• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Από το «Στάχτες και φοίνικες» του Θέμου Κορνάρου

Η χαράδρα που έχουνε στηθεί οι σκηνές της δικής μας απομόνωσης είναι κλειστή από παντού. Ίσως γι’ αυτό παραξενεύονται τα κοράκια και πετούνε πάνω από μας ολημερίς. Περιμένοντας ασφαλώς ν’ ακινητήσουμε για να χιμήξουνε…

Εδώ κι εκεί, από τις γύρω πλαγιές, κατεβαίνουνε μικρά, στρουφογυριστά αυλάκια από νεροσυρμές, που λες και τα φτιάξανε επίτηδες για φωναγωγούς επικοινωνίας με τις άλλες χαράδρες.

Kornaros20Τοπίο καταραμένο, κατάξερο, που δε γνώρισε ποτέ τη χαρά μιας πηγής, την ομορφιά της λυγαριάς ή τη γαλήνη της ελιάς. Ίσκιο δέντρου δε γνωρίσανε τούτα τα χώματα. Μόνο σκίνους που δεν προλαβαίνουνε να ξεπετα­χτούνε δυο πόντους από τη γη κι οι βοριάδες τους πατικώνουνε, οι νοτιάδες τους καίνε και ξαναμένουνε μονάχα ρίζα, κούτσουρο που το ‘χουνε καταδι­κάσει να βλέπει μα και να μη μπορεί να χαρεί το φως, να λουστεί στον αγέρα, να φουντώσει και να κάμει κατσίκια κι αρνιά να παίζουνε κι εδώ, όπως και στον άλλο κόσμο, κι οι πετροπέρδικες να σιγοκουβεντιάζουνε τα βραδινά στις αποσπερίδες τους.

Μόνο νυχτερίδες και ποντίκια, σκορπιοί και αγριόγατες κυνηγούνε το ‘να τ’ άλλο. Και υπογραφούνε με την ύπαρξη τους τη ζωή αυτής της άγονης πέτρας του Αιγαίου.

Οι στάμνες μας βρεθήκανε σπασμένες. Τρεις ημέρες, λένε, έχουνε να μοιράσουνε το κύπελλο του νερού που αναλογεί στον καθένα για δυο μέρες. Φαγητό δεν έχει.

Όσοι ξέρουνε, λένε πως το βασανιστήριο θα κρατήσει πάνω από βδο­μάδα. Όλα, λέει, τα σημάδια μιλάνε για καψόνι πρώτου βαθμού. Θεμέλια του η πείνα κι η δίψα. Κορμός ο Πόνος. Κορφή ο Πόνος. Κάθε στιγμή Πόνος.

Δεν καταλαβαίνω ακόμη τι θα πουν όλ’ αυτά. Δεν ξέρω αν είναι σε θέση ο άνθρωπος να αισθάνεται περισσότερο πόνο ή αν παθαίνει ένα είδος ανοσία πέρα από κάποιο βαθμό.

Θέλω να ρωτήσω πλήθος πράματα για να τοποθετηθώ στην ατμόσφαιρα, για να προετοιμάσω την ψυχή μου για τη νέα ζωή. Μα οι άνθρωποι είναι τόσο κουρασμένοι που ντρέπεσαι να ζητήσεις και την ελάχιστη προσπάθεια από

μέρους τους. Λυπάσαι για τη δύναμη που θα χάσουνε για να συγκεντρωθούνε, για να καταλάβουνε τι λες και να σου δώσουν απάντηση. Πνευματικός άθλος και η πιο απλή σκέψη σε τέτοιες στιγμές.

Σωπαίνω, λοιπόν, και δεν έχω σκοπό να επικοινωνήσω σήμερα μήδε με το δάσκαλο. Φοβούμαι κιόλας για το τι μπορεί ν’ ακούσω, καθώς θυμούμαι την υποδοχή της Μάνας Καψάλη. Ποιος ξέρει τι να τους έχουνε πει για μένα. Ασφαλώς, τουλάχιστο, όσα έχουνε πει σε μένα γι’ αυτούς. Τάχα πως τσακίσανε, πως γίνανε βασανιστές των ίδιων των συντρόφων τους. Θέλω να μάθω όλα τα νέα τους. Μα ξέρω πια πάρα πολλά και θα μου ‘κανε κόπο να ξαναθυ­μηθώ και μόνο τα σημερινά. Το Χρήστο, το Φώτη…

Με φτάνει που τους βρίσκω να στέκονται ολόρθοι μέσα στην άψα της μάχης και τίμιοι. Η περίπτωση του Χρήστου δε με τρομάζει. Περιμένω να σηκωθεί, να τινάξει τη σκόνη από τα χέρια του, ν’ ανασκουμπωθεί και να προ­καλεί ξανά την ίδια Βία που τόνε λύγισε προ στιγμής. Θα ξανάρθει ο Χρήστος κοντά μας! Είμαι τόσο σίγουρος για την ομορφιά του.

Έχω κάπως ξαλαφρώσει από τον πόνο που μου ξύπνησαν οι ψευτιές του Σταμάτη. Ξαπλώνω κάπου. Ξαπλώνω στο ένα πλευρό, γιατί τόσος χώρος ανα­λογεί στον καθένα, όσα κι αν είναι τα τραύματα του. Μένω έτσι ακίνητος και περιμένω τις πιο απίθανες συνέχειες. Μου φαίνεται πως δεν μπορεί πια να με ξαφνιάσει τίποτα.

Μπορεί, λέει, να μας αφήσουνε κι ως αύριο το πρωί ανενόχλητους. Σκέψου πόσο απέραντα μεγάλη είναι η ζωή!

Υπάρχουνε μερόνυχτα που η μια βάρδια των βασανιστών σε παραδίνει στην άλλη για να μην υπάρξει περιθώριο ενός λεπτού για ύπνο, για ανά­παυση. Πτώματα. Σ’ αυτή την πτωματική κατάσταση στηρίζουνε όλες τις ελπίδες τους. Μπαϊλντίζει ο άνθρωπος, αδειάζει απ’ όλη του τη δύναμη, το μυαλό νερουλιάζει, και το ένστιχτο της αυτοσυντήρησης ξυπνάει λαίμαργο, άγριο, καταλυτικό, χτηνώδες, και σε σπρώχνει με την τυφλή του δύναμη σε συμβιβασμούς και πτωματικές ενέργειες.

Όλα τα ‘χει προβλέψει το Ιδρυτικό Σχέδιο της Μακρονήσου…

kornarou21Η Επιστήμη βοήθησε, η Τέχνη βοήθησε, η Εκκλησία βοήθησε, κι η Μάνα μας ακόμη βοήθησε, πολλές φορές, με τις κλάψες, και τα παρακάλια, και τη στοργή της, να πετύχει αυτό το Σχέδιο… Για ν’ αποδειχτεί πως δεν είναι δα και σπουδαίο πράμα η αντοχή της ανθρωπιάς… Π ρέπει να μάθει όλος ο κόσμος πως υπάρχει μια κόλαση που στις φλόγες της λιώνουνε και τα πιο ανθεχτικά ατσάλια, και τα πιο σκληρά διαμάντια, ακόμη και η πιο φλογερή και αδάμαστη θέληση…

Ψευτοσυνηθειούλες ασήμαντες είναι μονάχα εκείνο που λέμε πολιτισμός. Συμβάσεις είναι που σε μια πιο βίαιη σύγκρουση, όλα καταλιούνται, όλα τινάζουνται στον αέρα, και μέσ’ από την τόσο εξιδανικευμένη ανθρώπινη ύπαρξη ξεμυτίζει πάλι το θεριό, το χτήνος, για να χλευάσει κάθε επίτευγμα, κάθε αυταπάτη, κάθε έννοια ημερότητας…

Θέλουνε να πούνε και ν’ αποδείξουνε, εδώ πέρα, πως ό,τι κι αν κάνεις είναι κωμικές αυταπάτες που όταν τις παραμερίσεις τίποτ’ άλλο δεν απομένει παρά το χτήνος. Τίποτα, από τη φανταχτερή πορεία στων αιώνων τις στράτες και στου μόχθου τη θέληση. Τίποτα, παρά η ανάγκη να υπάρξεις για να μασουλίζεις σε μια φάτνη ή σ’ ένα πιάτο σκαλισμένο! Τίποτα, παρά η ανάγκη να κοι­μάσαι σ’ ένα στάβλο ή σ’ ένα κρεβάτι και να πορεύεσαι στο τέρμα, στο μνήμα, φοβισμένος κι αβέβαιος, σκουλήκι που γλείφει την ύστερη γεύση του χώματος και τίποτ’ άλλο…

Αν υπάρξει μια θέληση που ν’ αντέξει ως το τέλος να μην καεί, να μη θολώσει, να μη λυγίσει, τότε το πείραμα «Μακρόνησος» θα ‘χει αποτύχει. Και μαζέψανε εδώ όσους αντέξανε στους πρώτους κύκλους. Όσους κάνουνε ακόμη κουμάντο στα νεύρα και στις επιθυμίες τους, στη βία και στο μόχθο και γίνονται έτσι παράδειγμα και οδηγοί. Τους μαζέψανε για να εξευτελίσουνε, στο πρόσωπο τους και με την πτώση τους, τη θέληση. Την αντοχή της ανθρώπινης θέλησης. Να εξευτελίσουνε αυτή τη δύναμη μπροστά σ’ ένα Λαό και να του πούνε: —«Ορίστε, λοιπόν, και τους Διγενήδες σου. Αντέχουνε κι αυτοί όσο να τους δαγκώσει λίγο περισσότερο η Ανάγκη. Η πείνα, η δίψα, ο πόνος, ο πανικός. Κ’ ύστερα πέφτουνε κι αυτοί στα τέσσερα και ξαναπαίρνουνε το δρόμο της ζούγκλας με την ουρά στα σκέλια και στάχτη τη θέληση! Το χαμόγελο που είχαν καταχτήσει έγινε καπνός, το έξοχο ανθρώπινο μάτι έγινε αδιάφορο και νυσταλέο, και η ανώτατη μουσική – ο Λόγος – έπαψε, έγινε άναρθρη κραυγή, άχαρη άναρθρη κραυγή σαν του προβάτου το μπεμπέρισμα και σαν του λύκου το μακρόσυρτο ουρλιαχτό. Κι οι τελευταίοι που απομένουνε ν’ αρνιούνται μια καθ’ υπαγόρευση ζωή, σε λιγάκι δε θ’ αντέ­χουνε άλλο και θα κάνουνε την πρώτη τους παραχώρηση…»

Γι’ αυτό δουλεύει το Σχέδιο μ’ επιστημονικό πείσμα και με περίτεχνα τερ­τίπια, που ποτέ δεν έβαζες στο νου σου πως θα μπορούσε να υπονομεύεται με τέτοιον απάνθρωπο τρόπο ο άνθρωπος από τον άνθρωπο.

Ξαπλωμένος στο ένα πλευρό, κουράστηκα. Πονώ. Θέλω ν’ αλλάξω θέση μα στην ελάχιστη μετακίνηση κάποιος φωνάζει, άλλος αγκομαχά κι άλλος σε βρίζει στα ίσια. Οι πληγές, δηλαδή, σε βρίζουνε, κι αυτές αγκομαχούνε κατα­λύοντας και κανόνες ευπρεπείας και σύνορα ανοχής.

Προτιμάς να μένεις όπως είσαι, ακίνητος, φορτωμένος τον πόνο και τις σκέψεις σου, και να αισθάνεσαι το λαιμό σου ξερό, σαν παξιμάδι που είν’ έτοιμο να θρουλίσει σε ψίχουλα και με την πίεση μονάχα της ανασεμιάς. Κι αυτή η δίψα γίνεται κυρίαρχη, άγρια, σκάβει βουνά και μνήμες, κι οργώνει κάμπους, βρίσκει ποτάμια και πηγές, για να θεριέψει ο θυμός της, για να πυρώσει ο λαιμός και να καταντήσει η γλώσσα σαν ένα κομμάτι πυρωμένο κεραμίδι.

Η έννοια «χρόνος» αλλάζει. Ένα δευτερόλεφτο γίνεται αβάσταχτο κι άχαρο μερόνυχτο. Μια ώρα είναι μια στρίγγλικη, διψασμένη, ξερή αιωνιό­τητα. Και μέσα σ’ αυτή την έννοια σαλεύει καρκανιασμένο, μισοκαμένο, το σκουλήκι «άνθρωπος» και επιμένει να σαλεύει ήσυχα, μαλακά, μετρημένα, για να μην ενοχλήσει το διπλανό του!…

Πας να περηφανευτείς, μα μετανιώνεις στα μισά και ξαναπέφτεις στη στέρνα της διψασμένης μνήμης.

— «Πέτρο! Πού είσαι, καλό μου παιδί; Μπορείς να σουρθείς εδώ στο διαδρομάκι να σε δω;»

Ο δάσκαλος! Παραμορφωμένος, όλο πηχτά αίματα το πρόσωπο του. Μόνο από τα μάτια του, κι ας είναι μισόκλειστα από το πρήξιμο, ξεχειλάει φως, απαλό φως, που δε μπορεί παρά αυτό να είναι η ζωγραφική ουσία της στοργής.

Αγκαλιαζόμαστε και δε μιλούμε! Μόνο ξεροκαταπίνουμε, κι έχω την αίσθηση πως θρυμματίστηκαν τα κατάξερα λαρύγγια από την τόση προσπά­θεια που χρειάστηκε για να κάμουνε τόπο να περάσει το λεπίδι της συγκί­νησης από τα κατάστεγνα φωνητικά όργανα.

Όλα τα λόγια που έχω να του πω κι όλα τα χάδια που έχω γι’ αυτόν ανα­στατώνονται, μπερδεύονται, παλεύουνε ποιο και πώς να πρωτοβγεί στη σκηνή της συνείδησης και να ντυθεί το ντύμα του λόγου ή της κίνησης. Κι από το πολύ ξεσυνορισό τους ακινητούνε. Δε μπορώ να βγάλω λέξη, δε μπορώ να κάνω τίποτα, παρά σφίγγω μονάχα στην αγκαλιά μου τον άγιο γέροντα που ήρθε κι εδώ να διδάξει, από το βήμα του κίντυνου, την αντοχή και την ευπρέ­πεια στο γένος του.

kornarou22

Το πρώτο που θα ‘θελα να μπορούσα να του πω ήτανε το παράπονο μου για τον τρόπο που με δέχτηκε η Μάνα. Για τον τρόπο που μ’ έδιωξε, μπροστά στη Δέσπω, κλείνοντας όξω από μια πόρτα όλα τα όνειρα μιας μαρτυρικής ζωής.

Δεν προλαβαίνουμε να συνέρθουμε. Πέρα, από τη σκοπιά που είναι στο έμπα της χαράδρας, έρχεται η γνώριμη φωνή του βασανιστή:

— «Τι κάνετε, ρέεε! Οι τσομπάνηδες να ‘βγουνε όξω γρήγορα! Ακόμη θα περιμένω, βρε; Πού είστε, παλιόσκυλα… Μαζεύτε τα ξερά σας μη με κάνετε να μπω στο μαντρί ο ίδιος!…».

— «Αντε στη θέση σου, μου λέει ο δάσκαλος, και τα λέμε αργότερα. Μόνο, από πού έρχεσαι;»

— «Από την Αθήνα».

— «Πήγες στο σπίτι;»

«….»

Δεν απάντησα. Βιαζόμουνα, τάχα, να μαζευτώ στη θέση μου. Κάθε μετα­κίνηση, και μέσα στη σκηνή ακόμη, απαγορεύεται.

Βραχνιασμένος, βαριεστημένος συνεχίζει ο αλφαμίτης τις βρισιές του. Καταλαβαίνεις πως δεν έχει κέφι. Δεν πληρώνεται, βλέπεις, υπερωρίες γι’ αυτή τη δουλειά.

— «Εμείς γιατί δεν ετοιμαζόμαστε;» ρωτάω το διπλανό μου.

— «Όχι, μου λέει. Οι τσομπάνηδες μένουνε στην άλλη σκηνή».

— «Τι δουλειά είν’ αυτή; βασανιστήρια;»

— «Υπάρχουνε στο νησί δυο φαμίλιες τσομπάνων. Έχουνε κάπου χίλια κομμάτια πρόβατα και γελαδινά. Δε χρειάζονται βοηθούς γιατί τ’ αμολάνε σ’ όλη την έχταση αδέσποτα και τρέχουνε σχεδόν άγρια. Ξάπλωσε να ξεκουρα­στείς. Δεν έχει ως το βράδυ ξάφνιασμα. Ως τα μεσάνυχτα. Φαίνεται πως το καΐκι, που είδαμε, κουβαλά επισκέπτες. Όταν ακούσεις να φωνάζουνε τους τσομπάνους να το ξέρεις πως έρχονται μουσαφιρέοι. Επίσημοι, ξένοι, καλλι­τέχνες, λογιώ λογιώ κόσμος τέτοιος…».

Σώπασε. Οι πληροφορίες του δεν ήτανε αρκετές. Μα η δύναμη δεν περισ­σεύει για να σου κάνει διάλεξη για το μαντρί. Κι εγώ δεν ενδιαφέρθηκα περισ­σότερο μιας και δεν επρόκειτο για βασανισμό ή για επίθεση πρώτης σειράς. Δε ρώτησα τίποτα. Θα τα μάθω σιγά σιγά.

Το μεγάφωνο ακούγεται κάτω από την παραλία, να λέει παράξενα πρά­ματα, που δεν έχουνε καμιά σχέση με τούτη τη ματωμένη πραγματικότητα. Κάποιος απαγγέλει ποιήματα του Κρυστάλλη! Κι ένας άλλος εξηγά πως: «εδώ στην Αναμορφωτική Σχολή του Έθνους, όσους μήνες φοιτήσουμε, πρέπει να συνηθίσουμε να γνωρίζουμε και ν’ αγαπάμε τις ομορφιές της Πατρίδας όπως τις τραγουδήσανε οι ποιητές!» Προαναγγέλει πως: «αύριο, την ώρα της ηθικής και πνευματικής αγωγής, θα μιλήσουνε για το Μαβίλη και θ’ απαγγελθούνε σονέτα του που σήμερα δεν επιτρέπει ο χρόνος, γιατί είναι να υποδεχτούν μια δόξα του Ελληνικού Θεάτρου κι έναν μεγάλο συγ­γραφέα που ήρθανε να τιμήσουνε με την παρουσία τους τα εγκαίνια του Θεά­τρου της Σχολής μας, και ακόμη να διαπιστώσουνε την ύπαρξη αιμάτινων ποταμών καταπώς λέει η ξένη προπαγάνδα για δυσφήμιση της Ελλάδας…»

Πάνω από τις κορφές ακούγονται εκατοντάδες κουδουνάκια κοπαδιού που μετατοπίζεται βιαστικά, λες και πάει κι αυτό να υποδεχτεί στην παραλία τις δόξες της Τέχνης.

— «Σήμερα ήρθες;» με ρωτάει πάλι ο διπλανός μου.

— «Ναι» του λέω.

— «Κατάλαβα από τη ματιά σου. Παραξενεύεσαι, τι σχέση μπορεί να “χουνε όλ’ αυτά, με κείνο που έζησες όλη την ημέρα. Τι γυρεύει η ποίηση στην κόλαση. Τι γυρεύουνε οι καλλιτέχνες. Λοιπόν, καλεσμένους τους έχουνε για δείπνο. Θα τους υποδεχτούνε οι χιλιάδες δυστυχισμένοι που μένουνε στην κατασκήνωση της παραλίας. Δεν πρέπει να πάρουνε είδηση για το όργιο που γίνεται πάνω σε τούτο το βράχο. Φεύγοντας, είναι ανάγκη να πάνε να γράφουνε για τη μεγάλη προσπάθεια που γίνεται στην Ελλάδα για την καλλιέργεια και αυτών ακόμη των κρατουμένων. Η Σχολή της «αναμόρ­φωσης» έχει βγάλει άσκημο όνομα στο εξωτερικό. Και πρέπει να μιλήσουνε, τούτοι που έρχονται σήμερα και οι άλλοι που θα “ρθουμε αύριο, για ένα νησί του Αιγαίου ειδυλλιακό, γαλήνιο, που ο αέρας είναι φορτωμένος ποίηση, και στις πλαγές και στα ρουμάνια του παίζουνε φλογέρα οι αρχαίοι θεοί, κι από την αρμονία που ξεχειλά η ατμόσφαιρα, δε μένουνε ασυγκίνητα μήτε τα ζώα!.. Τα κοπάδια μοιάζουνε να συντονίζουνε την κίνηση τους στο ρυθμό της μουσικής που δίνει το ράδιο, στον ήχο της φλογέρας και στις απαγγελίες ποιημάτων για το βουνό και τη στάνη!… Βλέπεις η σκηνοθεσία είναι αρι­στουργηματική. Γι’ αυτό φωνάζουνε τους τριάντα «τσομπάνηδες» της άλλης σκηνής. Για να κυνηγούνε τα κοπάδια στις πλαγές και να παίζουνε τα κουδου­νάκια… Οι δυο τσομπάνηδες που τα ‘χουνε αρνηθήκανε να κάνουνε αυτή τη δουλειά. Είπανε πως θένε πλερωμή. Το ίδιο είχαν αρνηθεί ν’ αγοράσουνε κου­δούνια με δικά τους λεφτά. Κι έτσι, στα τεφτέρια του προϋπολογισμού του κράτους θά ‘βρει ο έλεγχος κάποτε μια περίεργη εγγραφή που θα λέει:«… Δια την αγοράν εκατό κωδώνων και τετρακοσίων κωδωνίσκων διαφόρου μεγέ­θους, προς χρήσιν της Αναμορφοκικής Σχολής Μακρονήσου κτλ…» Εκείνο το «κτλ.» θα ξεχάσουνε κάποτε τι μπορεί να σημαίνει. Ίσως όμως να ‘χουνε μια παρένθεση επεξηγηματική που να λέει πως όλα τα λεφτά δεν πήγανε για τα κουδούνια παρά και για την αμοιβή… των Μουσικών που πήγανε να τ’ αγο­ράσουνε για να κάμουνε τη σύνθεση του ήχου όσο γίνεται πιο καλλιτεχνική, που να πείθει πως οι ίδιες η Ομορφιά και η Γαλήνη κρατημένες χέρι χέρι σουλατσάρουνε στις πλαγιές και στ’ ακρογιάλια του Στρατοπέδου των τυχερών του Αναμορφωτικού Ιδρύματος…

»Όσες ώρες μείνουνε οι καλλιτέχνες στο νησί, οι τριάντα κρατούμενοι τσομπάνηδες θα πηλαλούνε από κορφή σε κορφή, κυνηγώντας τα πρόβατα, με την επιστασία του βούρδουλα της ξετσίπωτης Βίας. Κι όλη αυτή η σκηνοθεσία, για να μπλοκάρουνε την ψυχή των καλλιτεχνών που, με τη σειρά και με την τέχνη τους, ξέγνοιαστοι, θα μπλοκάρουνε την ψυχή του κόσμου!…»

Ο συνομιλητής μου έχει πάρει φόρα και λέει. Δε σταματά. Έχει την εντύ­πωση πως, ξαφνικά, βρήκε κι άνοιξε τον κρουνό μιας βρύσης που τον είχανε βουλωμένο, ποιος ξέρει για ποιο λόγο, και το νερό λίμναζε.

Δεν ακούω πια, συλλογίζομαι βιαστικά πολλά πράματα μαζί, σκέψεις κι αισθήματα χοχλακούνε άταχτα, διέξοδο δεν υπάρχει, χαρτί δεν έχω για να τα βάλω σε τάξη, αφτιά δεν έχω για να τα στείλω σε σύμμαχες καρδιές.

Θέλω ν’ ανέβω στην πιο ψηλή κορφή του νησιού, να τα φωνάξω κάτω προς την παραλία όλα τούτα. Δεν ξέρω πώς θα ‘ρχιζα. Μονάχα μια λέξη αναπηδά, έτοιμη να τιναχτεί: «Μπλόκο!…». Κι έχω την ιδέα πως αν την ξεστόμιζα αυτή τη λέξη, ξοπίσω της θ’ ακλουθούσανε χιλιάδες άλλες, φορτωμένες την αλή­θεια, ξέχειλες από την καυτερή πραγματικότητα που κρύβει μια τόσο περί­τεχνη σκηνοθεσία.

Μα δεν μπορώ να μετακινηθώ. Όμως, κι αν το μπορούσα να τιναζόμουνα με μια δρασκελιά στην κορφή την απότομη, πάλι δε θα ‘φτανε η φωνή μου στ’ αφτιά που ήθελα. Όλος ο χώρος, όλος ο αέρας είναι επιταγμένα και υπηρε­τούνε πανίσχυρου αντιπάλου το Σχέδιο.

Τα κουδούνια, τα καλωσορίσματα, τα «Ζήτω» της υποδοχής από χιλιάδες στόματα, στολίζουνε την ίδια την Απάτη για να παρουσιαστεί στη θέση της Αλήθειας.

Το μεγάφωνο πληροφορεί: «… Αυτή τη στιγμή οι εκλεκτοί επισκέπτες αποθεώνονται από τα πλήθη. Φέρονται πάνω σε δάση από χέρια. Έτσι τιμά ο Λαός τους διαλεχτούς εργάτες της τέχνης!… Οι καλλιτέχνες μας συγκινημένοι δακρύζουνε… Οι καλλιτέχνες μας προ του μικροφώνου!… Θα εκφρά­σουνε τις πρώτες εντυπώσεις τους από τη Σχολή!…»

Αυτές οι πρώτες, βιαστικές, εντυπώσεις! Πόσες τίμιες συνειδήσεις δεν αιχμαλωτίσανε, για να θρονιαστεί έτσι μέσα τους το πείσμα το ίδιο να νομο­θετηθεί και να βεβαιώνει πως «… Στη Μακρόνησο συντελείται κάτι πιο μεγάλο και πιο ωραίο από τον αρχαίο Παρθενώνα!… Σε τούτο το νησί του Αιγαίου, θα διακηρύξουμε σ’ όλη την ανθρωπότητα πως γίνεται το θαύμα του εξανθρωπισμού που δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα ο πολιτισμός με τις επιστήμες και τις τέχνες του…»

Τα «ζήτω» και οι λυγμοί πλαντάζουνε την ατμόσφαιρα και τα μεγάφωνα μπουκωμένα δεν προλαβαίνουνε να φτύνουνε με μπρούτζινο ήχο τα όμορφα λόγια και τους λυγμούς συγκίνησης μιας αυταπάτης.

Από την κάτω μεριά της σκηνής ακούγεται ένα γουργουρητό σαν επιθα­νάτιος ρόγχος. Κάποιος αγωνιά, γιατί θέλει να κάνει εμετό ένα λόγο χοντρό, κάποια πίκρα, κάποιο σωρό ανεχουμισμένων αισθημάτων. Δεν το μπορεί, στριγγλίζει, βρυχάται, και στο τέλος το κορμί τινάζεται απάνω. Τα μάτια έξαλλα. Τα χέρια γράφουνε βίαιες κινήσεις στον αέρα. Το στήθος φουσκώνει να σπάσει. Οι φλέβες του λαιμού πρησμένες, τα χείλη σπαράζουνε, όλα ετοι­μάζονται να κάνουνε τόπο στα λόγια που έρχονται πυκνά, φορτωμένα, βαριά, για vu περάσουνε από τη στενή πύλη της συνείδησης και ν’ ανεχουμίσουνε τον αέρα. Κι απ’ όλ’ αυτά τίποτα δε βγαίνει, κι ως βλέπεις την αγωνία του ανθρώπου, θαρρείς πως κοιλοπονάει ένα βουνό και μέσα του ανακατώνονται καπνοί και λάβες ηφαιστείων που δεν ξεσπούνε. Κι ολομεμιάς, από μια χαρα­μάδα ασήμαντη, βγαίνει το βρούχος που θέλει να σημάνει όλη τη μέσα τρικυ­μία: — «Μπου! Μπούουου… μπουμ!».

Το εξαντλημένο κορμί με τις κακοφορμισμένες πληγές, το ερεθισμένο πρόσωπο και τα έξαλλα μάτια, μπαίνει στο χορό της εξάντλησης. Το βλέπεις πως δε θ’ αντέξει πολύ και θα σωριαστεί. Όμως είναι ανάγκη να χορέψει, να πηδήξει, να κάνει σάλτους στον αέρα, γιατί έτσι του φαίνεται πως εκφράζει όσα του αρνιέται η γλώσσα να πει. Χορεύει έναν αυτοσχέδιο – τραχύ χορό και κρατά το ρυθμό με παλαμάκια και με τη μπουμπουνιστή κραυγή:

– «Μπου…μπούουου…μπουμ.»

Ο χορός επιβάλλεται πρώτα στους τέσσερους ψυχοπαθείς που, ως την ώρα, αναπαύονταν ήρεμοι στη θέση τους. Ύστερα παίρνουνε κι άλλοι τον ίδιο ρυθμό, κι η σκηνή γεμίζει από την άγρια ιαχή που μεταδίνεται στους άρρωστους των γειτονικών σκηνών, και όλη η χαράδρα γίνεται φωναγωγός που έχει αποστολή να μεταφέρει τη λάβα της πραγματικής Μακρόνησος στους πνευματικούς ανθρώπους που απατούνται μ’ αυτό τον επαίσχυντο τρόπο και μιλούνε με τόση ξεγνοιασιά για Παρθενώνες και θαύματα, στη Γη που δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο από τη βία του χτήνους που για την περίσταση είναι ντυμένο το ύφος του Δημιουργού!…

Οι λόγοι, οι φωνές, το παραλήρημα της παραλίας, μπερδεύονται με την αγωνία της έκφρασης της δικής μας χαράδρας. Η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται, και κανένα κορμί, όσο κουρασμένο κι αν είναι, δε μένει ακίνητο. Όλοι στο πόδι, κάνουνε βήματα επί τόπου, νευρικά, χειρονομούνε, κάτι ζητούνε που δεν το βρίσκουνε κι έχεις την εντύπωση πως από στιγμή σε στιγμή θ’ αρπάξουνε σαν συνεννοημένοι την ίδια τη σκηνή, θα την κρατούνε σαν ομπρέλα και θα χορεύουνε κάτω από τον ίσκιο της, το χορό της αγωνίας της έκφρασης, τον τρελό χορό του Δίκιου που πνίγεται, της Αλήθειας που πάνε να κρύψουνε…

Δαγκώνω τα χείλη μου και ματώνουνε. Μου ‘ρχεται να δαγκώσω το χέρι μου. Το δεξί το χέρι, ν’ αναπηδήσει αίμα. Και μ’ αυτή την πένα να γράψω στο στερέωμα: «Ελευθερία του Πνεύματος!…»

Ίσως μ’ αυτό να δώσω να καταλάβουνε την ένταση της συγκίνησης, το χόχλο της πάλης που γίνεται καθώς κυλιούνται σφιχταγκαλιασμένες και παλεύουνε μέσα μας, μέσα στο χώρο και στο χρόνο τούτο, απάνω στην ατμόσφαιρα, η Βία και η Ελευθερία.

Ένας ψυχοπαθής δε χωράει πια στη σκηνή. Σηκώνει το παραπέτο και σα βολίδα ρίχνεται στις χέρσες πλαγιές. Ξοπίσω τον ακλουθούνε οι άλλοι, ξεμαλλιασμένοι, αγκομαχώντας, λες κι έχουνε συμφωνήσει για κάτι επείγον, που είναι αδύνατο ν’ αναβληθεί…

Από μια κορφή, ο ψυχοπαθής βάζει χωνί τα χέρια και φωνάζει προς την παραλία το επείγον του μήνυμα: -«Μπου… μπούουου…μπουμ!…»

Ένας άλλος φτάνει στην ίδια κορφή. Βάζει κι αυτός χωνί τα χέρια και στέλνει στην ακρογιαλιά, στις χιλιάδες ψυχές που την κατακλύζουνε, το ίδιο μήνυμα με άλλη φόρμα:

– «Όλες οι βίγλες δώσετε σ’ όλο τον κόσμο το μαντάτο: Το κάστρο είν’ άααπαρτο!»

Κάποιος άλλος πνίγεται από συγκίνηση, η φωνή του μπλοκάρεται και σπασμένη τη μια, θαριά-βαθιά την άλλη, μεταδίνει στα πέρατα:

– «Πήρε φωτιά το Αρκάδι παιδιάαα! Μην το σβήνετε!… Μην το σβήνε­τε!…»

Πολλοί τρέχουνε να μαζέψουνε τους ψυχοπαθείς. Κάτω από την παραλία υψώνεται μια ζητωκραυγή. Λες να είναι απόκριση στα μηνύματα που στέλνουνε οι ταραγμένες ψυχές; Μπορεί! Ποιος ξέρει; Κανένας δεν είναι που να μην αισθάνεται την ανάγκη να φωνάξει την ίδιαν αλήθεια με δικό του τρόπο. Κι η αλήθεια δε βγαίνει, δε γίνεται λόγια, πολλά μαζεμένα θέλουνε να εκφρα­στούνε. Όλη η υπόθεση ενός προδομένου Λαού μαζεύεται στο προσκήνιο και γυρεύει το λόγο, την κίνηση, τη ματιά, τις τέχνες όλες, για να ειπωθεί. Και με το σώριασμα και τη βιάση, τίποτα δε γίνεται, μόνο αγωνία. Το κορμί πάει να εκραγεί, κι η κρίση από τη συμφόρηση των αισθημάτων καταλεί το νου και απομένει το παραλήρημα μονάχα.

Ήθελα κι εγώ να τρέξω πίσω από τους ψυχοπαθείς, για ν’ αποκρυπτογραφώ το νόημα του κάθε μηνύματος, το νόημα της αγωνίας του Έλληνα αγωνιστή. Την αγωνία της Ελλάδας…

Θυμούμαι το παραλήρημα του γονατισμένου πλήθους μπροστά στις απί­θανες φιγούρες που σαλεύανε στα θαμπά τζάμια της Αθήνας. Θυμούμαι τον υστερισμό του εμφυλίου πολέμου. Κι ακούω το ίδιο παραλήρημα, τώρα, στην παραλία της Μακρόνησος. Κι ακούω άλλο παραλήρημα στις κορφές και στις χαράδρες της Μακρόνησος. Η Ελλάδα βογγά! Η Ελλάδα έπαθε συμφόρηση του λόγου. Η Ελλάδα πάσχει από πόνο φριχτό, τη στιγμή που υπογράφονται τα πουλητήρια συμβόλαια που την μεταβιβάζουνε – σαν πατατοχώραφο! – από ιδιοχτησία μιας λορδοπούλας, για προίκα μιας κόρης μπίζνκμαν από τη χώρα των Γιάνγκηδων…

kornarou23

Κι ο περήφανος Λαός της Ελλάδας, μπροστά σ’ αυτή τη συμφορά, μέσα στην άψα της μάχης, μέσα στην άνιση κι άδικη πάλη, παθαίνει συμφόρηση, πλαντάζει, μπαίνει σ’ αδιέξοδο, κι εκδηλώνεται λογιώ λογιώ η αγωνία του. μιας και δεν υπάρχει συγγραφέας να τον εκφράσει και να ξαλαφρώσει! Μιας και δεν υπάρχει ο ποιητής που θα βάλει σε τάξη τα αισθήματα της οργής και της αγάπης, για να μπει σ’ αρμονική λειτουργία η ζωή του αγωνιστή Λαού.

Κλαίω. Σηκώνω το παραπέτο της σκηνής και τρέχω ν’ ανταμώσω εκείνους που λέμε… τρελούς! Τρέχω να ενισχύσω αυτούς που θέλουνε, μ’ όλα τους τα καμώματα, να φωνάξουνε: «Μη! Μη!…», την ώρα που ελληνικό χέρι πιάνει την πένα και βάζει υπογραφή που μεταβιβάζει την Ελλάδα, από τους Εγγλέ­ζους λόρδους στους υπερπόντιους κουρσάρους.

Βρήκα μόνο τρία λόγια που θέλω να τα φωνάξω κι εγώ από την κορφή: – «Όξω οι ξένοι!…».

Μα δεν πρόλαβα. Κάποιος μ” έπιασε. Γυρίζω. Ο δάσκαλος. Δε με ρωτάει πού πάω. Κλαίμε μαζί και λέει:

– «Καταλαβαίνω, παιδί μου! Κάνε υπονομή. Μείνε κοντά μου!…»

Δεν προλαβαίνουμε ν’ αλλάξουμε άλλη λέξη. Οι αλφαμίτες φέρνουνε πίσω τους ψυχοπαθείς. Προσπαθούνε να τους φιμώσουνε το στόμα. Αυτοί δαγκώνουνε τα χέρια, παλεύουνε, ο αγκαθωτός βούρδουλας πέφτει αδίστακτα όπου λάχει, σε μύτες, μάτια, χείλη, το αίμα αναπηδά. Το αίμα αγριεύει τους βασανιστές. Ένας τους πετάει το βούρδουλα, στέκεται, ασθμανασαίνει, ξεφυσά και δηλώνει πως από τώρα και μπρος είναι, λέει, αρκούδα… Οι συνά­δερφοι του τα σαστίζουνε μια στιγμή. Τον δένουνε και του μπουκώνουνε το στόμα με το πουκάμισο του, που το τραβήξανε από πάνω του λουρίδες λουρί­δες.

Στο μεγάφωνο ακούγεται η φωνή του Διοικητή να εξηγά στους επίσημους πως: «…εδώ ήτανε, πριν από τρεις μήνες, μόνο σαύρες και φίδια. Όλα που βλέπετε, λιμάνι, θέατρο, οικοδομές, δρόμοι, είναι δουλειά τριών μηνών. Η Σχολή Μακρονήσου έχει σκοπό την αναστύλωση της ανθρώπινης θέλησης. Κάθε πόλεμος αφήνει τα σημάδια του. Τραυματισμένες θελήσεις ήτανε όλες τούτες οι χιλιάδες που βλέπετε γύρω σας. Αναστυλώθηκαν, ανένηψαν…»

– Ζήτω ο αναστυλωτής!…

– Ζήτω ο άγιος…

– Ζήτω ο Θεός!…

Μια διαταγή από τους αλφαμίτες:

– «Τα πράματα σας και στη γραμμή. Μπρος!»

Μας μεταφέρουνε στην πίσω μεριά του νησιού για να μην ενοχλούμε το ψέμα την ώρα που σέρνεται και μπαίνει ύπουλα στην ψυχή των επισκεπτών για να το μεταφέρουνε στον κόσμο.

(Απόσπασμα από το Στάχτες και φοίνικες. Εκδόσεις «Δίφρος». Αθήνα 1957. Ενα ρεπορτάζ από το κολαστήριο της Μακρονήσου – Τα εικαστικά είναι του Γιώργου Φαρσακίδη)