Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Βενιαμίν Α. Καβέριν – Σοβιετικός Συγγραφέας, 30 χρόνια από το θάνατό του

Μετάφραση-επιμέλεια Τασσώ Γαΐλα //

Διανόηση και Β’ Παγκόσμιος πόλεμος.

Βενιαμίν Α. Καβέριν

Σοβιετικός Συγγραφέας.  30 χρόνια από τον θάνατό του.

Вениамин Александрович Каверин- Βενιαμίν Αλεξάντροβιτς Καβέριν το φιλολογικό ψευδώνυμο του Вениамин Абелевич Зильбер –Βενιαμίν Αμπέλεβιτς Ζίλμπερ ο οποίος γεννήθηκε στο Πσκοφ στις 6 Απριλίου 1902 (19 ν.ημ) και απεβίωσε στις 2 Μαΐου 1989.

Ο Βενιαμίν Αλεξάντροβιτς Καβέριν γεννήθηκε το 1902 κι από πολύ νέος εντάχθηκε στο κομμουνιστικό κόμμα, τάχθηκε υπέρ της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης και υπηρέτησε με θέρμη στις γραμμές του Κόκκινου Στρατού.

Γιεσένιν, Μπλόκ, Μαγιακόφσκι λίγα ονόματα Σοβιετικών λογοτεχνών που έζησαν τα χρόνια της Επανάστασης και επέλεξαν να βαδίσουν στο δρόμο της ρήξης, της αντίστασης,αντεπίθεσης κι ανατροπής. Ανάμεσα τους κι ο Βενιαμίν Α. Καβέριν άγνωστος κι αμετάφραστος στην Ελληνική γλώσσα Σοβιετικός συγγραφέας που εφέτος συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από το θάνατο του στις 2 Μαΐου του 1989.

«Τιμής ένεκεν»ένα μικρό αφιέρωμα στην μνήμη του σαν δείγμα τιμής σε όλους όσους σε κάθε χώρα που δέχτηκε την Ναζιστική επίθεση, αγωνίστηκαν εκείνα τα χρόνια ενάντια στον φασισμό.
Το αφιέρωμα βασίζεται σε ένα αριστουργηματικό διήγημα του ταλαντούχου Καβέριν το « Ένας πίνακας του Τισιάνου», διήγημα «ύμνος» της ειρήνης που θα φέρει –κατά τον συγγραφέα- στον κόσμο η νίκη των δημοκρατών έναντι των Γερμανών και το υπέροχο μέλλον που περίμενε τον Σοβιετικό λαό. Είναι ένα πολεμικό διήγημα που γεμίζει τον αναγνώστη αισιοδοξία και χαρά.

Διήγημα

Ένας πίνακας του Τισιάνου

Ανάμεσα στους ναυτικούς του στόλου του Βορρά μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω τον υποπλοίαρχο Γκουρμιστβίλι. Μου έκανε εντύπωση, γίναμε φίλοι.

Τα βράδια περνούσαμε τις ώρες μας καπνίζοντας και κουβεντιάζοντας μέσα στην μικρή καμπίνα του. Κάποτε καπνίζαμε σιωπηλοί. Μα κι’ αυτό ήταν για εμάς μια κάποια διασκέδαση. Ρουφώντας την πίπα του διηγόταν ιστορίες, που πριν από τον πόλεμο μονάχα στα όνειρα μας μπορούσαμε να είχαμε δει.

Για πρώτη φορά είχα συναντήσει κάποιον που ένοιωθε τον πόλεμο με μια τέτοια φινέτσα. Τον γνώρισα στην ξηρά και στην θάλασσα, στα τέλματα του Πνίσκ κι ανάμεσα στα βράχια της αρκτικής γης. Μιλούσε ξεκάθαρα, δίχως πάθος, και μ’ απόλυτη ειλικρίνεια.

Ήταν ένας στρατιωτικός με όλη την σημασία της λέξης. Έμοιαζε μάλιστα σαν να μην νοιαζόταν για το τι θα έκανε μετά την νίκη, που γι’ αυτή πρόσφερε όλες τις δυνάμεις του. Κάποτε του είπα τη σκέψη μου αυτή και πρόσθεσα πως για μένα ήταν κάτι απόλυτα φυσικό. Όσοι υπηρετούν στο στρατό κι αντιμετωπίζουν το θάνατο κάθε μέρα, κάθε ώρα, δεν μπορούν να ασχολούνται με το μέλλον. Δεν έχουν ούτε τον καιρό, ούτε την διάθεση.

– Γελιέστε, μου απάντησε , σκέφτονται γι’ αυτό και μάλιστα πολύ. Το μέλλον! Τι πράγμα να είναι άραγε αυτό; Ο καθένας έχει ελπίδες και σχέδια, μα για όλους είναι η αναμονή της νίκης, η επιστροφή στο πατρικό σπίτι, μια νέα ζωή. Το μέλλον θα είναι υπέροχο, πρόσθεσε με συγκίνηση. Δεν γίνετε αλλιώς έπειτα από τόσα που υπέφερε ο λαός. Το ξέρει και καταπιάνεται με αυτό με μια ενστικτώδη παρόρμηση. Θέλετε να σας διηγηθώ μια ιστορία; Θα κρίνετε μόνος αν έχω δίκιο ή όχι… Ήταν την άνοιξη του 1942. Πολεμούσαμε σαν πεζικό. Υπερασπίζαμε την πόλη Π. μια παλιά πολιτεία με απεριποίητους κήπους, και με λαβυρινθώδικα δρομάκια. Τις μέρες εκείνες ήταν γεμάτα από τα ροζ πέταλα των ανθισμένων κερασιών.

Η γραμμή του μετώπου εκτεινόταν κατά μήκος ενός από τους μικρούς αυτούς δρόμους. Ο σταθμός της διοίκησης μου βρισκόταν ανάμεσα στα ερείπια του αρχαίου φρουρίου , στα δυτικά προάστια. Διοικούσα ένα απόσπασμα. Μια μέρα που μόλις είχα σηκωθεί από ένα ταραγμένο ύπνο και βρισκόμουνα σκυμμένος πάνω από ένα χάρτη όπου σημείωνα μ’ ένα σταυρό τα σπίτια από όπου είχαμε πετάξει έξω τους Γερμανούς, μου φέρανε ένα γεροντάκο. Φορούσε ένα πλατύγυρο καπέλο. Κάτασπρα μαλλιά, χλωμός και φορούσε ένα μακρύ πανωφόρι με λεκέδες από γύψο , αξύριστος. Τον πέρασα για μισότρελο, κι όμως κάθε άλλο παρά τρελός ήταν.

Μου είπε, με σαφήνεια, ποιος ήταν και την υπόθεση που γι’ αυτήν ‘τόλμησε να με ενοχλήσει’. Ήταν ο επιμελητής του Μουσείου της πόλης Π.

-Λέγομαι Περτσίκιν. Είμαι απόγονος του εμπόρου Περτσίκιν , που στο παλιό υποστατικό του έχει εγκατασταθεί το Μουσείο. Και, συνέχισε…

Στο Μουσείο υπάρχουν πολλά έργα τέχνης μεγάλης αξίας. Ανάμεσα σ’ αυτά είναι ένα αριστούργημα που δεν έχει το όμοιο του. Αυτό πρέπει να το σώσουμε, γιατί η ιστορία δεν θα μας συγχωρέσει αν πέσει στα χέρια των βαρβάρων.

Ρώτησα τι ήταν αυτό το αριστούργημα και μου απάντησε ότι επρόκειτο για έργο του Τισιανού.

Ένας πίνακας του Τισιάνο στην πόλη Π; ετοιμάστηκα να τον ξαποστείλω ευγενικά αλλά με πρόλαβε.

– Σας φαίνεται απίθανο. Κι όμως… η πολιτεία αυτή δεν βρίσκεται μακριά από τα παλιά σύνορα. Στο 1918 τους αστούς που έφευγαν τρομοκρατημένοι για τις χώρες της Δύσης, τους σταματούσαν στα σύνορα, τους έπαιρναν τα έργα τέχνης που ήθελαν να περάσουν λαθραία και τα τοποθετούσαν στο Μουσείο. Η πόλη του Λένινγκραντ ήθελε βέβαια να έχει τον πίνακα αυτό μα διαμαρτυρήθηκα κι ο Λουνατσάρσκι με υποστήριξε λέγοντας πως κι οι μικρές πολιτείες έχουν δικαιώματα στην μεγάλη τέχνη.

Φανταστείτε την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία διεξήχθη η συζήτηση. Τα τάνκς των Γερμανών, που είχαν πλησιάσει, άρχισαν να βάλλουν μεθοδικά. Χώματα, θραύσματα, πέτρες έπεφταν στο από μπετόν αρμέ πρόχωμα μας. Κι’ αυτός ο γεροντάκος μιλούσε ήσυχα-ήσυχα για παλιούς και νέους ζωγράφους και τον Τισιάνο.

Έμεινα σκεφτικός. Στο κάτω-κάτω δεν ήταν και τόσο απίθανα αυτά που που ιστορούσε. Την παραμονή μάλιστα, ο γιατρός του τάγματος μου είχε ζητήσει να στείλω μια περίπολο να πάρει μερικά φάρμακα από το Νοσοκομείο, που βρισκόταν κοντά στην πύλη που είχαν καταλάβει οι Γερμανοί. Τα είχαμε ανάγκη, βέβαια, περισσότερο από τον πίνακα του Τισιάνο. Τώρα, παρουσιαζόταν μια νέα ευκαιρία: να παίρναμε και τα φάρμακα, και τον πίνακα!

Φώναξα τον ανθυπολοχαγό Νόρκιν του αποσπάσματος των ανιχνευτών, που τον γνώριζα από καιρό. Καταγόταν από το Λένινγκραντ, φοιτητής του Πολυτεχνείου, μελαχροινός, κοντουλός. Τολμηρός ανιχνευτής και ζωγράφος με αληθινό ταλέντο. Ο πιο κατάλληλος, λοιπόν, να σώσει τον πίνακα του Τισιανού.

Την νύχτα, παίρνοντας μαζί του τον επιμελητή του Μουσείου, ο ανθυπολοχαγός διέσχισε τις γραμμές μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο, λάφυρο από τους Γερμανούς.

tisianos

Γύρισε το πρωί μα ήταν στεναχωρεμένος. Ναι, είχε φέρει τα φάρμακα και τον πίνακα του Τισιάνο μα ο επιμελητής είχε μείνει εκεί στην πύλη Π. Και για πάντα. Μια σφαίρα τον είχε χτυπήσει στο μέτωπο.

– Ο πίνακας βρισκόταν στο σπίτι του, μου διηγήθηκε ο ανθυπολοχαγός. Πήγαμε και τον πήραμε. Ξεκαρφώσαμε τον μουσαμά, για να μπορέσουμε να τον μεταφέρουμε πιο εύκολα και την στιγμή που ετοιμαζόμαστε να φύγουμε μας χτύπησαν. Τότε σκοτώθηκε. Γυρίσαμε στις γραμμές μας έπειτα από αγώνα σώμα με σώμα.

Είχα ένα θαυμάσιο πιστόλι, το ξεκρέμασα και το χάρισα στο λοχαγό.

Ο μεγάλος μουσαμάς τυλιγμένος βρισκόταν στο αυτοκίνητο ανάμεσα σε επιδέσμους και φάρμακα. Τον ξεδιπλώσαμε. Μια κραυγή ξεπετάχτηκε από τα χείλη όλων μας. Τι θαύμα! Σ’ έναν κήπο, κάτω από ανθισμένες μηλιές, ήτανε στρωμένα μεγάλα τραπέζια, γεμάτα από κρέατα, βούτυρα, ψωμιά και πουλερικά. Χωριάτες και χωριάτισσες χόρευαν και τραγουδούσαν. Γλεντούσαν. Φορούσαν πολύχρωμα γιορταστικά ρούχα και η χαρά ξεχείλιζε από τα πρόσωπα τους. Απόμερα, ένας στρατιώτης, που φορούσε τεράστιες μπότες, καθόταν κοντά σ’ ένα πυρσό κι έπινε άπληστα κρασί από μια μεγάλη κανάτα. Ένα κόκκινο λεπτό αυλάκι χυνόταν από το μάγουλο του πάνω στο πέτσινο γιλέκο του. Από τα δέντρα κρέμονταν χάρτινα φωτισμένα φαναράκια. Παρίστανε υπαίθριο χορό. Τι εξαίσιο έργο! Έφτανε να το κοιτάς για να ανασκιρτά από κέφι η καρδιά σου! Ήθελες να αναμειχθείς με το πλήθος, να χορέψεις, να φας, και να πιείς!

Στα τέλη του Μάη εγκαταλείψαμε την πόλη Π. Πριν όμως δώσαμε στους ναζίδες να καταλάβουν τι αξίζουν οι πεζοναύτες. Ο Γερμανός στρατηγός Ζέγκερτς υποσχόταν άδεια μιας εβδομάδας σ’ όποιον σκότωνε Σοβιετικό πεζοναύτη και άδεια δυο εβδομάδων σ’ όποιον έπιανε αιχμάλωτο έναν από εμάς. Έπρεπε να οπισθοχωρήσουμε να συναντήσουμε τους δικούς μας. Θα διασχίζαμε δάση και τέλματα. Ο υποπλοίαρχος μου εξήγησε με λεπτομέρειες την πορεία αυτή που τότε είχε αναφερθεί με λεπτομέρειες στις εφημερίδες. Διατρέξαμε πάνω από χίλια χιλιόμετρα, χωρίς ψωμί, μαχόμενοι. Ψήναμε σε πυροστιές κρέας αλόγου και το τρώγαμε ωμό όταν δεν μπορούσαμε να ανάψουμε φωτιά. Δάση, ατέλειωτα δάση και χωρίς τροφή. Δεν είχαν ούτε καν μανιτάρια!

Μα, ας ξαναγυρίσουμε στο έργο του Τισιανού.

Δεν ήτανε παρά ένα κομμάτι μουσαμάς, που δεν μπορούσε να μας χρησιμεύσει σε τίποτα. Δεν μπορούσε να μας προστατέψει από το κρύο και δεν ήταν όπλο να τραβήξει κανείς μ’ αυτό. Όσο είχαμε άλογα τον δέναμε σε μια σέλα. Όταν τα φάγαμε τον κουβαλούσαμε εμείς. Ήταν μπελάς. Οι άντρες βλαστημούσαν. Δε θα χαλούσε δα κι ο κόσμος αν τον πετούσαμε κάπου στο δάσος αυτό το μεγάλο και βαρύ μουσαμά.

Και να μια μέρα ο υποπλοίαρχος τον ξεδιπλώνει και τον δίνει στους πεζοναύτες του Κόκκινου Στόλου. Αν τους βλέπατε! Το απόσπασμα μου ήτανε σχηματισμένο από απλά παλικάρια. Είναι αμφίβολο αν κανείς από όλους αυτούς είχε ξανακούσει το όνομα του Τισιανού. Και τις ώρες εκείνες δεν δίναμε μια πεντάρα για τις καλές τέχνες! Κι όμως ήτανε σαν να έπεσε μια αχτίδα ήλιου στ’ αγριεμένα κι’ αδυνατισμένα πρόσωπα τους! Ήτανε σαν με μιας να έφυγαν όλα τα κακά: η πείνα, η λάσπη, η αβάσταχτη κούραση, ο κίνδυνος που έκρυβε ο κάθε θάμνος. Βρεθήκαμε, ξανά, αντίκρυ στην ζωή με την ευτυχία και την υγεία της, που αναδινόταν από αυτούς τους ανθρώπους που χόρευαν.

Ολοφάνερο πως αυτοί οι άνθρωποι ήταν δικοί μας , καθώς κι ο καλλιτέχνης που είχε ζωγραφίσει τον παράξενο αυτό στρατιώτη με τα μουστάκια, που έπινε κρασί κι έχυνε ένα μέρος από αυτό πάνω στο πέτσινο γιλέκο του και οι ωραίες αυτές γυναίκες, που οδηγούσαν το χορό, και τα υπέροχα αυτά πουλερικά που κάποτε θα τα ξαναγευτούμε , αν κι αυτό, τη στιγμή εκείνη, φαινόταν κι αυτό σαν θαύμα!

Ναι, τι διάβολο, κάποτε θα τα ξαναγευτούμε! Και θα ξαναπιούμε κρασί, και θα ξαναχορέψουμε κάτω από μηλιές, που από αυτές θα κρέμονται πολύχρωμα φαναράκια. Θα διασχίσουμε τους δρόμους της Μόσχας επάνω στα τανκς μας και κοπέλες, ποτ θα είναι ωραίες, σαν αυτές που ήτανε ζωγραφισμένες, θα έρθουν να μας συναντήσουν με λουλούδια και παντού, όπου θα γυρνάμε τη ματιά μας , θα υπάρχουν λουλούδια, λουλούδια, λουλούδια. Κάτω από τις σημαίες μας τις τρυπημένες από σφαίρες, θα δώσουμε στον διοικητή μας την τελευταία αναφορά μας: «Ο πόλεμος τελείωσε- είμαστε νικητές!».

Ναι, δεν ήτανε όνειρο ή όραμα αυτό που κατέλαβε εμένα και τους εξαντλημένους πολεμιστές μου. Είχαμε διανύσει χιλιόμετρα και χιλιόμετρα ανάμεσα από τα δάση. Ξαφνικά το αύριο είχε αστράψει μπροστά μας, όμοια με μια στρατιωτική διαταγή, που πρέπει κανείς να την εκτελέσει.

Ήτανε μαύρες μέρες. Οι Γερμανοί μας παρενοχλούσαν διαρκώς. Πολλές φορές προσπάθησαν να μας κυκλώσουν. Μας έστησαν ένα σωρό παγίδες. Ακόμα δεν βρισκόμασταν σε επαφή με τους αντάρτες ενώ πεθαίναμε κι από την πείνα. Στο απόσπασμα μου δυστυχώς είχαμε τραυματίες που τους σέρναμε αν και πέφταμε σχεδόν από την κούραση κι από την έλλειψη τροφής. Μα σε κανενός πια το μυαλό δεν πέρασε η σκέψη να απαλλαγούμε από αυτόν τον μουσαμά όσο βαρύς κι αν ήταν και που υποχρεωθήκαμε για να τον προστατεύσουμε να τον τυλίξουμε μέσα σε ένα από τα λιγοστά αδιάβροχα αντίσκηνα που είχαμε. Από εδώ κι εμπρός όταν τοποθετούσαμε σκοπούς τη νύχτα βάζαμε κι έναν κοντά στον πίνακα του Τισιανού. Τον φροντίζαμε όπως την σημαία μας.

Ήτανε δύσκολο. Μα ίσως να ήτανε όλα πιο δύσκολα για εμάς αν δεν είχαμε μαζί μας αυτό τον πίνακα που περνώντας τον ποταμό Ντέζνα κοντέψαμε να τον χάσουμε.Ο πεζοναύτης που είχε επιφορτιστεί με το πίνακα του Τισιανού, σκοτώθηκε κι ο πίνακας είχε μείνει στην αριστερή όχθη. Το καταλάβαμε όταν πιά όλο το απόσπασμα είχε διαπεραιωθεί στην δεξιά όχθη. Ζήτησα εθελοντές. Τρείς πεζοναύτες με τον ανθυποπλοίαρχο Νόρκιν επικεφαλής ξαναγύρισαν για να βρούν τον πίνακα.

Βάδιζαν προς βέβαιο σχεδόν θάνατο. Είχε ξημερώσει. Το ποτάμι το είχαμε περάσει νύχτα. Ναι, ο κίνδυνος ήταν μεγάλος, μα ο διάβολος να μας έπαιρνε αν αφήναμε στους Ναζί αυτόν τον στρατιώτη με τα μουστάκια και το πέτσινο γιλέκο κι αυτά τα ωραία κορίτσια, τα αστραφτερά από υγεία, που χόρευαν, καθώς και τα πουλερικά, κι όλη αυτή την όμορφη και πλούσια ζωή! Να κάνουμε δώρο στους Ναζί το μέλλον μας; Ά, όχι, ποτέ!

Και να, τέσσερις άνδρες, προστατευμένοι από τα αραιά, δικά μας πυρά, πέρασαν , μέσα σε μια κατατρυπημένη βάρκα, το ποτάμι κι όρμησαν αδίσταχτα πάνω στους Γερμανούς. Επρόκειτο για μια κανονική απόβαση, που γι’ αυτή είναι μοναδικοί οι λεβέντες του ναυτικού μας.

Γύρισαν δυο ώρες έπειτα με τον πίνακα. Η αλήθεια είναι πως είχε τρυπηθεί από μια σφαίρα που είχε ξεσκίσει το χέρι του στρατιώτη που κρατούσε την κανάτα κι έπινε, μια νέα κοπέλα κι άλλο σημείο. Αλλά ο ζωγράφος Ανθυποπλοίαρχος μας είπε πως στη Μόσχα υπάρχουν τεχνίτες, που μπορούν να διορθώσουν τις βλάβες.

-Σας βεβαιώ, σύντροφοι, πως αργότερα δεν θα μπορείτε να ανακαλύψετε την θέση ούτε μιας τρύπας.

Το φθινόπωρο κοντά στην Τούλα συναντήσαμε τους δικούς μας. Φορούσαμε για αρβύλες παπούτσια, πλεγμένα από χόρτα, κουρέλια για γκέτες κι’ όλοι μας είχαμε γενειάδες. Εγώ ήμουνα μ’ αυτή την πέτσινη κυλότα που την πρωτοφόρεσα σαν άρχισε ο πόλεμος και που θα την βγάλω όταν τελειώσει.

– Κι ο πίνακας του Τισιανού; Ρώτησα όταν ο υποπλοίαρχος τελείωσε την διήγηση του.

-Τον κουβαλήσαμε στην Μόσχα, μου είπε. Ήρθε μια ολόκληρη ομάδα υπαλλήλων του Μουσείου, για να τον μεταφέρει σε σίγουρο μέρος! Ξέρετε, επικεφαλής της ομάδας αυτής ήτανε ένα γεροντάκι που έμοιαζε του δύστυχου του Περτσίκιν. Φορούσε κι’ αυτός ένα πλατύγυρο καπέλο. Τον πήραν τα δάκρυα, καθώς κοίταζε την εικόνα. Μου είπε:

-Υποπλοίαρχε κάνατε μια μεγάλη πράξη…

Ά, ναι κάπου εδώ έχω την φωτογραφία. Πριν πάρουν τον πίνακα, φωτογραφηθήκαμε για ενθύμιο.

Τη βρήκε και μου την έδειξε. Οι πεζοναύτες παρουσίαζαν όπλα μπροστά στον πίνακα του Τισιανού. Απένειμαν τιμές, όπως σε μια πολεμική σημαία, στο υπέροχο μέλλον, που ήταν ζωγραφισμένο πάνω στον πίνακα τον τρυπημένο από σφαίρες.

Διήγημα του ταγμένου υπέρ της Μεγάλης Σοβιετικής Επανάστασης συγγραφέα Βενιαμίν Αλεξάντροβιτς Καβέριν που όπως κι άλλοι ομότεχνοι του ακολούθησε στον πόλεμο τον μαχόμενο Ερυθρό Στρατό και έδωσε στα έργα του απαράμιλλες εντυπώσεις των συγκρούσεων των Σοβιετικών στρατιωτών με τους Γερμανούς. Σημαντικό δείγμα της ικανότητας του στη γραφή το παρουσιαζόμενο διήγημα του.

«Οι δυο καπετάνιοι» είναι το πιο γνωστό έργο του Β. Καβέριν όμως αμετάφραστο στην Ελληνική. Όπως μας πληροφορεί η ιστοσελίδα Librarything το έργο αυτό της Μπιμπλιοτέκα πρικλουψένιε (έργα περιπέτειας ) είναι διαθέσιμο στην Αγγλική γλώσσα με τον τίτλο: Two Captains…

Tiziano Vicello, Τισιανός ή Τιτσιάνο στα Ελληνικά , ο διάσημος Βενετός ζωγράφος της Αναγέννησης. (1488-1576).