Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Γεωργία Καλαμποκά: Δέκα γροθιές

«… Δεν υπάρχει τίποτα πιο δραματικό από τις συσπάσεις, τους τελευταίους επιθανάτιους ρόγχους της φλόγας ενός κεριού»,
Gaston Bachelard-

Απόψε έρχονται από πολύ μακριά οι ελαιώνες.
Έρχεται από πολύ μακριά η θάλασσα.
Μυρίζει κιόλας γλυκιά άνοιξη και Πασχαλιά. Απ΄αλλού. Από άλλοτε.
Ψηλός ο φράχτης και τα γιασεμιά άρωμα κάποιας περασμένης ζωής.
Η συντριβή του χρόνου.
Ένας βυζαντινός ακάθιστος συνειρμός
με προσκαλεί σε άλλες μέρες, μια δρασκελιά πίσω μου…
Θέλω ν΄ακούσω ξανά τη σιωπή και τη γαλήνη,
Εδώ στο μπαλκονάκι μου, έγκλειστος,
καθώς μονάχος μου μουρμουρίζω τρυφερά στη νύχτα
«είμαστε ακόμη ζωντανοί».
Ξάφνου…
Κίτρινα φώτα, στην αχλύ του δρόμου
Δακρυσμένα καμιόνια στη σειρά
οι πεθαμένοι μακάβριο κομβόι
άκλαυτοι περνούν απ΄την οθόνη μου.
Εκεί, στη διπλανή μας πόρτα,
ο φωτογράφος κουρνιάζει κι αυτός
σ΄ένα μπαλκονάκι σαν το δικό μου.
Προσπαθεί να κρατήσει το χέρι σταθερό
Τα μάτια δε βοηθάνε, έπεσε αντάρα, θολώνει ο φακός του.

Κι εδώ η καταχνιά μου δεν μ’ αφήνει να δω καθαρά.
Προσπαθώ να λυγίσω το λυγμό,
μη μπει μέσα μου και με πνίξει.
Η σκέψη βέλος καρφώνεται στο μυαλό
Ο θάνατος από πνιγμό είναι –λένε- φριχτός.
Κουρκουνιάζω στο πάτωμα.
Πάνω μου διαβαίνει η μελωδία
«θα ρθει η δική μας η σειρά…»
Συρτό τσίριγμα στις χορδές, ρυθμός βελούδινος.
Κεντήματα με σταυροβελονιές του Μάνου
κι η μέρα που ξημερώνει εαρινή ισημερία.

Οι ποιητές ακραγγίζουν παράφωνα πληκρολόγια
Άτολμοι και διστακτικοί ανάμεσα στο πριν και στο τώρα.
Αιωρούνται στα ερτζιανά στίχοι ερμαφρόδιτοι.
Άλλοτε παρηγορητικοί
σαν τη θεία μετάληψη του μελλοθάνατου.
Άλλοτε αλλοπρόσαλλοι
σαν το γέλιο του τρελού.
Ξεχάστε την Ύπαρξη, ωρέ, εδώ σταυρώνει ο θάνατος τη ζωή…
Απλές κουβέντες όπως
Νοσοκομεία,
γιατροί,
μάσκες,
απολυμαντικά…
ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ…
Να τα δικά μας όπλα ποιητές!

Κάποιοι, πολλοί, χειροκροτούν,
κάθε Κυριακή, (για πόσες ακόμη;)
στα μπαλκόνια τους καινούριους ήρωες.

Θέλω να σκούξω όσο ακόμη προφταίνω.
«Ουρλιάξτε, πανάθεμά σας
τα συνθήματα των γιατρών στα μπαλκόνια σας,
ουρλιάξτε όσο ακόμη έχετε ανάσα!».
Ποιός του έχρισε ήρωες
και τους στέλνει στη μάχη ξεβράκωτους;

Ψάχνω τους ήρωες στο καντράν του τηλεφώνου μου
Δεν μπορεί, κάπου εδώ είναι, τους βλέπω…
Δυο – τρία αστέρια άναψαν στα χέρια τους.
Υψωμένες οι γροθιές των δέκα γιατρών ραγίζουν το θάνατο…

Κοιτάζω το θερμόμετρο, μετά το ρολόι μου.
Η ανάσα μου λιγοστή.
«Είστε ευπαθής ομάδα;», στο κεφάλι μου βουίζει η καταδίκη…
Δε θέλω να πάρω το 1135.
Οι εντολές.
Οι εντολές είναι οι ελαφριές περιπτώσεις να παραμείνουν στο σπίτι.
Βλέπετε δεν υπάρχουν αντιδραστήρια για όλους.
Ή μήπως σήμερα είναι η μέρα,
που λένε πρέπει να εξετάζονται οι έχοντες συμπτώματα;
Έχω μπερδευτεί πια.
Θέλω να βγω στο μπαλκόνι μου και να ουρλιάξω:

Σε γνωρίζω από την κόψη
Του σπαθιού την τρομερή
Σε γνωρίζω από την όψη
Που με βια μετράει τη γη…