Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Αφιέρωμα στο «πνεύμα των Χριστουγέννων» 3ο – Λαϊκά έθιμα των ημερών

«Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου… »

Πριν καν μπούμε στο Δεκέμβρη μικρά και μεγάλα καταστήματα και κυρίως πλανόδιοι έχουν εφοδιαστεί με made in China χριστουγεννιάτικα είδη. Λαμπιόνια, δεντράκια και λαμπάκια, ελαφάκια, Αϊ – Βασίληδες και αστεράκια, όλα τεχνολογίας led ακόμα και πλαστικό χιόνι, «περιμένοντας» πελάτη.
Για τη λαϊκή οικογένεια -εκτός από τα καθημερινά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, αυτή η «πλύση εγκεφάλου» για κατανάλωση με ξενόφερτες νοοτροπίες, σβήνει – κάθε χρόνο όλο και περισσότερο – τα έθιμα και τους θρύλους που είναι δεμένα με τη ζωή των απλών ανθρώπων, που από τα βάθη των αιώνων ζυμώνονται με τις έγνοιες τους. Αλλά και την ελπίδα για καλύτερες μέρες, που θέλουν να τις συνοδεύουν με ξεκούραση και γλέντι.
Για να βρούμε, λοιπόν, λίγο από το νόημα των ημερών, θα θυμίσουμε μερικά από τα έθιμα και τις παραδόσεις του λαού μας, με την πεποίθηση πως αυτός είναι που θα φέρει τις καλύτερες μέρες σαν τα έθιμα που δημιούργησε.

Ο θρίαμβος της φωτιάς

Το «Χριστόξυλο» και το «Πάντρεμα της Φωτιάς» είναι δύο, όχι και τόσο γνωστά, χριστουγεννιάτικα έθιμα που τα συναντάμε κυρίως στη Μακεδονία.

Το «Χριστόξυλο» είναι το πρώτο κούτσουρο που θα καεί στο τζάκι το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, αφού το πρωί της ίδιας μέρας καθαριστεί το τζάκι επιμελώς. Σε πολλές περιοχές καθαρίζεται ακόμα και η καμινάδα του τζακιού. Συνήθως στις περισσότερες περιοχές που συναντάμε το έθιμο, χρησιμοποιούν για «Χριστόξυλο» οποιοδήποτε μεγάλο ξύλο ή κούτσουρο έχουν στη διάθεσή τους, σε ορισμένες όμως προτιμούν το ξύλο αυτό να προέρχεται από δέντρο με αγκάθια όπως η άγρια αχλαδιά. Το βράδυ της παραμονής, αφού έχει συγκεντρωθεί όλη η οικογένεια γύρω από το τζάκι, ανάβεται το «Χριστόξυλο» και έως τα Θεοφάνια η φωτιά στο τζάκι δεν πρέπει να σβήσει. Με αυτόν τον τρόπο πιστεύεται ότι μένουν έξω από το σπίτι οι καλικάντζαροι που εκείνες τις μέρες βρίσκονται πάνω στη γη. Οι καλικάντζαροι (μακρινοί απόηχοι των ειδωλολατρικών μεταμφιεσμένων γιορταστών και των τραγοπόδαρων χορευτών του Διονύσου) κατά τη νεοελληνική παράδοση πριονίζουν όλο το χρόνο το δέντρο που κρατάει τη Γη, κρυμμένοι στα βάθη της και μόλις ακούσουν κάλαντα και προετοιμασίες, παρατάνε το έργο τους και ανεβαίνουν στον απάνω κόσμο για να ξεφαντώσουν.

Για τη φωτιά που προσφέρει το «Χριστόξυλο» την παραμονή των Χριστουγέννων η λαϊκή παράδοση λέει ότι ζεσταίνει τον νεογέννητο Χριστό στη Φάτνη. Η στάχτη δε που δημιουργείται στο τζάκι εκείνες τις ημέρες (από τα Χριστούγεννα έως τα Φώτα) πιστεύεται ότι διώχνει το κακό και γι’ αυτό σκορπίζεται γύρω από το σπίτι, στους στάβλους αλλά και στα χωράφια. Το «Χριστόξυλο» συναντιέται και με το όνομα «Δωδεκαμερίτης» ή «Σκαρκάντζαλο».

Πνεύμα των Χριστουγέννων» Χριστόξυλο

Το «Πάντρεμα της φωτιάς» είναι μια παραλλαγή του «Χριστόξυλου». Η διαφορά τους έγκειται στο πλήθος των ξύλων που χρησιμοποιούνται για τη φωτιά. Ενώ στο «Χριστόξυλο» έχουμε ένα μεγάλο κούτσουρο, στο «Πάντρεμα της φωτιάς» έχουμε δύο ή τρία. Το πρώτο συμβολίζει τον νοικοκύρη και είναι από δέντρο που έχει αρσενικό όνομα π.χ. πλάτανος. Το δεύτερο συμβολίζει την νοικοκυρά και είναι από δέντρο που έχει θηλυκό όνομα π.χ. κερασιά. Οπου χρησιμοποιείται και τρίτο ξύλο συμβολίζει τον κουμπάρο και είναι από δέντρο ανεξαρτήτου ονομασίας, διαφορετικού όμως είδους από τα δύο πρώτα. Αφού καθαριστεί το τζάκι επιμελώς το πρωί της παραμονής, το βράδυ τοποθετούνται σταυρωμένα τα ξύλα και ανάβει η φωτιά. Κατά τα λοιπά, η διαδικασία είναι ίδια με το «Χριστόξυλο».

Σε κάποια μέρη πάνω στη φωτιά χύνεται κρασί και λάδι ενώ σε κάποια άλλα ρίχνουν φυτά που όταν πάρουν φωτιά κάνουν θόρυβο.

Το αμίλητο νερό

Στα χωριά της κεντρικής Ελλάδας, τα μεσάνυχτα της παραμονής των Χριστουγέννων γίνεται το λεγόμενο «τάισμα» της βρύσης. Οι κοπέλες του χωριού τα μεσάνυχτα ή προς τα χαράματα πηγαίνουν στις βρύσες του χωριού και τις αλείφουν με βούτυρο και μέλι, με την ευχή όπως τρέχει το νερό να τρέχει και η προκοπή στο σπίτι τον καινούργιο χρόνο και όπως γλυκό είναι το μέλι, έτσι γλυκιά να σταθεί και η ζωή τους παίρνοντας έτσι το «αμίλητο» νερό.

Για την καλή σοδειά έφερναν στη βρύση βούτυρο, τυρί, ψημένο σιτάρι, κλαδί ελιάς ή όσπρια και φρόντιζαν να πάνε από τις πρώτες, γιατί όπως έλεγαν, όποια θα πήγαινε πρώτη στη βρύση αυτή θα στεκόταν και η πιο τυχερή ολόκληρο το χρόνο. Οι γυναίκες, επιστρέφοντας στο σπίτι, έφερναν το καινούργιο νερό, αφού είχαν αδειάσει τις βαρέλες από το παλιό. H διαδικασία της μετάβασης και της επιστροφής στη βρύση, γινόταν σιωπηλά, γι’ αυτό ονομάστηκε αμίλητο νερό. Οι γυναίκες φρόντιζαν να μη μιλήσει η μια στην άλλη, αν και πολλές φορές αυτή η υποχρεωτική βουβαμάρα ήταν αφορμή να μην μπορούν να κρατήσουν τα γέλια τους. Με το αμίλητο αυτό νερό ραντίζουν τα σπίτια.

Ρίζες στην αρχαιότητα

«Τα κάλαντα», από το έργο της Μαρίας Πωπ

Οι «μωμόγεροι» είναι ένα ιδιαίτερο έθιμο με αρχαίες ρίζες, περιορίζεται χρονικά στο δωδεκαήμερο από τα Χριστούγεννα ως τα Θεοφάνια και το συναντάμε κυρίως στις περιοχές της Μακεδονίας, της Θράκης και της Θεσσαλίας.

Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, οι μωμόγεροι ήταν το αποτέλεσμα των ανάλογων γιορτών, που γίνονταν στα βυζαντινά χρόνια. Η ονομασία τους άλλωστε (μώμος = λοιδορία, κοροϊδία) βεβαιώνει και τη σύνδεσή τους με την αρχαία εποχή και το αντίστοιχο εθιμικό θέατρο των αρχαίων.

Οι μεταμφιεσμένοι, που λέγονται «μωμόγεροι», φοράνε τομάρια ζώων (λύκων, τράγων κ.λπ.) ή ντύνονται με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά. Γυρίζουν στο χωριό τους ή στα γειτονικά χωριά, τραγουδούν και μαζεύουν δώρα. Οταν συναντηθούν δυο παρέες κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή.

Η λαχτάρα της ευτυχίας…

Ενα από τα ωραιότερα έθιμα των ημερών είναι τα κάλαντα. Οι παιδικές φωνές που γεμίζουν τον αέρα με αστείες επωδούς, με ευχές και μελωδίες, και τους νοικοκυραίους με παινέματα, μεταφέρουν μια πανανθρώπινη και πανάρχαια λαχτάρα. Την ευτυχία. Μια ευτυχία που φτιάχνεται από απλά υλικά, από καθημερινές ανάγκες, όπως ένα καλό μεροκάματο, ένας καλός γάμος, ένα παιδί, η καλή σοδειά… `Η από καημούς, όπως ο γυρισμός του ξενιτεμένου, η υγεία στην αρρώστια, η τύχη στη δυστυχία…

Ο τελετουργικός χορός των Μομώγερων

Οι “Μαμώεροι” ή “Μομώγεροι” είναι ένα έθιμο βγαλμένο μέσα από την ποντιακή παράδοση και διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια του δωδεκαημέρου, δηλαδή από τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων έως τα Φώτα, στα Κομνηνά του Δήμου Βερμίου. Το έθιμο των “Μαμώερων” ή “Μομώγερων” προέρχεται από την περίοδο της τουρκοκρατίας όταν μεταμφιεσμένοι αντάρτες κατέβαιναν στα χωριά με σκοπό τη συλλογή και διάχυση πληροφοριών. Η κορύφωση ήταν ο τελετουργικός χορός των Μομώγερων, η αλληγορία του οποίου ανύψωνε το ηθικό των συμπατριωτών τους αλλά και τους προετοίμαζε για τον ξεσηκωμό χωρίς να το αντιλαμβάνονται οι Τούρκοι, που επίσης συμμετείχαν στα δρώμενα χωρίς να καταλαβαίνουν τι γινόταν.

Μακραίωνα ήθη και έθιμα του λαού μας

«Κόλιαντα», «σούρβα», «ρουγκατσάρια», «τζιόπκες». Λέξεις, θαρρείς, από άλλη γλώσσα. Μα σε όποια άλλη γλώσσα και να ψάξεις δεν πρόκειται να τις βρεις, αφού είναι βαθιά ελληνικές. Μα και στα λεξικά δύσκολα θα τις συναντήσεις. Γιατί τούτες οι λέξεις και πλήθος όμοιές τους ανήκουν πια σε μια άλλη Ελλάδα που η εποχή της πέρασε ανεπιστρεπτί. Μια Ελλάδα που τα χωριά της έσφυζαν από ζωή και οι άνθρωποί της περίμεναν το Δεκέμβρη και το Γενάρη για να ξαποστάσουν και ν’ ακούσουν τις λέξεις αυτές να πλανιούνται στα σοκάκια από τα παιδικά χείλη αναγγέλλοντας τα Χριστούγεννα. Το Δωδεκάμερο του γλεντιού, που αρχαίες τελετές και χριστιανικά έθιμα μπλέκονταν με ένα «μαγικό» τρόπο και χαλάρωναν τους ανθρώπους του μόχθου από τον παμπάλαιο αγώνα με τη γη. Μπροστά από τα τζάκια που απόδιωχναν την παγωνιά, οι οικογένειες χώρια και όλο το χωριό μαζί γιόρταζαν γλεντώντας. Κάτι που θα ήταν καλό να ξαναθυμηθούμε κι εμείς.

Το αντιπάλεμα των θρησκειών

Αυτή η «μαγική» συνεύρεση του χριστιανισμού με την αρχαία θρησκεία – απομεινάρια της οποίας ήταν όλα τα λαϊκά έθιμα του Δωδεκαήμερου – δεν ήταν πάντα τόσο ειδυλλιακή. Στην πραγματικότητα, οι φορείς της νέας θρησκείας, που ήταν πλέον καθεστώς, κυνήγησαν δίχως έλεος – έστω και αν το «έλεος» προβαλλόταν σαν ο πυρήνας του χριστιανισμού – τις λαϊκές δοξασίες, τα ήθη και τα έθιμα ενός ολόκληρου λαού, όχι βέβαια με σκοπό την καταπολέμηση της υπαρκτής και απόλυτης αμορφωσιάς, αλλά την εξαφάνισή τους και την τοποθέτηση στη θέση τους των νέων δοξασιών. Από την έκτη Οικουμενική Σύνοδο και για αιώνες μετά, αυτή η μονόπλευρη επίθεση συνεχιζόταν δίχως αποτέλεσμα. Και αυτό γιατί, όπως γράφει ο Κώστας Καραπατάκης «οι παλιές συνήθειες του λαού, που ήταν βιώματα τόσων αιώνων και μέρος της αρχαίας θρησκευτικής του λατρείας, ήταν η ζωή του, το οξυγόνο του, που δεν ήταν δυνατόν να ξεριζωθούν και να σβήσουν, γιατί ήταν ζυμωμένες με το αίμα του και βαθιά ριζωμένες στην ψυχή του». Χαρακτηριστικό είναι και το ότι η 25η Δεκέμβρη συμπέφτει – αν δεν ταυτίζεται – με τη γέννηση του παλιού θεού Μίθρα, του αρχηγού όλων των ειδωλολατρικών θεών.

Το Δωδεκαήμερο περιλάμβανε τις τρεις μεγάλες γιορτές, τις γιορτές του πρωτομάρτυρα Στέφανου, της Παναγιάς και του Σταυρού, καθώς και του Αϊ-Γιάννη. Τα Χριστούγεννα κατέχουν πρωταρχική θέση σε αυτή την αλυσίδα. Στη μέση του χειμώνα, με το χοιρινό και το κρασί, με την αίσθηση της αισιοδοξίας που έφερε η ίδια η γιορτή, δημιουργούσαν την κατάλληλη χαρούμενη διάθεση.

Τα κάλαντα

«Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου!/ Για βγάτε, δέτε, μάθετε πως ο Χριστός γεννιέται!/ Γεννιέται και βαφτίζεται στο μέλι και στο γάλα./ Το μέλι τρων οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες και το κηρί της μέλισσας το τρώει η Παναγίτσα», τραγουδούσαν τα παιδιά στα χωριά των Γρεβενών και της Σιάτιστας την παραμονή.

«Τα κάλαντα» του Ν. Λύτρα: προκαλεί συγκίνηση και θαυμασμό ο πίνακας που ζωγράφισε το 1872  αποτυπώνοντας μια ομάδα παιδιών διαφόρων εθνικοτήτων να λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Αρκούσε αυτό το έργο για να αποδοθεί στον κορυφαίο Έλληνα καλλιτέχνη ο τίτλος «ο ζωγράφος των Χριστουγέννων». Το έργο αυτό θεωρείται ως η κορυφαία στιγμή στην ηθογραφική ζωγραφική της Ελλάδας και είναι προφανές ότι ξεπερνά την απλή απεικόνιση ενός εθίμου…

Πρόκειται για τα κάλαντα ή « κόλιαντα», «κόλεντα», «κόλιντρα», «κόλντα». Αποτέλεσμα του ανακατέματος του χριστιανισμού και της ειδωλολατρίας, που οι ρίζες τους ξεκινάνε από την αρχαιότητα, τα κάλαντα δεν αναγγέλλουν μόνο τη γιορτή, αλλά προσαρμόζονται και στις ιδιαιτερότητες του κάθε ακροατή με σκοπό… το κέρδος! Ετσι, εγκωμιάζονται η λεβεντιά και η ομορφιά, τραγουδιούνται οι πόθοι των νέων. «Στο σπίτι τούτο που ‘ρθαμε, του πλουσιονοικοκύρη/ ν’ ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα/ να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη/ για να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι/ κι η σκάφη του ζυμώματος με φουσκωτό ζυμάρι./ Ο γιος του νοικοκύρη μας να παντρευτεί μια ωραία/ κι η κόρη με τα χέρια της να υφάνει πανωραία».

Μάλιστα, στην περιοχή των Γρεβενών, μόνο ένα τραγούδι έχει θρησκευτικό περιεχόμενο και τα άλλα είναι ανάλογου ύφους με το παραπάνω. Για παράδειγμα, κάλαντα αφιερωμένα στο γεωργό ήταν διαδεδομένα στη Μακεδονία, στην Ηπειρο, στη Ρούμελη και τη Θεσσαλία: «Εσένα πρέπ’ αφέντη μου, το άξιο το ζευγάρι/ το άξιο το περήφανο και το στεφανωμένο./ Ας είν’ καλά τ’ αλέτρι σου, θεός να το πλουταίνει/ για να θερίζεις σταυρωτά, να δένεις αντρειωμένα/ να θημωνιάζεις πυργωτά, να ζεις για να σε πάρω/ να κοσκινίζεις μάλαμα, να πέφτει το χρυσάφι/ τα πυκνοκοσκινίσματα να διν’ς στα παλικάρια».

Οι «ματσούκες»

Η προετοιμασία για τα κάλαντα ξεκινούσε τουλάχιστον ένα μήνα πριν. Τα παιδιά φώναζαν στους μαχαλάδες κάθε βράδυ «κόλιαντα» και μάθαιναν τα λόγια από τους μεγάλους. Συγχρόνως, ετοίμαζαν τις ματσούκες ή τζιόπκες, που απατώνται και με πλήθος άλλες ονομασίες. Επρεπε να είναι φτιαγμένες από χλωρά ξύλα και χοντρά στο τελείωμα. Τυπικά συμβόλιζαν τα ραβδιά των βοσκών της βίβλου, ουσιαστικά όμως ήταν «όπλα» για προστασία από τα άλλα παιδιά που θα περνούσαν το σύνορο του χωριού. Με τα ξύλα αυτά θα χτυπούσαν τις πόρτες για τα κάλαντα, θα ανακατεύανε τη χόβολη για να πούνε τις ευχές που θα έφερναν «παράδες μίρμιρο», όπως η στάχτη της φωτιάς. Ουσιαστικά, αυτά τα ξύλα ήταν τοτεμικά, αφού τους δίνονταν «ιδιότητες», όπως αυτή της μετάδοσης δύναμης στα άψυχα και τα έμψυχα που χτυπούσαν. Ετσι, χτυπούσαν με τη ματσούκα την πόρτα φωνάζοντας «κόλιαντα μπάμπω κόλιαντα/ κι εμένα μπάμπω κλούρα» (κουλούρα) και οι νοικοκυρές τους μοίραζαν κάστανα, καρύδια και αμύγδαλα.

Οι νοικοκυρές ήταν επιφορτισμένες και με το ψήσιμο του χριστόψωμου, της κολούρας και του αρνόψωμου που ονομαζόταν έτσι επειδή προοριζόταν για τον τσοπάνη. Τα χριστόψωμα τα ζύμωναν με μαγιά από κοπανισμένα ρεβίθια και τριμμένο ξηρό βασιλικό, μαζί με «καθάριο» ψιλοκοσκινισμένο σταρίσιο αλεύρι. Τα μόνα σπίτια που δε ζύμωναν ήταν αυτά που πενθούσαν. Πριν τα βάλουν στο φούρνο σχεδίαζαν πάνω στη ζύμη με δαχτυλήθρες από βαλανιδιά και ρακοπότηρα, σταυρούς και άλλες παραστάσεις από το αγροτικό – ποιμενικό περιβάλλον. Στα αρνόψωμα κολλούσαν και μερικά άψητα ρεβίθια που παράσταιναν τα αρνιά και τα κατσίκια.

Το σφάξιμο του γουρουνιού

Ακόμη ένα έθιμο των χριστουγέννων με ειδωλολατρικές ρίζες είναι και το σφάξιμο του γουρουνιού την παραμονή. Οι άντρες που τα έσφαζαν γύριζαν σε παρέες το χωριό και έπαιρναν τα σπίτια με τη σειρά. Πριν κόψουν το λαιμό, το σταυρώνανε με το μαχαίρι και έλεγαν στους νοικοκυραίους: «άιντε καλοφάγωτο και να το ξοδέψτε με υγεία». Την ώρα που έτρεχε το αίμα, η νοικοκυρά θυμιάτιζε σταυρωτά το λαιμό και το σώμα του ζώου και έβαζε κοντά στο κεφάλι αναμμένα κάρβουνα και «θυμίαμα» για να μην το μαγαρίσουν οι καλλικατζάροι. Στην Καρδίτσα του κόβανε το αριστερό πόδι και το έβαζαν στο στόμα του για να φάει τα ποδάρια του και όχι το νοικοκύρη, ενώ στη Λήμνο, αν το γουρούνι ήταν μαύρο, έπαιρναν με το δάχτυλό τους αίμα και έκαναν με αυτό σταυρό στο μέτωπο για να μην πονάει το κεφάλι τους.

Το βράδυ της παραμονής των χριστουγέννων έβαζαν στο τζάκι και ένα μεγάλο χλωρό κούτσουρο που έπρεπε να μείνει άσβεστο μέχρι τα Φώτα. Επίσης, οι γυναίκες, επειδή ταύτιζαν τη λεχωνιά τους με τη λεχωνιά της Παναγιάς, φρόντιζαν την τελευταία φτιάχνοντας τα «σπάργανα της παναγιάς», δηλαδή τηγανίτες «για να μην της κοπεί το γάλα». Στην Ανατολική Θράκη δε μάζευαν το τραπέζι μετά το φαγητό «για να ‘ρθει η Παναγίτσα να φάει».

Ανήμερα των Χριστουγέννων ήταν καθαρή οικογενειακή «υπόθεση» και δε γίνονταν επισκέψεις. Μόνο στην ανατολική Θράκη και την Κρήτη οι άντρες και τα μεγάλα αρραβωνιασμένα παιδιά γύριζαν στα χωριά και τραγουδούσανε. Και οι νοικοκυρές τους φίλευαν λάδι, κουλούρα και αυγά.

Είναι φανερό λοιπόν ότι τα ήθη και τα έθιμα του λαού μας για τα χριστούγεννα που συνοπτικά παρουσιάσαμε σήμερα, αλλά και για την πρωτοχρονιά και τα φώτα, δεν ήταν αποτελέσματα του εκκλησιαστικού τυπικού, που έτσι κι αλλιώς ακολουθούσε ο λαός, αλλά πήγαζαν από κάτι πιο βαθύ και ουσιαστικό, που είχε να κάνει τελικά με την ανάγκη της κοινότητας να αντιμετωπίζει το άγνωστο, να εκφράζει τους φόβους και την αισιοδοξία της μέσα από κοινές πολιτιστικές αναφορές, αντιμετωπίζοντας έτσι και την πρόκληση του κύριου στόχου: την επιβίωση και τη συνέχειά της.

  • Με στοιχεία από το Ριζοσπάστη και από το βιβλίο του Κώστα Καραπατάκη «Παλιά χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα», εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμας (1981).

 

Τα χριστουγεννιάτικα έθιμα στην Ελλάδα δεν έχουν τελειωμό: σε πολλές περιοχές, εκτός από Χριστόψωμο κυρίαρχο στοιχεία το ρόδι

Πελοπόννησος

Το σπάσιμο του ροδιού: H οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία για τη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και ο νοικοκύρης κουβαλά μαζί του ένα ρόδι για να το «λειτουργήσει».

Κατά την επιστροφή στο σπίτι, ο νοικοκύρης πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας -δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του- και έτσι να είναι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι για να κάνει το καλό ποδαρικό, με το ρόδι στο χέρι. Μπαίνοντας μέσα, με το δεξί, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα, το ρίχνει δηλαδή κάτω με δύναμη για να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: «με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά».

Τα παιδιά μαζεμένα γύρω-γύρω κοιτάζουν οι ρώγες αν είναι τραγανές και κατακόκκινες. Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες, τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος.

Το κυνήγι: Στα χωριά της Μάνης κατά τη διάρκεια της σαρακοστής των Χριστουγέννων τα παιδιά βγαίνανε για κυνήγι τα βράδια, εφοδιασμένα με φακούς με καινούργια “πλάκα” και γυρίζανε στα χαλάσματα και σε σπήλαια με στόχο τους γουργουγιάννηδες, τα μικρά πουλάκια που κούρνιαζαν εκεί. Τα θαμπώνανε με το φακό και τα πιάνανε. Στη συνέχεια τα πήγαιναν στο σπίτι όπου οι νοικοκυρές τα καθάριζαν και τα πάστωναν, τα βάζανε σε πήλινα ή γυάλινα βάζα και τα έτρωγαν τα Χριστούγεννα.

Χριστόψωμο: Το ζύμωμα του χριστόψωμου απαιτεί τα πλέον ακριβά υλικά, όπως ψιλοκοσκινισμένο αλεύρι, ροδόνερο, μέλι, σουσάμι, κανέλα και γαρίφαλα. Κατά τη διάρκεια του ζυμώματος λένε και την ευχή: «Ο Χριστός γεννιέται, το φως ανεβαίνει, το προζύμι για να γένει». Πλάθουν το ζυμάρι και παίρνουν τη μισή ζύμη και φτιάχνουν μια κουλούρα.

Με την υπόλοιπη φτιάχνουν σταυρό με λουρίδες απ’ τη ζύμη. Στο κέντρο βάζουν ένα άσπαστο καρύδι ή ένα αυγό, συμβολίζοντας τη γονιμότητα. Για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, το Χριστόψωμο είναι ευλογημένο ψωμί, αφού αυτό θα στηρίξει τη ζωή του νοικοκύρη και της οικογένειάς του. Το κόβουν ανήμερα τα Χριστούγεννα, δίνοντας πολλές ευχές.

Ατέχνως εύχεται αγωνιστικά καλές γιορτές με υγεία για ένα ελπιδοφόρο «αύριο»

 

Εδώ όλο το αφιέρωμα των Χριστουγέννων