Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Για την οργάνωση της πάλης απέναντι στην κυβερνητική πολιτική στο χώρο της Εκπαίδευσης

Αμέσως μετά τις βουλευτικές εκλογές του Ιούλη, η κυβέρνηση της ΝΔ, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον ΣΥΡΙΖΑ, με «βήμα ταχύ» ξεδίπλωσε την αντιλαϊκή της πολιτική. Με τις νομοθετικές πρωτοβουλίες για την ψηφιακή διακυβέρνηση, το «επιτελικό κράτος», την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, τον «αναπτυξιακό» νόμο, το φορολογικό νομοσχέδιο κ.ά., επιχειρεί να διαμορφώσει το κατάλληλο περιβάλλον ώστε στη φάση της «αναιμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης» να ενισχυθεί η κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων. Η ίδια η πείρα αποδεικνύει πως είτε με τη «δίκαιη ανάπτυξη» του ΣΥΡΙΖΑ είτε «με την ανάπτυξη για όλους» της ΝΔ ο παρονομαστής για τους εργαζόμενους παραμένει ίδιος: Μνημόνια διαρκείας, ματωμένα πλεονάσματα μέχρι το 2060, φορολεηλασία, αδιοριστία, τσακισμένα δικαιώματα.
Μπροστά στην οργάνωση του αγώνα

Στο χώρο της Εκπαίδευσης, από την αρχή της σχολικής χρονιάς, τα σωματεία, οι Επιτροπές Αγώνα, οι συνδικαλιστές που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, πρωτοστατούν στην οργάνωση του αγώνα για όλα τα ζητήματα. Επιδιώκουμε, σταθερά, οι Σύλλογοι και οι ΕΛΜΕ, οι Επιτροπές Αγώνα των Αναπληρωτών να αναλάβουν την ευθύνη και την πρωτοβουλία στην οργάνωση της πάλης για κάθε μικρό και μεγάλο ζήτημα.

Ασφαλώς, δεν κρύβουμε τα χρόνια προβλήματα του κινήματος, την απομαζικοποίηση συλλογικών διαδικασιών. Το ερώτημα είναι τι κάνουμε, πώς αντιμετωπίζεται αυτή η κατάσταση. Και εδώ κρίνονται όλες οι δυνάμεις που δρουν στο κίνημα. Οχι στα λόγια αλλά στα έργα. Εδώ κρίνονται και τα σωματεία, οι Επιτροπές Αγώνα, οι συνδικαλιστές που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, στην Εκπαίδευση.

Από τη σύσκεψη συντονισμού δεκάδων εκπαιδευτικών σωματείων
Από τη σύσκεψη συντονισμού δεκάδων εκπαιδευτικών σωματείων

Σημαντικό σταθμό στην παραπάνω προσπάθεια αποτέλεσε η πανελλαδική σύσκεψη Συλλόγων, ΕΛΜΕ και Πρωτοβουλίας Αναπληρωτών στις 3/11 στο μεγάλο αμφιθέατρο του Παιδαγωγικού της Αθήνας. Στη σύσκεψη συμμετείχαν 39 σωματεία από όλη την Ελλάδα. Οσοι συνάδελφοι πήραν το λόγο, σε μια κυριολεκτικά πλούσια και ζωντανή κουβέντα, ανέδειξαν τη σημασία να συνεχιστούν τέτοιες πρωτοβουλίες. Είκοσι από τα σωματεία που συμμετείχαν στη σύσκεψη συνυπέγραψαν κοινό αγωνιστικό κάλεσμα για νέα κινητοποίηση στις 23/11 και κάλεσμα για νέα σύσκεψη αμέσως μετά, για κινητοποίηση στο υπουργείο Παιδείας στις 29/11 και συμμετοχή στο συλλαλητήριο για την Κοινωνική Ασφάλιση στις 30/11, μαζί με τις συνταξιουχικές οργανώσεις και τα υπόλοιπα συνδικάτα.

Εμπόδια από τις άλλες δυνάμεις

Είναι αξιοσημείωτη η στάση μιας σειράς συνδικαλιστικών δυνάμεων στα ΔΣ Συλλόγων και ΕΛΜΕ στην προσπάθεια προετοιμασίας της σύσκεψης στις 3/11. Οι δυνάμεις της πλειοψηφίας σε ΔΟΕ – ΟΛΜΕ (ΔΑΚΕ, ΔΗΣΥ, ΣΥΡΙΖΑ) επιδίωξαν – όχι με επιτυχία – να αποκλείσουν τη συμμετοχή σωματείων με το επιχείρημα ότι «η πρωτοβουλία δεν αποφασίστηκε από ΔΟΕ και ΟΛΜΕ» ή «να περιμένουμε πρώτα τις αποφάσεις των Ομοσπονδιών». Σε ορισμένες περιπτώσεις χαρακτήρισαν την πρωτοβουλία «κομματική – διασπαστική», ενώ σε πολλά σωματεία δεν μπήκαν καν στον κόπο να απαντήσουν. Απάντηση, φυσικά, επί της ουσίας δεν δόθηκε από τις δυνάμεις αυτές στην κοινή διαπίστωση πως «ΔΟΕ και ΟΛΜΕ από την αρχή της χρονιάς όχι απλά δεν κουνάνε το δαχτυλάκι τους για την οργάνωση της πάλης αλλά με τη στάση τους, π.χ. θέση υπέρ της αντιεκπαιδευτικής «αξιολόγησης», ανοιχτή υπονόμευση του αιτήματος για μονιμοποίηση όλων των αναπληρωτών κ.ά., στην ουσία βοηθούν την κυβέρνηση».

Ταυτόχρονα, στην πλειοψηφία των σωματείων οι «Παρεμβάσεις» καταψήφισαν τη σύσκεψη με σαθρά επιχειρήματα, όπως ότι «είναι κομματική, είναι όλα προαποφασισμένα, δεν υπάρχει ισότιμη αντιμετώπιση όλων των σωματείων» κ.ά. Παρά τα μεγάλα λόγια, στα οποία αρέσκονται οι εκπρόσωποί τους, για «οργάνωση από τα κάτω ενάντια στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία ΔΟΕ – ΟΛΜΕ – ΑΔΕΔΥ», η πραγματικότητα δείχνει ότι, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ειδικά όταν αναλαμβάνουν πρωτοβουλία τα σωματεία που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, ταυτίζονται με τις δυνάμεις του κυβερνητικού συνδικαλισμού.

Στις 23/11, ύστερα από τη συγκέντρωση στα Προπύλαια και την πορεία προς τη Βουλή πραγματοποιήθηκε νέα σύσκεψη Συλλόγων και ΕΛΜΕ, στην οποία συμμετείχαν 25 σωματεία. Στο πλαίσιο της συζήτησης που έγινε στη σύσκεψη, η οποία ήταν καλή και εμπλούτισε την πείρα που υπάρχει, έγινε προσπάθεια να διαμορφωθεί και ένας κοινός προγραμματισμός – κάλεσμα για συγκεκριμένες κινητοποιήσεις (29/11 στο υπουργείο Παιδείας, 30/11 για το Ασφαλιστικό κ.ά.) με βάση τις αποφάσεις των ίδιων των σωματείων.

Ορισμένα σωματεία που συμμετείχαν στη σύσκεψη, στα οποία πλειοψηφούν οι «Παρεμβάσεις», επιδίωξαν να μπουν στο κάλεσμα της σύσκεψης ξεχωριστή ώρα και ξεχωριστός τόπος για τις 30/11, μακριά και απέναντι από το μεγάλο συλλαλητήριο για το Ασφαλιστικό, στο οποίο καλούσαν η πλειοψηφία των συνταξιουχικών οργανώσεων και δεκάδες Ομοσπονδίες, Συνδικάτα και σωματεία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και είχε χιλιάδες κόσμο. Επιδίωξαν, χωρίς επιτυχία, μια σύσκεψη κοινής δράσης σωματείων να λειτουργήσει υπονομευτικά απέναντι σε μια κινητοποίηση των πιο ζωντανών και μαχητικών δυνάμεων στο κίνημα. Η τοποθέτηση που ακούστηκε από ορισμένους συνδικαλιστές των «Παρεμβάσεων», «να βγει ένα κάλεσμα που θα καλεί και στις δύο συγκεντρώσεις στα πλαίσια της αποτύπωσης όλων των απόψεων», δεν αντέχει στην κριτική. Το κάλεσμα προς τα σωματεία για κοινή δράση δεν είναι «μενού εστιατορίου» να διαλέγει ο καθένας ό,τι «τραβάει η όρεξή του». Η προσπάθεια που κάνουν ορισμένες ηγεσίες ώστε να ξεκοπούν οι Σύλλογοι και ΕΛΜΕ από το υπόλοιπο εργατικό κίνημα αδυνατίζει και δεν ενισχύει την κοινή πάλη απέναντι στην αντιλαϊκή πολιτική. Είναι θετικό ότι η συντριπτική πλειοψηφία των σωματείων, μέσα από τις αποφάσεις των ΔΣ και των Γενικών Συνελεύσεων, βρέθηκε μαζί με όλους τους εργαζόμενους στα Προπύλαια το Σάββατο 30/11.

Ολα τα παραπάνω δεν πρέπει να κατανοηθούν ως μια αντιπαράθεση για τις ώρες και τους τόπους των συγκεντρώσεων. Ποτέ δεν ήταν αυτό το κύριο ζήτημα. Φυσικά, προκαλεί αίσθηση το γεγονός ότι μια σειρά δυνάμεων που αποκαλούσαν το ΠΑΜΕ «σεχταριστικό» και ότι «διασπά το εργατικό κίνημα» επειδή δεν συμμετείχε στις συγκεντρώσεις υπέρ της «σκληρής διαπραγμάτευσης του ΣΥΡΙΖΑ», σήμερα επιλέγουν να βαδίζουν το μοναχικό τους δρόμο (άραγε προσμένοντας να συναντήσουν ποιον;) μακριά από εκεί που χτυπάει η καρδιά του αγώνα.

Τι κίνημα, με τι προσανατολισμό

Το βασικό ζήτημα είναι τι κίνημα, με τι περιεχόμενο διεκδικήσεων και τι προσανατολισμό χρειαζόμαστε σήμερα ώστε όχι μόνο να αποκρούσουμε τη νέα αντιλαϊκή επίθεση αλλά και να θέσουμε πιο επιθετικά στο προσκήνιο τις δικές μας ανάγκες στη μόρφωση, στη δουλειά και τη ζωή, έτσι όπως αυτές διαμορφώνονται στην εποχή μας. Κίνημα εκπαιδευτικών, λοιπόν, μαζί με όλη την εργατική τάξη, με ενότητα δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με κοινή δράση και συμμαχία με τα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα απέναντι σε κάθε αντιλαϊκή κυβέρνηση ή κίνημα που θα οριοθετεί τη δράση του στο πλαίσιο της εναλλαγής αστικών κομμάτων στην κυβέρνηση, κίνημα ντεκόρ στα αντιλαϊκά δίπολα; Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα.

Με βάση όλα τα παραπάνω, θα θέλαμε να τονίσουμε ορισμένα ζητήματα που, κατά τη γνώμη μας, έχουν ιδιαίτερη σημασία:

Χρειάζεται να κατανοείται από ολοένα και περισσότερους εκπαιδευτικούς, με βάση και την πείρα που διαθέτουν, ότι κάθε κυβέρνηση είναι χειρότερη από την προηγούμενη, αφού εφαρμόζει το σύνολο των νόμων που ήδη υπάρχουν και κάνει το επόμενο αντιλαϊκό βήμα. Με άλλα λόγια, «το κράτος έχει συνέχεια» και οι αλυσιδωτές συνέπειες της αντιλαϊκής πολιτικής στην Εκπαίδευση δημιουργούν ένα ολοένα και περισσότερο αντιδραστικό τοπίο.

Είναι απαραίτητο να δυναμώσει ακόμα περισσότερο το μέτωπο της αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση της ΝΔ, με όρους διεκδίκησης και οργάνωσης της πάλης για όλα τα ζητήματα. Να μην υπάρχει καμία αναμονή, κανένα μούδιασμα, καμία υπόκλιση στις αντικειμενικές δυσκολίες. Είναι κρίσιμο, για παράδειγμα, στο χώρο της Εκπαίδευσης να απαντηθούν με στοιχεία και συγκεκριμένες πρωτοβουλίες τα κυβερνητικά φληναφήματα περί «κανονικότητας» στα σχολεία. Να έρθουν στην επιφάνεια οι ελλείψεις που υπάρχουν σε εκπαιδευτικούς, τα προβλήματα των χιλιάδων αναπληρωτών, οι χιλιάδες περιπτώσεις συναδέλφων (μονίμων και αναπληρωτών) που αναγκάζονται να ζουν μακριά από τις οικογένειές τους χωρίς καμία ουσιαστική στήριξη. Χρειάζεται να δυναμώσει η αντιπαράθεση γύρω από ζητήματα που αφορούν στο ίδιο το περιεχόμενο της Εκπαίδευσης (π.χ. εξωραϊσμός του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ μέσα από διάφορα προγράμματα). Η αντιπαράθεση με το ιδεολογικό επίχρισμα που συνοδεύει την προώθηση των κυβερνητικών μέτρων (αριστεία, επιχειρηματικότητα, πλαστογράφηση της Ιστορίας βλ. ανακοίνωση υπουργού Παιδείας για 28η Οκτωβρίου). Να μην υπάρχει καμία ανοχή και να απαντηθεί με όρους κινήματος η κλιμάκωση της κρατικής καταστολής που συνοδεύει το πέρασμα της αντιλαϊκής πολιτικής. Χρειάζεται να προετοιμαστεί καλά το έδαφος ώστε οι εκπαιδευτικοί, μέσα από τους Συλλόγους και τις ΕΛΜΕ, να βρεθούν σε ετοιμότητα απέναντι στα διακηρυγμένα σχέδια της κυβέρνησης για την Εκπαίδευση συνολικά (π.χ. νόμος για την αξιολόγηση στα ΑΕΙ, νέος νόμος – πλαίσιο) αλλά και για την Πρωτοβάθμια/Δευτεροβάθμια ειδικά («αξιολόγηση» εκπαιδευτικών και σχολείων, επιλογές στελεχών, αλλαγές στις δομές, παραπέρα αυτονομία – κατηγοριοποίηση σχολείων κ.ά.). Για όλα αυτά χρειάζεται να μπούμε, και θα μπούμε, μπροστά. Εχουμε την εμπειρία και από το 2014 με την «αξιολόγηση» Μητσοτάκη, τότε που μέσα από τα σωματεία μας, συλλογικά, την στείλαμε στο καλάθι των αχρήστων. Χρειάζεται να φωτιστεί ακόμα καλύτερα το γεγονός ότι οι σχεδιασμοί της ΝΔ για την Παιδεία υπηρετούν μια συγκεκριμένη πολιτική και κατευθύνσεις, της ΕΕ, του ΟΟΣΑ, τις επιδιώξεις των επιχειρηματικών ομίλων που μέσα από την Εκπαίδευση στόχο έχουν την αύξηση των κερδών τους.

Θέλουν να μετατρέψουν το κίνημα σε νεροκουβαλητή αντιλαϊκών κυβερνήσεων

Στη βάση αυτή χρειάζεται να αποκαλύπτεται και ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ και ως κυβέρνησης πριν και ως αστικής αντιπολίτευσης σήμερα. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κυβερνήσει για 4,5 χρόνια. Δεν ισχύει το άλλοθι της άγνοιας ή της αναμονής για να φανερώσει την ταυτότητά του. Από αυτήν την άποψη, δεν μας βρίσκουν σύμφωνους μια σειρά τοποθετήσεων που παρουσιάζουν την πολιτική της ΝΔ ως «το σημείο μηδέν για την Παιδεία» ή μια επιχειρηματολογία πως με αυτά που έρχονται «γυρίζουμε πίσω στο 1950» που ακούγεται από συνδικαλιστές του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και των «Παρεμβάσεων». Τα συγκεκριμένα μέτρα της ΝΔ όχι απλά δεν είναι «επιστροφή στο παρελθόν», αλλά αποτελούν βήματα προσαρμογής της Εκπαίδευσης σε πολιτικές που εδώ και χρόνια υλοποιούνται σε άλλες χώρες της ΕΕ. Είναι επικίνδυνη παγίδα για τους εργαζόμενους στην Εκπαίδευση η θέση που διατυπώνουν οι συνδικαλιστές του ΣΥΡΙΖΑ πως «τώρα πρέπει να υπερασπιστούμε τις κατακτήσεις που είχαμε με την προηγούμενη κυβέρνηση». Τέτοιες τοποθετήσεις είναι μακριά και έξω από την πραγματικότητα. Μετατρέπουν το συνδικαλιστικό κίνημα σε νεροκουβαλητή αντιλαϊκών κυβερνήσεων. Η πραγματικότητα είναι πως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ παρέδωσε πραγματικά «ελεύθερο πεδίο» στη ΝΔ για να κλιμακώσει την επίθεση και στα ζητήματα της Εκπαίδευσης.

Αναφέρουμε κάποια παραδείγματα:

  • Η «αξιολόγηση» στην Εκπαίδευση δεν καταργήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως ορισμένοι υποστηρίζουν. Καταργήθηκε το πλαίσιο των προηγούμενων κυβερνήσεων για την Εκπαίδευση (ΠΔ 152) και αντικαταστάθηκε με το νέο πλαίσιο του Ν.4547/18 για την «αξιολόγηση» των στελεχών και την αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας. Διατηρήθηκε σε ισχύ και ενισχύθηκε όλο το νομοθετικό πλαίσιο που συνδέει την «αξιολόγηση» με το μισθό και με την απόλυση (βλ. ν. Βερναρδάκη, Δημοσιοϋπαλληλικός Κώδικας). Η έκθεση της Κομισιόν για την Εκπαίδευση στην Ελλάδα (2019), μάλιστα, εκθειάζει το νέο νομοθετικό πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ για την «αξιολόγηση» γιατί συμβάλλει στην «δημιουργία κουλτούρας αξιολόγησης στους εκπαιδευτικούς». Αλλωστε, η λεγόμενη αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας δεν έχει σκοπό να λύσει τα υπαρκτά προβλήματα της Εκπαίδευσης. Στόχο έχει να στρέψει τον προβολέα του κράτους στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς, στους γονείς και τους μαθητές που δεν είναι αρκετά «ευέλικτοι» και «προσαρμοστικοί» σε ένα σχολείο με τεράστιες ελλείψεις και κενά. Η κρατική ευθύνη φεύγει από το κάδρο. Με βάση όλα αυτά δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η ΝΔ «έχει βάλει αέρα στα πανιά της» από τη στάση της προηγούμενης κυβέρνησης με χαρακτηριστικές τις δηλώσεις του νέου προέδρου του ΙΕΠ, κ. Αντωνίου, για την «αξιολόγηση» ως «οξυγόνο της Εκπαίδευσης».
  • Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ άνοιξε το δρόμο για το χτύπημα του συνδικαλιστικού κινήματος και την ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης (βλ. νόμος Αχτσιόγλου για 50% + 1 κ.ά.). Δεν χρειάζεται καν να πάμε πίσω στο 1954, όπως μας λένε ορισμένοι αρθρογράφοι (βλ. Κάτσικας στην ΕΦΣΥΝ), για να βρούμε παραδείγματα χτυπήματος του απεργιακού δικαιώματος στο Δημόσιο. Η απεργοσπαστική τροπολογία της Γεροβασίλη του ΣΥΡΙΖΑ ήταν που απαγόρευε την εκλογή σε θέση ευθύνης σε όσους εργαζόμενους συμμετείχαν στην απεργία – αποχή από την «αξιολόγηση» των Ομοσπονδιών και της ΑΔΕΔΥ.
  • Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ο υπουργός Παιδείας Κ. Γαβρόγλου δεν δίστασαν να ψηφίσουν τον νόμο σφαγείο 4589/19 για τους διορισμούς και τις προσλήψεις αναπληρωτών. Ενα νόμο που έχει καταδικαστεί στη συνείδηση χιλιάδων εκπαιδευτικών γιατί απαξιώνει την προϋπηρεσία και τις σπουδές χιλιάδων συναδέλφων και εισάγει την πλήρη εμπορευματοποίηση στην Παιδεία, μέσα από ένα αέναο κυνηγητό προσόντων και πιστοποιήσεων. Η ΝΔ δηλώνει σε όλους τους τόνους πως θα διατηρήσει σε ισχύ το νόμο του ΣΥΡΙΖΑ.
  • Μητσοτάκης και Τσίπρας μέσα από το βήμα της περσινής Γενικής Συνέλευσης του ΣΕΒ συμφώνησαν στην ανάγκη σύνδεσης του σχολείου με την αγορά και τις επιχειρήσεις.
  • Το πόρισμα της Επιτροπής Διαλόγου του ΣΥΡΙΖΑ για την Παιδεία (επιτροπή Λιάκου) ήταν αυτό που έβγαζε το συμπέρασμα για την αναγκαιότητα παραπέρα αυτονομίας των σχολείων. Σε τέτοια πορίσματα πατάει και η σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ για να προωθήσει την παραπέρα κατηγοριοποίηση των σχολείων.
  • Η διαμόρφωση ενός πιο επιτελικού κράτους και μιας εκπαιδευτικής διοίκησης που θα μπορεί πιο αποτελεσματικά να προωθεί τις αντιεκπαιδευτικές πολιτικές υπηρετήθηκε πιστά και από τον ΣΥΡΙΖΑ (βλέπε νόμος για νέες δομές, ΠΕΚΕΣ, Συντονιστές κ.ά.) και από την ΝΔ (πρόταση για επαναφορά Σχολικών Συμβούλων).
  • Η ΝΔ διατηρεί σε πλήρη ισχύ το νόμο ΣΥΡΙΖΑ (Γαβρόγλου) για το Λύκειο – εξεταστικό κέντρο που απαξιώνει την όποια Γενική Παιδεία έχει απομείνει και μετατρέπει το Λύκειο σε αποκλειστικό προθάλαμο για τα πανεπιστήμια. Σε αυτό το έδαφος, η ΝΔ μάλιστα προετοιμάζει το ακόμα πιο αποκρουστικό «μακιγιάρισμα» του νόμου με την επαναφορά της τράπεζας θεμάτων, την καθιέρωση του «εθνικού απολυτηρίου» κ.ά.
  • Ακόμα και για τη δίχρονη υποχρεωτική Προσχολική Αγωγή η ΝΔ συνεχίζει στο δρόμο του ΣΥΡΙΖΑ, με την εφαρμογή της χωρίς δαπάνη για το κράτος, χωρίς υποδομές και προσλήψεις προσωπικού, με όρους υποβάθμισης για τα παιδιά και τις νηπιαγωγούς. Η ΝΔ στην αρχή της σχολικής χρονιάς εξαίρεσε ακόμα 13 δήμους από την εφαρμογή της δίχρονης.
  • Ούτε καν η καταστολή είναι προνόμιο της «δεξιάς». Ακόμα τα κεφάλια και οι πλάτες των εκπαιδευτικών είναι ζεστά από τα ΣΥΡΙΖΑίικα γκλοπ και τα χημικά με τα οποία μας «φιλοδώρησε» και η προηγούμενη κυβέρνηση στις μεγάλες απεργίες, το Γενάρη του 2019, ενάντια στο νόμο Γαβρόγλου για τους αναπληρωτές.

ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ αντιγράφουν από το ίδιο αντιλαϊκό λυσάρι

Τα παραδείγματα είναι πολλά και αποδεικτικά. Η ίδια η πραγματικότητα μας δείχνει ότι ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ αντιγράφουν από το ίδιο αντιλαϊκό «λυσάρι» και σε τελική ανάλυση υπηρετούν τις ίδιες στοχεύσεις και στον τομέα της Παιδείας. Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι θεωρητικό. Το σταθερό μέτωπο απέναντι στις πραγματικές αιτίες και τις πολιτικές που δημιουργούν τα μεγάλα προβλήματα στην Εκπαίδευση, όπως και στα κόμματα που στηρίζουν τη σημερινή κατάσταση, αποτελεί βασική προϋπόθεση για να υπάρχουν συνέχεια, αντοχή και προοπτική στην πάλη μας. Για να αποφεύγουμε τις παγίδες και τον εγκλωβισμό.

Ορος και προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα και την προοπτική της πάλης είναι η χειραφέτηση των ίδιων των σωματείων από τη λογική του κυβερνητικού συνδικαλισμού, από το κράτος, τη διοίκηση και τη λογική της ουράς των αστικών κομμάτων. Η κοινή πλεύση στα βασικά ζητήματα και στην Εκπαίδευση της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαιώνεται και από τη στάση των συνδικαλιστικών δυνάμεων της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ σε ΔΟΕ και ΟΛΜΕ, σε ΣΕΠΕ και ΕΛΜΕ. Οι παρατάξεις της ΔΑΚΕ και των ΣΥΝΕΚ/ΕΡΑ/ΑΕΕΚΕ μαζί με τη ΔΗΣΥ κυριολεκτικά ψηφίζουν τα πάντα από κοινού. Ολοι μαζί διαμόρφωσαν θέση υπέρ μιας «καλής, μη τιμωρητικής αξιολόγησης». Ολοι μαζί πολεμούν το αίτημα για μονιμοποίηση των αναπληρωτών. Ολοι μαζί υπονομεύουν κάθε προσπάθεια οργάνωσης του αγώνα, καλλιεργώντας την απογοήτευση μέσα στον κλάδο. Ολοι μαζί δίνουν την πολύτιμη «ανοχή» που χρειάζεται και η σημερινή κυβέρνηση στην πολιτική της. Εχουν επιλέξει το ρόλο του «κοινωνικού εταίρου» και όχι του οργανωτή της πάλης.

Με βάση όλα τα παραπάνω είναι κρίσιμο να δυναμώσει η προσπάθεια οργάνωσης της πάλης το επόμενο διάστημα. Χρειάζεται ακόμα πιο αποφασιστικά να ηγηθούν οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ. Χρειάζεται να γίνουν άμεσα βήματα στην αλλαγή της κατάστασης στα σωματεία. Να γίνει κριτήριο ψήφου για τους χιλιάδες συναδέλφους η στάση κάθε δύναμης και στην προσπάθεια οργάνωσης της πάλης αλλά και στο περιεχόμενο που επιδιώκει να δώσει μέσα στο κίνημα.

Στην προσπάθεια αυτή θα φαίνονται οι φίλοι και οι εχθροί, θα διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις να βρισκόμαστε στον αγώνα με νέες δυνάμεις, με συναδέλφους και συνδικαλιστές που νιώθουν ότι κάτι πρέπει να αλλάξει στον κλάδο.

 

Πηγή |> Ριζοσπάστης <|  Σπύρος ΜΑΡΙΝΗΣ
Μέλος του ΔΣ της ΔΟΕ, εκλεγμένος με την «Αγωνιστική Συσπείρωση Εκπαιδευτικών»