Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Βαγγελιώ Καρακατσάνη: Κραυγή

Ο χρόνος για την Ιωάννα δεν κύλισε σε σταθερή πορεία… Μόνη της σταθερά, ο διαρκής αγώνας. Παθιασμένος ,συλλογικός, οργανωμένος αγώνας! Η προσφορά της; Άνευ μέτρου. Και την χτυπούσαν οι καταιγίδες του καιρού, κι αυτή εκεί, βράχος!

Ύστερα ήταν κι η αδιάκοπη λειτουργία του εγκεφάλου. Κ αυτή άνευ ορίων!

Δεν ξαπόστασε ούτε μια φορά, τ’ ομολόγησε στον εαυτό της, μιας και δεν υπήρχε κάποιος άλλος να την ακούσει. Όλες οι συνειδητές και υποσυνείδητες δυνάμεις της, συνέκλιναν στο σημείο ζήσε! Έτρεχε άρα ζούσε, κοιμόταν; ‘Άλλοι έγραφαν ιστορία…

Μετά ήρθε ο έρωτας με τον Παύλο… Απάντησε στη δική της ανάγκη, την καταδίκη της ανάγκη να μοιραστεί την ανηφοριά της ζωής, αυτή που μοιραζόταν, τι ειρωνεία, με τους πολλούς! Κλόνισε αξίες και ιδανικά και μες στις αντιθέσεις και αντιφάσεις, αναστάτωσε πεισματικά τα θέλω και τα μπορώ της! Στέφθηκε βασιλιάς, σε σύγκρουση με την πίστη στην ισότητα και την συντροφικότητα την ουσιαστική. Κι εκείνη, πάσχιζε να κρατηθεί από λέξεις και πράξεις, που προσδιόριζαν, χωρίς κόστος για τον Παύλο, το όνειρο για δίκαιο κόσμο.

Αλλά όλο εκείνη έδινε κι ο Παύλος όλο ζητούσε… Σα να απευθύνονταν σε υποτακτικούς του! Απαιτούσε καμουφλαρισμένα, ευγενικά και «πολιτισμένα», αλλά ναι, απαιτούσε!

Η Ιωάννα, ταμπουρωμένη στους τέσσερις τοίχους έκανε ένα τρυπαλάκι να μπει λίγο φως και αέρας να ανασάνει, αλλά πνίγονταν… Κάθε μέρα και περισσότερο. Κι ένιωθε το οξυγόνο ολοένα να μειώνεται…

Σ’ αυτήν την παγερή ατμόσφαιρα της άτιμης ατομικής του ιδιοκτησίας που περιελάμβανε κι εκείνη, ήρθε, με μια ολάκερη θάλασσα να τους χωρίζει, το τελευταίο χτύπημα…

-«Δεν μου κάνεις» της είπε. Κι ήταν σαν να της έλεγε: «Απόλαυσα όλα όσα μου έδωσες, σε γλέντησα, αλλά να… ήρθε η ώρα να βγάλω την πραμάτεια μου στις αγορές. Σε πουλάω!» Κι η Ιωάννα έψαχνε λέξεις και χρώματα να ντυθεί, ώστε να πουλήσει το τομάρι της ακριβά…

Έπειτα έστειλε τη ζωή της στο διάολο. Λύγισε κι έκλαψε, έκλαψε με λυγμούς κι αναφιλητά, ώσπου κατέρρευσε! Σηκώθηκε και περπατούσε και έτρεχε και παραμιλούσε, δεν θυμόταν τι έλεγε, αλλά παραμιλούσε. Χίλιες δυο σκόρπιες σκέψεις και συναισθήματα πυρπολούσαν το μυαλό και την καρδιά της. Οι παλμοί της εναλλάσσονταν σχεδόν αστραπιαία… Ένιωθε οργή.. Όχι για άλλους, για τον εαυτό της! Αχ, αυτή η δύναμη της συνήθειας…

Σταμάτησε να ξαποστάσει, αλλά ο κόμπος στο λαιμό της έσφιγγε ολοένα. Οι εικόνες άλλαζαν καταιγιστικά… Ένιωσε σαν ένα εμπόρευμα, που δεν φέρνει κέρδος στον κάτοχο του, όσο μένει στους τέσσερις τοίχους κι ο Παύλος είχε ανάγκη από λεφτά, πολλά λεφτά, μόνο λεφτά! Όλα ετούτα, η Ιωάννα, πολύ αργότερα τα κατάλαβε …

Τώρα, λαβωμένη απ’ την αγάπη, έψαχνε μέρος να ξαποστάσει, αλλά οι σκέψεις τριβέλιζαν το μυαλό της και ο τρόμος μπροστά στην ιδέα και μόνο, πώς δεν ήταν καλά, την κυρίευε. Ήθελε να ανοίξει το στόμα και να φωνάξει. Να φωνάξει δυνατά! Να πιάσει με τα χέρια το μέτωπό της το γεμάτο οδύνη και πόνο και να βγάλει μια κραυγή. Μια κραυγή απροσδιόριστη κάτω απ’ τον συννεφιασμένο ουρανό της, καταμεσής της άνοιξης και των πορτοκαλοκίτρινων απογευματινών ουρανών του υπόλοιπου κόσμου. Μια κραυγή που θα ήταν κραυγή δυστυχίας και οδύνης. Μια κραυγή εκτονωτική, ώστε να φύγει όλο αυτό το αρνητικό φορτίο από πάνω της .Μια κραυγή γεμάτη ένταση, πάθος και μίσος. Ναι! Μίσος! Για όσα επέλεξε και την οδήγησαν στο σημείο μηδέν ή κάτω από αυτό. Για όσα ονειρεύτηκε και με τη δική της δημιουργική συμβολή έγιναν τελικά ο εφιάλτης της.

Το απόβραδο περπάτησε στο δρόμο έξω από την πολιτεία γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό: Να βγάλει από μέσα της την κραυγή στο έρημο τοπίο που δεν θα την άκουγε κανείς. Αλλά όσο κι αν ήθελε, δεν μπορούσε να φωνάξει. Άνοιγε το στόμα της αλλά δεν έβρισκε τον τρόπο. Η αξιοπρέπεια της έκλεινε ερμητικά τα χείλη.

Στο κάτω κάτω εκείνη τον είχε επιλέξει και τώρα μάλλον επέλεγε τη σιωπή. Ναι τη σιωπή… αλλά μέσα της η κραυγή περίμενε να εκτονώσει την κατάσταση. Και όσο περίμενε, τόσο πιο τρικυμιώδη γίνονταν τα συναισθήματα και οι λέξεις και πλέκονταν με τα αναφιλητά και τους λυγμούς… Το ποτήρι είχε ήδη ξεχειλίσει. Περπατούσε στο δρόμο κι ένιωθε τη γη να υποχωρεί κάτω από τα πόδια της. Δεν έβλεπε το πράσινο τοπίο, ούτε τον γαλάζιο ουρανό κι αν τυχαία βρίσκονταν στο δρόμο της κάποιο εμπόδιο, θα έπεφτε, καθώς, όπως έτρεχαν τα μάτια της, δεν μπορούσε να δει μπροστά της.

Περπάτησε έτσι για κάμποση ώρα. Σιγά σιγά άρχισε να συνέρχεται. Σκούπισε τα δάκρυά της και μάζεψε τα κομμάτια του εαυτού της, όσα μπορούσε να μαζέψει και διένυσε τη θάλασσα, που πριν την χώριζε από τον κόσμο, ενώ τώρα την ένωνε. Οδυνηρό τέλος μιας ζωής ξένης και καταπιεστικής και η αρχή μιας άλλης άγνωστης και απροσδιόριστης. Πρωταγωνιστής και κομπάρσος σε μια τραγωδία. Εισιτήριο επιστροφής δεν υπήρχε!

Η συνάντηση με το μοναχικό μέλλον μουντή και αλλόκοτη… Νόμιζε πως θα κατάφερνε να σηκώσει το βάρος του φόβου που την έπνιγε και την πλάκωνε και όριζε πλέον τη ζωή της.

Ήταν ώρες και φορές που ήθελε να τρυπήσει το ταβάνι, δεν ήξερε πως, πάντως θα το τρυπούσε, και ίσως να εξαγνιζόταν στο σύμπαν. Έπειτα δεν ήξερε τι ακριβώς θα έκανε. Θα φώναζε σαν παιδί, που του στέρησαν άδικα το παιχνίδι; Θα χτυπιόταν ή θα κοιμόταν, ίσαμε να ξημέρωνε μια μέρα χωρίς φόβο… Ή απλώς θα αποσύρονταν από τα εγκόσμια; Δεν το είχε προσδιορίσει επακριβώς. Στόχος της πάντως ήταν το… ταβάνι! Ίσως έτσι κατάφερνε να βγάλει την κραυγή…

Μετά η ανάγκη θέριευε και της επέβαλε να σηκωθεί στα πόδια της, λαβωμένη θανατηφόρα αλλά ναι, μπορούσε… Βλέπεις εκείνος, συνέβαλε με την ατομική του ιδιοκτησία, μην φανταστείτε δα και μεγάλη, επομένως η Ιωάννα έπρεπε να δουλέψει για να επέλθει η οικονομική ισορροπία… Αυτό ήταν λύση της εξίσωσης των υποχρεώσεων γιατί έτσι προσδιόριζε την ισότητα… Αυτή η άτιμη ατομική ιδιοκτησία.

Ύστερα ήταν και το άλλο που αρνιόταν πεισματικά να δει: Στόχος του Παύλου ήταν να βγάλει λεφτά και να γίνει κάποιος σημαντικός, εντός των πλαισίων της εκμετάλλευσης. Να ανέβει δηλαδή κι εκείνος ψηλά για να μπορέσει να εκμεταλλευτεί… Πόσο ανόητη ήταν!

Την χειρίστηκε είναι η αλήθεια. Τα δεδομένα του μακριά και πέρα απ’ τα δικά της αυτονόητα. Δεν ζήτησε δα και τίποτα σπουδαίο. Άνθρωπο ζήτησε να βαδίσουν μαζί στις δυσκολίες της ζωής.
Δεν διερωτήθηκε ποτέ, αν και ο Παύλος ήταν μέρος των δυσκολιών της. Θυσίες κι υποχωρήσεις οδηγούσαν σε νέες θυσίες και υποχωρήσεις και ο δρόμος χωρίς τελειωμό… για να κυλίσει η σχέση μπρος! Αδιέξοδα και νέα αδιέξοδα. Απαιτήσεις, υποδείξεις και προσταγές. Κι εκείνη ακολουθούσε… δεν ζήτησε δα και τίποτα σπουδαίο… Μοναχά έναν άνθρωπο!

Κι έπειτα έκανε πίσω. Ακριβώς τη στιγμή που συνέτριψε το Είναι της, που έβαλε σε δεύτερη και τρίτη μοίρα αξίες και ιδανικά που την γαλούχησαν, για να προσεγγίσει λέει καλύτερα το «εμείς». Πόσο ανόητη και αφελείς ήταν…

Δεν ήθελε και πολύ. Πάντοτε άλλωστε είχε σκαμπανεβάσματα…

Η αλήθεια είναι πως, ποτέ, δεν κράτησε τίποτα τον εαυτό της… Έτσι έμαθε! Να δίνει ότι μπορεί και ότι δεν μπορούσε και να μοιράζεται… Είχε άλλωστε μάθει από νωρίς να παλεύει. Στους άλλους πίστευε πως έπρεπε απλώς να δείξει το δρόμο. Ο καθένας με τις επιλογές του. Δεν είναι δηλαδή πως δεν ήξεραν το δρόμο, αλλά ότι κι όταν τον μάθαιναν επέλεγαν συνειδητά να μην τον ακολουθήσουν. Κι εκείνη είχε κάνει την επιλογή της καθαρά και ξάστερα κι ας λύγισε από το θεριό του έρωτα που της κατέτρωγε τα σωθικά και πλέον και τη σκέψη.

Δεν ήταν δα και παιδούλα. Είχε πλήρη ευθύνη των επιλογών της και μ’ αυτά και τ’ άλλα, κατακλύστηκε από το φόβο. Ένα πλέγμα φόβου απλώνονταν πάνω από το κεφάλι της και κυρίευε κάθε πτυχή της ζωής της. Δεν ήξερε στα αλήθεια, αν έβγαζε εκείνη την κραυγή, άναρθρη ή όχι, αν η εκτονωτική της δύναμη είχε σταματήσει η τρικυμία του εγκεφάλου πριν καούν απ’ το αλάτι της θάλασσας τα εγκεφαλικά της κύτταρα. Για ένα ήταν σίγουρη: Δρόμος επιστροφής δεν υπήρχε. Κι ήθελε τόσο, μα τόσο πολύ να γυρίσει πίσω το χρόνο, σε εκείνη τη σιωπή που της «βγήκε» όταν η αξιοπρέπεια της έκλεισε το στόμα και, αδιάφορη για τους περιπατητές, θα βγάζε μια οδυνηρή κραυγή, με όλη τη δύναμη της καρδιάς της.

Βαγγελιώ Καρακατσάνη (Αρχάνες Ηρακλείου)

vivlio erimo klouvi