• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Για τη «σχολική βία και τον εκφοβισμό» και το «Παρατηρητήριο» του Υπουργείου Παιδείας

Συνεχίζουμε το αφιέρωμα στο φαινόμενο της ενδοσχολικής βίας, με αναδημοσίευση από το έντυπο περιοδικό «Θέματα Παιδείας» του άρθρου «Για τη ‘’σχολική βία και τον εκφοβισμό’’ και το ‘’Παρατηρητήριο’’ του Υπουργείου Παιδείας» του Κώστα Σιδηρόπουλου

Το τελευταίο διάστημα το Υπουργείο Παιδείας επαναφέρει στα σχολεία το ζήτημα της “σχολικής βίας”. Μετά τον ορισμό της 6ης Μάρτη ως «Πανελλήνιας Ημέρας Κατά της Βίας στο Σχολείο», έρχεται τώρα να ολοκληρώσει το στήσιμο του «Παρατηρητηρίου για την πρόληψη της Σχολικής Βίας και του Εκφοβισμού». Ενός “Παρατηρητηρίου” που συνδέεται με το αντίστοιχο «Δίκτυο Βίας και Εκφοβισμού» σε επίπεδο Ε.Ε. Η προοπτική είναι να υπάρξει ένα αντίστοιχο “Παρατηρητήριο” σε κάθε Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης, σε κάθε Νομό και κατ’ επέκταση σε κάθε σχολείο. Έτσι καλεί την κάθε σχολική μονάδα να ορίσει έναν υπεύθυνο “σχολικής βίας”.

Οι αρμοδιότητες του υπεύθυνου (προς το παρόν) είναι να καταγράφει όλα τα περιστατικά «βίας» στο σχολείο και να τα στέλνει στην αντίστοιχη Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης. Επί πλέον κάθε σχολείο καλείται να οργανώνει ενδοσχολικές δράσεις «για την αντιμετώπιση της βίας» σε συνεργασία με τους γονείς, με Σωματεία Εκπαιδευτικών, με το Δήμο και την Περιφέρεια, με ΜΚΟ και διάφορους φορείς (βλ. ΕΨΥΠΕ, Χαμόγελο του παιδιού, Συνήγορος του παιδιού κ.ά.), με την εκκλησία, ακόμα και με την αστυνομία. Πιθανόν αργότερα και με επιχειρηματικούς ομίλους.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ενεργό ρόλο παίζουν και τα αστικά ΜΜΕ: από τη μία ως φορείς δυνάμει υλοποίησης προγραμμάτων. από την άλλη, όλη αυτή την περίοδο, συντονισμένα, κατακλύζοντας τα τηλεοπτικά προγράμματα από εκπομπές, ρεπορτάζ, ντοκιμαντέρ, ειδήσεις, ακόμα και σίριαλ, τα οποία προβάλλουν ως ζήτημα αιχμής τη λεγόμενη «ενδοσχολική βία».

Το συγκεκριμένο ζήτημα όμως, και ειδικά στην περίοδο που έρχεται, δεν μπορεί παρά να γεμίζει με ερωτηματικά τον κάθε εκπαιδευτικό, τον κάθε γονιό και μαθητή, και γενικότερα τον κάθε εργαζόμενο. Είναι δυνατόν ένα υπουργείο μιας αστικής κυβέρνησης που γονατίζει τους εργαζόμενους και τις λαϊκές οικογένειες με τα απανωτά αντιλαϊκά μέτρα να άρχισε να ενδιαφέρεται για την ψυχική και σωματική υγεία των μαθητών, ή κάτι άλλο κρύβεται από πίσω;

Εξετάζοντας το ζήτημα βήμα-βήμα, πρέπει να απαντήσουμε πρώτα απ’ όλα σε δύο ερωτήματα:

  1. Υπάρχει πραγματικά έξαρση της «βίας» και της επιθετικότητας μεταξύ των μαθητών; Στις παρουσιάσεις που γίνονται από τους Διευθυντές Εκπαίδευσης και τους Σχολικούς Συμβούλους δεν παρουσιάζονται επιστημονικά, έγκυρα και αξιόπιστα στοιχεία που να αποδεικνύουν την έξαρση του φαινομένου. Όλη η συζήτηση στηρίζεται στη λογική της «πρόληψης» (μιας και οι ίδιοι οι εισηγητές αναφέρουν ότι στην Ελλάδα δε φαίνεται να υπάρχει πρόβλημα «βίας» στα σχολεία), σε εικασίες, σε στοιχεία της Ε.Ε., του ΟΟΣΑ και των ΗΠΑ, καθώς και σε μια – δυο έρευνες (αμφιβόλου αξιοπιστίας και εγκυρότητας) που αναπαράγονται από τα ΜΜΕ ξανά και ξανά. Οι συγκεκριμένες έρευνες έχουν καταλήξει ότι το 10% των μαθητών είναι «θύματα» και το 5% «θύτες».
  2. Τι εννοούν με τον όρο «σχολική βία»; Ο πιο συνηθισμένος ορισμός που δίνεται στα διάφορα σεμινάρια αναφέρει ότι: «σχολική βία είναι μία κατάσταση κατά την οποία ασκείται εσκεμμένη, απρόκλητη, συστηματική και επαναλαμβανόμενη επιθετική συμπεριφορά με σκοπό την επιβολή, την καταδυνάστευση και την πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου σε μαθητές από συμμαθητές τους, εντός και εκτός σχολείου.». Σ’ αυτόν τον ορισμό και μόνο η λέξη «απρόκλητη» (μ’ άλλα λόγια «αναίτια», αν περιοριζόμαστε εντός των τειχών του σχολείου) αρκεί για να καταλάβουμε πόσο αντιεπιστημονικός είναι ο ορισμός που χρησιμοποιείται. Είναι γνωστό ότι κάθε φαινόμενο στη φύση και στην κοινωνία έχει τις αιτίες του και έτσι και τα αποτελέσματά του. Δεν μπορεί να υπάρχουν μόνο αποτελέσματα. Όποιος αναζητάει λύση σε ένα πρόβλημα χωρίς να επικεντρώνεται στις πραγματικές αιτίες, προφανώς και δεν πρόκειται να το λύσει ποτέ. Ή δε θέλει να το λύσει.

Επί πλέον ο παραπάνω ορισμός “χωράει τα πάντα”. Έτσι “βία” μπορεί να θεωρηθεί σχεδόν κάθε συμπεριφορά των μαθητών. Αυτό γίνεται πιο κατανοητό στην πράξη, αν δούμε τη «φόρμα καταγραφής περιστατικών» της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας, την οποία καλούνται να συμπληρώνουν τα σχολεία. Σ’ αυτή τη φόρμα υπάρχουν 9 πεδία – 9 είδη «σχολικής βίας»: ρατσιστικά σχόλια, σεξιστικά σχόλια, παρενόχληση, παρεμπόδιση, συκοφάντηση, γελοιοποίηση, εκφοβισμός, εκβιασμός, cyber bulling. Με λίγα λόγια «σχολική βία» (αν η φόρμα συμπληρώνεται με το γράμμα του νόμου) μπορεί να θεωρηθεί το περιστατικό όπου ένας μαθητής ρίχνει το μολύβι του συμμαθητή του στο πάτωμα (μιας και αυτό είναι «παρενόχληση»), αλλά ακόμα μπορεί να θεωρηθεί και μία κινητοποίηση των μαθητών ή η συμμετοχή τους σε μία απεργία (μιας και αυτό μπορεί να χαραχτηριστεί και «παρενόχληση» και «παρεμπόδιση» και «εκφοβισμός»). Άλλωστε τους ίδιους προσδιορισμούς χρησιμοποιούν τα δικαστήρια για τους εργάτες που απεργούν και διαδηλώνουν.

11

Σ’ όλη αυτή την κουβέντα υπάρχει και ο αντίλογος, που προκύπτει μέσα από την ίδια την καθημερινότητα. Πολλοί εκπαιδευτικοί και γονείς εντοπίζουν αύξηση στην επιθετικότητα των παιδιών ή περιστατικά συγκρούσεων μεταξύ των μαθητών. Τι συμβαίνει σ’ αυτή την περίπτωση; Μήπως το Υπουργείο έχει δίκιο; Θα μπορούσαμε να απαντήσουμε λέγοντας απλώς ότι πάντα υπήρχε αυξημένη επιθετικότητα των μαθητών. Μήπως πριν από μερικές δεκαετίες, και ειδικά στην επαρχία, οι σημερινοί ενήλικες δεν έπαιζαν πετροπόλεμο σε καθημερινή βάση, δε σημάδευαν με τη σφεντόνα τους πουλιά και ποντίκια, δεν έβαζαν ακόμα και φωτιά σε γάτες ή σε βατράχια; Αν τότε καταγράφονταν αυτά τα περιστατικά, σίγουρα η «σχολική βία» θα είχε χτυπήσει κόκκινο. Μήπως όλοι αυτοί οι τότε μαθητές είναι σήμερα εγκληματίες;

Η πραγματικότητα βέβαια μας δείχνει και κάτι άλλο που δε βρίσκεται απλώς στο εξωτερικό περίβλημα του φαινομένου. Σ’ ένα βαθμό πιθανώς να υπάρχει αύξηση της επιθετικότητας των νέων. Όμως εκεί που πρέπει να εστιάσουμε είναι στις νέες μορφές που αποχτάει στις μέρες μας η επιθετικότητα και οι πραγματικές αιτίες της, χωρίς να μεγαλοποιούμε καταστάσεις που οι μαθητές και οι ενήλικες μπορούν και ξέρουν να τις λύνουν από μόνοι τους χωρίς παρεμβάσεις.

Είναι γεγονός ότι υπάρχουν νέες μορφές παρενόχλησης, επικίνδυνες πολλές φορές, όπως είναι αυτές μέσω του διαδικτύου και των λεγόμενων μέσων κοινωνικής δικτύωσης (facebook, twiter κτλ.). Όμως εδώ πρέπει να θυμηθούμε ποιοι είναι αυτοί που προβάλλουν αυτόν τον τρόπο επικοινωνίας στους νέους και ποιοι κρύβονται πίσω από αυτούς τους “αθώους” τρόπους επικοινωνίας. Δεν κρύβονται μήπως πολυεθνικές εταιρείες; Δεν είναι οι ίδιοι που προβάλλουν την επιθετικότητα μέσα από σειρές, εκπομπές, διαφημίσεις, παιχνίδια, ακόμα και κινούμενα σχέδια; Μήπως πίσω από τα περισσότερα περιστατικά παρενόχλησης μέσω διαδικτύου δεν βρίσκονται ενήλικες (και όχι παιδιά); Ακόμα και για τα περιστατικά όπου μαθητές βιντεοσκοπούν συμμαθητές τους και τα “ανεβάζουν” στο διαδίκτυο, πρέπει να μας προβληματίσει και να σκεφτούμε: από μόνα τους τα παιδιά προέβησαν σε τέτοιες ενέργειες ή μήπως διάφορα τηλεοπτικά σίριαλ (οικογενειακά κατά τ’ άλλα) ή βιντεάκια στο διαδίκτυο τούς ώθησαν σ’ αυτή την ενέργεια;

Εξετάζοντας λοιπόν βήμα βήμα το φαινόμενο αυτό καταλήγουμε ότι δεν μπορεί η «σχολική βία» (αν μπορεί να οριστεί ως τέτοια) να έχει τις αιτίες της απλώς στην «ενδοοικογενειακή βία» ή να οφείλεται στο DNA των παιδιών, όπως λένε αρκετοί υπεύθυνοι του προγράμματος και επιστήμονες. Το παιδί, όπως και η οικογένειά του, ζουν και υπάρχουν μέσα σε μία κοινωνία και σε αλληλεπίδραση μ’ αυτήν. Αυτή η κοινωνία (ηθική, συμπεριφορές, κυρίαρχες ιδεολογίες κ.ά.) καθορίζεται από το συγκεκριμένο οικονομικό σύστημα μέσα στο οποίο υπάρχει. Άρα και οι αιτίες του προβλήματος δεν μπορεί παρά να αναζητηθούν μέσα στην κοινωνία, μέσα στην οικονομία στην οποία ζουν τα παιδιά. Και αυτή η οικονομία, η καπιταλιστική, είναι από τη φύση της ανταγωνιστική, βάρβαρη και ταξική. Καλλιεργεί αντιλήψεις όπως: «ο θάνατός σου – η ζωή μου», «μην είσαι χαζός, πάτα επί πτωμάτων αν χρειαστεί» κτλ.. Οπότε και οι αιτίες της επιθετικότητας πρέπει να αναζητηθούν πέρα από το εσωτερικό της οικογένειας. Πρέπει να αναζητηθούν στην ίδια την κοινωνία και το οικονομικό σύστημα στο οποίο στηρίζεται. Άρα και η λύση δεν μπορεί να είναι ατομική, μέσω ψυχολόγων, όπως θέλουν να μας πείσουν ότι είναι. Εξ άλλου και οι ίδιοι στις παρουσιάσεις που κάνουν για το θέμα της «σχολικής βίας» λένε ξεκάθαρα ότι λύση δεν μπορεί να δοθεί. Επιδιώκουν όμως να μάθουν τους μαθητές να διαχειρίζονται την επιθετικότητά τους. Δηλαδή θέλουν να μάθουν στα παιδιά μας, από πολύ νωρίς, όχι να λύνουν τα προβλήματά τους, όχι να αντιστέκονται και να διεκδικούν, αλλά να διαχειρίζονται την οργή τους και την αγανάχτησή τους, τη φτώχεια και την εξαθλίωση.

Σ’ όλη αυτή την κουβέντα είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε μια γνωστή, από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, ταχτική που στηρίζεται στις αρχές της Κοινωνικής Ψυχολογίας και η οποία υποστηρίζει σε γενικές γραμμές: «πρόβαλε ένα πρόβλημα το οποίο δεν υπάρχει, ώστε ο καθένας να βλέπει τον εαυτό του μέσα σ’ αυτό το πρόβλημα, και στη συνέχεια το πρόβλημα θα δημιουργηθεί και στην πράξη». Μ’ αυτή την ταχτική έχουν δημιουργηθεί πολλά προβλήματα και συγκρούσεις στην ιστορία, που δεν είχαν κανένα λόγο να προκληθούν υπό άλλες συνθήκες (βλ. το παράδειγμα των «Μομπς και Ρόκερς» στη Βρετανία τη δεκαετία του ’70). Έτσι και τώρα προβάλλεται ένα πρόβλημα. Σε λίγο καιρό θα έχουμε και “πραγματικά” στοιχεία και έρευνες που θα δείχνουν ότι υπάρχει “βία” στα ελληνικά σχολεία. Ειδικά αν τα στοιχεία αυτά προέρχονται από τα δεδομένα που θα μαζεύει το «Παρατηρητήριο», πιθανόν το ποσοστό “βίας” σε λίγους μήνες να είναι πολύ υψηλό και στη χώρα μας.

Ας αναλογιστούμε όμως, και ας μας ανησυχήσει, για το ποιοι είναι αυτοί που μας μιλάνε για «βία». Είναι οι Κυβερνήσεις και τα αστικά κόμματα που μαζί με την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ συμμετέχουν σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πολέμους σκοτώνοντας ή σακατεύοντας εκατομμύρια παιδιά! Που καταδικάζουν τους μαθητές και τις οικογένειές τους στη φτώχεια, στην πείνα και στο κρύο! Που προωθούν το διαχωρισμό των ναρκωτικών σε σκληρά και μαλακά. Που αναπαράγουν την ανισοτιμία των δύο φύλων, την υποτίμηση της γυναίκας, το ρατσισμό και την ξενοφοβία. Που (ενώ τάχα ζητάνε τη συμβολή ψυχολόγων κ.ά.) υποβαθμίζουν την Ειδική Αγωγή κι έχουν αφήσει υποστελεχωμένα τα ΚΕΔΔΥ. Που προωθούν ένα σχολείο πιο ανταγωνιστικό και ταξικό, με συνεχείς εξετάσεις αλλά και με πληθώρα διαφοροποιημένων δομών, όπου ο “καλύτερος” επιβιώνει. Και μόνο αυτά να σκεφτούμε πρέπει να είμαστε τουλάχιστον επιφυλακτικοί για το σκοπό της λειτουργίας του «Παρατηρητηρίου Σχολικής Βίας και Εκφοβισμού».

Τι επιδιώκουν, λοιπόν, τόσο η κυβέρνηση, όσο και η Ε.Ε. με αυτά τα «Δίκτυα» και τα «Παρατηρητήρια»; Επιδιώκουν το Νέο Σχολείο που προωθούν να αποτελείται από εκπαιδευτικούς “παιδονόμους”, μαθητές “χαφιέδες”, γονείς “συνένοχους” και σχολείο ταξικά διαφοροποιημένο, ανοιχτό σε κάθε λογής φορέα επιβολής (δημόσιο ή ιδιωτικό). Και αυτό αποδεικνύεται, μιας και ζητούν από τους εκπαιδευτικούς να δίνουν αναφορά για τα περιστατικά «βίας» που λαμβάνουν χώρα στην τάξη τους και στο σχολείο. Από τους μαθητές ζητάνε να λένε στους εκπαιδευτικούς το κάθε περιστατικό που πέφτει στην αντίληψή τους. Σύμφωνα με τις οδηγίες του «Παρατηρητηρίου», ακόμα και ο «ουδέτερος» μαθητής σε ένα περιστατικό πρέπει να πει τι έγινε. Τους γονείς τούς θέλουν συνένοχους, γι’ αυτό τοποθετούν αντιπροσώπους τους στις «Ομάδες Υποστήριξης» που υπάρχουν σε κάθε νομό. Και τους θέλουν συνένοχους, ώστε με αφορμή και το ζήτημα της «σχολικής βίας» να μην αντιδράσουν, όταν το σχολείο θα «αλώνεται» από ΜΚΟ, Εισαγγελείς, Αστυνόμους, διάφορους «ειδικούς», που έχουν πίσω τους επιχειρηματικούς ομίλους κ.ά.. Είναι βέβαιο επίσης ότι τα στοιχεία που θα συγκεντρώνονται από τα περιστατικά “βίας” εύκολα μπορεί να συνδεθούν με την προωθούμενη αξιολόγηση και έτσι τα σχολεία, εκτός των άλλων διαχωρισμών, να έχουν και αυτόν του “εγκληματικού” ή του “πειθαρχημένου” σχολείου. Ακόμα δίνεται η δυνατότητα, με την εφαρμογή του νέου πληροφοριακού συστήματος του Υπουργείου Παιδείας (myschool), σε επόμενη φάση να καταγράφονται και σε αυτή την πλατφόρμα τα περιστατικά “βίας”. Έτσι σταδιακά το Υπουργείο θα έχει πλήρη εικόνα για κάθε μαθητή και για το αν αυτός είναι “θύτης”, αν έχει πάρει ποινές, αν έχει απουσίες και για ποιους λόγους.

Ας σκεφτούμε πόσο γρήγορα θα κατηγοριοποιηθούν και οι ίδιοι οι μαθητές και πώς το “φακέλωμα” (ηλεκτρονικό πλέον) θα ξεκινάει από το Nηπιαγωγείο. Άραγε, όταν αύριο ο σημερινός μαθητής πάει να πιάσει δουλειά, θα εξετάζεται για το πόσες φορές «άσκησε βία», πόσες απουσίες είχε λόγω συμμετοχής του σε κινητοποιήσεις και απεργίες, αν πήρε αποβολή γιατί διεκδίκησε κάποιο δικαίωμά του στο σχολείο ή αν συμμετείχε σε καταλήψεις;

Το ζήτημα αυτό, που συνδέεται άμεσα με το Νέο Σχολείο της ημιμάθειας, της Ε.Ε. και των επιχειρήσεων, πρέπει να ανησυχήσει τόσο τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς, αλλά εξίσου και τους μαθητές. Ειδικά στη Δευτεροβάθμια οι μαθητές έχουν ζήσει αρκετές φορές στο πετσί τους την κρατική βία, μέσα από διάφορους κρατικούς μηχανισμούς. Από την αστυνομία που μπαίνει μέσα σε σχολεία και είτε ζητάει στοιχεία για τους μαθητές είτε τους σέρνει στα αστυνομικά τμήματα ακόμα και με τη διαδικασία του αυτόφωρου, μέχρι την εισαγγελία που καλεί σε απολογία μαθητές. Οι μαθητές γνωρίζουν καλά το ρόλο πολλών διευθυντών γυμνασίων και λυκείων που είτε αποβάλλουν όσους συμμετέχουν σε καταλήψεις, απεργίες, κινητοποιήσεις, είτε είναι αυτοί που καλούν την αστυνομία και την εισαγγελία και δίνουν ονόματα μαθητών στις αρχές.

Σ’ όλες τις περιπτώσεις η κρατική βία, μ’ όποια μορφή κι αν ασκήθηκε, στόχευε στην τρομοκράτηση και στην ανακοπή του οργανωμένου κινήματος των μαθητών και της νεολαίας, που στέκεται στο πλάι των γονιών και των υπόλοιπων εργαζόμενων. Γι’ αυτό και συναντάμε μαθητοδικεία πλάι στις διώξεις εργατών και συνδικαλιστών. Οι μαθητές γνωρίζουν καλά τι ονομάζει “ενδοσχολική βία” το αστικό κράτος, που τώρα πάει να οργανώσει καλύτερα το σύστημα επιτήρησης, καταγραφής και πειθάρχησης, ακόμα και μέσω της λεγόμενης «αυτοαξιολόγησης» των σχολικών μονάδων με τη συγκρότηση «Ομάδας Εργασίας για τη σύνταξη Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας των Σχολείων».

Εξ άλλου ένα φόβο έχουν Κυβέρνηση – Ε.Ε. – Πλουτοκρατία: μην αμφισβητηθεί η εξουσία τους. Γι’ αυτό παίρνουν όλα τα μέτρα, όχι μόνο καταστολής της κάθε αμφισβήτησης αλλά και όλα τα μέτρα ώστε να μην περνάει καν από το μυαλό του σημερινού νέου και αυριανού εργαζόμενου ή άνεργου η ιδέα της αμφισβήτησης και της ανατροπής αυτού του σάπιου εκμεταλλευτικού συστήματος.

Τα «Παρατηρητήρια» και τα «Δίκτυα» για τη «σχολική βία» αποτελούν στην πραγματικότητα μια καμουφλαρισμένη μορφή για την άσκηση της κρατικής βίας και από άλλη πόρτα. Αν ήθελαν πραγματικά να ελαττώσουν τις προϋποθέσεις όξυνσης της επιθετικής συμπεριφοράς των μαθητών, ούτε αντιλαϊκά μέτρα σε βάρος των οικογενειών τους θα ψήφιζαν, ούτε σχολεία και τμήματα θα συγχώνευαν, ούτε περιστασιακή στελέχωση με ειδικό προσωπικό θα είχαν κτλ. (μέτρα που αντικειμενικά δημιουργούν συνθήκες όξυνσης της επιθετικότητας). Όσοι εμπλέκονται με το ζήτημα της «σχολικής βίας» αντιστρέφουν την πραγματικότητα. Θεωρούν πηγή της επιθετικότητας το άτομο και την οικογένεια και «προσπαθούν να λύσουν αυτό το πρόβλημα», για να μην έχει επιπτώσεις στην κοινωνία. Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική.

Η οικονομία, ως βάση της κάθε κοινωνίας, επιδρά και διαμορφώνει το άτομο και τους θεσμούς της. Όσο η βάση της κοινωνίας μας είναι η καπιταλιστική οικονομία, με κυρίαρχο νόμο αυτόν της εξασφάλισης του μέγιστου κέρδους, άρα και της ανταγωνιστικότητας και της εκμετάλλευσης, τόσο και οι αξίες της κοινωνίας θα είναι ο ατομισμός και ο ανταγωνισμός, στοιχεία που οδηγούν στη βία και την επιθετικότητα. Η οποία βία, πάντως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ξεκινάει από τους ιδιοχτήτες των μέσων παραγωγής, από τους εκμεταλλευτές και το κράτος τους. Τα θύματα της εκμετάλλευσης, η εργατική τάξη, οι φτωχοί αγρότες και αυτοαπασχολούμενοι, οι νέοι και οι γυναίκες των λαϊκών στρωμάτων που δέχονται αυτή τη βία, αντιδρούν, αγωνίζονται, διεκδικούν, βγαίνουν στην αντεπίθεση.

Αυτή η αντεπίθεση ονομάζεται από το αστικό κράτος “βία”. Αυτή η αντεπίθεση όμως είναι η μόνη που μπορεί να οδηγήσει σε μια κοινωνία δίχως βία. Γιατί,m όταν η εργατική τάξη με τους συμμάχους της επιλέξουν να ανατρέψουν αυτό το σάπιο καπιταλιστικό σύστημα, θα σημαίνει ότι έχουν επιλέξει να ξεριζώσουν απ’ τα βάθη την ίδια την καπιταλιστική οικονομία. Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και η κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία, με τον εργατικό έλεγχο, θα εξαλείψουν την ανταγωνιστικότητα και την εκμετάλλευση. Ο βασικός νόμος της ικανοποίησης των συνεχώς διευρυμένων λαϊκών αναγκών θα διαπερνάει και όλους τους θεσμούς της νέας κοινωνίας, της σοσιαλιστικής οικονομίας. Τότε το σχολείο θα διδάσκει τη συντροφικότητα, τη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη. Ένα τέτοιο σχολείο, σε μια τέτοια κοινωνία, έχει τη δυνατότητα να εξαλείψει κάθε βίαιη και επιθετική συμπεριφορά, γιατί θα έχουν εξαλειφθεί και οι αιτίες που γεννούν τέτοιες συμπεριφορές.