Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

“ΑΣΤΥΓΡΑΦΙΑ” _Εθνική Πινακοθήκη: Μια πόλη που βιώνεται μέσα στο κάδρο

Ιούνιος, 2023
Χαρτογραφώντας εικαστικά το «αστικό βίωμα» μέσα από 79 δημιουργούς, 202 εικαστικά έργα και 22 ταινίες στην έκθεση “Αστυγραφία / Urbanography _Η ζωή της πόλης τις δεκαετίες 1950-1970

Οι κούκλες στις βιτρίνες, τα μπαλκόνια, οι ταράτσες, τα γιαπιά και τα οργανικά δομικά υλικά των κτιρίων, οι άνθρωποι που ξενυχτούν και χορεύουν με λαϊκά, οι νυχτερινοί απόκοσμοι δρόμοι. Στοιχεία μιας πόλης που βιώνεται. Όλα χωράνε μέσα στο κάδρο.

Arrivederci. Willkommen. Καλώς ήρθες… εις το επανιδείν. Κόσμος έρχεται και φεύγει, μετακίνηση, γειτονιές και κοινότητες ξανασυστήνονται, σπίτια γκρεμίζονται και ανοικοδομούνται ξανά. Η πόλη αλλάζει και μαζί της και οι άνθρωποι, οι ζωές τους. Πώς άραγε αποκομίζει ο διαβάτης, ο περιπλανώμενος στους δρόμους, ο αστός της ίδιας της πόλης την πόλη στην οποία ζει;

Μια διαρκής μετακίνηση από το μεγάλο πανοραμικό πλάνο, στο κοντινό όπως άλλωστε και ο κινηματογραφικός φακός. Ξεκινώντας με μια πανοραμική απόδοση της πόλης, αρχίζεις σταδιακά να προσεγγίζεις τις λεπτομέρειες ενός δρόμου, μιας γειτονιάς, μιας πλατείας, ενός σπιτιού. Από το μεγάλο, στο στιγμιότυπο του μικρόκοσμου.

Αυτή άλλωστε ήταν και η έμπνευση της επιμελήτριας και διευθύντριας της ΕΠΜΑΣ, Συραγώ Τσιάρα για την έκθεση “Αστυγραφία / Urbanography”. Η ζωή της πόλης τις δεκαετίες 1950-1970», που έχει ήδη ανοίξει τις πόρτες της στο κοινό στην Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου (Λεωφ. Βασιλέως Κωνσταντίνου 50, Αθήνα), προβάλλοντας 79 δημιουργούς, 202 εικαστικά έργα και 22 ταινίες (4 πλήρεις ταινίες και αποσπάσματα από 18 ταινίες μεγάλου μήκους).

«Έφτιαξα αυτή την έκθεση θέλοντας να προβάλλω το βιωματικό στοιχείο, το πώς ζούμε με τις αλλαγές στην πόλη. Οι αλλαγές δεν είναι μόνο στους δρόμους, στα μαγαζιά και στις πλατείες, αλλά είναι και μέσα στα σπίτια», αναφέρει η επιμελήτρια.

Αν και διόλου περιοριστικές, διότι η συνεχής ρoή και η συνεχής μετακίνηση είναι σε αυτό τον χώρο το ζητούμενο, 7 ενότητες θέτουν τους βασικούς άξονες πάνω στους οποίους ξεδιπλώνεται εικαστικά: «Σκηνογραφία», «Νοσταλγία», «Γιαπί», «Κοντινό Πλάνο», «Θέαμα», «Όνειρα και Συγκρούσεις», «Υλικότητες» οι βασικές θεματικές. Πάντα από το μεγάλο πλάνο στο μικρό πλάνο.

Μέσα από τη συνύπαρξη των μορφών της τέχνης, αντιλαμβάνεται γρήγορα κανείς το αιχμηρό, καινοτόμο βλέμμα της επιμελήτριας:

«Ήθελα να είναι μια συμπεριληπτική έκθεση με την ουσία της, δηλαδή ενώ έχουμε κατά κύριο λόγο ζωγραφική και γλυπτική στην Πινακοθήκη με εξαιρετικά έργα τέχνης, τη φωτογραφία για πρώτη φορά τη βγάζουμε ισότιμα σε μια θεματική ζωγραφική έκθεση». Έτσι έχουμε την τιμή να απολαύσουμε και το υπέροχο γλυπτό του Ιωάννη Αβραμίδη σε κεντρικό σημείο της έκθεσης με την επιβλητική μορφή του αλλά και το γλυπτό του Αχιλλέα Απέργη.

Σκηνογραφία – Νοσταλγία

Οι αλλαγές που συμβαίνουν στο αστικό τοπίο ερμηνεύονται διαφορετικά από τους καλλιτέχνες. Η τέχνη αποπειράται να διασώσει μια πόλη που σταδιακά εξαφανίζεται, χάνεται μέσα στους νέους κανόνες του αστικού μετασχηματισμού.

Αρχικά κυριαρχούν η νοσταλγία, και οι εξιδανικευτικές αφηγήσεις μιας ιδιαίτερης αστικής ταυτότητας που αλλοιώνεται και η πόλη επινοείται ως σκηνικό, με τους δημιουργούς να αντλούν έμπνευση άλλοτε από την πραγματικότητα που είναι πλέον παρελθόν, τη μνήμη και την προσωπική τους επιθυμία.

Ο Αγήνωρ Αστεριάδης αποτυπώνει το «δικό του Μαρούσι» με μια νοσταλγική διάθεση, ο Σπύρος Βασιλείου, ο Αλέκος Φασιανός και ο Αλέκος Κοντόπουλος εδώ πρωταγωνιστές, νοσταλγοί μιας πόλης που χάνεται.

Γιαπί – Κομβική εικόνα αλλαγής

Η ανοικοδόμηση έχει τον κυρίαρχο ρόλο εδώ. Το γιαπί αμέσως μας τοποθετεί στον πυρήνα της αστικοποίησης. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η αστικοποίηση, η ανοικοδόμηση και η μετανάστευση –εσωτερική και εξωτερική– προσδιορίζουν καθοριστικά τις ραγδαίες εξελίξεις που συμβαίνουν στα αστικά κέντρα.

Το αστικό τοπίο μεταβάλλεται ριζικά με την αντιπαροχή και τη σταδιακή εξαφάνιση της μονοκατοικίας που δίνει τη θέση της στην πολυκατοικία. Οι καλλιτέχνες σε αυτή την ενότητα ανακαλύπτουν ένα νέο εικαστικό πεδίο, εστιάζοντας στη σύνθεση αλλά και στην ανθρώπινη μορφή. Οι οικοδομές, οι εργάτες, οι χτίστες, οι εργολάβοι πρωταγωνιστούν εδώ, αποκαλύπτοντας την ενέργεια της γέννησης μιας νέας πόλη.

«Σε αυτή την ενότητα έχω κρατήσει αυτή τη διπλή συνθήκη. Της συνολικής σύνθεσης, την εικόνα της κατασκευής δηλαδή από τη μία πλευρά και την εικόνα των ανθρώπων, των εργατών που χτίζουν αυτές τις κατασκευές», πρωταγωνιστούν από τη μια πλευρά τα εντυπωσιακά χαρακτικά του Παναγιώτη Τέτση, μια αποκάλυψη, και από την άλλη, τα έργα του Διαμαντή Διαμαντόπουλου με τη μνημειακή αποτύπωση της ανθρώπινης εργασίας και του ανδρικού σώματος αλλά και οι φωτογραφίες του Στέλιου Κασιμάτη.

«Η γεωμετρικότητα, η αφαίρεση. Ο Διαμαντόπουλος διαμορφώνει το πλαίσιο, δίχως ωστόσο να υποτιμήσουμε και το έργο του Χρόνη Μπότσογλου, στο οποίο ενυπάρχει και η αφήγηση που έχει να κάνει με την εργασία, την ώρα της διασκέδασης και ολοκληρώνεται με την κηδεία. Όλοι τους καλλιτέχνες κοινωνικά προσανατολισμένοι», αναφέρει σε αυτή την ενότητα η επιμελήτρια.

Όνειρα και συγκρούσεις –
Απολαύσεις και ανισότητες

Η πόλη δεν είναι μόνο απολαύσεις αλλά περικλείει και ανισότητες και κοινωνικές συγκρούσεις. Κατά τη δεκαετία του 1960 αναδεικνύεται το στοιχείο του κριτικού ρεαλισμού με τους καλλιτέχνες να διαμορφώνουν τις νέες εικαστικές τάσεις του ρεαλισμού.

Εξαιρετικό εικαστικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απεικονίσεις των ενδιάμεσων χώρων ανάμεσα στο δημόσιο και τον ιδιωτικό, όπως είναι η βεράντα, το κατώφλι, η οπίσθια όψη των οικοδομών, η σκάλα, η θέα από το παράθυρο, η βιτρίνα, εκεί που συναντιούνται το μέσα με το έξω, σε μια απόπειρα να αποτυπώσουν με κριτικό πάντα βλέμμα το βίωμα μιας πόλης από άτομα και ομάδες διαφορετικού φύλου και κοινωνικής προέλευσης.

Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης και η Χρύσα Ρωμανού είναι και οι βασικοί εκπρόσωποι της περιόδου και οι πρωταγωνιστές αυτής της ενότητας. Εδώ η πόλη μετατρέπεται από ένα πλαίσιο, σε ένα πεδίο αμφισβήτησης, αναστάτωσης, διαδήλωσης και σύγκρουσης. Τα έργα του Γιάννη Ψυχοπαίδη αποτυπώνουν θέματα μετανάστευσης αλλά αναδεικνύουν και λυρισμό και τρυφερότητα:

Τα έργα του Ψυχοπαίδη θυμίζουν καρτ ποστάλ που αν τα κοιτάξεις κάπως πιο προσεκτικά έχουν μια τρυφερότητα που συνειδητά σε προσελκύει αλλά προσέχοντας ακόμα και τα αποσπάσματα, αυτά που μοιάζουν με κολάζ αλλά είναι ζωγραφική σύνθεση, δείχνουν την αποσπασματικότητα της πόλης και την εικόνα του γυναικείου σώματος που εκδηλώνεται σαν αντικείμενο απόλαυσης μέσα από τη διαφήμιση.

Παλαιότερα μιλούσαμε για την ιστορία μέσα από τους θεσμούς, μέσα από τους πρωταγωνιστές αλλά ευτυχώς τα τελευταία χρόνια αρχίζουμε να βλέπουμε εκδοχές της βιωμένης ιστορίας μας και από τα “κάτω”, από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Αυτές οι μαρτυρίες συνθέτουν καλύτερα το παζλ. Δεν αρκεί να δούμε την ιστορία μόνο μέσα από τα νεοκλασικά αλλά και από τους οικοδόμους και τις πλύστρες» _αυτά μπροστά στο ανατριχιαστικά όμορφο γλυπτό του Χρήστου Καπράλου. Η οπτική της πόλης από το πάτωμα και όχι από ψηλά.

Κοντινό Πλάνο –
Ο μικρόκοσμος της καθημερινής ζωής,
η σύνδεση του μέσα με το έξω

Ένας νεροχύτης, μερικά πλαστικά μπουκάλια και ο φακός επικεντρώνεται πλέον στα μικρά, στα καθημερινά μιας ρουτίνας που λίγο πολύ μοιάζει να είναι κοινή για όλους. Αυτός ο μικρόκοσμος της καθημερινής ζωής, η οργάνωση του προσωπικού χώρου, γίνονται ο καμβάς σε αυτή την ενότητα για μια θεματογραφία που εξελίσσεται, ενώ η πόλη αλλάζει. Εδώ οι καλλιτέχνες διεισδύουν στην καθημερινότητα και δίνουν σε αντικείμενα μικρά και αδιάφορα μέχρι τότε εικαστικά, μια νέα καλλιτεχνική οντότητα.

Ο Γιώργος Παραλής συνθέτει το εξαιρετικό του έργο Ο νεροχύτης της Βαρβάρας: «Μια ποπ καθημερινότητα, μια συνάθροιση αντικειμένων που ναι μεν αποτυπώνουν ρεαλιστικά τη ζωή αλλά συγχρόνως δίνουν και μια εξαιρετική εικαστική σύνθεση», ο Γιάννης Ψυχοπαίδης παρουσιάζει μια μοναδική σύνθεση με ένα βαζάκι με ανεμώνες δίπλα σε μια κλειδοθήκη που συνομιλεί εξαιρετικά δίπλα στο έργο της Κλεοπάτρας Δίγκα που η ίδια προσέφερε στην έκθεση.

Θέαμα –
Μαζικές συναθροίσεις και
αίσθημα του συνανήκειν

Με φόντο την πόλη αλλά με έντονη κινηματογραφική αφήγηση περιδιαβαίνουμε ανάμεσα στα χρώματα των έργων που απεικονίζουν τους τρόπους διασκέδασης, τα θεάματα, μέσα από την απεικόνιση σκηνών εργασίας, διακοπών και διασκέδασης. Εξαιρετικό δείγμα αυτής της ενότητας οι ποδοσφαιριστές του Παναγιώτη Τέτση αλλά και μια φωτογραφία του Χαρισιάδη με τις φιγούρες των ανθρώπων να χορεύουν σε ένα λαϊκό μαγαζί.

Με φόντο την πόλη αλλά με έντονη κινηματογραφική αφήγηση περιδιαβαίνουμε ανάμεσα στα χρώματα των έργων που απεικονίζουν τους τρόπους διασκέδασης, τα θεάματα, μέσα από την απεικόνιση σκηνών εργασίας, διακοπών και διασκέδασης. Εξαιρετικό δείγμα αυτής της ενότητας οι ποδοσφαιριστές του Παναγιώτη Τέτση αλλά και μια φωτογραφία του Χαρισιάδη με τις φιγούρες των ανθρώπων να χορεύουν σε ένα λαϊκό μαγαζί.

Η Αριστέα Κριτσωτάκη με την αιχμηρότητα και τη γεωμετρικότητα των χαρακτικών της, αποδίδει με εξαίρετο τρόπο μια ιδιότυπη συνθήκη σε αυτή την ενότητα, ανθρώπων που απεργούν και διεκδικούν στην πόλη, ενώ οι συνοικισμοί και τα προσφυγικά μέσα από το έργο του Αυγουστίνου Κοκκινίδη με την πόλη να προβάλλεται πλέον και εκτός κέντρου και να περιλαμβάνει και την περιφέρεια και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα με τα αυθαίρετα κτίσματα ξεχωρίζουν. Και δίχως αμφιβολία το έργο του Γιώργου Βακιρτζή με τις γιγαντοαφίσες του από τις κινηματογραφικές ταινίες της εποχής αποτυπώνει με εξέχων τρόπο τα θέλγητρα μιας πόλης που λάμπει τη νύχτα.

Υλικότητες

Κατά τη δεκαετία του 1970 η υλικότητα αποκτά καινούργιο νόημα στο έργο καλλιτεχνών που πραγματεύονται την εννοιολογική πτυχή του αστικού βιώματος. Και σε αυτή την ενότητα η καρδιά εντοπίζεται στην απτική σχέση των στοιχείων με την πόλη. Μέσα από τα δομικά στοιχεία, τα στοιχεία της αστικής ανάπτυξης οι δημιουργοί εμπνέονται για να αποτυπώσουν την αλλαγή, δίνοντας εδώ και την έννοια του κλεισίματος της έκθεσης.

Η πόλη ως ύλη, ως επιφάνεια και βασική πρωταγωνίστρια τη Ρένα Παπασπύρου που της δίνει μια καινούργια αφηγηματικότητα με το έργο της που εντυπωσιάζει λίγο πριν το τέρμα. Αντικείμενα που συνέλεγε καθημερινά στη διαδρομή της προς το Πανεπιστήμιο όπως μεταλλικά κουτάκια, τα φωτοτυπούσε συνθέτοντας έτσι, συχνά συμπεριλαμβάνοντας τα χέρια της ή ακόμα και το πρόσωπό της, το έργο της που τόσο εύστοχα αποτυπώνει την ιδέα της ενότητας αυτής. «Μια συγκλονιστική σχέση με τη βιωμένη σχέση του δημιουργού με την πόλη».

Κινηματογραφικές ταινίες
– Εικαστικά έργα

Μέσα σε 1400 τετραγωνικά η έκθεση επιτυγχάνει να συμπεριλάβει όλα εκείνα τα στοιχεία, τις εικόνες, τις μνήμες, τις αναμνήσεις μιας αλλοτινής εποχής μέσα στην καρδιά μιας πόλης που αναπτύσσεται και μεγαλώνει ραγδαία, μιας Αθήνας που προσελκύει τα βλέμματα των επισκεπτών, αλλά και μιας πόλης εκτός ορίων που άναρχα αναπτύσσεται.

Αυτά τα στοιχεία αποτυπώνονται εύστοχα μέσα από τα αποσπάσματα των ελληνικών ταινιών του ’50 και του ’60 που προβάλλονται στην έκθεση μέσα από τρεις οθόνες. Στην πρώτη οθόνη προβάλλονται ταινίες που αγαπήσαμε και όλοι γνωρίζουμε όπως η Θεία από το Σικάγο, η ταινία Συνοικία το Όνειρο, η Στέλλα, ακριβώς λόγω της αποδοχής και της διείσδυσης που είχαν στην κοινωνία, λειτούργησαν ιστορικά ως επιδραστικοί δίαυλοι εκσυγχρονισμού:

«Οι ελληνικές ταινίες όχι απλώς αποτυπώνουν τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής αλλά παράγουν και αντιλήψεις. Δεν είναι αντανάκλαση μιας προυπάρχουσας συνθήκης αλλά διαμορφώνουν ήθη και συμπεριφορές».

Εισήγαγαν και διέδωσαν νέες αντιλήψεις για τις σχέσεις ανάμεσα στα φύλα, την οικογένεια και την κοινωνία, επηρέασαν καταναλωτικά πρότυπα, ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές, σκιαγράφησαν τους όρους συμβίωσης στο κέντρο, τη γειτονιά και την πολυκατοικία.

«Οι ταινίες αντιμετωπίζονται ταυτόχρονα ως εικαστικά έργα σε αυτή την έκθεση. Με ενδιαφέρει το κάδρο, τι επιλέγει να δει ο κάθε σκηνοθέτης, τι επιλέγει να προβάλλει και από ποια οπτική. Τα αντιμετωπίζω λοιπόν και ως εικόνες που διαμόρφωσαν τη μνήμη μας», συνεχίζει η Συραγώ Τσιάρα.

«Οι καλλιτέχνες ερμηνεύουν την πόλη όχι μόνο ως δομημένο περιβάλλον που τους εμπεριέχει, αλλά και ως καθημερινό βίωμα, ένα πλαίσιο με το οποίο έρχονται αντιμέτωποι είτε με όρους αναγνώρισης, ασφάλειας και αποδοχής είτε με όρους ανίχνευσης, διαπραγμάτευσης και σύγκρουσης», αναφέρει επίσης η κυρία Τσιάρα γι’ αυτήν την ιστορική όσο και επίκαιρη έκθεση σε έναν ρευστό, ζωντανό κόσμο που διαρκώς προσφέρει στα μέλη του –σε κάθε έναν από εμάς– προκλήσεις που τα καλούν να αναμετρηθούν με νέα δεδομένα και να διαμορφώσουν θέση και ταυτότητα.

Πληροφορίες

Η έκθεση “ΑΣΤΥΓΡΑΦΙΑ / URBANOGRAPHY _Η ζωή της πόλης τις δεκαετίες 1950-1970 φιλοξενείται από την 21η Ιουνίου 2023 έως και την 3η Μαρτίου 2024 στην Αίθουσα Περιοδικών Εκθέσεων του Κεντρικού Κτηρίου της Εθνικής Πινακοθήκης.

202 εικαστικά έργα, εκ των οποίων τα μισά προέρχονται από τη Συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης και τα υπόλοιπα συμπεριλαμβάνονται στην έκθεση κατόπιν δανεισμού από δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές. Μια έκθεση που βασίζεται σε δημόσια χρηματοδότηση και όχι σε χορηγίες.