Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Βαγγέλης Κορακάκης: Πρέπει να βάλω τη ζωή μου σε τάξη σαν φυσιολογικός άνθρωπος …να ημερέψω το μυαλό μου

Μετά από πέντε χρόνια αποχής από τη δισκογραφία αλλά συνεχούς δημιουργίας, ο Βαγγέλης Κορακάκης επιστρέφει με το βιβλίο – cd «Άδολη σιωπή» που κυκλοφορεί από τον Μετρονόμο.

Η «Άδολη σιωπή» είναι η αποτύπωση του ψυχισμού του Βαγγέλη Κορακάκη με μικρά αφηγήματα, που φανερώνουν ποίηση κρυμμένων μυστικών και συνοδεύονται από δέκα τραγούδια με το γνώριμο και ιδιαίτερο λαϊκό του ύφος. Ερμηνεύει ο ίδιος και σε δύο τραγούδια ο Βασίλης Κορακάκης. Στα φωνητικά συμμετέχουν η Ασπασία Στρατηγού και η Ανατολή Μαριόλα.

Την έκδοση επιμελήθηκε ο Θανάσης Συλιβός, ενώ το εξώφυλλο είναι ένα έργο του εικαστικού Κώστα Λαδόπουλου.

Ο Βαγγέλης Κορακάκης γεννήθηκε το 1961 στην Καισαριανή. Μαγεύεται απ’ τον ήχο του μπουζουκιού που καθόρισε τη μετέπειτα πορεία του. Η πρώτη του εμφάνιση ως μουσικός είναι το 1978 στο Θέατρο της Καισαριανής, στην παράσταση «Ο Λεπέρντης» σε μουσική Δήμου Μούτση.

Η επαφή του με τη δισκογραφία ξεκινά το 1985 γράφοντας τη μουσική για τρία τραγούδια σε στίχους του Τάσου Σαμαρτζή. Το 1988 συστήνεται ως συνθέτης – στιχουργός από τη δισκογραφική εταιρεία «Λύρα» με τον δίσκο «Οι άρχοντες». Από τότε έως και σήμερα υπογράφει δεκαπέντε προσωπικούς δίσκους και αρκετές συμμετοχές. Το μουσικό του στέκι «Κρύπτη», πρώην «Μαγιοπούλα», στην Καισαριανή, είναι σημείο αναφοράς στη νυχτερινή διασκέδαση.

Ο Βαγγέλης είναι ο σεμνός και ταλαντούχος λαϊκός δημιουργός της διπλανής μας πόρτας εδώ στην Καισαριανή που πάνω από 20 χρόνια ακολουθεί μια διακριτική διαδρομή στο χώρο της ελληνικής δισκογραφίας.Ολοκληρωμένος –αυτοδίδακτος, καλλιτέχνης τραγουδοποιός, γράφοντας ο ίδιος τη μουσική και τους στίχους στα τραγούδια του, παίζει μπουζούκι και είναι ο πρώτος τους ερμηνευτής.

Το μουσικό του ύφος αναγνωρίσιμο και οικείο παραπέμπει σε έναν λαϊκό ήχο παλαιότερων εποχών (10ετίες ΄50 και ΄60), με στοιχεία σύγχρονα και μελωδίες καλοδουλεμένες και εύληπτες για τους γνωρίζοντες, με στίχους απλούς με ταξική-κοινωνική θεματολογία. Σχεδόν όλα τα τραγούδια του έχουν μελαγχολικό περιεχόμενο, ακόμα κι όταν μοιάζουν χαρούμενα.

Γεννήθηκε το 1961 στην Καισαριανή, όπου εξακολουθεί να ζει και δουλεύει. Η πρώτη του επαφή με το μπουζούκι ήρθε σε ηλικία 9 χρονών -απέναντι από το πατρικό του υπήρχε ένας ξυλουργός που έφτιαχνε και μουσικά όργανα. Το πρώτο του μπουζούκι, τρίχορδο, το απέκτησε στα 11, περνώντας ο ίδιος χορδές.
Παντρεύτηκε τη Μαριάννα και έκανε 2 παιδιά, την Ελένη και τον Βασίλη, που –ταλαντούχος, ακολουθεί τα βήματα του πατέρα του, όντας από χρόνια αναπόσπαστο κομμάτι της ορχήστρας τους. Εργάστηκε για λίγο σε γνωστά μας καισαριανιώτικα στέκια στην ταβέρνα του Φίτσουλα και το 1982 άνοιξε, μαζί με τον Γιώργο Κούκιο, το «Μακάμι», τη μετέπειτα «Μαγιοπούλα».

Το 1985, συμμετέχει με 3 τραγούδια στο δίσκο «Σε στρατόπεδα και πλοία».
Το 1988, τραγουδάει τους «Άρχοντες», μαζί με τον άλλο αγαπημένο μας για το ήθος και τη μουσική του Γιώργο Τζώρτζη, που -όπως θα πει ο Βαγγέλης, γράφτηκαν σε πακέτα τσιγάρων και παίζονταν, πριν κυκλοφορήσουν ακόμα, στις λαϊκές ταβέρνες της Καισαριανής.
Το 1991 συμμετέχει με 1 τραγούδι στα «Μαθήματα Πατριδογνωσίας» και το 1992 έρχονται οι «Μπουζουξήδες με Πυξίδες» με τον ίδιο ως ερμηνευτή και μαζί του την πιτσιρίκα Ελένη Τσαλιγοπούλου, τον Κώστα Μάντζιο, τη Ρένα Στάμου και την Αφεντούλα Ραζέλη.
Το 1993 κυκλοφορεί το «Λαύριο», έναν από τους καλύτερους δίσκους του –χρυσό πλέον, από την ανεξάρτητη εταιρία «Τροχός» (επανεκδόθηκε από την FM Records το 1997, ενώ το 2006 γνώρισε και 3η έκδοση –επαυξημένη, από το ΔΙΚΤΥΟ) και παράλληλα συμμετέχει με 2 τραγούδια στο δίσκο «Αντίθετη πορεία» με τον Αντώνη Καλογιάννη.

Τότε περίπου τον απολαύσαμε πάνω από μια φορά στο μουσικό στέκι Αγ. Γλυκερίας | Γαλατσίου | Βεΐκου, όπου τραγούδαγε μαζί με το γιο του αρχοντορεμπέτη Πρόδρομου Τσαουσάκη Δημήτρη, που έφυγε πρόωρα.

1995: εκδίδει το «Πικρό Φιλί» (LYRA), με το Γεράσιμο Ανδρεάτο, ο οποίος είναι και ο τραγουδιστής που έχει ερμηνεύσει τα περισσότερα τραγούδια του.Το 1996 κυκλοφορεί ο δίσκος «Εκεί που σβήνει ο άνεμος» με τον Γεράσιμο Ανδρεάτο και πάλι, τη Χαρά Πομώνη και τη Νίκη Τσαϊρέλη.
1998: Ξεκινάει η συνεργασία με τον «άρχοντα» Δημήτρη Μητροπάνο -«του έρωτα της φυγής» 7|15 τραγούδια και με 6 τραγούδια στο δίσκο της Κατερίνας Κούκα «Φυσάει τρελός βοριάς».

Το 2000 συμμετέχει με 1 τραγούδι στον προσωπικό δίσκο της Αφεντούλας Ραζέλη «Στη φωτιά να ρίχνεις μέλι» και ακολουθεί ο δίσκος του «Κρύπτη» στις αρχές του 2002 από τη νέα εταιρεία ΔΙΚΤΥΟ, ένας βιωματικός και αντιεμπορικός, όπως τον χαρακτηρίζει ο ίδιος, δίσκος με άγνωστους κυρίως τραγουδιστές.

2002: κυκλοφορεί από τη LYRA το cd-single «Μικρός Απρίλης» με τέσσερα τραγούδια του για τη Μαρία Ρουσσέα, ενώ το 2003 έχει συμμετοχή στο δίσκο «Και τραγούδια και άσματα» με τη Χαρά Πομώνη.

Το 2004 υπογράφει τη μουσική και τους στίχους στα τραγούδια του δίσκου «Απ’ την αγάπη γυρίζω μόνος» με ερμηνευτή το Γεράσιμο Ανδρεάτο, ενώ το Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς συνεργάζεται με τη Γιώτα Νέγκα, στην οποία δίνει 12 τραγούδια που περιλαμβάνονται στο δίσκο «Το Βέλος».

Το 2005 έχει συμμετοχή με 1 τραγούδι στο δίσκο «Δώδεκα σολίστες και μία φωνή», ενώ στο τέλος του χρόνου κυκλοφορεί ο δίσκος «Γλυκοχαράματα», στον οποίο ο Γιάννης Ντουνιάς, έπειτα από 15 χρόνια απουσίας από τη δισκογραφία, επανέρχεται στο προσκήνιο ερμηνεύοντας συνθέσεις του Βαγγέλη Κορακάκη.

Τέλος, το 2007 κυκλοφορεί ο δίσκος «Ο Βαγγέλης Κορακάκης στη Μαγιοπούλα», όπου ο ίδιος ερμηνεύει γνωστά τραγούδια του σε ένα δίσκο – αναδρομή στο σύνολο της δισκογραφικής του διαδρομής.

Προσωπική δισκογραφία

1988: Οι Άρχοντες
1992: Μπουζουξήδες με πυξίδες
1993: Λαύριο
1995: Πικρό Φιλί
1996: Εκεί που σβήνει ο άνεμος
2002: Κρύπτη
2002: Μικρός Απρίλης
2004: Απ’την αγάπη γυρίζω μόνος
2004: Το Βέλος
2006: Λαύριο (Digital Remastering)
2006: Γλυκοχαράματα
2007: Ο Βαγγέλης Κορακάκης στη Μαγιοπούλα
2009: Λεβέντικες καρδιές
2012: Χωματόδρομος
2016: Θαλασσινά Παλάτια

 

Συμμετοχές

1985: Σε στρατόπεδα και πλοία [3 τραγούδια, μόνο μουσική, σε στίχους Τάσου Σαμαρτζή] 1991: Μαθήματα πατριδογνωσίας (συμμετοχή με 1 τραγούδι)
1993: Αντίθετη πορεία (συμμετοχή με 2 τραγούδια)
1998: Του έρωτα και της φυγής (συμμετοχή με 7 τραγούδια)
1998: Φυσάει τρελός βοριάς (συμμετοχή με 6 τραγούδια)
2000: Στη φωτιά να ρίχνεις μέλι (συμμετοχή με 1 τραγούδι)
2003: 13 Λαϊκά Γλυκοσέρτικα (συμμετοχή με 1 τραγούδι)
2003: Λαϊκά με συστάσεις (συμμετοχή με 1 τραγούδι)
2005: 12 σολίστες μία φωνή (συμμετοχή με 1 τραγούδι)
2007: Δεξιοτέχνες και ερμηνείες 2 – Κώστας Καλαφάτης (συμμετοχή με 3 τραγούδια)
2008: Πράγματα απλά (συμμετοχή με το τραγούδι “Στον άδικο το δρόμο μου” που ερμηνεύει ο Σπύρος Πατράς)
2010: Ο Σεβντάς (συμμετοχή με 1 τραγούδι)
2010: Παγίδα η νοσταλγία (συμμετοχή με 1 τραγούδι)

Άδολη σιωπή

Βαγγέλης Κορακάκης1991. Έχω φορτώσει τη βέσπα με δύο μπουζούκια, δύο ρεζέρβες γιατί τα λάστιχά της έσκαγαν συχνά, ένα σακ-βουαγιάζ με ρούχα και ξεκινάω από την Καισαριανή με προορισμό την Πύλο για την καλοκαιρινή μουσική σεζόν.

Στον Άγιο Φλώρο, ένα χωριό πριν την Καλαμά­τα, ξεκίνησε να βρέχει. Αράζω κάτω από τον μεγάλο πλάτανο του καφενείου και παραγγέλνω ένα καφε­δάκι μέχρι να σταματήσει ή βροχή. Οι στιγμές πού ζούσα ήταν μαγικές. Μοσχοβόλαγε ή γη από την κα­λοκαιρινή βροχούλα, και τα βρεγμένα μου ρούχα με έκαναν υπερήφανο για τη βέσπα μου, πού την καμά­ρωνα φορτωμένη κάτω από το μεγάλο δέντρο.

Άνοιξα το ντουλαπάκι της, έβγαλα το μπλοκάκι μου και χωρίς να ξέρω τί γράφω, αλλά με μια αίσθη­ση ευφορίας, το υπέγραψα με το ψευδώνυμο «Βράχος Σταυραετός», πού γεννήθηκε στο μυαλό μου εκείνη τη στιγμή.

Δεν ήξερα τι ήταν αυτό πού μου είχε συμβεί. Μα για το μόνο πού ήμουν σίγουρος ήταν πώς, μαζί με τις πηγές πού ανέβλυζαν δίπλα από το καφενείο, ξεχείλι­ζε και ή ψυχή μου. Από τότε ξεκινάει ή σχέση μου με τα κείμενα πού σας παραθέτω στο βιβλίο μου.

2012. Παρουσίαση της καινούργιας μου δισκογραφικής δουλειάς «Χωματόδρομος» στη μουσική ραδιοφωνική εκπομπή συνακροάσεις.

Κάποια στιγμή ανέφερα ότι έχω γράψει κάποια κεί­μενα και παρατήρησα ότι υπήρξε κάποιο ενδιαφέρον από τούς παρευρισκόμενους. Αυτό ήταν και ή αφορμή πού πήρα το θάρρος για να συναντηθώ με ανθρώπους της τέχνης, να τούς τα διαβάσω, και παρόλο πού ή αποδοχή των κειμένων ήταν ενθαρρυντική, εγώ δεν ήμουν σίγουρος για αυτά πού έγραφα. Δεν ήξερα, ούτε ξέρω τί είναι. Είχα πάντα το δίλημμα, τί δουλειά έχω εγώ στο συγγραφικό χώρο. Εγώ είμαι μπουζουξής και γράφω λαϊκά τραγούδια.

2015. Συνάντηση με τον ποιητή Μάνο Ελευθερίου στα σκαλοπάτια της Παλιάς Βουλής.
— Άκουσα την εκπομπή πού έκανες στον «Αθήνα 9,84» και μου άρεσαν τα κείμενα πού διάβασες.
Τον κοίταξα με το σεβασμό πού του άρμοζε, μα πάνω άπ’ όλα τον ευχαριστούσα από μέσα μου για τη δύναμη πού μου έδινε με τα λόγια του.

2017. Άρτα. Μετά από συναυλία, συζητώντας με κά­ποιο φίλο, του είπα ότι έχω γράψει κείμενα πού τα συνδυάζω με τα τραγούδια μου, και αμέσως μου πρότεινε να γίνει παράσταση για να τα παρουσιάσω στην πόλη του. Αυτό ήταν και ή σπίθα πού με έκανε να στρωθώ με περισσότερο ζήλο πάνω από τα κείμενα μου, μιας και θα έπρεπε να είμαι έτοιμος για την παρουσίασή τους πλέον στον κόσμο.

Όταν πληροφορήθηκα ότι ή παράσταση δεν θα γίνει, χάρηκα και ηρέμησα, αφού οι αναστολές μου ήταν πολλές και συνεχόμενες για αυτά πού έγραφα.

Αυτά όμως δεν περίμεναν και συνεχώς γεννούσα καινούργια, πάντα με την ίδια αίσθηση της λύτρω­σης όπως το 1991 στον Άγιο Φλώρο. Τώρα πια, είχα την ανάγκη να βρω τον άνθρωπο πού είχα συναντήσει στα σκαλοπάτια της Παλιάς Βουλής, για να τού τα διαβάσω και να μου πει τη γνώμη του. Προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί του, μα τις επόμενες ημέρες ανακοινώθηκε ό θάνατος τού ποιητή.

Πότε πετώντας στα σύννεφα και πότε βρισκόμενος στην απελπισία, κουράστηκα πολύ μέχρι να αποφασίσω την έκδοση τους, έως και την τελευταία στιγμή, που με το μπουζούκι μου σε μια γωνία στο «Studio Μύθος», φορώντας μάσκα, ηχογράφησα την “’Άδολη σιωπή”.

Βαγγέλης Κορακάκης

Προσωπογραφία

Πρέπει επιτέλους να μπουν τα πράγματα στη θέση τους. Πρέπει να βάλω τη ζωή μου σε τάξη σαν φυσιολογικός άνθρωπος και να ημερέψω το μυαλό μου, πού χάνεται συνεχώς στο μεγάλο μικρόκοσμο πού έχει φτιάξει.

Τώρα, θα μου πείτε, ποιο είναι το φυσιολογικό και ποιό είναι το αφύσικο. Αυτό είναι ένα δύσκολο ερώτημα, πού σηκώνει μεγάλη συζήτηση για τον εξής λόγο. Όλοι νομίζουν ότι έχουν δίκιο. Ό καθένας υποστηρίζει αυτό πού πιστεύει με όλη του τη δύναμη, από τον κομπιναδόρο πού στήνει δουλειές για να κονομάει μέχρι τον άτυχο οδοκαθαριστή πού του κλέψανε το πορτοφόλι. Τελικά, που μπαίνει ή κόκκινη γραμμή μεταξύ του φυσιολογικού και του αφύσικου, του ηθικού και του ανήθικου και τόσων άλλων δίπολων πού βασανίζουν τή σκέψη μου;

Μα δε γίνεται. Δεν πάει άλλο. Πρέπει επιτέλους να μπουν τα πράγματα στη θέση τους.

Πολλές φορές προσπάθησα να πιάσω το κουβάρι από την αρχή και σιγά-σιγά να ταξιδέψω στο λαβύρινθο του παρελθόντος μου, μήπως και καταλάβω τί μου συμβαίνει, γιατί δεν πρέπει να παραλείψω να σας πω ότι κι έγώ είμαι ένας άπό αυτούς πού πιστεύουν ότι έχει δίκιο. Με τάσεις αυτοκριτικής βέβαια, αλλά δέν άποτελώ έξαίρεση τοΰ κανόνα: «Είμαι Ένας βασιλιάς στο μεγάλο μικρόκοσμο του μυαλού μου».

Τι είναι άραγε αυτό πού καθορίζει την αισθητική και τη σκέψη των ανθρώπων;

Θυμάμαι, στη δεκαετία του 1970 όταν ήταν σε εξέλιξη τα έργα της πανεπιστημιούπολης, μία μπουλντόζα πού έσκαβε έφερε στο φώς έναν αρχαίο τάφο. Θυμάμαι και το όνομα πού ήταν χαραγμένο στην επιτύμβια στήλη: «Αδαμάντιος – Αδαμάντιου – Ποτάμιος».

Να πάω ακόμα πιο πίσω, στη δεκαετία του 1960, τότε που ή δασκάλα μας στο νηπιαγωγείο, η κυρία Ελένη, μας έβαζε να σηκώνουμε τη γροθιά και να φωνάζουμε τρεις φορές «Λαμπράκης» πριν από το σχόλασμα. Όλα τα παιδιά της ηλικίας μου τότε είχαν όνειρο πώς θα αποκτήσουν ένα ποδήλατο ή ένα αυτοκινητάκι με πετάλια, κι εγώ ζητούσα από τον πατέρα μου επίμονα να μου αγοράσει ένα γαϊδουράκι. Άσε πια εκείνο το μπουζούκι στη σούστα του παλιατζή. Αυτό ήταν η χαριστική βολή.

Δεν ξέρω αν όλα αυτά πού με συγκλόνισαν στην παιδική μου ηλικία είναι φυσιολογικά, μα μπορώ να σας πω και άλλα παράξενα που βίωνα.
Στα καλά καθούμενα, μου έρχεται ή μυρωδιά από τη δερμάτινη σάκα και τη γομολάστιχα που είχα στο δημοτικό σχολείο, ενώ στο καθημερινό μου δρομολόγιο από το σπίτι που μένω στο δωματιάκι μου, ή γη που περπατάω νομίζω ότι μουγκρίζει από τα σπίτια πού γκρεμίσανε και ζητάνε εκδίκηση.

Δεν ξέρω εάν όλα αυτά πού μου συμβαίνουν είναι φυσιολογικά, μα προσπαθώντας να βάλω τα πράγματα στη θέση τους θα ήθελα να σάς πω και κάτι ακόμη.
Όταν ή κατάστασή μου επιδεινώνεται, φαντασιώνομαι ότι ηχογραφώ στην Columbia με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη.

(Βαγγέλης)

Περισσότερα εδώ

Ναπολέων Σουκατζίδης Το μεγαλείο ενός αγωνιστή της Αντίστασης, του Θέμου Κορνάρου

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο