Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Αυτός, ο (κομμουνιστής) ΔΗΜΑΡΧΟΣ αυτός και η Λασπούπολη που έγινε… μύθος

Όπου κι αν κοιτάξω σε αναζήτηση της επικαιρότητας βλέπω συντρίμια και πολλές μικρές τραγωδίες….

Μια βόλτα στο διαδίκτυο, ένα ζάππινγκ στα κανάλια, δυο τηλεφωνήματα σε φίλους που βρέθηκαν κυριολεκτικά στο μάτι του κυκλώνα κι η απελπισία δεν αργεί να με πιάσει για όλους αυτούς που κλαίνε ανθρώπους, σπίτια, χωράφια, μαγαζιά, περιουσίες και κόπους μιας ζωής.

Και τότε σκέφτομαι, πάντα μα πάντα και μετά από κάθε θεομηνία, πως υπάρχουν λύσεις, αρκεί να θέλει κάποιος να τις δει και να ‘ναι αποφασισμένος να τις υλοποιήσει κόντρα σε κάθε είδους κόστος.

Ένας υπουργός, ένας βουλευτής, ένας Περιφερειάρχης πια ή έστω ένας δήμαρχος βρε αδερφέ…

Ένας δήμαρχος σαν κι αυτόν που ευτύχησε να έχει η Λάρισα στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 και που χάρη σ’ αυτόν έχουμε σήμερα όλοι εμείς οι Λαρισαίοι την πολυτέλεια να βλέπουμε τις θεομηνίες αυτές σαν σε ταινία και να κλείνουμε άφοβοι τις τηλεοράσεις μας κάτι τέτοιες βραδιές σαν την προχθεσινή, για να παραδοθούμε αμέριμνοι στον ύπνο του δικαίου.

Αριστείδη Λαμπρούλη τον λέγανε, γράφω για τους νεότερους κι είναι εκείνος ο παππούλης που ‘χουν την προτομή του στην πλατεία στο Φρούριο, που ‘χει τ’ όνομά του και που συχνά – πυκνά την κάνετε αγνώριστη απ’ τις… εικαστικές σας παρεμβάσεις. Ίσως γιατί δεν ξέρετε! Ίσως αν ξέρατε…

Να ξέρατε ας πούμε πως αυτή η πόλη που γεννηθήκατε, ζείτε και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι την αγαπάτε, μέχρι και τα μέσα του ’80 δεν ήταν παρά μια Λασπούπολη. Οι ασφαλτοστρώσεις πάλευαν να διώξουν τη λάσπη και το χώμα απ’ την καθημερινότητα, αλλά ερχόταν πάντα μια βροχή να ξαναφέρει στην επιφάνεια την πραγματική της ταυτότητα. Δεν χρειαζόταν καν θεομηνία!

Αρκούσε μια σχετικά δυνατή βροχή και ήξερες ότι ειδικότερα σε κάποια σημεία η διέλευση δεν είναι δυνατόν να γίνει με τα πόδια ή με δίκυκλο. Ήθελε στην χειρότερη αυτοκίνητο και στην καλύτερη βάρκα…

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό σημείο-κατατεθέν της λαρισινής ταυτότητας, ήταν αυτό της συμβολής των οδών Γεωργιάδου και Ολύμπου, που με την προνοητικότητά του είχε αποτυπώσει περίφημα στις φωτογραφίες του ο Σπύρος Τσαντόπουλος.

Για να καταλάβουμε τι λέμε, εδώ είναι η οδός Γεωργιάδου (από Ολύμπου προς Γενικό Νοσοκομείο) κι έπειτα η οδός Ολύμπου (από Γεωργιάδου προς κέντρο), πριν τη βροχή:

larisa2 larisa3

Κι αυτή που ακολουθεί είναι η Γεωργιάδου μετά τη βροχή:

larisa4 larisa5

Κι όταν η φύση αποφάσιζε να μας δροσίζει λίγο παραπάνω, υπήρχαν γειτονιές ολόκληρες, χιλιάδες οικογένειες Λαρισαίων, που δεν κοιμόταν τις νύχτες. Αλλά δεν καθόταν κι άπραγοι, καθώς άντρες γυναίκες και παιδιά, σε Ταμπάκια και Ν. Σμύρνη ειδικότερα, μαζεύονταν στις όχθες του Πηνειού, που το νερό έγλυφε την κοίτη κι έβαζαν τσουβάλια να ενισχύσουν το ανάχωμα, που αν έσπαγε θα μας έκανε Καρδίτσα, Φάρσαλα, Μουζάκι κι Αλμυρό μαζί.

Να ‘ναι πάντα καλά ο Σπύρος ο Τσαντόπουλος, για να μη νομίζετε πως σας λέω παραμύθια:

larisa6 larisa7

Δεν μπορούσε να συνεχιστεί αυτό. Κάτι έπρεπε να γίνει. Η Λάρισα του μέλλοντος δεν θα σταματούσε ποτέ να είναι μια παραποτάμια πόλη και δεν μπορούσε να ζει ούτε μόνιμα βουλιαγμένη στη λάσπη, με τους παλιούς μεταλλικούς λασποτήρες απαραίτητο αξεσουάρ έξω απ’ τα σπίτια (σ.σ. δυστυχώς δεν είχα στη διάθεσή μου και μια τέτοια φωτογραφία), ούτε θα μπορούσε να καρδιοχτυπάει πως θα πνιγεί κάθε φορά που έπεφταν καρεκλοπόδαρα σε βουνά και κάμπο.

Και με απόφαση του Αριστείδη Λαμπρούλη και της δημοτικής του αρχής, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80 κι ακριβώς πριν το άλλο μεγάλο παρεμβατικό έργο της πεζοδρόμησης του κέντρου, έγινε αυτό:

larisa8

 

Μιλάμε για την διάνοιξη κατ’ αρχάς της Ηρώων Πολυτεχνείου, απ’ όπου και το στιγμιότυπο, που σταματούσε με ανάχωμα στο ύψος της οδού Βόλου, προκειμένου να φτάνει ως τη γέφυρα της Ν. Σμύρνης και σκάψιμο βαθύ απ’ άκρο σ’ άκρο, για την εγκατάσταση του κεντρικού αγωγού του δικτύου αποχέτευσης ομβρίων υδάτων που βλέπετε.

Παιδί της Ακαδημίας του λόγου μου, με θυμάμαι να τρέχω εκεί μέσα στις “σπηλιές” μαζί με την παλιοπαρέα, να βγαίνω κοντά στις παλιές φυλακές, να μας έχει πιάσει η νύχτα, να χεζόμαστε να ξαναμπούμε, να μην ξέρουμε πως να γυρίσουμε πίσω κι όταν τα καταφέρναμε ρωτώντας, να βρίσκουμε μια γειτονιά ανάστατη να μας ψάχνει στα μαύρα σκοτάδια.

Τα σχόλια ωστόσο που ακούγονταν εκείνον τον καιρό για τον δήμαρχο, δεν ήταν το ίδιο χαριτωμένα. Μπινελίκι και των γονέων, γιατί πέρα απ’ τον κεντρικό αγωγό, το δίκτυο απλώνονταν σε όλη την πόλη, με σκαψίματα παντού και την λασπουριά να συνοδεύει πλέον και την παραμικρή ψιχάλα.

Ένα χρόνο κράτησε; Δύο χρόνια κράτησε; Δεν ίδρωσε τ’ αυτί του αποφασισμένου Αριστείδη, που με παράλληλα έργα αναφορικά με τον Πηνειό, έκανε την Λασπούπολη να μοιάζει μύθος για να τον διηγούμαστε στα παιδιά μας και την Λάρισα να κάνει το πρώτο βήμα για την μετατροπή της σε σύγχρονο αστικό κέντρο, που ‘χουν πια πολλοί, πολλούς λόγους να την ζηλεύουν.

Το κυριώτερο όμως είναι πως από τότε, γεμάτα 35 χρόνια πια, κάθε που έχει θεομηνία η πόλη κοιμάται ήσυχη πως θα ξυπνήσει το πρωί και θα πάει στη δουλειά της.

larisa9Δήμαρχε, Αριστείδη Λαμπρούλη, σέβομαι που σαν γνήσιος κομμουνιστής δεν πίστευες στο Θεό, αλλά αν υπάρχει, αν λέω, να έχει πάντα καλά την ψυχάρα σου… Κι αν σου μουτζουρώνουν καμιά φορά λίγο παραπάνω την προτομή, μην τα συνερίζεσαι. Παιδιά είναι, σαν κι εμάς τότε που τρέχαμε στις “σπηλιές”, με τη χαρά της νιότης και την άγνοια κινδύνου… Ξέρεις καλύτερα εσύ!

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Δεν είναι πλεονασμός να πω ένα ακόμη ευχαριστώ στον Σπύρο Τσαντόπουλο για την άδεια χρήσης των φωτογραφιών, που χωρίς αυτές δεν θα είχε ολοκληρωθεί ποτέ αυτό το κείμενο.

(Το εξαιρετικό κείμενο του Χρήστου Τσουμάρη αναδημοσιεύουμε από το pressing.gr)