Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Γεια σου Jim…

“Αν πέσεις στα ναρ­κω­τι­κά σε κατα­λα­βαί­νω, για­τί ο κόσμος σε ρου­φά­ει· αν δεν το κάνεις, σε θαυ­μά­ζω, για­τί μπο­ρείς να τον πολε­μή­σεις” — Jim Morrison \ Τζιμ Μόρισον

Οι θρύ­λοι δεν πεθαί­νουν  ποτέ! Ήταν 3 Ιου­λί­ου 1971 όταν ο Jim Morrison «έφυ­γε» στο Παρί­σι μόλις 27 χρόνων

Ο Τζέιμς “Τζιμ” Ντά­γκλας Μόρι­σον (James “Jim” Douglas Morrison) αμε­ρι­κα­νός τρα­γου­δι­στής, τρα­γου­δο­ποιός, συγ­γρα­φέ­ας, σκη­νο­θέ­της και ποι­η­τής γεν­νή­θη­κε 8‑Δεκ-1943 στη Μελ­βούρ­νη της Φλό­ρι­ντα και ήταν ο τρα­γου­δι­στής και στι­χουρ­γός του ροκ συγκρο­τή­μα­τος The Doors και ένας ένας από τους πιο χαρι­σμα­τι­κούς ερμη­νευ­τές στην ιστο­ρία της ροκ μου­σι­κής. Έγρα­ψε επί­σης αρκε­τά βιβλία ποί­η­σης, πρό­λα­βε ένα μικρό ντο­κι­μα­ντέρ + δύο βίντεο κλιπ (The Unknown Soldier και People Are Strange) κλπ.

Το περιο­δι­κό Rolling Stone τον τοπο­θέ­τη­σε στη 47η θέση της λίστας “100 καλύ­τε­ροι τρα­γου­δι­στές όλων των εποχών”.

Είχε σκω­τσέ­ζι­κη και ιρλαν­δι­κή κατα­γω­γή και σύμ­φω­να με τον ίδιο, ένα από τα σημα­ντι­κό­τε­ρα γεγο­νό­τα στην ζωή του συνέ­βη το 1949 κατά την διάρ­κεια μιας οικο­γε­νεια­κής εκδρο­μής στο Νέο Μεξικό.Είναι η πρώ­τη φορά που ανα­κά­λυ­ψα τον θάνα­το … εγώ, η μητέ­ρα μου, ο πατέ­ρας μου, ο παπ­πούς μου και η για­γιά μου δια­σχί­ζα­με την έρη­μο την αυγή.

Ένα φορ­τη­γό γεμά­το Ινδιά­νους είχε μάλ­λον χτυ­πή­σει ένα άλλο αυτο­κί­νη­το ή κάτι τέτοιο, υπήρ­χαν Ινδιά­νοι σκορ­πι­σμέ­νοι παντού στην εθνι­κή οδό, αιμορ­ρα­γώ­ντας μέχρι θανά­του. Ήμουν μικρός τότε, οπό­τε έπρε­πε να μεί­νω στο αυτο­κί­νη­το όσο ο πατέ­ρας μου και ο παπ­πούς μου βγή­καν να δουν τι γινό­ταν. Δεν μπο­ρού­σα να δω τίπο­τα. Το μόνο που είδα ήταν παρά­ξε­νη κόκ­κι­νη μπο­γιά και ανθρώ­πους πεσμέ­νους ολό­γυ­ρα, αλλά ήξε­ρα πως κάτι συνέ­βαι­νε, για­τί μπο­ρού­σα να νιώ­σω τις δονή­σεις των ανθρώ­πων γύρω μου, και έτσι ξαφ­νι­κά συνει­δη­το­ποί­η­σα πως ούτε εκεί­νοι μπο­ρού­σαν να κατα­λά­βουν τι συνέ­βαι­νε. Αυτή ήταν η πρώ­τη φορά που ένιω­σα πραγ­μα­τι­κό φόβο … και πιστεύω πως εκεί­νη τη στιγ­μή οι ψυχές εκεί­νων των νεκρών ινδιά­νων – ίσως μια ή δύο απ’ αυτές – έτρε­χαν έξαλ­λες εδώ και κει, και μπή­καν στην ψυχή μου, και εγώ ήμουν σαν σφουγ­γά­ρι, έτοι­μος να κάτσω εκεί και να τις απορροφήσω.

Ο Μόρι­σον αργό­τε­ρα θα ξανα­θυ­μό­ταν αυτό το γεγο­νός στο πέρα­σμα του τρα­γου­διού “Peace Frog”: “Ινδιά­νοι σκορ­πι­σμέ­νοι στον αυτο­κι­νη­τό­δρο­μο της αυγής αιμορ­ρα­γούν / Φαντά­σμα­τα βρί­θουν το εύθραυ­στο σαν τσό­φλι μυα­λό του μικρού παιδιού”

Μπή­κε στο Πανε­πι­στή­μιο της Φλό­ρι­ντα (1962–1963), δεν τον ικα­νο­ποί­η­σε μετα­κό­μι­σε κοντά στο κολέ­γιο FSU, όπου συγκα­τοί­κη­σε με τον Τζορτζ Γκριρ και εμφα­νί­στη­κε σε ένα φιλμ για τη στρα­το­λο­γία στο σχολείο.

Τον Ιανουά­ριο του 1964, χάρη στη συμ­βου­λή ενός καθη­γη­τή του FSU, ο Μόρι­σον μετα­κό­μι­σε στο Λος Άντζε­λες της Καλι­φόρ­νιας, όπου ολο­κλή­ρω­σε τις προ­πτυ­χια­κές σπου­δές του στη σχο­λή UCLA, με διά­κρι­ση στον κινηματογράφο.

Ο Τζιμ γύρι­σε δύο ται­νί­ες κατά τη φοί­τη­σή του στο UCLA. Η πρώ­τη, ονό­μα­τι First Love, κυκλο­φό­ρη­σε για πρώ­τη φορά χωρίς περι­κο­πές στο τέλος του ντο­κι­μα­ντέρ για την ται­νία Obscura.

Μετά την απο­φοί­τη­ση του το καλο­καί­ρι του 1965 από την κινη­μα­το­γρα­φι­κή σχο­λή της UCLA, ο Mόρι­σον ακο­λού­θη­σε ένα μπο­έ­μι­κο τρό­πο ζωής. Κατά τη διάρ­κεια εκεί­νου του καλο­και­ριού, έγρα­ψε τους στί­χους πολ­λών τρα­γου­διών που οι Doors αργό­τε­ρα ηχο­γρά­φη­σαν και έπαι­ξαν ζωντα­νά σε άλμπουμ όπως το “Moonlight Drive” και το “Hello, I Love You”.

Ο Μόρι­σον και ο Ρέι Μάν­ζα­ρεκ ήταν τα πρώ­τα δύο μέλη των Doors, σχη­μα­τί­ζο­ντας το συγκρό­τη­μα εκεί­νο το καλοκαίρι.

Είχαν γνω­ρι­στεί μήνες πριν ως συμ­φοι­τη­τές κινη­μα­το­γρά­φου. Σε μία συζή­τη­ση τους, ο Μαν­ζά­ρεκ έπει­σε τον Μόρι­σον να τρα­γου­δή­σει τα τρα­γού­δια που του είχε εκμυ­στη­ρευ­τεί ότι γρά­φει, και εντυ­πω­σιά­στη­κε προ­τεί­νο­ντας του να φτιά­ξουν συγκρό­τη­μα. Στη συνέ­χεια, ο κιθα­ρί­στας Ρόμπι Κρί­γκερ και ο ντρά­μερ Τζον Ντέν­σμορ εντά­χθη­καν στο συγκρό­τη­μα. Και τα τρία μέλη είχαν ένα κοι­νό ενδια­φέ­ρον: παρα­κο­λου­θού­σαν προ­γραμ­μα­τι­σμέ­να μαθή­μα­τα του Maharishi Mahesh Yogi την επο­χή εκεί­νη, αλλά ο Mόρι­σον δεν συμμετείχε.

Το 1967, οι Doors γνώ­ρι­σαν επι­τυ­χία μετά την υπο­γρα­φή τους με την δισκο­γρα­φι­κή εται­ρεία Elektra Records. Το κομ­μά­τι “Light My Fire” έφτα­σε το νού­με­ρο ένα στα Billboard Hot 100 (από τον Ιού­λιο και τον Αύγου­στο του 1967).  Αργό­τε­ρα, οι Doors εμφα­νί­στη­καν στο The Ed Sullivan Show, μια δημο­φι­λής εκπο­μπή. Ο Εντ Σάλι­βαν ζήτη­σε δύο τρα­γού­δια από τους Doors για την εκπο­μπή του, το “People Are Strange” και το “Light My Fire”.

Οι λογο­κρι­σί­ες του Σάλι­βαν επέ­μει­ναν ότι οι Doors έπρε­πε να αλλά­ξουν τους στί­χους του τρα­γου­διού “Light My Fire” “Girl we could not get much higher” για τους τηλε­θε­α­τές. Αυτό οφεί­λε­ται σε αυτό που θεω­ρή­θη­κε ως ανα­φο­ρά στα ναρ­κω­τι­κά. Τα μέλη των Doors συμ­φώ­νη­σαν να αλλά­ξουν τον στί­χο σε “girl, we couldn’t get much better”, αλλά κατά τη διάρ­κεια της ζωντα­νής μετά­δο­σης, ο Μόρι­σον τρα­γού­δη­σε τον αρχι­κό στί­χο. Και για το λόγο αυτό, το συγκρό­τη­μα δεν προ­σκλή­θη­κε να εμφα­νι­στεί ξανά

1η Μάρ­τη 1969, οι Doors εμφα­νί­στη­καν στο “Dinner Key Auditorium” του Μαϊ­ά­μι. Ο Μόρι­σον έφτα­σε στη συναυ­λία αργο­πο­ρη­μέ­να, μεθυ­σμέ­νος κατά τη διάρ­κεια της ερμη­νεί­ας του, έτσι οι υπό­λοι­πες εμφα­νί­σεις της περιο­δεί­ας που ήταν προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νες, ακυρώθηκαν

Οι “σκο­τει­νοί” ποι­η­τές του 18ου και του 19ου αιώ­να του κίνη­σαν το ενδια­φέ­ρον, και ιδιαί­τε­ρα ο Βρε­τα­νός ποι­η­τής Γουί­λιαμ Μπλέικ, καθώς και οι Γάλ­λοι Κάρο­λος Μπο­ντλέρ και Αρθού­ρος Ρεμπώ.

Οι συγ­γρα­φείς της γενιάς μπιτ, όπως ο Τζακ Κέρουακ, επη­ρέ­α­σαν τόσο τις από­ψεις και τον τρό­πο έκφρα­σης του Μόρι­σον, που κατέ­λη­ξε να θέλει να βιώ­σει όσα ανα­φέ­ρο­νται στο βιβλίο του Κέρουακ On The Road. Ομοί­ως, βρή­κε ενδια­φέ­ρο­ντα τα γρα­πτά του Γάλ­λου συγ­γρα­φέα Σελίν. Το βιβλίο του Voyage au Bout de la Nuit (Ταξί­δι στο Τέλος της Νύχτας) και το βιβλίο του Μπλέικ Οι Μαντεί­ες της Αθω­ό­τη­τας ήταν οι βασι­κές επιρ­ρο­ές για ένα από τα πρώ­τα τρα­γού­δια του Μόρι­σον, “End of the Night.”

Άρχι­σε να γρά­φει στην εφη­βεία του. Στο κολέ­γιο, ενδια­φέ­ρε­ται πολύ για το θέα­τρο και την κινη­μα­το­γρα­φία. Παρό­τι ήταν πολύ γνω­στός τρα­γου­δι­στής και στι­χουρ­γός, συνά­ντη­σε δυσκο­λί­ες όταν έψα­χνε εκδό­τη για την ποί­η­σή του. Εξέ­δω­σε μόνος του δυο λεπτούς τόμους το 1969, τους “Κυρί­ους” και “Τα νέα πλά­σμα­τα”- και τα δυο έργα αφιε­ρω­μέ­να στην σύντρο­φο της ζωής του Πάμε­λα Σού­ζαν (Κούρ­σον) και αυτά ήταν τα μόνα γρα­πτά του που εκδό­θη­καν κατά τη διάρ­κεια της ζωής του.

Η σχέ­ση του Μόρι­σον και της Κούρ­σον ήταν θυελ­λώ­δης με συχνούς τσα­κω­μούς και περιό­δους χωρισμού.

Το 1970, ο Μόρι­σον συμ­με­τεί­χε σε μια κέλ­τι­κη νεο­πα­γα­νι­στι­κή τελε­τή αρρα­βώ­να-γάμου (handfasting) με την συγ­γρα­φέα επι­στη­μο­νι­κής φαντα­σί­ας και κρι­τι­κό της ροκ Πατρί­τσια Κένε­λυ και το «ζευ­γά­ρι» υπέ­γρα­ψε ένα έγγρα­φο όπου δήλω­ναν ότι ήταν παντρε­μέ­νοι, ενώ έκα­νε μανιω­δώς σεξ με θαυ­μά­στριες και είχε πολ­λές σύντο­μες σχέ­σεις με δια­ση­μό­τη­τες, όπως η Νίκο, τρα­γου­δί­στρια των The Velvet Underground, για μια νύχτα ήταν με την Γκρέις Σλικ των Jefferson Airplane, από και­ρό σε και­ρό με την Γκλό­ρια Στέι­βερς, αρχι­συ­ντά­κτρια του περιο­δι­κού 16, ακό­μη και με την Τζά­νις Τζό­πλιν, ενώ ήταν κι οι δυο ντίρλα.

Η Τζού­ντυ Χάντλ­στον ανα­πο­λεί τη σχέ­ση της με τον Μόρι­σον στο βιβλίο της “Ζώντας και πεθαί­νο­ντας με τον Τζιμ Μόρι­σον”, ενώ τον και­ρό του θανά­του του, εκκρε­μού­σαν 20 αγω­γές πατρό­τη­τας ενα­ντί­ον του, παρό­τι κανέ­νας από τους ενά­γο­ντες δεν διεκ­δί­κη­σε περιουσία.

Το 1971, ο Μόρι­σον μετα­κό­μι­σε σε ένα δια­μέ­ρι­σμα στο Παρί­σι μαζί με την Πάμε­λα Κούρ­σον, με σκο­πό να αλλά­ξει ζωή και να απε­ξαρ­τη­θεί από τα ναρ­κω­τι­κά. Του άρε­σε η αρχι­τε­κτο­νι­κή της πόλης και έκα­νε μεγά­λους περι­πά­τους εκεί, όμως σύντο­μα υπέ­κυ­ψε στους εθι­σμούς του.

Εκεί έκα­νε και την τελευ­ταία του ηχο­γρά­φη­ση σε στού­ντιο με δυο Αμε­ρι­κα­νούς μου­σι­κούς του δρό­μου. Ο Μάν­ζα­ρεκ απέρ­ρι­ψε αυτή την ηχο­γρά­φη­ση ως “ασυ­ναρ­τη­σί­ες μεθυσμένων”.

Ένα τρα­γού­δι από αυτήν, το “Orange County Suite” ακού­γε­ται στο bootleg “Lost Paris Tapes”.

Πέθα­νε — επι­σή­μως- από καρ­δια­κή ανα­κο­πή καθώς βρέ­θη­κε νεκρός στη μπα­νιέ­ρα του από την Κούρ­σον. Στον τάφο του στο νεκρο­τα­φείο Père Lachaise), υπάρ­χει η ελλη­νι­κή επι­γρα­φή: ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ

Δισκο­γρα­φία \ Με τους Doors:
The Doors (1967)
Strange Days (1967)
Waiting for the Sun (1968)
The Soft Parade (1969)
Morrison Hotel (1970)
L.A. Woman (1971)
An American Prayer (1978)

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο