Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Για ποιόν πολέμησες στην Κορέα, Έλληνα στρατιώτη;

Γράφει ο Νίκος Μόττας //

Εβδομήντα χρόνια συμπληρώνονται από την έναρξη της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στην Κορέα που είχε ως αποτέλεσμα το διαμελισμό της Κορεατικής Χερσονήσου και τη μόνιμη εγκατάσταση αμερικανικών στρατευμάτων στην περιοχή.

Ήταν 27 Ιούνη 1950, όταν ο αρχισφαγέας πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν – ο ίδιος που πέντε χρόνια πριν είχε διαπράξει το πυρηνικό ολοκαύτωμα σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι – έβγαζε την εξής ανακοίνωση: «Διέταξα τας αεροπορικάς και ναυτικάς δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών να παράσχουν προς τα στρατεύματα της κυβερνήσεως της Κορέας κάλυψιν και υποστήριξιν. Η εναντίον της Κορέας επίθεσις καθιστά σαφές πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο κομμουνισμός υπερέβη το στάδιον της χρησιμοποιήσεως ανατρεπτικών μεθόδων διά την κατάκτησιν ανεξάρτητων εθνών και ήρχισε να χρησιμοποιή τώρα ένοπλον εισβολήν και πόλεμον…» (1).

Ο Τρούμαν ψεύδονταν, για άλλη μια φορά, προκειμένου να δικαιολογήσει την αμερικανική επίθεση. Πίσω από την έναρξη του πολέμου, που έφερε τόσα δεινά στο λαό της Κορέας, ήταν η πρόθεση των ΗΠΑ να μονιμοποιήσουν την στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή, στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής επιθετικής πολιτικής τους ενάντια στην ΕΣΣΔ και τις σοσιαλιστικές χώρες. Προς επίτευξη αυτού του σκοπού χρησιμοποίησαν το φιλοαμερικανικό, αντικομμουνιστικό και βαθύτατα διεφθαρμένο καθεστώς του Σίγκμαν Ρι στη Νότιο Κορέα.

Η επέμβαση των ΗΠΑ και των συμμάχων τους είχε ανυπολόγιστες συνέπειες για τον κορεατικό λαό, τοποθετώντας τον πόλεμο της Κορέας ως μια από τις μεγάλες τραγωδίες του 20ου αιώνα. Σε πάνω από 2 εκατομμύρια υπολογίζονται απώλειες σε άμαχο πληθυσμό, ενώ εκατοντάδες έρευνες έχουν καταγράψει λεπτομερώς θηριωδίες και εγκλήματα πολέμου των αμερικανικών και νοτιοκορεατικών στρατευμάτων (Σφαγές του Μπόντο, της Σιντσόν, του Σαντσεόν-Χαμιάνγκ, στο Τζεοτσάνγκ, κλπ,  (2)).

Μόλις πέντε χρόνια μετά την ίδρυση του ο ΟΗΕ μετατράπηκε από τις ΗΠΑ σε εργαλείο ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, εγκρίνοντας τη βάρβαρη εισβολή στη Λ.Δ. της Βόρειας Κορέας. Συνολικά 21 χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, πήραν μέρος στο ιμπεριαλιστικό σφαγείο στο πλευρό των αμερικανικών στρατευμάτων. Σε συνέντευξη του στην «Πράβντα» το Φλεβάρη του 1951, ο Ι. Β. Στάλιν καταδίκαζε το ρόλο των «Ηνωμένων Εθνών» σημειώνοντας πως «μετατρεπόμενος σε εργαλείο επιθετικού πολέμου, ο ΟΗΕ παύει συνάμα να είναι παγκόσμιος οργανισμός ισότιμων εθνών. Στην ουσία ο ΟΗΕ είναι τώρα όχι τόσο ένας παγκόσμιος οργανισμός, όσο ένας οργανισμός που δρα κατ’ απαίτηση του Αμερικανού επιδρομέα» (3).

Ο πόλεμος στην Κορέα έληξε τυπικά με την κατάπαυση του πυρός και την υπογραφή του Συμφώνου Ανακωχής στις 27 Ιούλη 1953. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι τους, ωστόσο, ουδέποτε παραιτήθηκαν από την προσπάθεια τους να υπονομεύουν την ασφάλεια και την ειρήνη στην Κορεατική Χερσόνησο. Όχι μόνο εδραίωσαν την στρατιωτική τους παρουσία στη Νότια Κορέα, αλλά δεν σταμάτησαν στιγμή να έχουν στο στόχαστρο τη Λαϊκή Δημοκρατία της Βόρειας Κορέας.

Ακόμη και μετά την επικράτηση της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και την Ανατολική Ευρώπη στις αρχές της δεκαετίας του ’90, οι αμερικανικές κυβερνήσεις συνέχισαν την πολιτική των προκλήσεων και των απειλών, τοποθετώντας τη Λ.Δ. της Βόρειας Κορέας στον περίφημο «άξονα του κακού».

Συνένοχη στο έγκλημα η ελληνική αστική τάξη

Στο ιμπεριαλιστικό έγκλημα στην Κορέα άφησε το αποτύπωμα της και η αστική τάξη της Ελλάδας. Την συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο της Κορέας αποφάσισαν οι κυβερνήσεις του Κέντρου (Πλαστήρας, Σοφ. Βενιζέλος) και συνέχισε αυτή της Δεξιάς (Αλ. Παπάγος), επικαλούμενες τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» και το χρέος της Ελλάδας να συνδράμει την εκστρατεία του ΟΗΕ με πρόσχημα την «ειρήνη» και «ασφάλεια» στην περιοχή.

Πρόκειται, να θυμίσουμε, για τις ίδιες μετεμφυλιακές κυβερνήσεις που, στο εσωτερικό της χώρας, συντηρούσαν ένα όργιο αντικομμουνισμού, με δολοφονίες αγωνιστών, έκτακτα στρατοδικεία, εκτελεστικά αποσπάσματα, βασανιστήρια, εξορίες, διώξεις, κλπ.

Στις 2 Ιούλη 1950, ο πρωθυπουργός και υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας Ν. Πλαστήρας έστελνε προς τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ Τρίγκβε Λι το ακόλουθο τηλεγράφημα: «Μετά βαθειάς ικανοποιήσεως η ελληνική κυβέρνησις επληροφορήθη τας υπ’ αριθ. 473 και 474 αποφάσεις και συστάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας αποβλεπούσας εις την προστασίαν τη Νοτίου Κορέας εναντίον της επιχειρουμένης κατ’ αυτής επιθέσεως ως και εις αποκατάστασιν της ειρήνης και ασφάλειας και δηλοί ότι η Ελλάς είναι έτοιμη να συμβάλη εις τα την προσπάθειαν της ΟΗΕ» (4).

Λίγες μόλις μέρες αργότερα, ο Πλαστήρας σε δηλώσεις του επαναλάμβανε τα προσχήματα περί «κομμουνιστικού κινδύνου» απ’ το βορρά προκειμένου να στηρίξει την απόφαση της κυβέρνησης: «Η χώρα μας είναι γεωγραφικώς τοποθετημένη εις ένα από τα νευραλγικότερα σημεία της Ευρώπης. Εκτός τούτου, παρά τον νικηφόρον τερματισμόν του αγώνος, ο οποίος της επεβλήθη, η Ελλάς δεν έχει εισέτι απτάς αποδείξεις ότι τα υπονομευτικά σχέδια, κατά των οποίων ημύνθη, εγκαταλείφθησαν οριστικώς από όλους τους βορείους γείτονας της. Η Ελλάς εξαρτάται από την οικονομικήν βοήθειαν των συμμάχων της, όχι μόνον δια την οικονομικήν της ανασυγκρότησιν, αλλά και δια την καθημερινήν ζωήν του λαού της» (5).

Η απόφαση για την ελληνική συμμετοχή στο αμερικανικό σφαγείο της Κορέας ήρθε ως αποτέλεσμα των επιδιώξεων της εγχώριας αστικής τάξης να σταθεροποιήσει και να αναβαθμίσει τη θέση της στην ευρύτερη περιοχή και στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, έπειτα από μια δεκαετία ισχυρότατων τριγμών και εξαιρετικά μεγάλης αστάθειας. Μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως είχε προηγηθεί το Σχέδιο Μάρσαλ που εξυπηρέτησε την αποτελεσματικότερη ένταξη της μεταπολεμικής Ελλάδας στο ευρωπαϊκό καπιταλιστικό σύστημα και ταυτόχρονα βοηθούσε στη μετατροπή της χώρας σε προκεχωρημένο φυλάκιο των στρατηγικών σχεδίων των ΗΠΑ στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

feretra korea war

Λιμάνι Πειραιά, 4 Μάρτη 1955. Φέρετρα με τις σωρούς ελλήνων στρατιωτών που σκοτώθηκαν στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Η ελληνική παρουσία στην Κορέα διήρκεσε πέντε χρόνια, από το 1950 έως το 1955. Σε αυτό το διάστημα, στάλθηκαν εκεί 10.225 αξιωματικοί και οπλίτες, 7 πολεμικά αεροσκάφη και εν συνεχεία άλλα 2 προς αναπλήρωση απωλειών (6). Παρά το γεγονός ότι ο πόλεμος τερματίστηκε τον Ιούλη του 1953 με την υπογραφή του Συμφώνου Ανακωχής, ελληνικά στρατεύματα παρέμειναν στην Κορέα έπειτα από εντολή του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Παπάγου.

Κάποιοι απ’ τους έλληνες στρατιώτες και αξιωματικούς δε γύρισαν ποτέ στις οικογένειες τους. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Ελληνικού Στρατού, σε 183 ανήλθαν οι νεκροί και 610 οι τραυματίες, ενώ η αεροπορία είχε 12 νεκρούς και 4 αεροσκάφη.

Σήμερα, 70 χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου της Κορέας, τα ερωτήματα παραμένουν αμείλικτα: Για ποιόν πολέμησαν στην Κορέα, στο πλάι των ιμπεριαλιστών, οι έλληνες στρατιώτες; Ποιών τα συμφέροντα υπερασπίστηκαν με το όπλο στο χέρι και για ποια σύμφέροντα σκότωσαν και σκοτώθηκαν στην άλλη άκρη του κόσμου;

Η εγχώρια αστική ιστοριογραφία και τα ιμπεριαλιστικά επιτελεία έχουν φροντίσει να ντύσουν με δάφνες «ηρωϊσμού» την αποστολή ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Κορέα που, όπως διατείνονται, πήγαν να υπερασπιστούν τα «ιδανικά της ελευθερίας και της δημοκρατίας».

Τι φρικτό ψέμα, τι βρώμικη παραποίηση της αλήθειας και τι προσβολή στη μνήμη των νεκρών του πολέμου αποτελεί αυτός ο ισχυρισμός! Καμιά ελευθερία και καμιά δημοκρατία δεν στάλθηκαν να υπηρετήσουν οι έλληνες στρατιώτες στην Κορέα, παρά μονάχα τα συμφέροντα και τους τυχοδιωκτισμούς της ελληνικής αστικής τάξης. Στάλθηκαν ως «πρόβατα επί σφαγή» σε μια ιμπεριαλιστική επέμβαση η οποία εξυπηρετούσε μόνο τις επιδιώξεις ντόπιων και ξένων καπιταλιστικών δυνάμεων.

Έκτοτε, οι ιμπεριαλιστές και οι σύμμαχοι τους επανέλαβαν πολλές φορές παρόμοια προσχήματα – άλλοτε περί «ελευθερίας», περί «δημοκρατίας», περί «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» – για μια σειρά δολοφονικές επεμβάσεις (Ιράκ, Αφγανιστάν, Γιουγκοσλαβία, Λιβύη, Συρία, κλπ). Και είναι έτοιμοι να το επαναλάβουν ανά πάσα στιγμή στο μέλλον, θυσιάζοντας κι’ άλλους λαούς, προκειμένου να προωθήσουν τα συμφέροντα των μονοπωλιακών τους ομίλων.

Σήμερα, το παράδειγμα της Κορέας πρέπει να αποτελέσει πηγή συμπερασμάτων για τον ελληνικό λαό. Ιδιαίτερα σε μια περίοδο που τα σύννεφα ενός γενικευμένου πολέμου παραμένουν απειλητικά πάνω από τον ουρανό της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Σε μια περίοδο που, με ευθύνη των κυβερνήσεων ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, στο πλαίσιο της περίφημης «γεωστρατηγικής αναβάθμισης», η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε ένα απέραντο αμερικανονατοϊκό στρατόπεδο, με νατοϊκές βάσεις θανάτου να εκτείνονται από την Αλεξανδρούπολη ως την Σούδα.

Σε μια περίοδο που ο έλληνας υπουργός άμυνας, χωρίς ίχνος ντροπής αλλά με μπόλικο θράσος και κυνισμό, δίνει όρκους πίστης στους υπερατλαντικούς φονιάδες προοιωνίζοντας νέες «Κορέες»: «Η Ελλάδα στέκεται στο πλευρό των συμμάχων της (…) κυρίως στη συμμαχία με τις ΗΠΑ (…) πολεμήσαμε πλάι (…) οι άνδρες μας μάτωσαν δίπλα σε Αμερικανούς στρατιώτες στους πολέμους στους οποίους συμμετείχαμε (…) αυτό θα γίνει και στο μέλλον» (7).

Να μην ξεχάσουμε ποτέ το αμερικανοκίνητο μακελειό της Κορέας, τον κορεατικό λαό που σφαγιάστηκε από τους ιμπεριαλιστές, τα ελληνικά φέρετρα που γύρισαν στην πατρίδα. Και αυτό γιατί σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ άλλοτε, τίθεται επιτακτικά η ανάγκη να δυναμώσει η αντιιμπεριαλιστική πάλη, ο αγώνας ενάντια στις βάσεις και τα πυρηνικά, ενάντια στην συμμετοχή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ.

1. «Καθημερινή» 28/6/1950.
2. Ho J. Kang S. Pak Th. The US Imperialists started the Korean War, Foreign Languages Publishing House, Pyongyang, 1993.
3. «Πράβντα», 17/2/1951.
4. «Ελευθερία», 2/7/1950.
5. Ελευθερία», 5/7/1950.
6. «Το Εκστρατευτικόν Σώμα Της Ελλάδος Εις Κορέαν (1950-1955)», Διευθύνση Ιστορίας Στρατού, Αθήναι 1977.
7. Ομιλία Ν. Παναγιωτόπουλου στην έναρξη Συνεδρίου Χερσαίων Δυνάμεων στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, 7/11/2019.

Νίκος Μόττας Γεννήθηκε το 1984 στη Θεσσαλονίκη. Είναι υποψήφιος διδάκτορας (Phd) Πολιτικής Επιστήμης, Διεθνών Σχέσεων και Ιστορίας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Westminster του Λονδίνου και είναι κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων (Master of Arts) στις διπλωματικές σπουδές (Παρίσι) και στις διεθνείς διπλωματικές σχέσεις (Πανεπιστήμιο Τελ Αβίβ). Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε ελληνόφωνα και ξενόγλωσσα μέσα.