• [Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί/με μάτι αριστερό το βλέπω./Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί,/οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι (Κ. Βάρναλης)]
Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Γιάννης Χαλκίδης, είναι ζωντανός μέσα στις καρδιές μας

Φιλοξενούμενος ο Γιάννης Νομικός //

Ο Γιάννης Χαλκίδης γεννήθηκε το 1940 στη Σφενδάμη Πιερίας. Σε ηλικία 6 χρονών ήρθε στη Θεσσαλονίκη για να μεγαλώσει με χίλιες στερήσεις, μέσα στην καταδιωγμένη οικογένεια του για τα δημοκρατικά της φρονήματα.

Ο πατέρας του ήταν αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης στα βουνά των Πιερίων. Από τα 14 του χρόνια, μετά τη δεύτερη τάξη του γυμνασίου, ρίχνεται στη σκληρή βιοπάλη και δουλεύει σαν εργάτης λεβητοποιός, για να εξελιχθεί σ’ έναν περιζήτητο τεχνίτη.

Μετά την απόλυση του από το στρατό, οργανώνεται στην νεολαία της Ε.Δ.Α και στη συνέχεια στη νεολαία Λαμπράκη, της οποίας γίνεται γραμματέας στους Αμπελόκηπους.

Αναδείχνει την οργάνωση του πρώτη πανελλαδικά, δίνοντας το παράδειγμα με το ήθος, τη συντροφικότητα, την εργατικότητα και την ακούραστη δράση του. Πολύ σύντομα γίνεται μέλος του γραφείου πόλης της νεολαίας Λαμπράκη.

Αμέσως μετά τη δικτατορία οργανώνεται στο Π.Α.Μ. και περνά στην παρανομία. Δολοφονείται από τα όργανα της χούντας στις 5-9-1967.

Ο Γιάννης Χαλκίδης με τη θυσία του, πέρασε πια στο πάνθεον των ηρώων και μαρτύρων του λαϊκού μας κινήματος, πλάι στις μορφές του Τσαρουχά, του Λαμπράκη, του Βελδερμίρη και του Πέτρουλα, του Νικηφορίδη και του Μανδηλαρά και των άλλων επώνυμων και ανώνυμων του λαϊκού και προοδευτικού μας κινήματος.

Τον Γιάννη Χαλκίδη, είχα την τιμή και χαρά να τον γνωρίσω γύρω στο 1960. Συνδεθήκαμε μέσα από τους κοινούς μας αγώνες για τη δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία. Ήταν άνθρωπος που σε κέρδιζε αμέσως, με την ευθύτητα του χαρακτήρα του, την ειλικρίνεια του, την εντιμότητα του, τη λεβεντιά του και την αγάπη τους προς τον άνθρωπο.

Κάθε φορά που τον θυμάμαι μου έρχεται στο νου το τραγούδι. “ ΟΤΑΝ ΧΟΡΕΥΑΝ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ, ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΡΕΜΑΝ ΤΑ ΤΑΒΑΝΙΑ.”

Μετά την εκδήλωση του Ιουλιανού πραξικοπήματος το 1965, ξεκίνησαν οι μεγάλοι αγώνες για την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας. Τότε, αμούστακο παιδί ακόμα, με έπαιρνε μαζί του για να με έχει ως υπασπιστή του, όπως μου έλεγε. Η αλήθεια ήταν, ότι ήθελε να με προστατεύει από τις επιθέσεις της αστυνομίας, που εκδηλώνονταν ενάντια στις μεγαλειώδεις διαδηλώσεις του λαού της Θεσσαλονίκης.

Στους χορούς που οργανώναμε σαν νεολαία της ΕΔΑ και αργότερα σαν νεολαία Λαμπράκη, ήταν συγκλονιστικός στην απαγγελία του ποιήματος “Ο ΕΡΓΑΤΗΣ”.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ

Χαίρε σύντροφε εργάτη
πεινασμένε και σακάτη
πρόσεξε, καθώς λίγο
το φιλότιμο του θίγω.

Στάσου μεροκαματιάρη
άστη τσάπα και το φτυάρι,
η μητέρα μας η φύση
σου’ δώσε αρκετά να ζήσεις.

Γιατί είσαι σκεφτικός;
Μήπως είσαι νηστικός;
Γιατί είσαι κουρελιάρης
και γυμνός διακονιάρης;

Δε σε βλέπω στα καλά σου,
φάνηκαν τα κόκκαλα σου.
Είσαι άρρωστος, τι έχεις;
Γιατί τόσο κιτρινίζεις
την ψυχή σου βασανίζεις;

Στάσου δύστυχε εργάτη
στρέψε γύρω σου το μάτι.
Ότι βλέπεις, συ τα κάνεις
κι’ απ’ τα χέρια σου τα χάνεις.

Σκλάβε εσύ του κεφαλαίου
του σκληρού και λυσσαλέου,
πάντα ακούραστα δουλεύεις
το κορμί σου το παιδεύεις
στις σκληρότερες συνθήκες,
μ’ αρκετό ψωμί δεν βρήκες.

Με τους ρόζους στην παλάμη
ο ιδρώτας σου ποτάμι
βρέχει όλο το κορμί σου
μα πια είναι η πληρωμή σου.
Στη δουλειά σε ξεροψήνουν
και τα ψίχουλα στου δίνουν.

Οι εργάτες σ’ άλλη χώρα
λίγη στη δουλειά η ώρα
μεσ’ τα εργοστάσια τους
έχουνε τη ζεστασιά του.
Η ζωή τους φωτεινή
κι’ η δική σου σκοτεινή.
Μ’ όλη τη σκληρή δουλειά σου,
πάντα άδεια τη κοιλιά σου.

Το σφυρί αυτό που πιάνεις,
τ’ αγαθά σου μ’ αυτό φτιάχνεις.
Πύργους, φάμπρικες στις πόλεις
που τη στέγη βλέπεις μόλις,
είναι δημιούργημα σου
μα πιο είν’ το εισόδημα σου;
Φτώχια, πείνα και μιζέρια,
τρώνε όλα σου τα τζιέργια.

Φτιάχνεις τους σιδηροδρόμους
και πεζός γυρνάς στους δρόμους.
Φτιάχνεις τον ηλεκτρισμό
με δε βλέπεις φωτισμό.

Φτιάχνεις δρόμους και σχολεία
μα δεν έχεις μεγαλεία,
τα παιδιά σου να σπουδάσεις
κι’ εσύ χρόνο να διαβάσεις.

Στάσου ήρωα εργάτη
άνοιξε φαρδιά το μάτι,
κι’ όταν πας στο παραβάνι
μαύρισε τους μάνι – μάνι.

Για πολλά χρόνια έψαχνα να βρω το ποίημα αυτό σε όλες τις ποιητικές συλλογές που έπεφταν στα χέρια μου. Σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα, άκουσα να το απαγγέλλει σε μια εκδήλωση της Εθνικής Αντίστασης ο σύντροφος Ψύλλας Γεώργιος. Όπως μου είπε ο ίδιος, το ποίημα το είχε βρει γραμμένο σ’ ένα κομμάτι χαρτί, σε κάποιον από τους τόπους εξορίας του και το είχε κρατήσει. Αυτός το έδωσε στον Γιάννη. Το δημοσιεύω όπως μου το έδωσε. Μετά την δικτατορία της 21ης Απρίλη 1967, παράνομος εκείνος, με ένα χαφιέ πίσω από την πλάτη μου εγώ, συνεχίσαμε να έχουμε επαφή μέχρι τα τέλη του Ιούνη, όταν αναγκάστηκα να φύγω στην Αθήνα. Εκεί μου ήρθε και το θλιβερό μαντάτο της δολοφονίας του. Σε αναγνώριση της προσφοράς του στο λαϊκό κίνημα και στα ιδανικά της δημοκρατίας, ο Δήμος Αμπελοκήπων έδωσε το όνομα του σ’ έναν από τους δρόμους της πόλης μας και κάθε χρόνο διοργανώνει τις πολιτιστικές εκδηλώσεις ΧΑΛΚΙΔΕΙΑ, τα οποία δυστυχώς έχουν χάσει τα τελευταία χρόνια, το πραγματικό τους νόημα σαν γιορτή της δημοκρατίας. Η πραγματική αναγνώριση όμως του Γιάννη Χαλκίδη, θα ολοκληρωθεί όταν τα όνειρα πάρουν εκδίκηση. Μέχρι τότε θα είναι ζωντανός μέσα στις καρδιές μας. Το ταπεινό ποίημα που ακολουθεί, το έγραψα λίγο μετά από την δολοφονία του και είναι αφιερωμένο στον αγαπημένο Σύντροφο μας.

Ο ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ

Στέριωσε το κεφάλι
στο σβέρκο του.
Το κορμί του
ίσιωσε περσότερο.
Τα σίγουρα βήματα του
τον οδήγησαν
ίσια στα όνειρα του.

Τα γερά μπράτσα του
άδραξαν τον ήλιο
και τον κρύψαν
στην καρδιά του.
Την καρδιά μεσ’ το κορμί του
και το κορμί
στα θλιβερά δωμάτια
της παρανομίας.

Τιμή σ’ εσένα σύντροφε,
τ’ αντρίκια στήθια σου
ζέσταναν
το παγωμένο μας καλοκαίρι.
Το χτύπημα της καρδιάς σου
λάφρωσε το ξύλο
που τρώγαμε
στα μπουντρούμια.
Η δυνατή φωνή σου
απάλυνε την εξορία μας.
Η μάχη σου ενάντια
στην εξουσία του θανάτου
ένα βήμα στην καθαρότητα
της γης.

Τιμή σ’ εσένα αδελφέ μου,
το κόκκινο αίμα σου,
πότισε ότι αγάπησες πιότερο.
Το ρίζωμα της ιδέας.
Αγαπημένε μας, σ’ ευχαριστούμε.