• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

ΓΙΑ ΤΗ ΧΙΛΙΑΚΡΙΒΗ ΤΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ – Ένα αφιέρωμα στη ζωή και στο έργο του Tάκη Αδάμου (Α’ Μερος)

 

Γράφει η Άννεκε Ιωαννάτου //

Πέρασαν 25 χρόνια

Εδώ και 25 χρόνια, στις 24-12-1991 έφυγε για πάντα από κοντά μας ο Τάκης Αδάμος, ο αγωνιστής, ο δημοσιογράφος, ο λογοτέχνης, ο κομμουνιστής. Χαρακτηριστικά για τη φιλοσοφία ζωής του ίσως να είναι τα εξής λόγια: «Ο κάθε άνθρωπος καθορίζει έναν τρόπο ζωής. Βάζοντας μέσα σου έναν σκοπό, δικαιώνεις την ύπαρξή σου. Ετσι κι εγώ αγωνίζομαι σ’όλη μου τη ζωή, να προσθέσω ένα λιθαράκι για κάτι καλύτερο στην κοινωνία, χωρίς έπαρση και θόρυβο».  Και μ’αφορμή τα λόγια του Βάρναλη, ότι το σπουδαίο δεν είναι το τί γράφει και το τί έγραψε κανείς, μα το «γιατί γράφει» και «για ποιούς…..», ο Τάκης Αδάμος θα πει: «Ετσι κι εγώ γράφω για ‘Μια άσπρη μέρα’, που είναι και ο τίτλος μιας συλλογής διηγημάτων μου. Και σαν δημοσιογράφος υπηρέτησα με τα γραπτά μου την ιδεολογία μου. Μια ζωή, δηλαδή, γεμάτη εθελοντική στράτευση και το τονίζω αυτό».

Αυτά τα σεμνά λόγια, που δίνουν την πεμπτουσία της στάσης του απέναντι στη ζωή, διαπότιζαν όλο το έργο του, το αντάρτικο με το όπλο στο χέρι και το συγγραφικό με την πένα στο χέρι. Πλούσιο από κάθε άποψη το έργο αυτό, γιατί σαν άνθρωπος συνδύαζε πολλές ιδιότητες: του φιλόλογου-μελετητή, του αντάρτη, του μεταφραστή. Γα το τελευταίο πρέπει να επισημάνουμε, ότι από τις μεταφράσεις του από τα ρώσικα (Η μοίρα ενός ανθρώπου του Μιχαήλ Σόλοχοφ, πχ) και τα ρουμάνικα (Η εξέγερση του Λίβιου Ρεμπρεάνου) δεν καταλαβαίνει κανείς, ότι πρόκειται για μετάφραση από ξένη λογοτεχνία, τόσο φυσιολογικά κυλούν τα ελληνικά. Τεχνίτης του λόγου και σαν δημοσιογράφος (Οι επιφυλλίδες του στο ‘Ριζοσπάστη’ άφησαν εποχή με το εύρος των θεμάτων και την άριστη, προσιτή σε όλους γραφή, αλλά και άλλα ιδεολογικά-πολιτικά κείμενα). Στον Τάκη Αδάμο αυτές οι ιδιότητες επικοινωνούσαν μεταξύ τους αποτελώντας ένα αρμονικό, μαχητικό σύνολο.

Ας ρίξουμε πρώτα μια σύντομη ματιά στη ζωή του πριν προχωρήσουμε σε μια βαθύτερη ματιά στο συγγραφικό του έργο.

Ζωή χωρίς έπαρση και θόρυβο, αλλά πλούσια και γεμάτη

Ο Τάκης Αδάμος γεννήθηκε το 1914 στην Πυρσόγιαννη της Ηπείρου, από εργατική οικογένεια. Το 1931 εντάσσεται στην ΟΚΝΕ. Το 1933 τελειώνει το διδασκαλείο και το 1935 γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Το 1938, υπό το μεταξικό καθεστώς, αναπτύσσει δραστηριότητα σε μία από τις δύο κομματικές οργανώσεις στο στρατό που δεν μπόρεσε να εξαρθρώσει η μεταξική δικτατορία. Πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο, ενώ μετά την κατάρρευσή του μαζί με άλλους συντρόφους του, πριν την ίδρυση του ΕΑΜ, πρωτοστατεί στη δημιουργία του Πατριωτικού Μετώπου στα Γιάννενα. Υπηρέτησε την Εθνική Αντίσταση ως αντάρτης του ΕΛΑΣ. Το Σεπτέμβρη του 1944 δουλεύει στο Γραφείο Τύπου Περιοχής Ηπείρου και γράφει για τις εφημερίδες «Φωνή της Ηπείρου» (ΚΚΕ) και «Αγωνιστής» (ΕΑΜ).

Το 1946 συλλαμβάνεται από τους μοναρχοφασίστες και εξορίζεται στην Ικαρία. Με εντολή του ΚΚΕ συμμετέχει στην ομάδα απόδρασης στελεχών και εντάσσεται στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας σαν ταχματάρχης στην πρώτη γραμμή του μετώπου, όπου τραυματίζεται επτά φορές. Τον Αύγουστο του 1949 τραυματισμένος περνά στην Αλβανία και στη συνέχεια στην Ουγγαρία. Το 1950 πηγαίνει στην Πολωνία όπου εργάζεται για δύο χρόνια σε εργοστάσιο σαν τορναδόρος. Δύο χρόνια αργότερα αρχίζει να δουλεύει για τον κομματικό μηχανισμό, στο τμήμα κομματικών σχολών και το 1954 γίνεται υπέυθυνος του θεωρητικού περιοδικού «Νέος Κόσμος».

Από το 1960 μέχρι το 1969 δουλεύει στη «Φωνή της Αλήθειας», από όπου «πολεμάει» το δεξιό αναθεωρητισμό. Το 1970 το Κόμμα τον στέλνει στο Λονδίνο, ως διευθυντή της εφημερίδας «Ελεύθερη Πατρίδα» μέχρι το 1974, οπότε επιστρέφει στην Ελλάδα για να συμβάλει στο στήσιμο του νόμιμου πλέον «Ριζοσπάστη» ως μέλος της αρχισυνταξίας  και στη συνέχεια αρχισυντάκτης του, μέχρι το 1981, οπότε εκλέχθηκε ευρωβουλευτής του Κομμουνιστικού Κόμματος. Από το 1969 μέχρι το 1974 ήταν μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ.

Αρχές 1989 ο Τάκης Αδάμος εκλέχθηκε Πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, γεγονός το οποίο εξαπέλυσε σε διάφορες αστικές εφημερίδες  σχόλια περί του ΚΚΕ που τάχα διορίζει προέδρους στην ΕΕΛ κλπ. Σε μια απάντηση σε δημοσιογράφο στην εφημερίδα « Έθνος» (19-4-89), ανάμεσα σ’άλλα, ο Τάκης Αδάμος θα απαντήσει και τα εξής: «Δεν έχει καμία ανάμειξη το ΚΚΕ στα εσωτερικά της εταιρείας…Ο δικός μας συνδυασμός πήρε 160-170 ψηφοδέλτια. Είναι αυτοί οι 170 κομμουνιστές; Εμένα με σταύρωσαν 100 άνθρωποι. Μακάρι να ήταν κομμουνιστές. Αλλά δεν είναι. Αλλωστε ο προηγούμενος πρόεδρος, ο κ. Σιμόπουλος, δεν ήταν κομμουνιστής»….  

Πολιτισμός και τέχνη

Η επαναστατική δραστηριότητα εκφράστηκε στη ζωή του Τάκη Αδάμου με πολλές μορφές πάλης. Ενα βαθύ αίσθημα ενάντια σε κάθε βαρβαρότητα ήταν κυρίαρχο σ’ όλη τη δημιουργία του, είτε με το όπλο είτε με το μολύβι στο χέρι για να δέσει ο καρπός του πολιτισμού, όπως έλεγε, εννοώντας το πέρασμα της ανθρωπότητας στη φάση του πραγματικού εξανθρωπισμού του στο σοσιαλισμό. Η βαθιά του ανησυχία για την κατάσταση του πολιτισμού βλέποντας με αγωνία και οργή την πορεία εξαρτητοποίησης του τόπου από τα παγκόσμια κέντρα της βαρβαρότητας, τον έκανε να ασχοληθεί ιδιαίτερα με την κληρονομιά του ντόπιου πολιτισμού σκαλίζοντας βαθιά μέχρι τις ρίζες του. Ετσι, έγραψε τις πολύ αξιόλογες μελέτες με τίτλο Η λογοτεχνική κληρονομιά μας σε δύο τόμους, έναν για την ποίηση και έναν για την πεζογραφία. Στον Α’ τόμο, για την πεζογραφία, θα πει στον πρόλογο: «Το παρελθόν μας κληροδότησε έναν πολιτισμό δεμένο με το λαό και τη δράση του. Και γι’αυτό το λόγο πάντα ζωντανό και χρήσιμο. Η αξιοποίηση αυτής της κληρονομιάς είναι όπλο δοκιμασμένο κι αποτελεσματικό για την ιδεολογική πάλη. Πρέπει, όμως, να γίνει κτήμα των πλατιών λαϊκών στρωμάτων, να κατακτήσει τη συνείδησή τους για να μετατραπεί σε υλική δύναμη. Από την αρχή μιας τέτοιας προσπάθειας προβάλλει το ερώτημα: Ποιά θάναι τα κριτήρια κι οι αρχές για τη μελέτη και την αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς προς όφελος του λαού και της κοινωνικής προόδου;»

Στους πεζογράφους περιλαμβάνονται οι Παπαδιαμάντης, Καρκαβίτσας, Ξενόπουλος, Βουτυράς, Θεοτόκης και Χατζόπουλος, ενώ στον τομο για τους ποιητές οι Σολωμός, Παλαμάς, Σικελιανός και Βάρναλης. Στο βιβλίο του Πνευματικές γνωριμίες περιλαμβάνονται οι Μάρκος Αυγέρης, Έλλη Αλεξίου, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Θέμος Κορνάρος και Γιώργος Κοτζιούλας.

Μιλώντας λοιπόν για τέχνη σαν μια έκφραση πολιτισμού – η τέχνη γεννιέται από τη ζωή, από αγώνες και όχι από μια στάση αποχής και παθητικότητας – υποστήριζε, ότι πάντα ένας συγγραφέας εκφράζει κοινωνικές ιδέες, είτε το θέλει είτε όχι. Συνήθως η λέξη στράτευση ταυτίζεται με τη στράτευση σε κομμουνιστικές, σοσιαλιστικές ή απλώς προοδευτικές ιδέες και ιδανικά. Ολες οι άλλες στρατεύσεις θεωρούνται μη-στράτευση, αλλά ουσιαστικά στρατεύονται στην αντίδραση. Ή με τα λόγια του Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Όποιος σπίτι μένει σαν αρχίζει ο αγώνας…θ’ αγωνιστεί για την υπόθεση του εχθρού» τοποθετώντας μ’αυτό τον τρόπο στο αντίθετο στρατόπεδο τους μη συμμετέχοντες, τους απέχοντες. Πάντα κάτι κάνεις, ακόμα και νομίζοντας ότι δεν κάνεις τίποτα.

Η δική του λογοτεχνική δημιουργία

Ο Τάκης Αδάμος δεν έγραφε  μόνο για άλλους λογοτέχνες, ήταν και ο ίδιος. Αθόρυβα και χωρίς έπαρση πάλευε και με τα κείμενα που έγραφε, σμίλευε τη γλώσσα με ανεξάντλητη επιμονή και υπομονή, μ’ένα βαθύ αίσθημα ευθύνης κι αγάπης στην ελληνική γλώσσα. Ιδεολογικά-πολιτικά και λογοτεχνικά δοκίμια, προσωπογραφίες λογοτεχνών, μελέτες (Το λαϊκό τραγούδι της Αντίστασης), αλλά και διηγήματα (Ιστορίες της Αντίστασης, Για μια άσπρη μέρα). Πίστευε, ότι: «Αυτό που καθορίζει τη σημασία, την αξία της καλλιτεχνικής δημιουργίας, που αποτελεί τη λυδία λίθο της, είναι ο βαθμός που η δημιουργία αυτή βρίσκεται κοντά στις πρωτοπόρες αναζητήσεις της εποχής της, στον απελευθερωτικό αγώνα των πρωτοπόρων δυνάμεων εκείνης της εποχής».

Το ξεπέρασμα μιας διστακτικής στάσης ζωής, ιδιαίτερα σε κρίσιμες συνθήκες, είναι το θέμα σε πολλά διηγήματα του Τάκη Αδάμου. Το άτομο που βρίσκεται μπροστά σε μια οδυνηρή επιλογή, την οποία επιβάλλουν κάποιες απάνθρωπες συνθήκες και δεν μπορεί να μείνει απ’έξω χωρίς να ταπεινωθεί, να εξοντωθεί ψυχικά και ηθικά. Να θέμα αγαπητό στα διηγήματα αυτά. Οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τον ίδιο τους τον εαυτό μέσα σε μια ζωή αδυσώπητη και ανακαλύπτουν ανυποψίαστες δυνάμεις μέσα τους. Ή θα λυγίσεις και θα εξοντωθείς ηθικά ή θα νικήσεις και θα βγεις πάνω από τον εαυτό σου. Δηλαδή στις συνθήκες της δεκαετίας του ’40 αυτό σημαίνει, ότι είτε θα μείνεις παθητικός θεατής της καταπάτησης  της πατρίδας σου η θα αποφασίσεις να πάρεις μέρος σ’ένα αγώνα με κίνδυνο να χάσεις τη ζωή σου, να βρεις φρικτό τέλος στα βασανιστήρια, να εξοριστείς,  να μην ξαναδείς τα αγαπημένα σου πρόσωπα. Και βλέπουμε τους απλούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας να φτάσουν στο ύψιστο ηθικό μέγεθος. Και όλοι αυτοί είναι αληθινοί. Τέτοιους ο Τάκης Αδάμος είχε γνωρίσει πολλούς. Η υπέροχη εργάτρια Αγγέλα από το διήγημα «Τα μάτια της μαχήτριας» που γεύστηκε όλη τη «γλύκα» του αφεντικού και σκοτώνεται με τ’ όπλο στο χέρι πριν προλάβει να ζήσει περνώντας από το μισοσκόταδο της ασήμαντης ζωής στο λαμπερό προσκήνιο της ιστορίας: «…απ’ τα μάτια της ξεχύνεται όλη η φλόγα της αδούλωτης ψυχής της εργατιάς».

 Η Αγγέλα μπορεί να σκοτώθηκε και να την πέταξαν ολόγυμνη στην αγορά της γειτονικής πόλης, αλλά «…τα μάτια, σύντροφέ μου!…Και τούτα δω στην πόλη σου κι εκείνα εκεί το Δεκέμβρη στην Αθήνα, κι άλλα, χιλιάδες τέτοια μάτια, που μοιάζουνε με τ’ άστρα. Σβήνουν, μα η φεγγοβολή τους σκίζει αδιάκοπα τη νύχτα, που μας ζώνει!…»

Στο διήγημα Ποιός θα εμποδίσει την άνοιξη, ο Αντώνης, ο κεντρικός ήρωας, φτάνει μετά από μια πορεία συνειδητοποίησης στα μπουντρούμια της Ασφάλειας και μαζί μ’αυτό στο πλήρες εσωτερικό ξεκαθάρισμα με τον εαυτό του. Γίνεται ελεύθερος άνθρωπος μέσα από τα βάσανα που του φέρνει η συνειδητή, γενναία επιλογή του: «Ο Αντώνης κοιτάζει τους συντρόφους του, έναν έναν στα μάτια, σαν να τους αντάμωσε τώρα, ξαφνικά, ύστερα από χωρισμό μακρινό…Και για πρώτη φορά, σ’όλο τούτο το διάστημα, χαμογελάει. Χαμογελάει με σιγουριά, κοροϊδεύοντας τις αλυσίδες του. Χαμογελάει στην άνοιξη που θάρθει, που τον ερχομό της κανένας δεν μπορεί να τον εμποδίσει».

 Άτομο και ιστορία

Η στροφή του Τάκη Αδάμου, στα διηγήματά του, στους λεγόμενους «ανώνυμους» ήρωες, που ωστόσο όλοι έχουν όνομα και προσωπική ιστορία, δεν είναι τυχαία. Βασίζεται σε μια βαθιά διαλεκτική αντίληψη σ’ ο,τι αφορά τη σχέση του μεμονωμένου ατόμου με την ιστορία. Ούτε είναι τυχαίο, ότι στη συλλογή διηγημάτων «Για μια άσπρη μέρα» διάλεξε σαν προλογικό αφιέρωμα  τα εξής λόγια του Ιούλιους Φουτσίκ από το Ρεπορτάζ κάτω απ’ την κρεμάλα: «…θά’ρθει μια μέρα που το σήμερα θα γίνει παρελθόν και θα μιλούν για μια μεγάλη εποχή και για τους ανώνυμους ήρωες που δημιούργησαν την ιστορία. Θά ‘θελα να μάθει όλος ο κόσμος πως δεν υπήρξαν ανώνυμοι ήρωες. Πως είταν άνθρωποι που είχαν τ’όνομά τους, τη φυσιογνωμία τους, τους πόθους και τις ελπίδες τους. Κι ο πόνος και του πιο τελευταίου απ’ αυτούς, δεν είταν μικρότερος απ’ τον πόνο του πρώτου, που τ’όνομά του θα περάσει στην ιστορία. Θα’ θελα όλοι αυτοί να ‘ ναι πάντα πολύ κοντά, στην καρδιά σας, σα φίλοι, σα συγγενείς σας, σαν τον ίδιο τον εαυτό σας…»

Πολλοί «ανώνυμοι» μαζί μπορούν με το συλλογικό αγώνα τους να αποτελέσουν μια τόσο τρομερή δύναμη, που μπορεί να μετατραπεί σε καταλύτη του ιστορικού γίγνεσθαι. Οι πρωταγωνιστές, οι πρώην ανώνυμοι, οι αφανείς,  βρίσκονται ξαφνικά στο προσκήνιο με τη μαζική συλλογική δράση τους. «Η Εθνική μας Αντίσταση», θα γράφει ο Τάκης Αδάμος σε μία από τις Επιφυλλίδες του στο ‘Ριζοσπάστη’ της 19-6-1988, συγκεκριμένα μιλώντας για τη «λαϊκή Μούσα στην Αντίσταση», «δεν ήταν μόνο μια μαζική – η πιο μαζική –εθνική αγωνιστική ανάταση. Ηταν κι ένα παλλαϊκό σχολείο πολιτικής και κοινωνικής χειραφέτησης. Το πνεύμα της –το πνεύμα της αυταπάρνησης και της θυσίας για την εθνική λευτεριά – η πίστη στις δυνάμεις της και στο φωτεινό μέλλον της πατρίδας και το μίσος για τη σκλαβιά, τη βία και την εκμετάλλευση, έγιναν παλλαϊκά βιώματα, που διαπότισαν ως τα κατάβαθα τη συνείδηση του λαού».

 Ο όρκος του αγωνιστή

 «-Είσαι κομμουνιστής;

-Είμαι

-Μετανοιώνεις;

-Όχι

Αυτό όλο κι όλο. Ύστερα…μουσκέτο! Δεν μπορείς να παραπονεθείς για τίποτα. Το αμερικανικό πρακτικό πνεύμα έκανε πράματα και θάματα στην πατρίδα της Δημοκρατίας!…» Το μικρό αυτό απόσπασμα από το διήγημα Ο όρκος του Μακρή και από τη συλλογή Για μια άσπρη μέρα είναι δείγμα της λακονικής ρεαλιστικής γραφής του Τάκη Αδάμου αναφερόμενου στην εποχή του ρετσινόλαδου και της παγοκολόνας…Όσο πιο ανείπωτα φρικτή η πραγματικότητα, τόσο πιο σύντομη, σχεδόν κοφτή η ροή της διήγησης εισάγει τον αναγνώστη στην κόλαση αυτής της πραγματικότητας. Δεν τον αφήνει, όμως, εκεί. Από μέσα από τα μπουντρούμια ξεπροβάλλει σε μια τέλεια διαλεκτική αντίθεση ο,τι πιο όμορφο, ηρωϊκό, ανώτερο ανθρώπινο μπορεί να υπάρχει. Υψώνεται η εξαίσια μορφή της Μαρίνας, η οποία δεν συμβολίζει μονάχα όλη τη λαϊκή αντίσταση, αλλά κάνει θρύψαλα όλες τις προκαταλήψεις, όλη τη μίζερη εικόνα που η κοινωνία είχε διαμορφώσει για το γυναικείο φύλο: κάποτε και η Μαρίνα, διαβάζουμε, «έσμιξε για πάντα τη δική της μοίρα και τον πόνο της με την κοινή μοίρα και το πέλαγο του πόνου που απλωνόταν γύρω της».

Η Μαρίνα θυσιάζεται αφήνοντας άφωνους τους βασανιστές της, οι οποίοι –«υπερασπιστές» της πατρίδας, της οικογένειας, της θρησκείας – προσπάθησαν να λυγίσουν την κομμουνίστρια-σύμβολο της καινούργιας γυναίκας, της ανελέητης εχθρού των κατεστημένων αντιλήψεων-προκαταλήψεων. Η Μαρίνα «διάλεξε» την εκτέλεση, παρ’όλη την άτιμη μέθοδο της Ασφάλειας, που –εφόσον όλα τα άλλα απέτυχαν – προσπάθησε να την τσακίσει μέσω του μικρού παιδιού της.

Το απόσπασμα που ακολουθεί βρίσκεται στις σελίδες 43-44-45.

Είναι τόσο ζωντανή η περιγραφή, που ακούμε κι εμείς τη φωνή της Μαρίνας στο διάδρομο φεύγοντας για την εκτέλεση «Γειά σας, σύντροφοι!…Κρατάτε το χαράκωμα!…»

Η φωνή της Μαρίνας καθαρή, σίγουρη, χωρίς τρέμουλο, πλημμυρίζει τους τσιμεντένιους θόλους κι αναστατώνει τις καρδιές μας. Νιώθω το Μακρή να γαντζώνεται στο μπράτσο μου και να το σφίγγει σα μέγγενη. Σφίγγει και σπαρταράει ολόκληρος…»

Ο Μακρής στο τέλος ορκίζεται ότι θα πάρει το γιο της Μαρίνας για παιδί του, «αν βγω από δω μέσα ζωντανός!»

Η εξαιρετικά σύντομη, σχεδόν κοφτή, έντονα παραστατική αφήγηση του Τάκη Αδάμου μας τοποθετεί μέσα στα γεγονότα. Είμαστε δίπλα στους φυλακισμένους, τους μελλοθάνατους, βιώνουμε όλη τη μαρτυρική πορεία τους, γινόμαστε μάρτυρες της εσωτερικής τους δύναμης, της αποφασιστικότητάς τους, των στιγμών αδυναμίας τους. Για μερικά χρόνια, ο πρωταγωνιστικός ρόλος στην ιστορία είχε περάσει πια στα χέρια του μέχρι τότε περιφρονημένου πλήθους. Ο λαός είχε αναλάβει πια την πορεία της χώρας μέσα σ’ένα κλίμα συλλογικό, μέσα σ’ένα συγκλονιστικό ανατρεπτικό «μαζί, όλοι μαζί». Οι άνθρωποι ξεπερνούν τον εαυτό τους και σε μια φάση ξεπερνούν και τα εθνκά σύνορα, το κύμα γίνεται διεθνιστικό: «…θέλουμε λεύτερη εμείς πατρίδα και πανανθρώπινη τη λευτεριά…» Πολύ περισσότερο από εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, το κύμα αγκαλιάζει το πανανθρώπινο όραμα του σοσιαλισμού.

Συνεχίζεται