• [Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί/με μάτι αριστερό το βλέπω./Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί,/οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι (Κ. Βάρναλης)]
Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Βαλερί Λομπανόφσκι, ο κορυφαίος προπονητής της ΕΣΣΔ, αυτός που ζευγάρωσε το ποδόσφαιρο με τα μαθηματικά!

Στις 13 Μαΐου 2003 έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 63 χρόνων, ένας από τους μεγαλύτερους δασκάλους του ποδοσφαίρου, ο Βαλερί Λομπανόφσκι.

Ο Βαλερί Λομπανόφσκι θεωρείται ο άνθρωπος που εφάρμοσε απόλυτα στην πράξη την έννοια του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου πραγματοποιώντας σπουδαίες επιτυχίες με τις δυο αγάπες του. Την Εθνική ΕΣΣΔ και την Ντιναμό Κιέβου. Μάλιστα η Εθνική Σοβιετικής Ενωσης που συμμετείχε το 1986 στο Μουντιάλ του Μεξικού θεωρήθηκε η πιο πλήρης ομάδα και είχε το παρωνύμιο «υπερηχητικά». Η διοργάνωση αυτή στην ιστορία έχει περάσει και η “σφαγή” των Σοβιετικών από τον Σουηδό διαιτητή Φρέντρικσον, στο περίφημο παιχνίδι με το Βέλγιο. Οι “διάβολοι” νίκησαν με 4-3 στην παράταση, αλλά τα δυο πρώτα τους γκολ … σημειώθηκαν από θέση οφ-σάιντ.

Ο «επιστήμονας προπονητής»

«Γεννημένος το 1939, ο Λομπανόφσκι ήταν έφηβος όταν η ΕΣΣΔ άνοιξε το πρώτο της πυρηνικό εργοστάσιο και έστειλε τον Σπούτνικ στο διάστημα, ενώ το Κίεβο ήταν το κέντρο της σοβιετικής βιομηχανίας υπολογιστών. Εκεί λειτούργησε για πρώτη φορά και το πρώτο ινστιτούτο κυβερνητικής της ΕΣΣΔ και σύντομα αναγνωρίστηκε ως το πιο πρωτοποριακό σε ολόκληρο τον κόσμο, στους τομείς των αυτοματοποιημένων συστημάτων ελέγχου, την τεχνητή νοημοσύνη και τη δημιουργία μαθηματικών μοντέλων πρόβλεψης. Εκεί ήταν που δημιουργήθηκε το 1963 ένα πρώιμο πρωτότυπο του προσωπικού υπολογιστή τού σήμερα.

Εκείνη την εποχή ο Λομπανόφσκι σπούδαζε στο Ινστιτούτο Επιστημών του Κιέβου θερμοδυναμική και τις δυνατότητες χρήσης των υπολογιστών, καθώς και τις επιπτώσεις τους σε όλα τα επιστημονικά πεδία. Ήταν κάτι νέο, συναρπαστικό και επαναστατικό και δεν αποτελούσε έκπληξη το γεγονός ότι ο Λομπανόφσκι θα ακολουθούσε αυτό το ρεύμα τεχνολογικής αισιοδοξίας. Μέσα του γινόταν η μεγάλη και παραδοσιακή πάλη. Η πάλη ανάμεσα στην ατομικότητα και το σύστημα. Ο ποδοσφαιριστής μέσα του ήθελε να κάνει ντρίμπλες, να βρει καινούργια κόλπα, να κοροϊδέψει τους αντιπάλους του, αλλά όπως παραδέχθηκε αργότερα, η εκπαίδευσή του στο Ινστιτούτο Επιστημών του Κιέβου τον βοήθησε να υιοθετήσει μία διαφορετική προσέγγιση στο σύστημα και να αποσυναρμολογήσει το παιχνίδι στα μέρη που το αποτελούν.

Το ποδόσφαιρο, όπως είχε πει αργότερα, άρχισε να το βλέπει σαν ένα σύστημα που το αποτελούσαν δύο υποσυστήματα με έντεκα στοιχεία το καθένα, τα οποία κινούνταν μέσα σε έναν προκαθορισμένο χώρο (το γήπεδο) και υπόκεινταν σε μία σειρά περιορισμών (τους κανόνες του παιχνιδιού). Αν τα δύο υποσυστήματα ήταν ίσα, το αποτέλεσμα θα ήταν ισοπαλία. Αν το ένα ήταν ισχυρότερο, θα νικούσε. Εκείνο το στοιχείο που ο Λομπανόφσκι βρήκε γοητευτικό ήταν πως τα δύο υποσυστήματα υπάκουαν σε μία ιδιομορφία.

Η αποτελεσματικότητα των υποσυστημάτων είναι μεγαλύτερη από το ποσό της αποδοτικότητας των στοιχείων που τα αποτελούν. Αυτό, όπως το είδε ο Λομπανόφσκι, σήμαινε πως το ποδόσφαιρο ήταν ώριμο να υιοθετήσει τις τεχνικές της κυβερνητικής μηχανικής που διδάσκονταν στο ινστιτούτο επιστημών του Κιέβου. Στην άποψη που διαμόρφωσε, το ποδόσφαιρο είχε να κάνει λιγότερο με τα άτομα και περισσότερο με συνασπισμούς και τις συνδέσεις μεταξύ τους. «Όλη η ζωή, είναι ένας αριθμός», είπε κάποτε» (sigmalive).

Ο Λομπανόφσκι ξεκίνησε την καριέρα του ως ποδοσφαιριστής, επιθετικός της Ντιναμό Κιέβου το 1958 ως το 1964 κατακτώντας ένα πρωτάθλημα (1961). Ξεκίνησε την προπονητική του καριέρα από την Ντνιέπρ (1968 – ’73) και ακολούθησαν τρεις θητείες στην Ντιναμό: από το 1973 ως το 1982, από το 1984 ως το 1990 και από το 1997 μέχρι το 2002. Μαζί της κέρδισε τα πρωταθλήματα 1974, 1975, 1977, 1980, 1981, 1985, 1986 και 1990 και τα Κύπελλα 1974, 1978, 1982, 1985, 1987, 1990 αλλά οι κορυφαίες στιγμές ήταν τα δύο Κύπελλα Κυπελλούχων του 1975 και του 1986 αλλά και το Σούπερ Καπ του 1975, έχοντας αιχμή του δόρατος τον Ολεγκ Μπλαχίν. Με την Εθνική της Σοβιετικής Ενωσης βγήκε δεύτερος στο Ευρωπαϊκό του 1988 αλλά και το χάλκινο μετάλλιο στην Ολυμπιάδα του 1976 στο Μόντρεαλ. Μετά την ανατροπή της ΕΣΣΔ δούλεψε στην Ουκρανία όπου κατέκτησε με την Ντιναμό τον τίτλο πέντε φορές (1997, 1998, 1999, 2000, 2001) και το Κύπελλο τρεις φορές (1998, 1999, 2000).