• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Βασίλης Φωτόπουλος, αθόρυβος μα σπουδαίος ζωγράφος, σκηνογράφος – ενδυματολόγος

Ο σπουδαίος ζωγράφος, σκηνογράφος – ενδυματολόγος, τιμημένος με Οσκαρ (1964, για τον «Ζορμπά» του Μ. Κακογιάννη), Βασίλης Φωτόπουλος, γεννήθηκε το  1934 στην Καλαμάτα

Με τη μητέρα και τον αδελφό του, Διονύση (επίσης σπουδαίος σκηνογράφος), έρχονται στην Αθήνα, όπου σπουδάζει ζωγραφική, είχε προηγηθεί η μαθητεία στον Καλαματιανό ζωγράφο Ευάγγελο Δράκο ενώ ως έφηβος είχε μυηθεί στη βυζαντινή αγιογραφία.  Η πρώτη του «έκθεση» είναι τα σκιτσάκια του στο περιοδικό «Κυνηγετικά Νέα».

Η πρώτη του επαφή με το θέατρο ήταν τα μεροκάματα που έκανε βάφοντας τα σκηνικά για τον επιθεωρησιακό θίασο του «Ακροπόλ» και στο θέατρο «Μπουρνέλλη». Το 1958, ο Κωστής Μπαστιάς, τότε διευθυντής της Λυρικής, του αναθέτει τη σκηνογραφία και τον σχεδιασμό των κοστουμιών για την όπερα του Τζ. Μπ. Περγκολέζι «Η υπηρέτρια κυρά». Ηταν η απαρχή της συνεργασίας του με την ΕΛΣ ως σκηνογράφου και ενδυματολόγου. Δεν αρκέστηκε όμως στο σταθερό αυτό πόστο αλλά άρχισε να ταξιδεύει στο εξωτερικό, για να δει από κοντά τις εξελίξεις στα εικαστικά και το θέατρο.

Το 1960 φεύγει από τη Λυρική και ταξιδεύει σ’ όλη την Ευρώπη παρακολουθώντας τις εικαστικές εξελίξεις. Το 1962 συνεργάζεται με τους Μ. Θεοδωράκη, Μ. Κακογιάννη και Μποστ στην «Ομορφη Πόλη». Το 1963 συνεργάζεται με τον Ηλία Καζάν, αναλαμβάνοντας μαζί με τον Τζιν Κάλαχαν την καλλιτεχνική διεύθυνση στο «Αμέρικα-Αμέρικα». Από το 1967 έως τη μεταπολίτευση μένει στην Αμερική, κάνοντας πολλές κινηματογραφικές και θεατρικές σκηνογραφίες. Το 1973 ήρθε στην Ελλάδα για να σκηνοθετήσει την ταινία «Ορέστης» (με σκηνικά-κοστούμια του αδελφού του Διονύση). Επιστρέφοντας οριστικά στην Ελλάδα συνεργάστηκε με τους Ζυλ Ντασσέν-Μελίνα Μερκούρη στην μπρεχτική «Οπερα της Πεντάρας». Από το 1964-1996, συνεργάζεται με τα κρατικά θέατρα και πολλούς σημαντικούς θιάσους.

Από το 1980 αφοσιώνεται στη ζωγραφική. Περιηγείται σε μοναστήρια όλης της χώρας, δουλεύοντας ως ανώνυμος αγιογράφος. Ατομικές εκθέσεις του έχουν γίνει στο Μουσείο Βορρέ (1991), στις «Νέες Μορφές» (1996), στην γκαλερί «Ζουμπουλάκη» (1999). Μεγάλο αφιέρωμα στο έργο του και στου αδελφού του έκανε το 1997 ο «Μύλος» της Θεσσαλονίκης. Εργα του υπάρχουν σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές.

Εχοντας διαμορφώσει το δικό του κεφάλαιο στην ελληνική και διεθνή σκηνογραφία, με διάσημες κινηματογραφικές δουλειές και ιστορικές θεατρικές συνεργασίες, σταμάτησε τη σκηνογραφική του πορεία στη δεκαετία του ’90. Σημαντικότατο είναι και το ζωγραφικό του έργο, επηρεασμένο από τη σκηνογραφία και την ενασχόλησή του με την αγιογραφία.

Ο Βασίλης Φωτόπουλος έφυγε από τη ζωή το 2007, στα 73 του χρόνια.