Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Για την ψήφο των αποδήμων και τη θέση του ΚΚΕ – Απαντήσεις σε όλα τα προκύπτοντα ζητήματα

Αποσπάσματα από την ομιλία του Γ. Γκιόκα, μέλους της ΚΕ και βουλευτή του ΚΚΕ, στην Επιτροπή της Βουλής για τη Συνταγματική Αναθεώρηση με θέμα την αναθεώρηση του άρθρου 54, στις 30/10

Το ΚΚΕ από την πρώτη στιγμή αντιμετώπισε το θέμα της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού χωρίς μικροκομματικές σκοπιμότητες, χωρίς τακτικισμούς, χωρίς να μετράει «κουκιά» και με στόχο την εξεύρεση μίας λύσης που θα διευκολύνει τους Ελληνες που εργάζονται ή σπουδάζουν στο εξωτερικό, που έχουν δεσμούς με τη χώρα και πιθανόν την ελπίδα επιστροφής τους σ’ αυτήν, να ασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα από τον τόπο διαμονής τους.

Από την άλλη μεριά, αυτή η λύση θα πρέπει να αποτρέπει την αλλοίωση του εκλογικού σώματος με ψηφοφόρους που ενδεχομένως δεν έχουν γνώση της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας, δεν έχουν πραγματικούς και ουσιαστικούς δεσμούς με τη χώρα και, κυρίως, δεν υφίστανται τις συνέπειες των όποιων πολιτικών τους επιλογών. Μιλάμε, δηλαδή, για ανθρώπους που λόγω της μακρόχρονης διαμονής τους στο εξωτερικό – οι περισσότεροι μπορεί να έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό και να είναι απόγονοι παλιών μεταναστών – έχουν αντικειμενικά ενσωματωθεί στις κοινωνίες αυτών των χωρών, έχουν συνδέσει τη ζωή και το μέλλον τους με αυτές τις κοινωνίες και, το πιο σημαντικό, διαμορφώνουν πολιτική συνείδηση και κριτήριο με βάση τις εξελίξεις, το συσχετισμό, την κατάσταση του κινήματος, τα πολιτικά τεκταινόμενα σε αυτές τις χώρες.

Οι τρεις βασικοί άξονες στην πρόταση του ΚΚΕ

H πρόταση του ΚΚΕ έχει τρεις βασικούς άξονες, προκειμένου να ασκείται το εκλογικό δικαίωμα στον τόπο διαμονής.

Ο πρώτος άξονας είναι η ύπαρξη πραγματικών οικονομικών και κοινωνικών δεσμών με την Ελλάδα, όπως φορολογικών υποχρεώσεων, και όχι απλά ενός «ψυχικού» δεσμού. Αλλωστε, στον πυρήνα ακόμα και της αστικής αντίληψης για την τυπική ισότητα του δικαιώματος της ψήφου βρίσκεται η συσχέτιση του δικαιώματος του εκλέγειν στις βουλευτικές εκλογές, από τη μία, και της ύπαρξης υποχρεώσεων, από την άλλη, δηλαδή το να υφίσταται κανείς και τις συνέπειες από την όποια πολιτική του επιλογή.

Ο δεύτερος άξονας είναι η ύπαρξη ενός ανώτατου χρόνου απουσίας από τη χώρα. Είχαμε προτείνει ενδεικτικά τα τριάντα χρόνια. Επειδή, όμως, όπως φάνηκε στη συνέχεια, αυτή η προϋπόθεση είχε δυσχέρειες πιστοποίησης, προτείναμε να μπορεί να πιστοποιείται η παρουσία στη χώρα, η οποία θα μπορούσε να είναι δύο χρόνια συνολικής παρουσίας τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια.

Οι δυσκολίες στην πιστοποίηση του χρόνου απουσίας οφείλονται στο γεγονός ότι το ελληνικό κράτος δεν είχε διαμορφώσει ποτέ στοιχεία καταγραφής του πόσοι Ελληνες ζουν στο εξωτερικό και σε ποιον χρόνο έφυγαν αυτοί οι άνθρωποι.

Αυτό το κριτήριο, που θέτουμε, καλύπτει όσους έφυγαν τα χρόνια της κρίσης και των μνημονίων, για την ακρίβεια όσους έδιωξαν οι πολιτικές των κυβερνήσεων τα χρόνια της κρίσης και των μνημονίων. Γιατί η μετανάστευση, όπως και η προσφυγιά, δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Και το ζήτημα της ψήφου δεν μπορεί και δεν πρέπει να λειτουργήσει ως «πλυντήριο» ευθυνών για εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις που συνέβαλαν στο διωγμό αυτών των ανθρώπων. Οπως, επίσης, τα προβλήματα που συναντούν οι μετανάστες εργαζόμενοι στις άλλες καπιταλιστικές χώρες δεν είναι διαφορετικά από αυτά που αντιμετωπίζουν στην Ελλάδα, μιας και η στρατηγική επίθεσης στα δικαιώματα των εργαζομένων είναι ενιαία για όλες τις χώρες.

Ο τρίτος άξονας της πρότασής μας είναι η αυτοπρόσωπη παρουσία σε εκλογικά τμήματα του εξωτερικού, που εγγυάται τη μυστικότητα και την εγκυρότητα της ψήφου, αλλά κυρίως εγγυάται την ουσιαστική πολιτική συμμετοχή σε μία εκλογική διαδικασία, σε αντίθεση με όλες αυτές τις θεωρίες της e-democracy, ηλεκτρονικής ή ψηφιακής δημοκρατίας, που είναι πολύ της μόδας τώρα τελευταία.

Τέλος, τονίσαμε την ανάγκη τα κριτήρια αυτά να θωρακιστούν συνταγματικά και φυσικά να ισχύουν για όλους όσοι θέλουν να ενταχθούν στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους του εξωτερικού, χωρίς τη διάκριση σε παλιούς εγγεγραμμένους και σε όσους πρόκειται να εγγραφούν στο μέλλον.

Επιλεκτική η επίκληση στην «ισοτιμία της ψήφου»

Επίσης, υπάρχει ένα γενικότερο ζήτημα που τέθηκε αυτό το διάστημα στη συζήτηση για την ψήφο των αποδήμων. Ποιο είναι αυτό; Η επίκληση της «ισοτιμίας της ψήφου», δηλαδή ότι πρέπει να θεσπιστεί η ψήφος των αποδήμων γιατί αυτό επιβάλλει η ισοτιμία. Μόνο που και αυτή η επίκληση γίνεται επιλεκτικά. Γιατί ούτε σήμερα υπάρχει ισοτιμία της ψήφου, έστω και με την τυπική της έννοια – γιατί ουσιαστικά δεν υπάρχει ούτως ή άλλως στο πλαίσιο ενός εκμεταλλευτικού συστήματος – όταν υπάρχουν πλαφόν και μπόνους στον εκλογικό νόμο.

Οι προτάσεις που έγιναν και από τη ΝΔ αλλά και από τον ΣΥΡΙΖΑ, στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης, συντηρούν αυτήν την ανισοτιμία. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, αν και μιλάει στο όνομα της απλής αναλογικής, δεν αποκλείει ούτε το πλαφόν, που το επιτρέπει να υφίσταται, ούτε όμως το μπόνους. Γιατί λέει ότι μπορεί η κατανομή των εδρών να αποκλίνει μέχρι 10% από το αποτέλεσμα των εκλογών.

Αρα, δεν μπορεί να υπάρχει ισοτιμία της ψήφου ούτε καν τυπική, όταν υπάρχουν στον εκλογικό νόμο αυτού του είδους οι προϋποθέσεις. Εμείς υποστηρίζουμε σταθερά την απλή και ανόθευτη αναλογική, που είναι ασυμβίβαστη με την οποιαδήποτε ύπαρξη μπόνους και πλαφόν.

Κριτήρια για τη διευκόλυνση της ψήφου των αποδήμων και όχι τον περιορισμό της

Ποια δεδομένα πήραμε υπόψη μας για τη διαμόρφωση της πρότασής μας, που είναι καθαρή, ολοκληρωμένη και συνεκτική;

Καταρχήν, πήραμε υπόψη μας το γεγονός – κάτι το οποίο κανένα άλλο κόμμα δεν θίγει – ότι στο ελληνικό Δίκαιο ιθαγένειας κυριαρχεί, ακόμη και σήμερα, παρά τις αλλαγές που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, το αναχρονιστικό «δίκαιο του αίματος», το οποίο έχει ως αποτέλεσμα όσοι έχουν ελληνική καταγωγή – αρκεί από τον έναν πρόγονο – να μπορούν να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια.

Σημαίνει, δηλαδή, ότι μπορούν να αποκτήσουν πολύ εύκολα την ελληνική ιθαγένεια πολίτες άλλων χωρών, αρκεί να αποδείξουν ότι έχουν έστω έναν μακρινό πρόγονο από την Ελλάδα. Αυτή η κτήση της ιθαγένειας συνεπάγεται αυτόματα και την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους και άρα το δικαίωμα της ψήφου.

Αυτό που έλεγε η κυβέρνηση – και άλλα κόμματα, όπως το ΠΑΣΟΚ και το ΜέΡΑ25 – ότι η ρύθμιση για τους απόδημους αφορά έναν περιορισμένο αριθμό, που είναι ήδη εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους, είναι η μισή αλήθεια. Και η μισή αλήθεια πολλές φορές είναι ένα ολόκληρο ψέμα.

Γιατί παραγνωρίζει συνειδητά ότι με βάση το ισχύον Δίκαιο της ιθαγένειας, υπάρχει δυνητικά το ενδεχόμενο να εγγραφούν στους εκλογικούς καταλόγους, να αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου και άρα δυνατότητα παρέμβασης στις πολιτικές εξελίξεις, πολλές χιλιάδες ακόμη άνθρωποι που αν και κατάγονται από την Ελλάδα, αν και αγαπούν την Ελλάδα – δεν το αμφισβητεί κανένας αυτό – εντούτοις, δεν γνωρίζουν την ελληνική πολιτική πραγματικότητα, δεν έχουν δεσμούς, δεν διαμορφώνουν κριτήριο και συνείδηση με βάση αυτήν την πραγματικότητα, αλλά με βάση την πραγματικότητα στις κοινωνίες που ζουν. Αυτοί οι άνθρωποι αντικειμενικά είναι και πιο ευάλωτοι σε μηχανισμούς, λόμπι κ.λπ. που μπορεί να δράσουν για τη χειραγώγησή τους. Αλλωστε, η λεγόμενη «Ομογένεια» δεν είναι κάτι ενιαίο. Και εκεί υπάρχει έντονη ταξική διαφοροποίηση.

Για να αποφευχθεί, λοιπόν, αυτό το ενδεχόμενο πρέπει να μπουν ορισμένα κριτήρια για τη διευκόλυνση της ψήφου από τον τόπο διαμονής.

Και εδώ ερχόμαστε στο δεύτερο δεδομένο, που πήραμε υπόψη μας για τη διαμόρφωση της πρότασής μας. Ποιο είναι αυτό το δεδομένο; Είναι η διεθνής πρακτική.

Υπάρχουν χώρες, όπως η Γερμανία, η Μεγάλη Βρετανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, που θέτουν στη νομοθεσία τους τέτοιες προϋποθέσεις για την ψήφο των δικών τους αποδήμων από τις χώρες διαμονής τους, ενώ άλλες χώρες, όπως η Ιρλανδία και το Ισραήλ, για ευνόητους λόγους, την απαγορεύουν εντελώς.

Ορισμένοι, συνεπώς, αρθρογράφοι, δημοσιολογούντες κ.λπ., που εκφράζουν την έκπληξή τους για το ότι η Ελλάδα είναι από τα ελάχιστα κράτη που δεν έχουν θεσπίσει την ψήφο των αποδήμων και επιτίθενται στο ΚΚΕ για τα κριτήρια που θέτει, αποσιωπούν ότι όσα κράτη το έχουν κάνει, έχουν εισαγάγει πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Αυτές οι προτάσεις δεν συνιστούν ούτε περιορισμό ούτε απώλεια του εκλογικού δικαιώματος. Οσοι δεν έχουν τις προϋποθέσεις για να ενταχθούν σε αυτούς τους καταλόγους δεν σημαίνει ότι χάνουν το δικαίωμα ψήφου. Είναι προϋποθέσεις άσκησης του εκλογικού δικαιώματος, μέσω της ένταξης στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους του εξωτερικού.

Η πρόταση του ΚΚΕ βρισκόταν στον αντίποδα του κοινού – ουσιαστικά – σχεδίου της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ, της Ελληνικής Λύσης και του ΜέΡΑ25. Μάλιστα, ο Γ. Βαρουφάκης άσκησε κριτική στη Νέα Δημοκρατία, λέγοντας ότι «υπαναχώρησε από τις αρχικές της θέσεις και δεν δίνει ψήφο σε όλους όσοι είναι εγγεγραμμένοι». Διαφοροποιούνταν όμως και από την αντίστοιχη του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί άνοιγε μία επικίνδυνη κερκόπορτα, καθώς επέτρεπε την άσκηση του δικαιώματος ψήφου με βάση το απεριόριστο «δίκαιο του αίματος», έστω κι αν αυτό γίνεται αρχικά για έναν περιορισμένο αριθμό βουλευτών και χωρίς την προσμέτρηση στον γενικό εκλογικό συσχετισμό, κάτι το οποίο μπορεί όμως κάλλιστα να αλλάξει στο μέλλον.

Σε κάθε περίπτωση, η τελική στάση του ΚΚΕ θα διαμορφωθεί με την κατάθεση του νομοσχεδίου της κυβέρνησης και εφόσον φυσικά αυτές οι προτάσεις θωρακιστούν και συνταγματικά.