Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Για έναν «ειρηνικό» και «δημοκρατικό» καπιταλισμό…

Πριν από λίγες μέρες, το ΝΑΡ δημοσίευσε απόφαση της Πολιτικής του Επιτροπής, όπου ασχολείται κυρίως με το ζήτημα του «πολέμου» και με το «δημοκρατικό ζήτημα», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. Στο κείμενο αυτό επιβεβαιώνονται για μια ακόμη φορά τα στρατηγικά αδιέξοδα του συγκεκριμένου χώρου, τα οποία τον οδηγούν να γίνεται «ουρά» των κάθε φορά κάλπικων διλημμάτων και δίπολων που προβάλλουν η αστική τάξη και τα κόμματά της. Η ουσία αυτή δεν αλλάζει, όση «αντικαπιταλιστική» ρητορεία κι αν επιστρατεύει. Αυτά τα αδιέξοδα φαίνονται έντονα – για μια ακόμη φορά – στο ζήτημα του «πολέμου», τόσο με την απόφαση της Πολιτικής Επιτροπής, όσο και με τη σχετική ανακοίνωση που δημοσίευσε λίγες μέρες πιο πριν με τίτλο «Αγώνας για την ειρήνη και τα δικαιώματα των λαών, όχι για τις ΑΟΖ κεφαλαίου και πολυεθνικών», κι αυτό το γεγονός δεν αναιρείται από τη φανερή προσπάθεια του ΝΑΡ να ελιχθεί απέναντι στην κριτική του ΚΚΕ.

Στην ουρά της «ιμπεριαλιστικής ειρήνης»…

Για παράδειγμα, στα συγκεκριμένα κείμενα αποφεύγεται η χρήση παλιότερων, γελοίων διατυπώσεων για «έντιμες συνεννοήσεις» ανάμεσα σε Ελλάδα – Τουρκία στον καθορισμό των χωρικών υδάτων και των θαλασσίων ζωνών, με «λογική» και «δικαιοσύνη», που υπήρχαν όλη την προηγούμενη περίοδο σε πλείστα όσα κείμενα κι άρθρα του ΝΑΡ και που τους εξέθεσαν πολλαπλά. Διατυπώσεις που θα μπορούσαν άνετα να συνυπογράφονται από αστούς πολιτικούς και δημοσιολόγους, που το τελευταίο διάστημα δεν χάνουν ευκαιρία να ζυμώνουν τη λογική της «συνδιαχείρισης» στο Αιγαίο, από τις αστικές τάξεις Ελλάδας – Τουρκίας, προφανώς υπό ευρωΝΑΤΟική εποπτεία. Αυτές οι αναφορές το μόνο που κάνουν είναι να αναπαράγουν το ψευδεπίγραφο δίλημμα «συνεκμετάλλευση ή πόλεμος», αποθεώνοντας και εξιδανικεύοντας την ιμπεριαλιστική ειρήνη και τη συμφωνία ανάμεσα σε ανταγωνιστές, ως το γιατρικό που θα εξαλείψει τους ανταγωνισμούς και μπορεί να αποτρέψει διά παντός τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ομως, έχει αποδειχθεί ότι η ιμπεριαλιστική ειρήνη και η διπλωματία δεν αποτρέπουν, αλλά προετοιμάζουν τον πόλεμο και το αντίστροφο. Στα κείμενά τους αναγκάζονται να παραδεχτούν αυτό που έλεγε το ΚΚΕ κι αρνούνταν μέχρι τώρα, ότι δηλαδή μια τέτοια συμφωνία συνεκμετάλλευσης είναι εξίσου εχθρική για τους λαούς. Παρά, όμως, τη συγκυριακή αποφυγή ορισμένων διατυπώσεων, η πολιτική κατεύθυνση παραμένει ίδια. Είναι η γραμμή του «πασιφισμού», που ρίχνει νερό στο μύλο των επιδιώξεων της αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστών και κυρίως «αφοπλίζει» τον λαό, σε συνθήκες που μπορεί να μπει στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της πάλης για την ανατροπή της εξουσίας των καπιταλιστών. Από πού προκύπτει αυτό, με βάση τα ίδια τα κείμενά τους; Οι πρόσφατες εξελίξεις στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό περιγράφονται ως εξής: «Δεν πρόκειται βεβαίως για το “Καστελόριζο”, για την “εδαφική ακεραιότητα” και την υπεράσπιση των συνόρων, αλλά για προβολή ισχύος και κυριαρχίας σε διεθνή ύδατα 110 μίλια νοτίως του Καστελόριζου κι ακόμα περισσότερο ανατολικά της Κρήτης, σε περιοχές που το ελληνικό και το τουρκικό κράτος αντιπαρατίθενται για τη χάραξη ΑΟΖ»… Αλήθεια, είναι αντικαπιταλιστική γραμμή να αγνοείς την αμφισβήτηση συνόρων και κυριαρχικών δικαιωμάτων που υπηρετείται και με τη διεκδίκηση για μειωμένη – έως εξαφανισμένη – επήρεια νησιών στον καθορισμό θαλασσίων ζωνών; Δεν είναι υπόκλιση στην κυρίαρχη κοσμοπολίτικη γραμμή της αστικής τάξης και των συμμάχων της, που προωθούν τη συνδιαχείριση;

Η εργατική τάξη δεν πρέπει να ενδιαφέρεται για τα κυριαρχικά δικαιώματα, τα σύνορα της χώρας, από τη σκοπιά μάλιστα του μέλλοντος, της πάλης για την εργατική εξουσία; Και τι θα πρέπει τελικά να κάνει ο ελληνικός λαός απέναντι στους ανταγωνισμούς των αστικών τάξεων και των ιμπεριαλιστικών συνασπισμών που παζαρεύουν για τη μοιρασιά του δικού του πλούτου; Ολως τυχαίως η «αντικαπιταλιστική» ρητορεία του ΝΑΡ ταυτίζεται με τις δηλώσεις αξιωματούχων των ΗΠΑ, της ΕΕ, του ΝΑΤΟ, αλλά και Ελλήνων αστών αναλυτών που δεν αναγνωρίζουν κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας σε μια σειρά θαλάσσιες περιοχές, αλλά μιλούν για «αμφισβητούμενα ύδατα». Αν αυτό δεν είναι καραμπινάτη επαναφορά «από την πίσω πόρτα» της κυρίαρχης γραμμής της αστικής τάξης για «συνεκμετάλλευση», στο πλαίσιο μιας ιμπεριαλιστικής συμφωνίας, αν δεν είναι παραδοχή ότι οι «πολυεθνικές της Ενέργειας» θα εκμεταλλεύονται εσαεί τον φυσικό πλούτο κι αν δεν είναι κάλεσμα προς τον λαό να μείνει άπραγος στη ληστρική αρπαγή αυτού του πλούτου, που του ανήκει, χωρίς να παλέψει για τη δική του εξουσία, τότε αναρωτιόμαστε τι άλλο είναι; Η επιβεβαίωση έρχεται και από το πολιτικό «διά ταύτα» του ΝΑΡ. Τα θολά και ουτοπικά συνθήματα για «ειρήνη» και «αποτροπή του πολέμου», «όχι στις ΑΟΖ», είναι ευκολοχώνευτα από την αστική τάξη και τους διεθνείς συμμάχους της, επιβεβαιώνουν την «ουρά» στον κοσμοπολιτισμό και την αποθέωση – στην πράξη – της ιμπεριαλιστικής ειρήνης. Ο Λένιν χαρακτήριζε παιδική ανοησία και προδοσία του σοσιαλισμού τις διακηρύξεις περί αποτροπής του πολέμου, περί πολεμικής απεργίας και άλλα τέτοια, γιατί ουσιαστικά δυναμιτίζουν την ουσιαστική σταθερή και υπομονετική δουλειά που πρέπει να κάνει το ΚΚ για την πάλη ενάντια στον πόλεμο και κυρίως τη δουλειά για να μπορέσει να συνδέσει αυτή την πάλη με την πάλη για την εξουσία. Γι’ αυτό και αυτή η θολούρα είναι πολλαπλά χρήσιμη για το σύστημα, τόσο στην περίπτωση που προχωρήσει η εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, στο πλαίσιο μιας προσωρινής συμφωνίας, όσο και στην περίπτωση μιας πολεμικής εμπλοκής, που δεν εξαρτάται μόνο από τη θέληση του ελληνικού κεφαλαίου. Η άρνηση των οπορτουνιστικών δυνάμεων και στις δύο περιπτώσεις να διαχωρίσουν την πατρίδα της αστικής τάξης από την πατρίδα της εργατικής τάξης και του λαού, στην ουσία αφήνει το ελεύθερο στην αστική τάξη να ορίζει ως «πατριωτικό συμφέρον» τα κάθε φορά δικά της ταξικά συμφέροντα και να εγκλωβίζει το λαό κάτω από τη δικιά της σημαία. Να ταυτίζει δηλαδή ο λαός την υπεράσπιση της ζωής του, της περιουσίας του, των οικογενειών του, των συνόρων, με την πάλη κάτω από τη σημαία της αστικής τάξης, με την αποδοχή των εθνικιστικών της εξάρσεων, αλλά και των ιμπεριαλιστικών παζαριών και συμβιβασμών. Το «πολεμάμε για τα συμφέροντα του λαού», σε συνθήκες μάλιστα ιμπεριαλιστικού πολέμου, είναι μια «κούφια φράση», αν δεν συνδέεται με αυτούς τους πολιτικούς και οργανωτικούς όρους που εξασφαλίζουν την αυτοτελή οργάνωση της εργατικής – λαϊκής πάλης για να συνδεθεί αυτός ο αγώνας με την ανατροπή της αστικής εξουσίας, σε κάθε χώρα, ως όρος για να απαλλαγούν οι λαοί από τους πολέμους και τα δεσμά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Κάτι το οποίο επισημαίνεται και στην πρόσφατη πολύ σημαντική κοινή ανακοίνωση των Κομμουνιστικών Κομμάτων Ελλάδας και Τουρκίας.

Οι «δημοκρατικές δυνάμεις;»…

Ολα τα παραπάνω έρχεται να συμπληρώσει το κομμάτι της απόφασης του ΝΑΡ για το λεγόμενο «δημοκρατικό ζήτημα». Με αφορμή κυρίως τον πρόσφατο νόμο για τον περιορισμό των διαδηλώσεων, που ψήφισε η κυβέρνηση της ΝΔ, επισημαίνεται από το ΝΑΡ: «Συνολικά αυτή η αντιδημοκρατική στροφή του σύγχρονου καπιταλισμού είναι ο σιαμαίος αδερφός της βαθύτερης εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης». Γεννάται αυτομάτως το ερώτημα… Από πού και ως πού οι τελευταίες εξελίξεις συνιστούν κάποια «αντιδημοκρατική στροφή» και όχι απόδειξη αυτού καθεαυτού του αντιδραστικού χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας, δηλαδή της δικτατορίας του κεφαλαίου, που βήμα βήμα ενισχύει το αντιλαϊκό οπλοστάσιό της σε βάρος του εργατικού – λαϊκού κινήματος; Οταν μάλιστα αυτή η θωράκιση του αστικού κράτους, με βάση και τις κατευθύνσεις της ΕΕ, υλοποιήθηκε από όλες τις κυβερνήσεις, τόσο αυτές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, όσο και του ΣΥΡΙΖΑ (απεργοκτόνος νόμος, ιδιώνυμο αδίκημα για τις κινητοποιήσεις ενάντια στους πλειστηριασμούς, ενίσχυση τρομονόμων κ.λπ.), παρά τις προσπάθειες του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να σπείρουν αυταπάτες ότι η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να είναι κάπως διαφορετική. Επίσης, τι σημαίνει η αναφορά – και μάλιστα με τίτλο – στο «δημοκρατικό ζήτημα»; Αυτή η θολή αταξική θεώρηση που αποσυνδέει ουσιαστικά το ζήτημα της δημοκρατίας από το ζήτημα της εξουσίας, είναι που διαπνέει το σύνολο του κειμένου, παρά τις όποιες φραστικές αναφορές στον αστικό χαρακτήρα της δημοκρατίας σήμερα. Το πράγμα όμως ξεθολώνει και η απάντηση δίνεται – και εδώ – από το «πολιτικό διά ταύτα» του ΝΑΡ: «Η μαζική λαϊκή μαχητική πάλη και απειθαρχία είναι το κέντρο της λογικής μας για το επόμενο διάστημα… Χρειάζεται παρέμβαση στο προγραμματικό επίπεδο από τη σκοπιά της στρατηγικής απάντησης στη διαρκή αντιδραστικοποίηση της αστικής δημοκρατίας στην εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Την μονιμότερη και αυτοτελή μετωπική δράση, με τη μορφή μιας αυτοτελούς συσπείρωσης – κίνησης για τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις λαϊκές ελευθερίες της εποχής μας, στην οποία μπορεί να εντάσσεται και η αντιφασιστική πάλη. Να μονιμοποιηθεί ο συντονισμός των πολιτικών οργανώσεων και κινήσεων για το δημοκρατικό ζήτημα». Ιδού λοιπόν ο απώτερος στόχος: Συνεργασία πολιτικών δυνάμεων με κάλεσμα στο ΚΚΕ και σ’ άλλους (αλήθεια ποιους;), γύρω από το «δημοκρατικό ζήτημα». Μια συνεργασία, η λογική της οποίας αναπαράγει το ψεύτικο δίπολο που προσπαθεί να καλλιεργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ, στην αντιπαράθεσή του με τη ΝΔ (δημοκρατία – δεξιά), ανασύροντας τα αλήστου μνήμης ΠΑΣΟΚικά σχήματα για τα «αντιδεξιά μέτωπα» και τις «δημοκρατικές δυνάμεις». Αυτό επιβεβαιώνεται και από το ότι το ΝΑΡ αντιμετωπίζει ακόμη ουσιαστικά τον ΣΥΡΙΖΑ ως ένα ασυνεπές κόμμα, που δεν μπόρεσε να τα βάλει με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους, και όχι ως ένα κόμμα εγγενώς προσανατολισμένο στην αστική διαχείριση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και στο επίπεδο της καταστολής. Μήπως την περίοδο της ΣΥΡΙΖΑίικης διαπραγμάτευσης το 2015, την οποία στήριξε το ΝΑΡ με όλη του την ψυχή, πραγματοποιούνταν μια «δημοκρατική στροφή» του καπιταλισμού; Μήπως μπορεί μια «δημοκρατική στροφή» της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο να προκύψει με μια «προοδευτική κυβέρνηση», που δεν θα «υποταχθεί», όπως υποστήριζαν υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ που τώρα βρίσκονται στην ΛΑΕ, οπορτουνιστικές δυνάμεις όπως το «Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο», ο «Εργατικός Αγώνας» και ο «Σύλλογος Κορδάτος», που το ΝΑΡ θέλει συμμάχους στον «δημοκρατικό αγώνα»; Η οργάνωση της λαϊκής αντεπίθεσης απέναντι στην κρατική καταστολή, στην εργοδοτική τρομοκρατία και τον αυταρχισμό, απέναντι στην επίθεση στα λαϊκά συνδικαλιστικά δικαιώματα είναι πολύ σοβαρή υπόθεση, που πρέπει να μπει στην προμετωπίδα της πάλης του ταξικού εργατικού κινήματος και της Κοινωνικής Συμμαχίας, ξεκινώντας από τους χώρους δουλειάς. Σε αυτόν τον αγώνα μπορεί και πρέπει να συνεισφέρει κάθε εργαζόμενος, προοδευτικός άνθρωπος, επιστήμονας, καλλιτέχνης, νομικός κ.λπ. Αυτός ο αγώνας θα αξιοποιεί όλες τις μορφές πάλης. Θα στηρίζεται στην οργανωμένη απειθαρχία του ταξικού κινήματος και όχι σε μικροαστικές εκδηλώσεις δήθεν «απειθαρχίας», που αξιοποιούνται από το σύστημα για τη συκοφάντηση και το προβοκάρισμα της εργατικής – λαϊκής πάλης. Κυρίως, όμως, αυτός ο αγώνας θα ενισχύει τον συνολικό αντικαπιταλιστικό – αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό της πάλης, την ανάδειξη της ταξικής ουσίας της αστικής δημοκρατίας, κόντρα σε λογικές που – εμμέσως πλην σαφώς – αποσπούν την καταστολή από τη φύση του αστικού κράτους, διευκολύνοντας τις νέες αυταπάτες μιας μελλοντικής σοσιαλδημοκρατικής κυβερνητικής διαχείρισης.

Ολα τα παραπάνω απλά επαληθεύουν πλήρως την εκτίμηση του ΚΚΕ, ένα χρόνο πριν, για την πορεία του συγκεκριμένου οπορτουνιστικού χώρου: Στις μετεκλογικές συνθήκες θα οξυνθεί η προσπάθεια από τις διάφορες οπορτουνιστικές δυνάμεις και τα καλέσματα προς το ΚΚΕ για τη διαμόρφωση «αντιδεξιού» μετώπου, μια γραμμή που θα αξιοποιηθεί επίσης για να προσφέρει και ορισμένη «κινηματική» στήριξη στον ΣΥΡΙΖΑ, που βρίσκεται πια στην αντιπολίτευση, η οποία σε πιο ύστερη φάση θα αξιοποιηθεί προς όφελος μιας νέας κυβερνητικής εναλλαγής. Γενικότερα, η χρεοκοπία της πολιτικής γραμμής του οπορτουνιστικού ρεύματος τα προηγούμενα χρόνια έχει διαμορφώσει ένα έδαφος πλήρους αποκάλυψης της πολιτικής συμβιβασμού που ακολούθησε, αλλά και δυνατοτήτων απεγκλωβισμού ορισμένων δυνάμεων. Οι διαπιστωμένες αυτές δυνατότητες έχουν καταγραφεί το προηγούμενο διάστημα. Το επεξεργασμένο μέτωπο απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις και απόψεις και η αύξηση της ικανότητας σχετικής παρέμβασης των δυνάμεών μας μπορεί να μεγιστοποιήσει αυτά τα περιθώρια απεγκλωβισμού, αλλά και να ακυρώνει τα σχέδια επίθεσης απέναντι στην επαναστατική στρατηγική του ΚΚΕ (ΚΟΜΕΠ 4/2019, «Για τις διεργασίες στο οπορτουνιστικό ρεύμα»). Το ΚΚΕ καλεί τους φίλους και οπαδούς, τα μέλη του ΝΑΡ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ κ.λπ., που προβληματίζονται και παρακολουθούν, χωρίς αντιΚΚΕ σύνδρομα, τις θέσεις του Κόμματος, να απορρίψουν τις βαθιά λαθεμένες θέσεις που κρύβονται πίσω από μια ψευτοεπαναστατική φρασεολογία και να συναντηθούν μαζί μας στο κίνημα, στις άλλες πολιτικές, εκλογικές μάχες.

Του Γιάννη ΓΚΙΟΚΑ
μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ
Ριζοσπάστης, 8-9 Αυγούστου 2020