συμφώνησαν και οι ΗΠΑ (Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τόμ. Ι1 – Ι2, εκδ. «Μέλισσα», Αθήνα, 1965, σελ. 410).

Πηγή Δοκίμιο Ιστορίας ΚΚΕ τ.Β1 σελ 28 _…

Τελικά, η απόβαση των αγγλοαμερικανικών στρατευμάτων στη Νορμανδία ξεκίνησε τη νύχτα της 5ης προς 6ηΙούνη 1944. Όταν έγινε, είχε προηγηθεί η απελευθέρωση σχεδόν ολόκληρης της Σοβιετικής Ενωσης από τον Κόκκινο Στρατό, που ετοιμαζόταν να προελάσει προς Ρουμανία, Πολωνία, Βουλγαρία και σε άλλες χώρες, με προορισμό το Βερολίνο.

Η εποποιία του Κόκκινου Στρατού

Από τις 30 Σεπτέμβρη 1941 έως τις 20 Απρίλη 1942 διεξήχθη η μάχη της Μόσχας. Η πρώτη περίοδος της μάχης (αμυντικής) τελείωσε στις 4 Δεκέμβρη και η δεύτερη (της αντεπίθεσης) ξεκίνησε στις 7 προς 8 Γενάρη 1942 (Συλλογικό, Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 22ος, εκδ. «Ακάδημος», Αθήνα, 1981, σελ. 537).
Σημειώνεται ότι παραμονές της μάχης της Μόσχας, πέρα από την προετοιμασία του Κόκκινου Στρατού, συγκροτήθηκαν μέσα σε λίγες μέρες από κατοίκους της πόλης 12 μεραρχίες εθνοφρουράς, συνολικής δύναμης 160 χιλιάδων μαχητών. Περίπου 10 χιλιάδες εντάχθηκαν στα εθελοντικά αντιαρματικά σώματα, στην περίπτωση που τα γερμανικά τανκς έμπαιναν στη Μόσχα. Ακόμα, 450 χιλιάδες δούλευαν μέρα και νύχτα στα οχυρωματικά έργα (ό.π. σελ. 538).

Η ήττα των χιτλερικών στις προσβάσεις της Μόσχας και η πετυχημένη αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού το χειμώνα του 1941 – 1942 είχαν τεράστια στρατιωτικο-πολιτική και διεθνή σημασία. Η συντριβή των χιτλερικών στρατευμάτων στα πρόθυρα της Μόσχας ήταν το αποφασιστικό στρατιωτικο-πολιτικό γεγονός του πρώτου χρόνου του γερμανο-σοβιετικού πολέμου, η πρώτη μεγάλη ήττα των χιτλερικών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το χιτλερικό σχέδιο του «κεραυνοβόλου» πολέμου κατέρρευσε ολοκληρωτικά και διαψεύστηκε ο μύθος για το αήττητο του γερμανικού στρατού. Η ΕΣΣΔ, που είχε δεχτεί τα ισχυρότερα πλήγματα της γερμανικής πολεμικής μηχανής και σήκωνε το μεγαλύτερο βάρος του πολέμου, μπήκε στην πρωτοπορία της ιστορικής πάλης των λαών κατά του Αξονα.

Μεγάλη ήταν η συμβολή των παρτιζάνικων σοβιετικών δυνάμεων. Λιγότερο από ένα μήνα μετά την εισβολή στην ΕΣΣΔ, η ΚΕ του ΚΚ(μπ) εξέδωσε απόφαση (18 Ιούλη 1941) για την οργάνωση της αντίστασης στις κατεχόμενες περιοχές, τη συγκρότηση παράνομων κομματικών και κομσομόλικων οργανώσεων, παρτιζάνικων ομάδων, στις πόλεις και την ύπαιθρο. Τα παρτιζάνικα σώματα ιδρύθηκαν με σχέδιο που περιλάμβανε τη διατήρηση δυνάμεων του τακτικού στρατού, αλλά και μεμονωμένων στρατιωτικών στα μετόπισθεν του εχθρού. Ήδη από την άνοιξη του 1942 είχαν δημιουργηθεί από τη δράση των παρτιζάνων ελεύθερες περιοχές έκτασης πολλών τετραγωνικών χιλιομέτρων, καθηλώνοντας 22 – 24 εχθρικές μεραρχίες. Εως το τέλος του πολέμου οι Σοβιετικοί παρτιζάνοι συγκέντρωναν πάνω από 1.000.000 μαχητές και μαχήτριες σε 6.200 αντάρτικα σώματα και παράνομες ομάδες («Ριζοσπάστης», 3-5-2015).

(…) Η δράση των παρτιζάνικων ομάδων ήταν πολύμορφη. Έσωζαν Σοβιετικούς πολίτες από γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, εξόντωναν διορισμένους από τις κατοχικές αρχές δημάρχους, κοινοτάρχες και αστυνομικούς, ανατίναζαν σιδηροδρομικές γραμμές για την παρεμπόδιση του εχθρού, διενεργούσαν σειρά σαμποτάζ, απέτρεπαν τη μεταφορά Σοβιετικών πολιτών στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, συγκέντρωναν τρόφιμα, φάρμακα και ιματισμό για το λαό που υπέφερε, οργάνωναν δίκτυα πληροφόρησης και απόσπασης μυστικών του εχθρού καθώς και ομάδες αυτοάμυνας κ.ά.

Στις 19 Νοέμβρη 1942 μπήκε σε εφαρμογή το σοβιετικό σχέδιο αντεπίθεσης στην περιοχή του Στάλινγκραντ. Οι τρομακτικές μάχες που ακολούθησαν τέλειωσαν στις 2 Φλεβάρη 1943, με τη συντριβή των γερμανικών στρατευμάτων και των συμμάχων τους και την παράδοση της στρατιάς του Φον Πάουλους. Σε αυτό το διάστημα, «κολλημένος» στα ραδιόφωνα ο κόσμος παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα τις μάχες που διεξάγονταν στη στέπα, αλλά και για κάθε δρόμο, κάθε τετράγωνο, για κάθε σπίτι, για κάθε όροφο πολυκατοικίας, για κάθε δωμάτιο και σκαλοπάτι. Το σύνθημα του σοβιετικού λαού και στρατού «Ούτε ένα βήμα πίσω!», που περικλειόταν στη Διαταγή 227 του Ι. Β. Στάλιν ως Προέδρου της Κρατικής Επιτροπής Αμυνας της ΕΣΣΔ (28 Ιούλη 1942), έγινε πραγματικότητα (Robert Geoffrey, «Stalin’s Wars: From World War to Cold War». 1939 – 1953, εκδ. Yale University Press, London, 2006, σελ. 132).

Στους δυόμισι μήνες που διήρκεσαν οι μάχες στο Βόλγα, τα γερμανικά και τα συμμαχικά τους στρατεύματα είχαν απώλειες πάνω από 800.000 άντρες, 2.000 άρματα μάχης και αυτοκινούμενα πυροβόλα, πάνω από 10.000 πυροβόλα και όλμους, σχεδόν 2.000 αεροπλάνα και πάνω από 70.000 αυτοκίνητα (Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τόμ. Ι1 – Ι2, εκδ. «Μέλισσα», Αθήνα, 1965, σελ. 296).

Ισχυρό βοηθητικό στήριγμα του Κόκκινου Στρατού ήταν ο σοβιετικός πληθυσμός των περιοχών και οι Οργανώσεις του ΚΚ Μπολσεβίκων και της Κομσομόλ. Δίπλα τους έδωσαν τη μάχη και πολλοί αλλοεθνείς μαχητές. Μόνο στη Λευκορωσία διακρίθηκαν για την παρτιζάνικη δράση τους 703 Πολωνοί, 184 Σλοβάκοι, 33 Τσέχοι, 25 Γερμανοί, 24 Ισπανοί, 14 Γάλλοι κ.ά. Βοήθησαν στον εφοδιασμό με τρόφιμα και άλλα εφόδια. Δούλευαν στην κατασκευή αεροδρομίων, πορθμείων, δρόμων, στη μεταφορά πυρομαχικών και στην επιδιόρθωση φθαρμένου πολεμικού υλικού, μέσα στις φοβερές συνθήκες του ρωσικού χειμώνα.

Η εργατική τάξη της Σοβιετικής Ένωσης, ταυτόχρονα με τη σκληρή δουλειά της για τον εφοδιασμό του Κόκκινου Στρατού, έλυσε σε μικρό χρονικό διάστημα πολλά προβλήματα της παραγωγής, όπως το πρόβλημα της αύξησης των ενεργειακών δυνατοτήτων της ΕΣΣΔ. Η στροφή που σημειώθηκε στην πορεία του πολέμου, με τη μεγαλειώδη νίκη του Κόκκινου Στρατού επί του γερμανικού στο Στάλινγκραντ, έγινε αμετάστρεπτη μετά και από τη συντριβή των γερμανικών στρατευμάτων στο Κουρσκ (5 Ιούλη – 23 Αυγούστου 1943), όπου διεξήχθη η μεγαλύτερη στην ιστορία μάχη τεθωρακισμένων αρμάτων (Συλλογικό, «Ο μεγάλος πατριωτικός πόλεμος», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1985, σελ. 155).

Κουρσκ: Η μεγαλύτερη μάχη τεθωρακισμένων στην Ιστορία – Ο Κόκκινος στρατός ανοίγει το δρόμο για το Βερολίνο

Η Σοβιετική Ένωση αντιμετώπισε τις δυνάμεις του Άξονα στην ηπειρωτική Ευρώπη μόνη της επί 2 ολόκληρα χρόνια. Στο Λένινγκραντ, λαός και στρατός παρέμειναν αλύγιστοι υπερασπιστές της πόλης κατά την πλέον αιματηρή πολιορκία στην Ιστορία, που κράτησε 872 μέρες και κόστισε τη ζωή σε πάνω από 1.000.000 Σοβιετικούς πολίτες. Σε αυτό το διάστημα ο γερμανικός στρατός έριξε πάνω στο Λένινγκραντ περισσότερες από 5.000 ωρολογιακές και 100.000 εμπρηστικές βόμβες, καθώς και 150.000 περίπου βλήματα πυροβολικού. Καταστράφηκαν πάνω από 3.000 κτίρια. Το πρώτο ρήγμα στον αποκλεισμό του Λένινγκραντ έγινε στις 18 Γενάρη 1943, ενώ στις 27 Γενάρη 1944 λύθηκε η πολιορκία (Συλλογικό, Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 19ος, εκδ. «Ακάδημος», Αθήνα, 1980, σελ. 410).

Η απελευθέρωση της Σοβιετικής Ένωσης συντελέστηκε κυρίως με τη λαμπρή επιτυχία των στρατευμάτων της στη χειμωνιάτικη εκστρατεία του 1943 – 1944. Στη διάρκειά της σημειώθηκαν οι μεγάλες νίκες της ΕΣΣΔ στην Κριμαία (9 Απρίλη – 12 Μάη 1944), στη δεξιά όχθη του Δνείπερου (24 Δεκέμβρη 1943 – 17 Απρίλη 1944) και αλλού (Συλλογικό, «Ο μεγάλος πατριωτικός πόλεμος», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1985, σελ. 182-183). Ιδιαίτερη ήταν η προσφορά των Σοβιετικών αιχμαλώτων, έγκλειστων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που συνέχιζαν, μαζί με άλλους κομμουνιστές κρατούμενους, να αγωνίζονται παρά τις εξοντωτικές συνθήκες – οργανώνοντας παράνομες ομάδες αντίστασης, δολιοφθορές στην παραγωγή, αποδράσεις, ακόμα και εξεγέρσεις. Η παράνομη οργάνωση των κρατουμένων στο Νταχάου, με επικεφαλής διεθνή επιτροπή, οργάνωσε εξέγερση στις 28 Απρίλη 1945, μια μέρα πριν φτάσουν τα αμερικανικά στρατεύματα, και έτσι ματαιώθηκε το ναζιστικό σχέδιο εξόντωσης των επιζώντων κρατουμένων (Συλλογικό, Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 24ος, εκδ. «Ακάδημος», Αθήνα, 1981, σελ. 553).

Επίσης, στο Μπούχενβαλντ είχε συγκροτηθεί δίκτυο 178 παράνομων ομάδων (56 από Σοβιετικούς κρατούμενους) με επικεφαλής τον κομμουνιστή Μπ. Μπάρτελ (ό.π. σελ. 362).Αντίστοιχες οργανώσεις υπήρχαν ακόμα στο Αουσβιτς (με επικεφαλής τους αξιωματικούς του Κόκκινου Στρατού Α. Λεμπέντεφ και Φ. Σκίμπα) κ.α.

Οι θυσίες της ΕΣΣΔ. Οι βάσεις της μεγάλης νίκης

Η ΕΣΣΔ σήκωσε το κύριο βάρος του πολέμου, τόσο από την άποψη των θυσιών της σε έμψυχο δυναμικό και άψυχο υλικό, όσο και από την άποψη της συμβολής της στη στρατιωτική συντριβή του Αξονα. Ακόμα και όταν ξεκίνησε η εκστρατεία των ΗΠΑ – Βρετανίας κατά της Ιταλίας (τον Ιούλη 1943), η κατανομή των γερμανικών δυνάμεων ήταν 257 μεραρχίες στο ανατολικό μέτωπο και μόλις 26 στην Ιταλία. Ακόμα και μετά την απόβαση στη Νορμανδία ο Αξονας συνέχισε να διατηρεί στο ανατολικό μέτωπο περίπου τετραπλάσιες δυνάμεις απ’ ό,τι στο δυτικό (56 – 75 μεραρχίες της Βέρμαχτ στο δυτικό μέτωπο, έναντι 190 – 270 Μεραρχιών που διατηρούσε στο ανατολικό μέτωπο) (ό.π. σελ. 430).

Στις 7 Απρίλη 1945 ο Ι. Β. Στάλιν έγραψε προς τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Ρούζβελτ:
«Είναι δύσκολον να συμφωνήση κανείς με την γνώμην ότι η μη προβολή αντιστάσεως από μέρους των Γερμανών εις το δυτικόν μέτωπον εξηγείται μόνον από το γεγονός ότι ούτοι συνετρίβησαν. Οι Γερμανοί έχουν εις το ανατολικόν μέτωπον 147 μεραρχίας. Θα ημπορούσαν χωρίς να ζημιώσουν την υπόθεσίν τους να αποσπάσουν από το ανατολικόν μέτωπον 15 – 20 μεραρχίας και να τας μεταφέρουν προς βοήθειαν των στρατευμάτων τους εις το δυτικόν μέτωπον. Εν τούτοις οι Γερμανοί δεν το έκαμαν. Συνεχίζουν να μάχωνται με λύσσαν εναντίον των Ρώσων διά κάποιον πολύ ολίγον γνωστόν σιδηροδρομικόν σταθμόν Ζεμλιάνιτσα εις την Τσεχοσλοβακίαν, που τους χρειάζεται τόσον όσον και εις τον πεθαμένον τα καταπλάσματα, εξ άλλου όμως παραδίδουν χωρίς καμμίαν αντίστασιν τόσον σπουδαίας πόλεις εις το κέντρον της Γερμανίας όπως το Οσναμπρουκ, το Μανχάιμ, το Κάσσελ. Θα παραδεχθήτε ότι η συμπεριφορά αυτή των Γερμανών είναι κάτι περισσότερον από περίεργος και ακατανόητος» (υπουργείο Εξωτερικών της ΕΣΣΔ, «Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η αλληλογραφία Στάλιν – Τσώρτσιλ – Ρούζβελτ – Τρούμαν», τόμ. Α΄, εκδ. «Μέλισσα», Αθήνα, 1957, σελ. 378-379).

Η ΕΣΣΔ είχε 20.000.000 νεκρούς σε μάχιμο και άμαχο πληθυσμό, ενώ συνολικά τα θύματα υπολογίζονται σε περίπου 30 εκατομμύρια μαζί με τους ανάπηρους και τους τραυματίες. Οι νεκροί της Βρετανίας έφτασαν τους 375.000 και των ΗΠΑ τους 405.000 (Συλλογικό, «60 χρόνια από τη μεγάλη Αντιφασιστική Νίκη των Λαών. Έπος και Διδάγματα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2005, σελ. 23).

Την ίδια στιγμή, στο ανατολικό μέτωπο η Βέρμαχτ είχε απώλειες περίπου 10.000.000 άντρες, δηλαδή σχεδόν το 77% των συνολικών απωλειών της στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (Συλλογικό, Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 26ος, εκδ. «Ακάδημος», Αθήνα, 1982, σελ. 430).
Από τα 260 δισ. δολάρια του συνολικού ύψους των ζημιών που υπέστη η ευρωπαϊκή ήπειρος στη διάρκεια του πολέμου, τα 128 δισ. δολάρια αναλογούσαν στην ΕΣΣΔ: Σε σωρούς ερειπίων μετατράπηκαν 1.710 πόλεις της ΕΣΣΔ. Ακόμα, κάηκαν 70.000 χωριά και κεφαλοχώρια. Καταστράφηκαν ολοκληρωτικά ή εν μέρει 32.000 βιομηχανικές επιχειρήσεις και 65.000 χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών. Καταληστεύθηκαν 98.000 κολχόζ, 5.000 σοβχόζ και Μηχανοτρακτερικοί Σταθμοί, χιλιάδες νοσοκομεία, σχολεία, μουσεία, ανώτερα ιδρύματα και βιβλιοθήκες (Συλλογικό, «60 χρόνια από τη μεγάλη Αντιφασιστική Νίκη των Λαών. Επος και Διδάγματα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2005, σελ. 23.).
Η εποποιία της Σοβιετικής Ένωσης συντελέστηκε πάνω και χάρη στην ύπαρξη ισχυρών βάθρων που είχαν οικοδομηθεί μέσα σε πολύ λίγα χρόνια ύστερα από την Οκτωβριανή Επανάσταση και τα ερείπια του εμφύλιου ταξικού πολέμου που την ακολούθησε. Αυτές οι προϋποθέσεις της νίκης ήταν:

α) Η σοσιαλιστική οικονομία: Ο Κόκκινος Στρατός δεν θα μπορούσε να σταθεί αν δεν «πατούσε» γερά στις βάσεις μιας πανίσχυρης πολεμικής οικονομίας, που έγινε δυνατό να οικοδομηθεί χάρη στο ρόλο της εργατικής σοβιετικής εξουσίας, στα πλεονεκτήματα που προσφέρουν η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας, θεμελιώδης προϋπόθεση και για την ταχύτατη προσαρμογή της σοσιαλιστικής οικονομίας σε συνθήκες αμυντικού πολέμου. Χάρη στο σοσιαλιστικό χαρακτήρα της οικονομίας, η ΕΣΣΔ έγινε η πιο ισχυρή βιομηχανικά χώρα της Ευρώπης (Ουίλιαμ Ζ. Φόστερ, «Ιστορία των τριών Διεθνών», εκδ. «Γνώσεις», Αθήνα, χ.χ., σελ. 532). Αποτελεί προπαγανδιστικό τέχνασμα ο ισχυρισμός ότι η ΕΣΣΔ μπόρεσε να νικήσει στηριγμένη κυρίως στη βοήθεια που της δόθηκε από τις ΗΠΑ, Μ. Βρετανία και Καναδά. Η βοήθεια που δόθηκε, πέρα από το γεγονός ότι ήταν με τη μορφή του δανεισμού, που επιβάρυνε τη σοβιετική οικονομία, σε καμιά περίπτωση δεν υπήρξε καθοριστική.

β) Ο ρόλος του Κόμματος: Με την έναρξη της εισβολής το Κομμουνιστικό Κόμμα της ΕΣΣΔ μετατράπηκε σε συλλογικό οργανωτή και καθοδηγητή της αμυντικής πολεμικής προσπάθειας, τόσο στην πρώτη γραμμή όσο και στα μετόπισθεν. Μόνο τον πρώτο χρόνο του πολέμου εντάχθηκαν στον Κόκκινο Στρατό και Ναυτικό περίπου 1.000.000 μέλη του Κόμματος και 2.000.000 μέλη της Νεολαίας του. Σχεδόν το 1/3 των μελών της Κεντρικής Επιτροπής βρισκόταν στο μέτωπο. Συνολικά το ποσοστό του κομματικού δυναμικού που εντάχθηκε στις στρατιωτικές και παραγωγικές ανάγκες του πολέμου έφτασε το 81,8%. Ενας στους δύο άνδρες και γυναίκες των σοβιετικών Ενόπλων Δυνάμεων προς το τέλος του πολέμου ήταν οργανωμένος κομμουνιστής και κομσομόλος. Σύμφωνα με άλλη πηγή, στις αρχές του 1945 στον Κόκκινο Στρατό και στο Στόλο υπήρχαν 3.325.000 κομμουνιστές, ή σχεδόν το 60% της συνολικής δύναμης του Κόμματος (Συλλογικό, «Ιστορία του ΚΚΣΕ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1976, σελ. 615).

Μεγάλη ήταν και η συμβολή όλων των εθνοτήτων και εθνικοτήτων της ΕΣΣΔ. Αντιπρόσωποι εκατό εθνοτήτων και εθνικοτήτων τιμήθηκαν με την ανώτατη τιμή του «Ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης». Στους πρώτους 6 μήνες του πολέμου το Κόμμα είχε πάνω από 500.000 νεκρούς, ενώ έως το 1945 είχαν δώσει τη ζωή τους περίπου 3.000.000 κομμουνιστές και κομμουνίστριες.

Φιλμογραφία 🎥